Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/10/26

Η λογοκρισία του Ζούκερμπεργκ...



Η λογοκρισία δεν χρειάζεται πια να καίει βιβλία ούτε να στέλνει χωροφύλακες στα τυπογραφεία. Αρκεί να διαθέτει έναν αλγόριθμο, μια αδιαφανή λίστα απαγορεύσεων και το κουμπί της διαγραφής. Ο Μεγάλος Αδελφός εκσυγχρονίστηκε. Δεν παρακολουθεί απλώς τι λέμε· μπορεί να αποφασίζει ποιος θα μας ακούσει.

Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ υποσχέθηκε έναν κόσμο επικοινωνίας χωρίς σύνορα, μια παγκόσμια πλατεία όπου όλοι θα μπορούσαν να εκφράζονται. Μόνο που ξέχασε μια μικρή λεπτομέρεια: η πλατεία του ανήκει. Κι όταν η πλατεία είναι ιδιωτική, η ελευθερία του πολίτη εξαρτάται από τους όρους χρήσης του ιδιοκτήτη της.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι το Facebook έχει κανόνες. Καμία ελευθερία δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για απειλές, ρατσισμό ή παρενόχληση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν εκείνος που εφαρμόζει τους κανόνες δεν καταλαβαίνει πάντοτε τι διαβάζει. Όταν η επιστημονική ενημέρωση συγχέεται με το απαγορευμένο περιεχόμενο, η κοινωνική καταγγελία με την προσβολή και η ειρωνεία με την παραβίαση. Τότε το λάθος της μηχανής γίνεται τιμωρία του ανθρώπου.

Και η τιμωρία μπορεί να είναι δυσανάλογη. Μια ανάρτηση διαγράφεται, ένας λογαριασμός απενεργοποιείται, μια κοινότητα εξαφανίζεται. Χρόνια δουλειάς, χιλιάδες επαφές, επαγγελματικές σχέσεις και προσωπικές μνήμες εγκλωβίζονται πίσω από μια αυτοματοποιημένη απόφαση. Ο χρήστης αναζητά εξηγήσεις και συναντά φόρμες, τυποποιημένες απαντήσεις και μια γραφειοκρατία χωρίς πρόσωπο. Δεν ξέρει ποιος τον καταδίκασε, ποιο ακριβώς ήταν το παράπτωμά του και πότε θα δικαστεί η έφεσή του.

Η αυθαιρεσία, όταν φοράει τον μανδύα της τεχνολογίας, εξακολουθεί να είναι αυθαιρεσία. Απλώς γίνεται δυσκολότερο να εντοπίσεις τον υπεύθυνο.

Κι εδώ βρίσκεται η υποκρισία της εποχής. Οι εταιρείες της ψηφιακής επικοινωνίας εμφανίζονται ως προστάτιδες της ελευθερίας, ενώ συγκεντρώνουν μια πρωτοφανή εξουσία πάνω στη δημόσια ορατότητα. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσουν μια ιδέα. Αρκεί να την εξαφανίσουν από την οθόνη. Δεν χρειάζεται να φυλακίσουν τον ομιλητή. Αρκεί να αποκλείσουν το ακροατήριό του.

Η Ευρώπη επιχειρεί να θέσει όρια σε αυτή την εξουσία με την Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, προβλέποντας διαφάνεια και δυνατότητες αμφισβήτησης αποφάσεων. Όμως οι νόμοι αποκτούν αξία μόνο όταν ο πολίτης μπορεί πράγματι να τους επικαλεστεί και να βρει το δίκιο του. Γιατί η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι όρος χρήσης που μια εταιρεία τροποποιεί όποτε τη βολεύει.

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι όσα διαγράφονται. Είναι όσα οι άνθρωποι θα πάψουν να γράφουν από φόβο μήπως διαγραφούν. Η αυτολογοκρισία είναι η πιο οικονομική μορφή λογοκρισίας: δεν χρειάζεται να τιμωρείς τους πάντες, αρκεί να έχεις τιμωρήσει μερικούς ώστε οι υπόλοιποι να μάθουν να σωπαίνουν.

