Κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία, η κοινωνία ανακαλύπτει ξαφνικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Πέφτουμε από τα σύννεφα.
Πέφτουμε από τα σύννεφα όταν αποκαλύπτεται η προχειρότητα, η απληστία, η ανευθυνότητα. Όταν ένα σύστημα που λειτουργούσε για χρόνια με μικρές παρακάμψεις, σιωπές και «δεν βαριέσαι» συναντά ξαφνικά έναν άνθρωπο που πληρώνει το τίμημα.
Κι όμως, συνήθως δεν ήταν "ξαφνικό".
Ήταν εκεί.
Απλώς είχαμε μάθει να το προσπερνάμε.
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, και η διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη, γίνεται έτσι αφορμή να κοιτάξουμε κάτι μεγαλύτερο από μια συγκεκριμένη υπόθεση. Να κοιτάξουμε μια κοινωνία που ολοένα περισσότερο δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τη γνώση από την υπόσχεση, την επιστήμη από την εμπορική της εκδοχή, την πρόοδο από το καινούργιο.
Η σύγχρονη κοινωνία θέλει γρήγορες λύσεις. Γρήγορες θεραπείες, γρήγορη επιτυχία, γρήγορη δικαίωση. Θέλει να πιστεύει πως για κάθε πρόβλημα υπάρχει ένας ειδικός, μια μέθοδος, ένα προϊόν, ένα κουμπί.
Και κάπου ανάμεσα στην ανάγκη και στην υπόσχεση χάνονται τα όρια.
Η ιατρική είναι ίσως ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία αυτής της αντίφασης. Γιατί η επιθυμία για ευεξία, αναζωογόνηση, αντιγήρανση, για μια ζωή απαλλαγμένη από τη φθορά, μπορεί εύκολα να μετατρέψει την ανάγκη σε αγορά και την ελπίδα σε εμπόρευμα.
Το ιατρείο, όμως, δεν μπορεί να γίνει ναός της αθανασίας.
Η ιατρική δεν είναι μαγεία. Δεν είναι τελετουργία. Δεν είναι η τέχνη να πείθεις τον άνθρωπο πως μπορεί να ξεγελάσει τη φύση.
Είναι γνώση. Είναι ένδειξη. Είναι όρια. Είναι αμφιβολία. Και πάνω απ' όλα, είναι ευθύνη.
Αλλά το ίδιο συμβαίνει παντού.
Στην πολιτική, όπου η εικόνα συχνά προηγείται της ουσίας.
Στην οικονομία, όπου το κέρδος μπορεί να προηγείται της ασφάλειας.
Στην κοινωνία, όπου η κανονικότητα συχνά σημαίνει απλώς ότι έχουμε συνηθίσει το παράλογο.
Στις οθόνες μας, όπου ό,τι φαίνεται αληθινό κινδυνεύει να θεωρηθεί αληθινό.
Κι ύστερα συμβαίνει το κακό.
Και ξαφνικά θυμόμαστε να ρωτήσουμε.
Ποιος ήξερε;
Ποιος δεν έλεγξε;
Ποιος επέτρεψε;
Ποιος σιώπησε;
Ίσως όμως η βαθύτερη ερώτηση να είναι άλλη:
Γιατί περιμένουμε πάντα την καταστροφή για να δούμε αυτό που βρισκόταν ήδη μπροστά στα μάτια μας;
Ίσως χρειαζόμαστε έναν κοσμοναύτη στη Γη.
Έναν άνθρωπο που θα επέστρεφε από το διάστημα και θα έβλεπε για πρώτη φορά τις δικές μας «κανονικότητες». Θα κοιτούσε τις πόλεις, τα νοσοκομεία, τις αγορές, τις οθόνες, τους ανθρώπους που τρέχουν πίσω από την επιτυχία και θα δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί ένας πολιτισμός που έφτασε στο διάστημα εξακολουθεί να σκοντάφτει τόσο συχνά στα αυτονόητα.
Από εκεί ψηλά η Γη είναι ένας μικρός, εύθραυστος τόπος.
Δεν φαίνονται οι τίτλοι.
Δεν φαίνονται οι λογαριασμοί.
Δεν φαίνονται οι βεβαιότητες.
Δεν φαίνονται οι άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους σημαντικότερο από τους άλλους.
Φαίνεται μόνο ένας πλανήτης.
Ίσως αυτό να μας λείπει: η απόσταση που επιτρέπει στη σκέψη να ξαναδεί τα πράγματα χωρίς τη συνήθεια.
Γιατί η μεγαλύτερη παγίδα του ανθρώπου δεν είναι ότι δεν γνωρίζει.
Είναι ότι συνηθίζει.
Συνηθίζει το λίγο επικίνδυνο, το λίγο παράνομο, το λίγο πρόχειρο, το λίγο ψεύτικο. Μέχρι που το «λίγο» γίνεται πολύ και το πολύ γίνεται τραγωδία.
Τότε πέφτουμε από τα σύννεφα.
Μόνο που τα σύννεφα δεν έπεσαν ποτέ.
Εμείς είχαμε ανέβει εκεί, πάνω στις βεβαιότητές μας, και ξεχάσαμε πόσο ψηλά βρισκόμασταν.