11/9/26

Βραδιάζει πάλι σήμερα...

 


Βραδιάζει πάλι σήμερα. Όχι μόνο έξω, στον ουρανό που χαμηλώνει και μαζεύει σιγά σιγά το φως, αλλά και μέσα μας. Η μέρα αποσύρεται χωρίς να ζητήσει την άδειά μας, όπως αποσύρονται κάποτε οι άνθρωποι, οι εποχές, οι βεβαιότητες. Κι εμείς μένουμε για λίγο στο μεταίχμιο, εκεί όπου δεν είναι ακόμη νύχτα αλλά έχει ήδη χαθεί η ημέρα.

Ίσως γι’ αυτό η νύχτα έχει μια παράξενη οικειότητα. Δεν απαιτεί εξηγήσεις. Δεν ζητά να δείχνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε. Στο σκοτάδι τα πράγματα χάνουν τις λεπτομέρειές τους και κρατούν μόνο το περίγραμμα. Κι έτσι, όταν βραδιάζει, θυμόμαστε όσα την ημέρα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

Το «πάλι» είναι η πιο βαριά λέξη. Γιατί κάθε βράδυ μοιάζει με το προηγούμενο, αλλά κανένα δεν είναι το ίδιο. Ο χρόνος κάνει κύκλους μόνο από μακριά. Από κοντά είναι μια ευθεία που προχωρά και παίρνει μαζί της κάτι που δεν επιστρέφει.

Κι όμως, κάθε βράδυ τραγουδάμε σαν να υπάρχει ακόμη χρόνος. Ίσως επειδή το τραγούδι είναι ένας τρόπος να κρατήσεις λίγο ανοιχτό το παράθυρο πριν κλείσει η νύχτα.

Βραδιάζει πάλι σήμερα.

Και κάπου ανάμεσα στο τελευταίο φως και στο πρώτο σκοτάδι, καταλαβαίνουμε πως δεν φοβόμαστε τόσο τη νύχτα όσο εκείνο που προλαβαίνουμε να θυμηθούμε πριν έρθει.




"Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει,
κι έρχεται η ώρα η δικιά μου.
Αυτή που σαν πουκάμισο ταιριάζει,
με τη μελαγχολία στη καρδιά μου, βραδιάζει.
Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί,
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους.
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π' αγαπώ,
με τους παράνομους και τους αδικημένους.
Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει,
και τότε το τραγούδι σιγοπιάνω.
Σαν μάνα το σκοτάδι μ' αγκαλιάζει,
μια τέτοια ώρα θέλω να πεθάνω, βραδιάζει.
Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί,
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους.
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π' αγαπώ,
με τους παράνομους και τους αδικημένους."

🎶 Μαριάννα Παπαμακαρίου: "Βραδιάζει."
Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος. Στίχοι: Σώτιας Τσώτου. Πρώτη Εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης.


Κλειστά παράθυρα.

 


Υπάρχουν παράθυρα που δεν βλέπουν έξω. Βλέπουν προς τα μέσα.

Κλειστά παράθυρα σε σπίτια που κατοικούνται ακόμη, αλλά μοιάζουν να έχουν αποσυρθεί από τον κόσμο. Πίσω από τα τζάμια μένει η ζωή, όχι όμως το βλέμμα. Η πόλη συνεχίζει να περνά, οι άνθρωποι διασχίζουν τους δρόμους, το φως αλλάζει πάνω στις προσόψεις, κι εκείνα παραμένουν κλειστά, σαν μικρές αρνήσεις απέναντι σε ό,τι συμβαίνει έξω.

Ίσως κάθε κλειστό παράθυρο να κρύβει μια ιστορία. Έναν άνθρωπο που κουράστηκε να κοιτάζει. Έναν άλλον που φοβήθηκε όσα μπορούσαν να μπουν από μέσα. Κάποιον που έμαθε να προστατεύεται τόσο καλά, ώστε ξέχασε πως η προστασία μπορεί να γίνει φυλακή.

Υπάρχουν όμως και τα παράθυρα που κλείνουμε μόνοι μας. Όχι με παντζούρια και τζάμια, αλλά με συνήθειες, βεβαιότητες, φόβους. Κλείνουμε λίγο λίγο το άνοιγμα προς τον άλλον, προς το απρόβλεπτο, προς εκείνο που δεν γνωρίζουμε. Και κάποια στιγμή συνηθίζουμε τόσο πολύ το ημίφως, ώστε το φως αρχίζει να μας ενοχλεί.

Το παράξενο είναι πως ένα παράθυρο υπάρχει για να ανοίγει. Το κλειστό παράθυρο είναι μια αντίφαση: κρατά ακόμη τη μορφή της εξόδου, αλλά έχει πάψει να είναι πέρασμα.

Κι ίσως αυτό να συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Δεν είναι πάντα πως δεν έχουν κάτι να πουν. Μερικές φορές έχουν απλώς κλείσει τα παράθυρά τους.

Κι έξω, το φως περιμένει.

Δύο λέξεις.



Υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται ολόκληρες σελίδες για να ειπωθούν. Κι υπάρχουν άλλα που περιμένουν δύο μόνο λέξεις.

Οι εφημερίδες γράφουν κάθε μέρα χιλιάδες λέξεις. Τίτλοι, άρθρα, αναλύσεις, σχόλια, παραπολιτικά, πρωτοσέλιδα. Η πραγματικότητα περνά μέσα από τόνους μελανιού και αμέτρητες προτάσεις, σαν να χρειάζεται έναν ατελείωτο λόγο για να εξηγηθεί. Κι όμως, πολλές φορές ολόκληρη η εφημερίδα μπορεί να χωρέσει σε δύο λέξεις.

«Πόλεμος ξανά».

«Κρίση τελείωσε».

«Άνθρωποι χάθηκαν».

«Όλα αλλάζουν».

Δύο λέξεις στον τίτλο και από κάτω εκατοντάδες ακόμη για να εξηγήσουν αυτό που ήδη ειπώθηκε. Η δημοσιογραφία χρειάζεται την πληροφορία, την αφήγηση, την ανάλυση. Ο άνθρωπος όμως συχνά θυμάται τον τίτλο. Εκεί βρίσκεται η παράξενη δύναμη των λίγων λέξεων: δεν περιγράφουν ολόκληρη την πραγματικότητα· επιλέγουν ποιο κομμάτι της θα μείνει στη μνήμη.

Ίσως επειδή η ζωή, όπως και η εφημερίδα, έχει τους δικούς της τίτλους. Μια ολόκληρη σχέση μπορεί κάποτε να συμπυκνωθεί σε ένα «σε αγαπώ». Μια διαδρομή χρόνων σε ένα «σε συγχωρώ». Ένας φόβος να υποχωρήσει μπροστά σε ένα «μη φοβάσαι». Κι ένας άνθρωπος που στεκόταν απέναντί μας να χρειάζεται μόνο το «είμαι εδώ».

Τόσο λίγες λέξεις, κι όμως πίσω τους μπορεί να βρίσκεται μια ολόκληρη ιστορία.

Κάποιες φορές, μάλιστα, οι πολλές λέξεις υπάρχουν ακριβώς για να αποφύγουν τις δύο που έχουν σημασία. Πίσω από ένα πολιτικό άρθρο μπορεί να κρύβεται το «δεν θέλουμε». Πίσω από μια οικονομική ανάλυση το «κάποιοι κέρδισαν». Πίσω από μια τραγωδία το «το γνωρίζαμε». Η πολυλογία δεν είναι πάντα προσπάθεια να φωτιστεί η αλήθεια. Μερικές φορές είναι ένας τρόπος να καθυστερήσει η στιγμή που θα ειπωθεί.

Ίσως γι’ αυτό η δύναμη της γλώσσας να μη βρίσκεται στην ποσότητα αλλά στην πυκνότητα. Οι πολλές λέξεις περιγράφουν. Οι σωστές δύο αποκαλύπτουν. Δεν εξηγούν τον κόσμο· τον μετακινούν ελάχιστα, όσο χρειάζεται για να τον δούμε διαφορετικά.

Και υπάρχουν εκείνες οι δύο λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ίσως αυτές να είναι οι βαρύτερες. Μένουν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους σαν μια αόρατη πρόταση που δεν τελείωσε. Γυρίζουν χρόνια αργότερα, όταν πια δεν υπάρχει κανείς για να τις ακούσει.

Ο άνθρωπος περνά τη ζωή του μαθαίνοντας χιλιάδες λέξεις, για να ανακαλύψει κάποτε πως εκείνες που πραγματικά τον ακολουθούν είναι οι πιο απλές. Εκείνες που δεν χρειάζονται εξήγηση. Εκείνες που, όταν ειπωθούν, αφήνουν πίσω τους μια σιωπή μεγαλύτερη από τον ίδιο τον λόγο.

Δύο λέξεις.

Και ανάμεσά τους, ολόκληρη η ζωή.

Οι νόμοι της φύσης.

 


Δεν είναι όλοι οι νόμοι γραμμένοι σε χαρτί. Μερικοί είναι γραμμένοι στην ύλη.

Η πέτρα πέφτει, το νερό αναζητά τον χαμηλότερο δρόμο, η φωτιά καταναλώνει αυτό που μπορεί να κάψει, τα σώματα έλκονται, οι οργανισμοί γεννιούνται, μεγαλώνουν, φθείρονται και πεθαίνουν. Η φύση δεν χρειάζεται δικαστή για να επιβάλει τους νόμους της. Δεν τιμωρεί την παραβίασή τους· απλώς δεν την επιτρέπει.

Ο άνθρωπος όμως έχει μια παράξενη συνήθεια: αφού ανακάλυψε τους νόμους της φύσης, προσπάθησε να τους διαπραγματευτεί.



Έμαθε τη βαρύτητα και πέταξε. Έμαθε τις ιδιότητες του νερού και έφτιαξε δρόμους πάνω του. Έμαθε την ενέργεια και την έκανε μηχανή. Δεν κατάργησε κανέναν φυσικό νόμο. Έμαθε να κινείται μέσα του.

Ίσως αυτή να είναι η πραγματική διαφορά ανάμεσα στη γνώση και στην αλαζονεία. Η γνώση δεν λέει στη φύση «θα κάνεις αυτό που θέλω». Ρωτά πρώτα: «Πώς λειτουργείς;»



Κι όμως, υπάρχει ένας άλλος νόμος που συχνά ξεχνάμε. Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει το περιβάλλον του, όχι όμως να απαλλαγεί από το ότι και ο ίδιος είναι μέρος του.

Μπορεί να υψώσει τείχη απέναντι στη θάλασσα, αλλά όχι απέναντι στον χρόνο. Μπορεί να φωτίσει τη νύχτα, αλλά όχι να καταργήσει το σκοτάδι. Μπορεί να παρατείνει τη ζωή, αλλά όχι να ακυρώσει τη φθορά. Μπορεί να μετακινήσει βουνά, αλλά όχι να μετακινήσει τη θέση του μέσα στη φύση.




Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα των νόμων της φύσης να βρίσκεται ακριβώς εκεί: δεν μας ζητούν να τους υπακούσουμε σαν υπήκοοι, αλλά να τους κατανοήσουμε σαν μέρος τους.




Γιατί η φύση δεν βρίσκεται απέναντί μας.

Είναι αυτό που συνεχίζει να συμβαίνει μέσα μας, ακόμη κι όταν έχουμε ξεχάσει ότι γεννηθήκαμε από αυτήν.




Από την φύση.



Υπάρχουν λέξεις που μοιάζουν μικρές επειδή χωρούν σε λίγα γράμματα, ενώ από πίσω τους κρύβεται ένας ολόκληρος τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Το "natu" είναι μία από αυτές. Στα λατινικά, η αφαιρετική του natus, συνδεδεμένη με τη γέννηση, και μπορεί να σημαίνει «εκ γενετής», «από τη φύση», «ως προς την ηλικία». Μια λέξη που μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε δύο σημεία: εκεί όπου αρχίζουμε και εκεί όπου γινόμαστε.

Ίσως τελικά η φύση να είναι ακριβώς αυτό: ό,τι υπάρχει πριν από εμάς.

Πριν από το όνομα, πριν από την εκπαίδευση, πριν από τους κανόνες, πριν ακόμη μάθουμε να ξεχωρίζουμε το «εγώ» από τον κόσμο. Γεννιόμαστε μέσα σε κάτι που δεν επιλέξαμε. Ένα σώμα, μια εποχή, μια γλώσσα, έναν τόπο, μια ιστορία. Κι ύστερα περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να ξεχωρίσουμε ποιο από όλα αυτά είμαστε πραγματικά εμείς και ποιο μας φόρεσαν.



Η γέννηση, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αρχή της ζωής. Είναι και η πρώτη μας συνθήκη. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Κανείς δεν γεννιέται λευκή σελίδα. Κουβαλάμε κάτι από πριν: όχι απαραίτητα ένα προκαθορισμένο πεπρωμένο, αλλά μια αφετηρία. Η φύση δεν μας γράφει ολόκληρο το βιβλίο· μας δίνει όμως το πρώτο χαρτί.

Κι ύστερα έρχεται ο άνθρωπος και προσπαθεί να διορθώσει τη φύση.

Την ονομάζει, την ταξινομεί, την κατακτά, την καλλιεργεί, την εμπορεύεται. Κάνει το ίδιο και με τον εαυτό του. Προσπαθεί να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που γεννήθηκε να είναι. Κάποτε αυτό είναι ελευθερία. Κάποτε είναι φυλακή. Γιατί άλλο είναι να υπερβαίνεις αυτό που σου δόθηκε κι άλλο να το αρνείσαι επειδή έμαθες πως οτιδήποτε φυσικό πρέπει να διορθωθεί.



Ίσως γι’ αυτό η έννοια της ηλικίας κρύβεται στην ίδια λέξη. Η γέννηση δεν τελειώνει τη στιγμή που γεννιόμαστε. Συνεχίζεται όσο περνά ο χρόνος. Κάθε ηλικία είναι μια καινούργια γέννηση του ίδιου ανθρώπου. Αυτό που ήμασταν απομακρύνεται λίγο λίγο και αφήνει πίσω του κάτι που δεν είναι ακόμη παρελθόν, αλλά ούτε πια παρόν. Γερνάμε όχι μόνο επειδή περνούν τα χρόνια, αλλά επειδή διαρκώς αποχωριζόμαστε εκείνον που υπήρξαμε.




