Στη μέση του πάρκου δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να φτάσεις. Μόνο ένα παγκάκι, μια λίμνη, ένα συντριβάνι, ένα μονοπάτι που χάνεται ανάμεσα στα δέντρα και η πόλη να συνεχίζει γύρω σου, σαν να μην έχει καταλάβει πως για λίγο σταμάτησες.
Εκεί, στη μέση του πάρκου, ο χρόνος αλλάζει τρόπο. Δεν μετριέται πια με ρολόγια αλλά με φύλλα που πέφτουν, με βήματα που πλησιάζουν και απομακρύνονται, με το φως που μετακινείται αργά πάνω στο χώμα. Οι άνθρωποι περνούν, τα δέντρα μένουν, κι όμως τίποτα δεν μένει πραγματικά ίδιο.
Ίσως γι’ αυτό πηγαίνουμε στα πάρκα. Όχι για να ξεφύγουμε από την πόλη, αλλά για να θυμηθούμε πως υπάρχει ένας κόσμος που δεν φτιάχτηκε για να μας εξυπηρετεί. Ένας κόσμος που μεγαλώνει χωρίς άδεια, γερνά χωρίς ντροπή και συνεχίζει χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τον εαυτό του.
Και κάπου εκεί, στη μέση του πάρκου, ανάμεσα στην πόλη και στα δέντρα, αντιλαμβάνεσαι πως η πραγματική απόσταση δεν είναι από τον έναν τόπο στον άλλον. Είναι από τον εαυτό μας μέχρι εκείνο το σημείο όπου, για μια στιγμή, δεν χρειάζεται να πάμε πουθενά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου