Τα πεύκα της Πεντέλης δεν είναι απλώς δέντρα. Είναι η μνήμη ενός βουνού που έμαθε να επιμένει. Ριζώνουν πάνω στο λευκό μάρμαρο που γέννησε τον Παρθενώνα, απλώνουν τις βελόνες τους στον αττικό ουρανό και μοσχοβολούν ρετσίνι, σαν να θυμίζουν ότι η φύση μπορεί να είναι ταυτόχρονα εύθραυστη και ανυπότακτη.
Κάθε καλοκαίρι τα κοιτάζουμε με αγωνία. Μια σπίθα αρκεί για να τα παραδώσει στις φλόγες. Και όμως, το πεύκο κουβαλά μέσα του ένα παράδοξο μυστικό: γνωρίζει να ξαναγεννιέται. Από τους καμένους κορμούς, από το χώμα που μοιάζει νεκρό, ξεπροβάλλουν οι πρώτες πράσινες βελόνες, σαν μια σιωπηλή υπόσχεση ότι η ζωή δεν εγκαταλείπει εύκολα τον τόπο της.
Η Πεντέλη έχει γνωρίσει φωτιές, λατομεία, πληγές και ανθρώπινες παρεμβάσεις. Κι όμως, κάθε γενιά βρίσκει ξανά τα πεύκα της να ψιθυρίζουν με τον άνεμο. Σαν γέροντες που δεν κουράζονται να αφηγούνται την ίδια ιστορία: πως τίποτε δεν μένει για πάντα όρθιο, αλλά τίποτε δεν χάνεται όσο υπάρχει η δύναμη να ξαναρχίσει.
Ίσως γι' αυτό τα πεύκα της Πεντέλης έγιναν κάτι περισσότερο από στοιχείο του τοπίου. Έγιναν σύμβολο της Αθήνας. Μια υπενθύμιση ότι οι πόλεις δεν ζουν μόνο από την πέτρα των μνημείων τους, αλλά και από το πράσινο που τις αγκαλιάζει, από τη σκιά που προσφέρει παρηγοριά και από την ελπίδα που φυτρώνει ακόμη και πάνω στις στάχτες.
Και όταν φυσά το απογευματινό αεράκι, δεν είναι μόνο τα κλαδιά που θροΐζουν. Είναι η ίδια η Πεντέλη που μιλά. Και μας λέει, με τη γλώσσα των πεύκων, πως η αντοχή δεν κάνει θόρυβο· απλώς συνεχίζει να μεγαλώνει.

