Και τότε η natu αποκτά μια παράξενη ειρωνεία.

Αυτό που είμαστε «εκ φύσεως» δεν είναι απαραίτητα αυτό που παραμένουμε. Η φύση μάς γεννά, αλλά ο χρόνος μάς μεταμορφώνει. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η ζωή.

Ίσως τελικά ο άνθρωπος να μην είναι ούτε μόνο αυτό που γεννήθηκε ούτε μόνο αυτό που έγινε. Είναι η απόσταση ανάμεσα στα δύο. Εκεί βρίσκεται η ελευθερία του, αλλά και η αγωνία του.

Γιατί η φύση μάς δίνει την αρχή.

Τα υπόλοιπα τα αφήνει ανοιχτά.

Κι έτσι, κάπου ανάμεσα στο «από τη γέννηση» και στο «από τη φύση», μένει όλη η ανθρώπινη ιστορία: η προσπάθεια να καταλάβουμε τι μας δόθηκε και τι καταφέραμε, τελικά, να γίνουμε.




Η γνώση.


Η γνώση δεν είναι όσα μάθαμε. Είναι όσα έμειναν μέσα μας αφού ξεχάσαμε τα περισσότερα.

Στην αρχή μοιάζει με συσσώρευση: βιβλία, λέξεις, ημερομηνίες, θεωρίες, απαντήσεις. Ο άνθρωπος γεμίζει το μυαλό του σαν βιβλιοθήκη, πιστεύοντας πως όσο περισσότερα γνωρίζει τόσο λιγότερο θα φοβάται το άγνωστο. Κι όμως, κάποτε ανακαλύπτει πως η γνώση δεν μικραίνει το άγνωστο· μεγαλώνει τα όριά του.

Γιατί κάθε απάντηση γεννά μια καινούργια ερώτηση. Κάθε βεβαιότητα ανοίγει μια χαραμάδα αμφιβολίας. Και ίσως εκεί αρχίζει η πραγματική γνώση: όχι όταν μπορούμε να πούμε «ξέρω», αλλά όταν αποκτούμε το θάρρος να πούμε «δεν ξέρω ακόμη».

Η άγνοια θέλει βεβαιότητα. Η γνώση αντέχει την αμφιβολία.

Γι’ αυτό ο πραγματικά μορφωμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που έχει απάντηση για όλα, αλλά εκείνος που ξέρει πότε μια απάντηση είναι μικρότερη από το ερώτημα.

Και ίσως στο τέλος η γνώση να μην είναι ένας τρόπος να κατακτήσουμε τον κόσμο, αλλά ένας τρόπος να στεκόμαστε απέναντί του χωρίς την ανάγκη να τον κατακτήσουμε.

Ας μη πέφτουμε από τα σύννεφα.


Ίσως χρειαζόταν ένας κοσμοναύτης για να καταλάβουμε τη Γη και τον πολιτισμό μας.

Ένας άνθρωπος που θα επέστρεφε από το διάστημα και θα στεκόταν ανάμεσά μας χωρίς να γνωρίζει τις συνήθειές μας,  τις δικαιολογίες μας, τις μικρές μας συνενοχές. Θα κοιτούσε τις πόλεις, τα νοσοκομεία, τις αγορές, τις οθόνες, τους δρόμους και θα αναρωτιόταν γιατί οι άνθρωποι που γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν κάποτε επιμένουν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν άπειρο χρόνο.

Θα έβλεπε έναν κόσμο γεμάτο γνώση και ταυτόχρονα γεμάτο άγνοια. Τεχνολογία που μπορεί να φτάσει στην άλλη άκρη του πλανήτη, αλλά όχι πάντα στον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας. Μηχανές που γίνονται ολοένα πιο έξυπνες και άνθρωποι που συχνά παραιτούνται από το δικαίωμα να σκέφτονται.

Και ίσως το πιο παράξενο θα του φαινόταν αυτό: ότι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ το παράλογο, ώστε το θεωρούμε φυσιολογικό.

Χρειάζεται να συμβεί μια τραγωδία για να ρωτήσουμε αν υπήρχε κίνδυνος. Ένα σκάνδαλο για να αναρωτηθούμε ποιος έλεγχε. Μια καταστροφή για να θυμηθούμε ότι οι κανόνες υπάρχουν πριν από το δυστύχημα και όχι μετά.

Ο κοσμοναύτης θα δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί πέφτουμε συνεχώς από τα σύννεφα.

Από εκεί ψηλά, άλλωστε, τα σύννεφα δεν είναι τόπος για να πέσει κανείς. Είναι απλώς ένα λεπτό στρώμα νερού πάνω από έναν μικρό πλανήτη που ταξιδεύει στο σκοτάδι.

Ίσως αυτό είναι το πρόβλημά μας.

Ξεχάσαμε πόσο μικρή είναι η Γη και πόσο εύθραυστη η ζωή πάνω της. Φτιάξαμε γύρω μας έναν τεράστιο κόσμο από θεσμούς, χρήματα, τίτλους, εικόνες και βεβαιότητες και ύστερα αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι η πραγματικότητα.

Ο κοσμοναύτης, όμως, θα ήξερε κάτι που εμείς ξεχνάμε καθημερινά:

ότι από μακριά δεν υπάρχουν σύνορα, επώνυμοι και ανώνυμοι, σημαντικοί και ασήμαντοι. Υπάρχει μόνο ένας μικρός πλανήτης μέσα στο άπειρο.

Και ίσως, αν τον αφήναμε για λίγο να μας κοιτάξει, να ντρεπόμασταν όχι για όσα δεν γνωρίζουμε, αλλά για όσα έχουμε μάθει να μη ρωτάμε.

Γιατί μπορεί τελικά να μη χρειαζόμαστε έναν κοσμοναύτη για να μας δείξει τη Γη.

Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο που να μπορεί ακόμη να τη βλέπει σαν να μην την έχει συνηθίσει.

Να μην πέφτουμε από τα σύννεφα...

 


Κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία, η κοινωνία ανακαλύπτει ξαφνικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Πέφτουμε από τα σύννεφα.

Πέφτουμε από τα σύννεφα όταν αποκαλύπτεται η προχειρότητα, η απληστία, η ανευθυνότητα. Όταν ένα σύστημα που λειτουργούσε για χρόνια με μικρές παρακάμψεις, σιωπές και «δεν βαριέσαι» συναντά ξαφνικά έναν άνθρωπο που πληρώνει το τίμημα.

Κι όμως, συνήθως δεν ήταν "ξαφνικό".

Ήταν εκεί.

Απλώς είχαμε μάθει να το προσπερνάμε.

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, και η διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη, γίνεται έτσι αφορμή να κοιτάξουμε κάτι μεγαλύτερο από μια συγκεκριμένη υπόθεση. Να κοιτάξουμε μια κοινωνία που ολοένα περισσότερο δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τη γνώση από την υπόσχεση, την επιστήμη από την εμπορική της εκδοχή, την πρόοδο από το καινούργιο.