Ο Ζούκερμπεργκ δεν χρειάζεται να συμφωνεί με τις απόψεις μας. Ούτε εμείς χρειάζεται να συμφωνούμε μαζί του. Χρειάζεται, όμως, να μην έχει ανεξέλεγκτη εξουσία πάνω στη δυνατότητά μας να μιλάμε, να ενημερωνόμαστε και να συμμετέχουμε στη δημόσια ζωή. Η τεχνολογία μπορεί να είναι ιδιωτική. Οι συνέπειες της εξουσίας της, όμως, είναι βαθιά πολιτικές.

Γιατί η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν κάποιος απαγορεύει να μιλήσεις. Απειλείται κι όταν κάποιος άλλος αποκτά το δικαίωμα να αποφασίζει αν θα σε ακούσουν.

Και τότε η πλατεία δεν είναι πια πλατεία. Είναι μαγαζί. Κι εμείς δεν είμαστε πολίτες που συζητούν, αλλά πελάτες που μπορούν να πεταχτούν έξω επειδή ενόχλησαν τον ιδιοκτήτη.


Ο ΟΤΕ βάφτηκε ροζ -και η ιστορία άλλαξε χρώμα.



Υπάρχουν κτίρια που αλλάζουν χρώμα για να ομορφύνουν την πόλη και κτίρια που αλλάζουν χρώμα για να ξεχάσουμε τι αντιπροσώπευαν κάποτε.

Ο ΟΤΕ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, τουλάχιστον ως σύμβολο. 

Γιατί ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση με καλώδια, τηλεφωνικά κέντρα και υπαλλήλους. Ήταν ένα κομμάτι της μεταπολεμικής Ελλάδας, ένας μηχανισμός που ένωσε χωριά με πόλεις, σπίτια με συγγενείς, μετανάστες με οικογένειες, ανθρώπους με ανθρώπους. Το τηλέφωνο δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο. Κάποτε ήταν πολυτέλεια, αναμονή, αίτηση, ουρά και υπομονή. Κι όταν επιτέλους αποκτούσες τηλεφωνική γραμμή, ένιωθες ότι η απόσταση είχε χάσει μια μικρή μάχη.

Ύστερα ήρθε η εποχή των ιδιωτικοποιήσεων, της απελευθέρωσης των αγορών, του ανταγωνισμού και της μεγάλης υπόσχεσης ότι η αγορά θα τα κάνει όλα καλύτερα. Ο δημόσιος οργανισμός μετατράπηκε σταδιακά σε εταιρεία, οι μετοχές άλλαξαν χέρια και ο έλεγχος πέρασε σε μεγάλο βαθμό στον γερμανικό όμιλο Deutsche Telekom. 

Το κράτος δεν εξαφανίστηκε εντελώς από τη μετοχική σύνθεση, αλλά ο ΟΤΕ έπαψε να είναι εκείνος ο οργανισμός που γνωρίζαμε ως βασικό πυλώνα των ελληνικών τηλεπικοινωνιών.

Και τώρα, το κτίριο της Κηφισίας ντύθηκε στα χρώματα της Telekom. Το ματζέντα, αυτή η απόχρωση ανάμεσα στο κόκκινο και το μωβ, δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Είναι η εταιρική υπογραφή ενός διεθνούς ομίλου. Το παλιό όνομα υποχωρεί, η νέα ταυτότητα προβάλλεται και η ιστορία αποκτά καινούργια επιγραφή.

Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως. Το χρώμα δεν είναι αθώο. Στον καπιταλισμό, η εταιρική ταυτότητα είναι ιδιοκτησία, ισχύς και αναγνωρισιμότητα. Όταν μια πολυεθνική αλλάζει την επιγραφή ενός οργανισμού, δεν αλλάζει απλώς τη διακόσμηση. Ενοποιεί τις αγορές της, συμπυκνώνει την εξουσία της και κάνει το ίδιο εμπορικό σήμα να ταξιδεύει από χώρα σε χώρα. Η ίδια η Telekom παρουσιάζει τη μετάβαση ως ενοποίηση της διεθνούς παρουσίας της και αξιοποίηση κοινών δυνατοτήτων.

Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική οικονομία του χρώματος. Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως εκσυγχρονισμός, σαν να ήταν το δημόσιο συνώνυμο της καθυστέρησης και το ιδιωτικό συνώνυμο της προόδου. Μόνο που η ιδιοκτησία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Καθορίζει ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει τις στρατηγικές υποδομές, πού κατευθύνονται τα κέρδη και ποια συμφέροντα έχουν προτεραιότητα. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε ιδιωτική επιχείρηση λειτουργεί εις βάρος της κοινωνίας ούτε πως κάθε δημόσιος οργανισμός ήταν υπόδειγμα αποτελεσματικότητας. Σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν το καινούργιο λογότυπο είναι πιο μοντέρνο. Ασφαλώς, οι δημόσιοι οργανισμοί δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικοί ούτε η ιδιωτική συμμετοχή συνεπάγεται αυτομάτως κακή διαχείριση. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην ιδέα ότι η ιδιοκτησία και ο έλεγχος μιας στρατηγικής υποδομής είναι αδιάφορα ζητήματα, αρκεί να λειτουργεί το τηλέφωνο και να φτάνει το σήμα στο κινητό. Δεν είναι αδιάφορα. Και ο πόλεμος στην Ουκρανία το έκανε οδυνηρά σαφές.

Το 2022, όταν η ρωσική εισβολή απείλησε να διαλύσει τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας, το δορυφορικό δίκτυο Starlink της SpaceX, της εταιρείας του Έλον Μασκ, απέκτησε κρίσιμη σημασία για τις ουκρανικές επικοινωνίες. Έγινε ένα από τα μέσα με τα οποία στρατιωτικές μονάδες μπορούσαν να επικοινωνούν σε συνθήκες καταστροφής των συμβατικών δικτύων και ηλεκτρονικών παρεμβολών. Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας αναγνώρισε τη στρατηγική σημασία των δορυφορικών επικοινωνιών και το 2023 ανακοίνωσε σχετική σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών Starlink στην Ουκρανία.

Εδώ, όμως, αποκαλύπτεται μια αντίφαση που αφορά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο: μια υπηρεσία που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για την άμυνα μιας χώρας βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας ιδιωτικής εταιρείας. 

Τον Οκτώβριο του 2026, δημοσιεύματα του Reuters ανέφεραν περιορισμούς στη λειτουργία στρατιωτικών εκδόσεων των δορυφορικών υπηρεσιών της SpaceX, οι οποίοι, σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους, επηρέασαν αποστολές μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Οι πληροφορίες για το ποιος έλαβε τις σχετικές αποφάσεις και με ποια ακριβώς διαδικασία υπήρξαν αντικρουόμενες. Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν εξαρτάται από την τελική απόδοση ευθύνης: η εξάρτηση από μια τεχνολογική υποδομή που δεν ελέγχεται αποκλειστικά από το κράτος μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική αδυναμία.

Ο Μασκ δεν χρειάζεται να είναι εκλεγμένος πρόεδρος, υπουργός Άμυνας ή αρχηγός στρατού για να επηρεάσει τις δυνατότητες επικοινωνίας ενός κράτους. Αρκεί η εταιρεία του να ελέγχει ένα δίκτυο από το οποίο εξαρτώνται κρίσιμες λειτουργίες. Η ιδιωτική επιχειρηματική απόφαση αποκτά τότε γεωπολιτική διάσταση. Η τεχνολογία παύει να είναι απλώς εμπόρευμα και γίνεται παράγοντας ισχύος. Αυτή είναι η ουσία του ουκρανικού παραδείγματος. Όχι ότι κάθε ιδιωτική εταιρεία θα χρησιμοποιήσει αναγκαστικά την ισχύ της εναντίον ενός κράτους, αλλά ότι μπορεί να διαθέτει τέτοια ισχύ χωρίς να υπόκειται στους ίδιους μηχανισμούς δημοκρατικής λογοδοσίας που δεσμεύουν μια εκλεγμένη κυβέρνηση.