Η σύγχρονη κοινωνία θέλει γρήγορες λύσεις. Γρήγορες θεραπείες, γρήγορη επιτυχία, γρήγορη δικαίωση. Θέλει να πιστεύει πως για κάθε πρόβλημα υπάρχει ένας ειδικός, μια μέθοδος, ένα προϊόν, ένα κουμπί.

Και κάπου ανάμεσα στην ανάγκη και στην υπόσχεση χάνονται τα όρια.

Η ιατρική είναι ίσως ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία αυτής της αντίφασης. Γιατί η επιθυμία για ευεξία, αναζωογόνηση, αντιγήρανση, για μια ζωή απαλλαγμένη από τη φθορά, μπορεί εύκολα να μετατρέψει την ανάγκη σε αγορά και την ελπίδα σε εμπόρευμα.

Το ιατρείο, όμως, δεν μπορεί να γίνει ναός της αθανασίας.

Η ιατρική δεν είναι μαγεία. Δεν είναι τελετουργία. Δεν είναι η τέχνη να πείθεις τον άνθρωπο πως μπορεί να ξεγελάσει τη φύση.

Είναι γνώση. Είναι ένδειξη. Είναι όρια. Είναι αμφιβολία. Και πάνω απ' όλα, είναι ευθύνη.

Αλλά το ίδιο συμβαίνει παντού.

Στην πολιτική, όπου η εικόνα συχνά προηγείται της ουσίας.

Στην οικονομία, όπου το κέρδος μπορεί να προηγείται της ασφάλειας.

Στην κοινωνία, όπου η κανονικότητα συχνά σημαίνει απλώς ότι έχουμε συνηθίσει το παράλογο.

Στις οθόνες μας, όπου ό,τι φαίνεται αληθινό κινδυνεύει να θεωρηθεί αληθινό.

Κι ύστερα συμβαίνει το κακό.

Και ξαφνικά θυμόμαστε να ρωτήσουμε.

Ποιος ήξερε;

Ποιος δεν έλεγξε;

Ποιος επέτρεψε;

Ποιος σιώπησε;

Ίσως όμως η βαθύτερη ερώτηση να είναι άλλη:

Γιατί περιμένουμε πάντα την καταστροφή για να δούμε αυτό που βρισκόταν ήδη μπροστά στα μάτια μας;

Ίσως χρειαζόμαστε έναν κοσμοναύτη στη Γη.

Έναν άνθρωπο που θα επέστρεφε από το διάστημα και θα έβλεπε για πρώτη φορά τις δικές μας «κανονικότητες». Θα κοιτούσε τις πόλεις, τα νοσοκομεία, τις αγορές, τις οθόνες, τους ανθρώπους που τρέχουν πίσω από την επιτυχία και θα δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί ένας πολιτισμός που έφτασε στο διάστημα εξακολουθεί να σκοντάφτει τόσο συχνά στα αυτονόητα.

Από εκεί ψηλά η Γη είναι ένας μικρός, εύθραυστος τόπος.

Δεν φαίνονται οι τίτλοι.

Δεν φαίνονται οι λογαριασμοί.

Δεν φαίνονται οι βεβαιότητες.

Δεν φαίνονται οι άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους σημαντικότερο από τους άλλους.

Φαίνεται μόνο ένας πλανήτης.

Ίσως αυτό να μας λείπει: η απόσταση που επιτρέπει στη σκέψη να ξαναδεί τα πράγματα χωρίς τη συνήθεια.

Γιατί η μεγαλύτερη παγίδα του ανθρώπου δεν είναι ότι δεν γνωρίζει.

Είναι ότι συνηθίζει.

Συνηθίζει το λίγο επικίνδυνο, το λίγο παράνομο, το λίγο πρόχειρο, το λίγο ψεύτικο. Μέχρι που το «λίγο» γίνεται πολύ και το πολύ γίνεται τραγωδία.

Τότε πέφτουμε από τα σύννεφα.

Μόνο που τα σύννεφα δεν έπεσαν ποτέ.

Εμείς είχαμε ανέβει εκεί, πάνω στις βεβαιότητές μας, και ξεχάσαμε πόσο ψηλά βρισκόμασταν.



Για να μην σε φάει η θεωρία...




Η θεωρία έχει έναν ύπουλο τρόπο να μεγαλώνει όσο μικραίνει η ζωή. Χτίζει έννοιες, ορίζει τον κόσμο, βάζει τα πράγματα σε τάξη- κι ύστερα, κάποτε, μπορεί να ξεχάσει τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα σ’ αυτή την τάξη.

Για να μην σε φάει η θεωρία, πρέπει κάποτε να βγεις από το βιβλίο και να πατήσεις στον δρόμο. Να αφήσεις μια ιδέα μισοτελειωμένη για να ζήσεις κάτι ολόκληρο. Να δεχτείς πως η πραγματικότητα δεν είναι υποσημείωση κανενός συστήματος και πως ο άνθρωπος δεν χωράει πάντα στις λέξεις που επινόησε για να τον εξηγήσει.

Γιατί η θεωρία είναι χρήσιμη όσο φωτίζει τον δρόμο. Από εκεί και πέρα, αν αρχίσει να ζητά να περπατήσεις μόνο εκεί όπου δείχνει το φως της, γίνεται κι αυτή ένα είδος σκοταδιού.

Και ίσως το ζητούμενο να μην είναι να βρεις τη σωστή θεωρία για να ζήσεις, αλλά να ζήσεις αρκετά ώστε καμιά θεωρία να μη χρειάζεται να σε σώσει.

Για να μην σε τρώει ο δρόμος.

 


Το τούνελ έχει κάτι από τη ζωή μας. Μπαίνεις και ξαφνικά ο κόσμος μικραίνει. Δεν υπάρχει πια δεξιά κι αριστερά. Μόνο μπροστά. Μόνο η γραμμή του δρόμου και ένα φως κάπου μακριά, που μοιάζει να σου λέει πως αξίζει να συνεχίσεις.

Κι έτσι συνεχίζεις.

Μόνο που κάποτε ο δρόμος παύει να είναι αυτό που διασχίζεις και γίνεται αυτό που σε διασχίζει. Σου παίρνει ώρες, χρόνια, πρόσωπα, μικρές στιγμές που δεν ξαναγυρίζουν. Κι όσο περισσότερο βιάζεσαι να φτάσεις, τόσο λιγότερο καταλαβαίνεις πού βρίσκεσαι.

Ίσως αυτό να σημαίνει πως σε τρώει ο δρόμος: όχι ότι σε κουράζει η απόσταση, αλλά ότι σου καταναλώνει τη ζωή χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να περάσει μια ολόκληρη ζωή κυνηγώντας το επόμενο σημείο και να ανακαλύψει, όταν φτάσει, πως το σημαντικότερο είχε συμβεί καθ’ οδόν.

Γι’ αυτό, μέσα στο τούνελ, αξίζει να θυμάσαι πως δεν είσαι μόνο ταξιδιώτης. Είσαι και ο τόπος που αλλάζει καθώς περνάς.

Και όταν το σκοτάδι τελειώσει, μην κοιτάξεις μόνο την έξοδο.

Κοίτα για λίγο πίσω.

Όχι για να επιστρέψεις, αλλά για να δεις πόσο δρόμο άφησες να σε φάει.

Για να μην σε τρώει ο δρόμος, πρέπει κάποτε να καταλάβεις πως δεν είναι ο δρόμος που πρέπει να προλάβεις. Είναι η ζωή που δεν πρέπει να προσπεράσεις.

10/9/26

Για να μην σε τρώει το μαράζι...



Το μαράζι αρχίζει εκεί όπου σταματούν οι λέξεις. Εκεί όπου κάτι ζητά να ειπωθεί και μένει μέσα, όχι αρκετά μεγάλο για να γίνει κραυγή, αλλά αρκετά βαρύ για να γίνει σιωπή. Κι έτσι αρχίζει να τρώει.
Τρώει τις μέρες, τις νύχτες, τις μικρές χαρές. Τρώει ακόμη και τη μνήμη, μέχρι που αυτό που κάποτε αγαπήθηκε γίνεται μόνο βάρος.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος τραγουδά. Όχι επειδή είναι χαρούμενος, αλλά επειδή αρνείται να αφήσει τη λύπη να γίνει βουβή. Το τραγούδι είναι ένας τρόπος να βγει η ψυχή από τον εαυτό της, να πάρει αέρα. Δεν διορθώνει την απουσία, δεν επιστρέφει όσα χάθηκαν, δεν αλλάζει την ιστορία. Της δίνει όμως φωνή.
Και η φωνή αλλάζει τα πράγματα.
Ένας καημός που μένει μέσα μας είναι προσωπικός. Όταν τραγουδηθεί, γίνεται κοινός. Μπορεί κάποιος άλλος να τον αναγνωρίσει, να τον πάρει πάνω του για λίγο, να τον συνεχίσει με τη δική του φωνή. Ίσως γι’ αυτό τα παλιά τραγούδια άντεξαν περισσότερο από εκείνους που τα τραγούδησαν. Κουβαλούν λύπες ανθρώπων που δεν γνωρίσαμε ποτέ και, παρ’ όλα αυτά, κάποτε μοιάζουν να μιλούν ακριβώς για εμάς.
Το τραγούδι, λοιπόν, δεν είναι λήθη. Είναι μνήμη που δεν δέχτηκε να γίνει βάρος. Είναι ο τρόπος του ανθρώπου να πει στον πόνο: σε θυμάμαι, αλλά δεν θα σε αφήσω να με κατοικήσεις ολόκληρο.
Κι έτσι, για να μην σε τρώει το μαράζι, τραγούδα.
Όχι για να σωπάσει η λύπη.
Για να μην αποκτήσει εκείνη την τελευταία λέξη.









 

Ότι τρώει ο χρόνος.



Ο άνθρωπος που τρώει τον χρόνο του δεν καταναλώνει ώρες· καταναλώνει δυνατότητες. Κάθε στιγμή που περνά δεν χάνεται απλώς· κλείνει πίσω της έναν ορίζοντα από όσα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Ο χρόνος δεν είναι ένα δοχείο που αδειάζει έξω από εμάς. Είναι η ίδια η ύλη της ύπαρξής μας, και κάθε στιγμή που καταναλώνεται είναι ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μας που δεν επιστρέφεται.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος βιάζεται τόσο να φτάσει κάπου: για να ξεφύγει από το παρόν, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το παρόν είναι το μόνο σημείο όπου μπορεί πραγματικά να υπάρξει. Αναβάλλει τη ζωή για ένα «μετά», σαν να έχει περισσότερο χρόνο μπροστά του απ’ όσο έχει ήδη πίσω του. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, μετατρέπει το μέλλον σε χώρο αποθήκευσης ανεκπλήρωτων πραγμάτων.
Ίσως η τραγωδία του χρόνου να μην είναι ότι τελειώνει. Είναι ότι, όσο τον τρώμε, αφήνει πάνω μας τα ίχνη του. Κάθε λεπτό που χάνεται γίνεται κάτι που υπήρξε χωρίς να ξαναγίνει.
Και κάποτε, όταν το πιάτο έχει αδειάσει, ίσως να μην έχει σημασία ποιος έφαγε ποιον. Μένει μόνο η σιωπή του τραπεζιού.

O Κρόνος που τρώει τα παιδιά του.



Ο Κρόνος είναι ο πλανήτης όπου ο αρχαίος μύθος μοιάζει να απέκτησε σώμα. Οι αρχαίοι έδωσαν το όνομά του στον θεό του χρόνου, εκείνον που φοβόταν περισσότερο απ’ όλα τη διαδοχή. Είχε προφητευτεί πως ένα από τα παιδιά του θα τον εκθρόνιζε· κι έτσι, κάθε φορά που η Ρέα γεννούσε, ο Κρόνος το κατάπινε. Προσπαθούσε να φυλακίσει μέσα του το μέλλον, να κρατήσει τον χρόνο ακίνητο, να εμποδίσει αυτό που ερχόταν να γίνει.
Κι όμως, ο πλανήτης που φέρει το όνομά του είναι ένας κόσμος ολόκληρος φτιαγμένος από κίνηση.
Γύρω από τον Κρόνο περιστρέφονται οι περίφημοι δακτύλιοί του: αμέτρητα κομμάτια πάγου και βράχου, θραύσματα που κινούνται αδιάκοπα σε τροχιές γύρω από το σώμα του. Σαν να μην μπόρεσε ποτέ πραγματικά να κρατήσει μέσα του ό,τι φοβήθηκε πως θα χάσει. Σαν τα παιδιά που κατάπιε ο θεός να επέστρεψαν, όχι ως πρόσωπα αυτή τη φορά, αλλά ως ύλη που αρνείται να μείνει ακίνητη.
Οι δακτύλιοι είναι, έτσι, κάτι περισσότερο από ένα χαρακτηριστικό του πλανήτη. Είναι η ειρωνεία του μύθου του. Ο Κρόνος θέλησε να σταματήσει τη διαδοχή, αλλά γύρω του όλα συνεχίζουν να περιστρέφονται. Θέλησε να κατέχει τα παιδιά του, αλλά ο ίδιος ο πλανήτης μοιάζει περικυκλωμένος από αμέτρητες τροχιές που δεν μπορεί να σταματήσει.
Και ίσως γι’ αυτό οι δακτύλιοι μοιάζουν τόσο συμβολικοί: δεν είναι τοίχος, είναι τροχιά. Δεν κρατούν κάτι φυλακισμένο· το κρατούν σε κίνηση.
Ο θεός Κρόνος φοβήθηκε εκείνον που θα ερχόταν μετά από αυτόν. Ο πλανήτης Κρόνος, αντίθετα, μας δείχνει πως τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα τη θέση του. Ακόμη και ο χρόνος, όταν προσπαθεί να καταπιεί τα παιδιά του, γίνεται τελικά μέρος της δικής τους ιστορίας.
Και καθώς ο Κρόνος συνεχίζει την αργή του περιφορά γύρω από τον Ήλιο, οι δακτύλιοί του εξακολουθούν να γυρίζουν γύρω του.
Σαν ένας αιώνιος κύκλος που θυμίζει στον παλιό θεό αυτό που δεν κατάφερε ποτέ να αποφύγει:
το μέλλον δεν καταπίνεται. Περιφέρεται γύρω μας ώσπου να έρθει η ώρα του.