Η Ελλάδα βέβαια δεν βρίσκεται σε πόλεμο όπως η Ουκρανία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι τηλεπικοινωνίες της είναι ένα συνηθισμένο εμπορικό προϊόν. Σε μια χώρα με εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα, νησιά, κρίσιμες υποδομές, σεισμούς, πυρκαγιές και γεωπολιτικές εντάσεις, τα δίκτυα επικοινωνίας αποτελούν μέρος της εθνικής ασφάλειας. Από αυτά εξαρτώνται η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η πολιτική προστασία, η ενημέρωση, η οικονομία και ο συντονισμός των υπηρεσιών σε μια κρίση. Η ανθεκτικότητά τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επιχειρηματικός δείκτης.

Γιατί οι τηλεπικοινωνίες δεν πουλούν μόνο λεπτά ομιλίας και δεδομένα. Διαχειρίζονται ένα βασικό νευρικό σύστημα της κοινωνίας. Από εκεί περνούν η άμυνα, η εργασία, η εκπαίδευση, η ενημέρωση, οι συναλλαγές, ακόμη και οι σχέσεις των ανθρώπων. Το δίκτυο μπορεί να έχει ιδιοκτήτη, αλλά η κοινωνική του χρησιμότητα ξεπερνά τα όρια της μετοχικής του σύνθεσης.

Το μέγαρο της Κηφισίας, λοιπόν, δεν χρειάζεται να μας προκαλεί νοσταλγία για τις εποχές των τηλεφωνικών θαλάμων ούτε να μας εντυπωσιάζει με το καινούργιο του χρώμα. Χρειάζεται να μας θυμίζει μια απλή ερώτηση: σε ποιον ανήκουν οι υποδομές που κάνουν δυνατή τη ζωή μας και με ποια κριτήρια αξιολογούμε όσους τις διαχειρίζονται;

Ο ΟΤΕ βάφτηκε ροζ. Η ιστορία του, όμως, δεν βάφεται τόσο εύκολα. Κάτω από το ματζέντα παραμένουν οι αποφάσεις για την ιδιοκτησία, οι αλλαγές στον έλεγχο, οι εργαζόμενοι, οι συνδρομητές και μια κοινωνία που εξακολουθεί να χρειάζεται επικοινωνία, ανεξάρτητα από το χρώμα του λογοτύπου.

Γιατί τα χρώματα αλλάζουν με μια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Το ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει για τις ανάγκες μιας κοινωνίας είναι πολύ σοβαρότερο ζήτημα από μια αλλαγή επιγραφής.


20/10/26

Ποιος φοβάται τις εκλογές;



Οι εκλογές είναι μια παράξενη υπόθεση. Κάθε τέσσερα χρόνια, περίπου, οι κυβερνώντες θυμούνται ότι η εξουσία ανήκει στον λαό. Στο μεταξύ, κάνουν ό,τι μπορούν για να τον πείσουν πως δεν υπάρχει λόγος να την πάρει πίσω: την εξουσία εννοείται- που ο λαός τους την παραχώρησε με την ψήφο του. Γιατί την ψήφο άπαξ και ο λαός την ρίξει στην κάλπη με τίποτα δεν την παίρνει πίσω. 

Τον καλούν να ψηφίσει, αρκεί να μην αμφισβητήσει όσα έχουν ήδη αποφασιστεί. Του ζητούν να επιλέξει, αρκεί να μην επιλέξει κάτι που θα ανατρέψει τις ισορροπίες. Του μιλούν για τη δημοκρατία, αλλά συχνά συμπεριφέρονται σαν να είναι μια ενοχλητική διαδικασία που πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.