9/9/26

Βεγγαλικά στην μέση της νύχτας...



Στη μέση της νύχτας, όταν η πόλη έχει σωπάσει και τα παράθυρα κλείνουν ένα ένα, κάποιος ανάβει ένα βεγγαλικό. Κι ύστερα ένα δεύτερο. Δεν είναι γιορτή όπως αυτές που γράφονται στα ημερολόγια. Δεν έχει προσκλήσεις, ούτε λόγο για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της.
Είναι μια μικρή εξέγερση απέναντι στη σιωπή.
Μερικοί άνθρωποι μαζεύονται γύρω από ένα τραπέζι για να γιορτάσουν, γελούν λίγο πιο δυνατά απ’ όσο επιτρέπει η ώρα, μοιράζονται ένα ποτήρι, μια ανάμνηση, ένα τραγούδι. Έξω, η νύχτα παραμένει αδιάφορη. Τα σπίτια κοιμούνται, οι δρόμοι αδειάζουν, ο χρόνος προχωρά χωρίς να περιμένει κανέναν.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μοιάζει σαν να σταμάτησε.
Ίσως κάθε γιορτή να είναι τελικά μια άρνηση της φθοράς. Μια σύντομη συμφωνία μεταξύ ανθρώπων πως, παρά όσα χάθηκαν, παρά όσα δεν ήρθαν ποτέ, υπάρχει ακόμη λόγος να ανάψει ένα φως. Όχι επειδή νικήσαμε τη νύχτα, αλλά επειδή μάθαμε να υπάρχουμε μέσα της.
Και όταν ξημερώσει, η γιορτή θα έχει τελειώσει.
Τα βεγγαλικά θα έχουν σβήσει. Θα μείνουν τα άδεια ποτήρια, λίγα ψίχουλα στο τραπέζι, μια καρέκλα τραβηγμένη προς τα πίσω.
Κανείς όμως δεν θα θυμάται ακριβώς τι γιορτάσαμε.
Μόνο ότι, για λίγο, μέσα στη νύχτα, δεν ήμασταν μόνοι. Όσο κράτησε η φευγαλέα λάμψη των βεγγαλικών στον έναστρο ουρανό.

Στην μέση του πάρκου...


Στη μέση του πάρκου δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να φτάσεις. Μόνο ένα παγκάκι, μια λίμνη, ένα συντριβάνι, ένα μονοπάτι που χάνεται ανάμεσα στα δέντρα και η πόλη να συνεχίζει γύρω σου, σαν να μην έχει καταλάβει πως για λίγο σταμάτησες.

Εκεί, στη μέση του πάρκου, ο χρόνος αλλάζει τρόπο. Δεν μετριέται πια με ρολόγια αλλά με φύλλα που πέφτουν, με βήματα που πλησιάζουν και απομακρύνονται, με το φως που μετακινείται αργά πάνω στο χώμα. Οι άνθρωποι περνούν, τα δέντρα μένουν, κι όμως τίποτα δεν μένει πραγματικά ίδιο.

Ίσως γι’ αυτό πηγαίνουμε στα πάρκα. Όχι για να ξεφύγουμε από την πόλη, αλλά για να θυμηθούμε πως υπάρχει ένας κόσμος που δεν φτιάχτηκε για να μας εξυπηρετεί. Ένας κόσμος που μεγαλώνει χωρίς άδεια, γερνά χωρίς ντροπή και συνεχίζει χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τον εαυτό του.

Και κάπου εκεί, στη μέση του πάρκου, ανάμεσα στην πόλη και στα δέντρα, αντιλαμβάνεσαι πως η πραγματική απόσταση δεν είναι από τον έναν τόπο στον άλλον. Είναι από τον εαυτό μας μέχρι εκείνο το σημείο όπου, για μια στιγμή, δεν χρειάζεται να πάμε πουθενά.



Στην μέση του δρόμου.

Στη μέση του δρόμου δεν ξέρεις πάντα αν έρχεσαι ή αν φεύγεις. Ξέρεις μόνο πως έχεις ήδη αφήσει κάτι πίσω σου και πως κάτι άλλο, άγνωστο ακόμη, βρίσκεται μπροστά.

Και τότε κοιτάζεις τα πέδιλα στα πόδια σου. Τόσο απλά, τόσο ελαφριά, σχεδόν αδιάφορα απέναντι στη σοβαρότητα της διαδρομής. Κι όμως, αυτά είναι που σε κρατούν σε επαφή με τον δρόμο. Με τη ζέστη της πέτρας, τη σκόνη, τις μικρές του ανωμαλίες. Δεν σε προστατεύουν απόλυτα· σου επιτρέπουν να αισθάνεσαι.

Ίσως έτσι να είναι και η ζωή. Δεν μας δίνει πάντα παπούτσια για να προχωρούμε με ασφάλεια. Μας δίνει πέδιλα: αρκετά για να συνεχίσουμε, όχι αρκετά για να ξεχάσουμε πως κάτω από τα πόδια μας υπάρχει ένας πραγματικός δρόμος.

Και στη μέση του δρόμου, εκεί όπου δεν υπάρχει ακόμη προορισμός, καταλαβαίνεις πως δεν έχει τόση σημασία πόσος δρόμος απομένει. Σημασία έχει να αισθάνεσαι ακόμη το έδαφος.

Γιατί τελικά δεν είναι ο δρόμος που μας πηγαίνει κάπου.

Είναι τα βήματά μας που τον κάνουν δρόμο.

«Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν...»



Ο Άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν: Μήπως είσαι εσύ;

Πόσες φορές έχετε πιάσει τον εαυτό σας να κοιτάζει τις ευκαιρίες, τα χρόνια ή τις ζωές των άλλων να περνούν σαν γρήγορα τρένα, ενώ εσείς μένετε ακίνητοι στην αποβάθρα;

Η φράση «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν» έχει χαραχτεί στην παγκόσμια κουλτούρα. Σήμερα τη χρησιμοποιούμε μεταφορικά για την παθητικότητα. Όμως, η αληθινή της προέλευση κρύβει μια από τις πιο συγκλονιστικές ψυχολογικές μελέτες της λογοτεχνίας: το ομότιτλο «σκληρό μυθιστόρημα» του Ζορζ Σιμενόν που εκδόθηκε το 1938.

Το 1952 μεταφέρθηκε στον βρετανικό κινηματογράφο με τίτλο "The Man Who Watched Trains Go By" (γνωστό στις ΗΠΑ ως The Paris Express), με πρωταγωνιστή τον σπουδαίο Κλοντ Ρέινς στον ρόλο του κεντρικού ήρωα Κέες Πόπινγκα. 

Στην Ελλάδα, το μυθιστόρημα κυκλοφορεί σε εξαιρετική μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ από τις Εκδόσεις "Άγρα".

📚Η ψευδαίσθηση της τέλειας ζωής.

Η ιστορία μας συστήνει τον Κέες Πόπινγκα. Είναι ένας σαραντάχρονος, υποδειγματικός οικογενειάρχης και αρχιλογιστής σε μια ναυτιλιακή εταιρεία στην Ολλανδία. Η ζωή του είναι απόλυτα προβλέψιμη, τακτοποιημένη και ασφαλής. Το μοναδικό του χόμπι; Να πηγαίνει στον σταθμό και να κοιτάζει τα διεθνή τρένα εξπρές να προσπερνούν, ταξιδεύοντας νοητικά σε μακρινούς προορισμούς.

Όλα ανατρέπονται μέσα σε μια νύχτα. Το αφεντικό του αποκαλύπτει ότι η εταιρεία χρεοκόπησε λόγω απάτης και ο ίδιος εξαφανίζεται. Σε μια στιγμή, η κοινωνική θέση, οι οικονομίες και η ασφάλεια του Πόπινγκα γίνονται καπνός.

📚Η βίαιη γέννηση του «Γυμνού Ανθρώπου».

Αντί να καταρρεύσει, ο Πόπινγκα νιώθει μια τρομακτική απελευθέρωση. Συνειδητοποιεί ότι η «τέλεια» ζωή του ήταν μια φυλακή. Παίρνει το πρώτο τρένο για το Άμστερνταμ. Εκεί, αναζητά την ερωμένη του πρώην αφεντικού του, την Παμέλα, θέλοντας να διεκδικήσει ένα κομμάτι από τη «μεγάλη ζωή». Όταν εκείνη τον περιγελά κατάμουτρα, ο Πόπινγκα θολώνει και τη δολοφονεί. Από εκείνη τη στιγμή, μεταμορφώνεται σε φυγά. Καταφεύγει στο Παρίσι και ξεκινά ένα κλειστοφοβικό παιχνίδι κρυφτού με την αστυνομία και τον υπόκοσμο. Όμως, η ελευθερία που επιλέγει είναι σκοτεινή. Οδηγείται στο έγκλημα, γίνεται καταζητούμενος και ξεκινά ένα παρανοϊκό παιχνίδι με την αστυνομία. Αγοράζει κάθε μέρα τις εφημερίδες, όχι για να δει αν τον ψάχνουν, αλλά για να απολαύσει τη διασημότητά του. Στέλνει μάλιστα επιστολές στους δημοσιογράφους, διορθώνοντας τα ρεπορτάζ τους, γιατί θεωρεί ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την «ιδιοφυΐα» του. Μετά από μέρες καταδίωξης στους δρόμους, στα κακόφημα μπαρ και στα φτηνά ξενοδοχεία του Παρισιού, ο Πόπινγκα αρχίζει να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του καταρρέει. Παράλληλα, πέφτει θύμα ληστείας από τον παρισινό υπόκοσμο, χάνοντας όλα τα χρήματα που είχε μαζί του.

📚Ένα ειρωνικό και υπαρξιακό τέλος.

Η πτώση είναι νομοτελειακή. Αφού χάνει όλα του τα χρήματα και την επαφή με την πραγματικότητα, ο Πόπινγκα επιχειρεί να αυτοκτονήσει πέφτοντας στις ράγες ενός σταθμού -εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Αποτυγχάνει. Το βιβλίο κλείνει με τον Πόπινγκα κλεισμένο σε ένα ψυχιατρικό άσυλο στην Ολλανδία. Έχει αποδεχτεί πλήρως τη μοίρα του και περνά τις μέρες του γράφοντας τα απομνημονεύματά του, τα οποία τιτλοφορεί: «Η δική μου αλήθεια για την υπόθεση Πόπινγκα». Εκεί, γράφοντας τα απομνημονεύματά του, λέει την τελευταία, συγκλονιστική του κουβέντα: «Τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να μην ζει κανείς σαν όλους τους άλλους». Ο άνθρωπος που ήθελε να σπάσει όλα τα δεσμά, κατέληξε εγκλωβισμένος σε τέσσερις τοίχους.

📚Το μάθημα για το σήμερα.

Ο Σιμενόν δεν έγραψε απλώς ένα αστυνομικό νουάρ. Έγραψε μια φιλοσοφική μελέτη για τον «γυμνό άνθρωπο» -για το τι απομένει από εμάς αν μας αφαιρέσουν τη δουλειά, τον τίτλο και την κοινωνική μας βιτρίνα.

Ο Πόπινγκα ανακαλύπτει τον πραγματικό, αμοραλιστή εαυτό του μόνο όταν χάνει τα πάντα. Η φυγή του είναι μια βίαιη, σχεδόν παρανοϊκή προσπάθεια να επιβιβαστεί επιτέλους σε ένα από αυτά τα τρένα και να γίνει ο πρωταγωνιστής της μοίρας του. Το μήνυμα του βιβλίου παραμένει επίκαιρο: Είναι επικίνδυνο να ζεις μια ζωή «προσποιούμενος» τον ευτυχισμένο. Είναι εξίσου επικίνδυνο, όμως, να επαναστατείς τυφλά, καταστρέφοντας τα πάντα γύρω σου. Το βιβλίο είναι ένα "Υπαρξιακό Νουάρ": δεν εστιάζει στο "ποιος" έκανε το έγκλημα, αλλά στο "γιατί ένας συνηθισμένος άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην απόλυτη εκτροπή χωρίς να είναι απαραίτητα ψυχοπαθής". 

Στο τέλος της διαδρομής, η τραγική ιστορία του Κέες Πόπινγκα δεν είναι απλώς το χρονικό μιας ψυχικής κατάρρευσης, αλλά ένας καθρέφτης για τον καθένα μας. Μας υπενθυμίζει ότι η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι η ρουτίνα, αλλά η άρνηση να ζήσουμε αυθεντικά. Το να κοιτάζεις παθητικά τα τρένα να περνούν σε κρατά ασφαλή, αλλά ανεκπλήρωτο. Το να πηδάς όμως τυφλά σε ένα τρένο χωρίς προορισμό, απλώς και μόνο για να δραπετεύσεις, μπορεί να σε οδηγήσει στον γκρεμό. Το αληθινό στοίχημα της ζωής δεν είναι να γίνεις ένας επαναστάτης χωρίς αιτία, αλλά να βρεις το θάρρος να διαμορφώσεις τη δική σου πορεία, με πλήρη συνείδηση και αυτογνωσία, πριν η μοίρα αποφασίσει αντί για σένα.




Την επόμενη φορά λοιπόν που θα δείτε ένα τρένο να περνά, σκεφτείτε: Είστε ευχαριστημένοι στην αποβάθρα σας; Κι αν αποφασίσετε να επιβιβαστείτε, ξέρετε πραγματικά πού πηγαίνει το ταξίδι;

Το Βόρειο Τέρμα.


Το Βόρειο Τέρμα είναι ένα παράδοξο σημείο της πόλης: εκεί όπου τελειώνει η γραμμή του Ηλεκτρικού, δεν τελειώνει η διαδρομή. Το τρένο σταματά, αλλά ο άνθρωπος συνεχίζει να κουβαλά μέσα του όσα προηγήθηκαν και όσα δεν πρόλαβαν να συμβούν.

Ίσως αυτό να είναι το νόημα κάθε τέρματος. Δεν είναι το τέλος ενός δρόμου, αλλά η στιγμή που ο δρόμος παύει να μας προσφέρει άλλοθι. Μέχρι εκεί μπορούσαμε να λέμε πως απλώς προχωρούσαμε. Από εκεί και πέρα πρέπει να αποφασίσουμε προς τα πού.

Στους σταθμούς της ζωής συχνά μπερδεύουμε την κίνηση με την πρόοδο. Ανεβαίνουμε, κατεβαίνουμε, αλλάζουμε γραμμές, διασχίζουμε την πόλη, κι όμως μπορεί να επιστρέφουμε διαρκώς στο ίδιο σημείο. Γιατί η απόσταση δεν είναι πάντα αλλαγή. Μερικές φορές είναι απλώς ένας πιο σύνθετος τρόπος να μένουμε εκεί που είμαστε.

Το Βόρειο Τέρμα γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από ένας σταθμός. Γίνεται η μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης: κάποτε φτάνουμε σε ένα όριο όπου δεν υπάρχει άλλη ράγα να ακολουθήσουμε. Και τότε αποκαλύπτεται κάτι που η διαδρομή έκρυβε: ότι κανένα τρένο δεν μπορεί να αποφασίσει για εμάς τον προορισμό.

Το τρένο γυρίζει πίσω.

Εμείς όχι.

Και ίσως γι’ αυτό το Βόρειο Τέρμα να μην είναι εκεί όπου τελειώνει η γραμμή, αλλά εκεί όπου αρχίζει η ευθύνη να χαράξουμε τη δική μας.

Ο σπασμένος κίονας.



Ο κίονας δεν έπεσε ξαφνικά. Πρώτα εμφανίστηκε η ρωγμή. Ύστερα ήρθε η σιωπή γύρω της, οι εξηγήσεις, οι άνθρωποι που έμαθαν να κοιτούν το σπασμένο χωρίς να ρωτούν πώς έσπασε.

Κι όταν πια ο κίονας δεν μπορούσε να στηρίξει τίποτε, βρήκαμε έναν πιο εύκολο τρόπο να τον κρατήσουμε όρθιο: τον κάναμε γλυκό.

Όχι πως γλύκανε η πέτρα. Γλυκάναμε εμείς το σπάσιμό της. Τρίψαμε τα θραύσματα, τα ανακατέψαμε με ζάχαρη, τα βάλαμε σε φόρμες μνήμης και τα σερβίραμε ως πολιτισμό. Το ερείπιο έγινε αξιοθέατο, η ήττα έγινε επέτειος, η απώλεια έγινε αφήγημα, η λεηλασία έγινε ιστορία.

Γιατί το γλυκό έχει μια παράξενη πολιτική δύναμη: κάνει την καταστροφή εύπεπτη. Σκεπάζει την ευθύνη με ζάχαρη, μετατρέπει το τραύμα σε θέαμα και μας μαθαίνει να καταναλώνουμε ό,τι κάποτε θα έπρεπε να μας θυμώνει.

Έτσι ο σπασμένος κίονας δεν χρειάστηκε να ξαναχτιστεί. Αρκούσε να γίνει γλυκό. Η πέτρα έγινε ζάχαρη, η ρωγμή στολίδι, το ερείπιο προϊόν. Ό,τι κάποτε σήκωνε βάρος, τώρα σερβίρεται σε μικρές, ακίνδυνες μερίδες.

Κι όμως, στο τέλος μένει πάντα κάτι που δεν διαλύεται.

Μια ανεπαίσθητη σκληράδα στη γλώσσα.

Μια γεύση που δεν αναγνωρίζεται.

Και για μια στιγμή, πριν καταπιούμε,

ίσως θυμηθούμε πως ο σπασμένος κίονας που έγινε γλυκό

δεν ήταν πάντα γλυκός.

Ώρες Μικρές...



Στις ώρες τις μικρές...

Υπάρχουν κάποιες ώρες που η νύχτα δεν είναι πια νύχτα και το πρωί δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Ώρες μικρές, αθόρυβες, όπου η πόλη χαμηλώνει τη φωνή της και ο άνθρωπος μένει μόνος με όσα δεν κατάφερε να πει.

Εκεί αρχίζει το τραγούδι.

Και η σκηνή γίνεται κάτι περισσότερο από θέαμα. Γίνεται ένας τόπος εξομολόγησης. Κάτω από τα φώτα, ένας άνθρωπος τραγουδά και απέναντί του χιλιάδες άνθρωποι αναγνωρίζουν κάτι από τη δική τους ζωή. Έναν έρωτα, μια απουσία, μια ανάμνηση, έναν άνθρωπο που έφυγε αλλά δεν έφυγε ποτέ πραγματικά.

Γιατί το τραγούδι έχει αυτή την παράξενη δύναμη: μόλις ακουστεί, παύει να ανήκει σε εκείνον που το τραγουδά. Περνά στους άλλους και γίνεται δικό τους. Ο καθένας το κατοικεί με τη δική του ιστορία.

Κι έτσι η σκηνή, μέσα στις ώρες τις μικρές, μοιάζει με ένα παράξενο δωμάτιο χωρίς τοίχους. Ο τραγουδιστής βρίσκεται μόνος κάτω από τα φώτα, αλλά στην πραγματικότητα συνομιλεί με χιλιάδες μοναξιές.

Ίσως γι’ αυτό η μουσική να μας αγγίζει περισσότερο όταν όλα έχουν σωπάσει. Όταν δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε πως είμαστε καλά. Όταν η νύχτα αφαιρεί από πάνω μας τους ρόλους της ημέρας και αφήνει γυμνό αυτό που πραγματικά αισθανόμαστε.

Κάποτε, βέβαια, η σκηνή αδειάζει. Τα φώτα σβήνουν. Το μικρόφωνο σωπαίνει. Οι άνθρωποι επιστρέφουν στους δρόμους τους.

Μα το τραγούδι συνεχίζει.

Συνεχίζει στο αυτοκίνητο, σε ένα άδειο δωμάτιο, σε μια μνήμη, σε μια φωτογραφία, σε εκείνες τις ώρες λίγο πριν ξημερώσει. Εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά και το παρελθόν να κάθεται για λίγο δίπλα μας.

Γιατί ίσως τελικά αυτό να είναι η σκηνή: ένας τόπος όπου η φωνή ενός ανθρώπου γίνεται η σιωπή όλων των άλλων.

Και το τραγούδι δεν τελειώνει όταν πέσει η αυλαία.

Τελειώνει μόνο όταν πάψει να υπάρχει μέσα μας εκείνος που το τραγούδησε.



"Από παιδί

Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα

Σώμα φυγής

Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα

Μάταια σ' αναζητώ

Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα

Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Το ξέρω πως

Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι

Λάμπω σαν φως

Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει

Αν με δεις, να θυμηθείς

Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες

Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι."

🎼Μουσική: Γιώργος Σαμπάνης, Στίχοι: Ελένη Γιαννατσούλια.