Και τότε αρχίζει η γνωστή συζήτηση: Είναι η κατάλληλη στιγμή; Είναι ώριμες οι συνθήκες; Αντέχει η οικονομία; Μήπως χρειάζεται σταθερότητα;

Η σταθερότητα, βέβαια, είναι υπέροχο πράγμα. Ιδίως για εκείνους που βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Για τους υπόλοιπους, μπορεί να σημαίνει απλώς ότι πρέπει να συνηθίσουν τη θέση τους.

Αλλά ποιος φοβάται πραγματικά τις εκλογές; Εκείνος που κυβερνά και θέλει να συνεχίσει να κυβερνά χωρίς να ενοχλείται; Εκείνος που έχει επενδύσει στην πολιτική του επιβίωση; Εκείνος που συγχέει το κράτος με το κόμμα του, τους θεσμούς με τους μηχανισμούς του και την κοινωνική συναίνεση με τη σιωπή;

Ή μήπως τις φοβούνται όσοι έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως θεατές μιας παράστασης, στην οποία οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κοστούμια, αλλά το έργο παραμένει το ίδιο;

Οι εκλογές, ασφαλώς, δεν λύνουν από μόνες τους τα προβλήματα. Δεν καταργούν την ανισότητα, δεν εξαφανίζουν τη διαφθορά, δεν εξασφαλίζουν ότι οι υποσχέσεις θα γίνουν πράξεις. Προσφέρουν, όμως, κάτι θεμελιώδες: τη δυνατότητα του πολίτη να κρίνει, να αποδοκιμάσει, να επιβραβεύσει ή να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Κι αυτό είναι που κάνει την κάλπη τόσο ενοχλητική για όποιον θεωρεί την εξουσία προσωπική ιδιοκτησία.

Γιατί στη δημοκρατία η κυβέρνηση δεν έχει ιδιοκτήτη. Έχει ημερομηνία λήξης και οφείλει να λογοδοτεί. Δεν δικαιούται να απαιτεί την εμπιστοσύνη των πολιτών ως λευκή επιταγή ούτε να επικαλείται διαρκώς τον φόβο της επόμενης ημέρας για να αποφεύγει την κρίση της κοινωνίας.

Οι εκλογές δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία. Είναι η δοκιμασία της.

Και αν κάποιος τις φοβάται, το ερώτημα δεν είναι γιατί ο λαός θέλει να ψηφίσει.

Το ερώτημα είναι γιατί ορισμένοι θέλουν τόσο πολύ να αποφασίζουν εκείνοι πότε δικαιούται να μιλήσει.





Το δικαίωμα της γυναίκας στην ψήφο.

Υπήρξε μια εποχή που η γυναίκα μπορούσε να γεννά τους πολίτες, να μεγαλώνει τους αυριανούς ψηφοφόρους, να εργάζεται, να πληρώνει φόρους, να υπομένει τους πολέμους και να θρηνεί τους νεκρούς τους, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει την κοινωνία στην οποία ζούσε. Η κοινωνία τής αναγνώριζε σχεδόν όλες τις υποχρεώσεις και της αρνούνταν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα: την πολιτική της φωνή.

Η ιστορία του δικαιώματος ψήφου των γυναικών είναι η ιστορία μιας μεγάλης κοινωνικής σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούσαν την πολιτική προνόμιο των ανδρών και σε εκείνες που αρνήθηκαν να αποδεχτούν ότι η ιδιότητα του πολίτη καθορίζεται από το φύλο. Δεν ήταν μια αυτονόητη εξέλιξη της προόδου ούτε ένα δώρο που προσφέρθηκε από την καλή θέληση της εξουσίας. Ήταν μια κατάκτηση, αποτέλεσμα αγώνων, διεκδικήσεων, φυλακίσεων και κοινωνικής αμφισβήτησης.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το κίνημα των σουφραζέτων στη Βρετανία έδωσε στον αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση των γυναικών μια δυναμική και μαχητική μορφή. Με πρωταγωνίστρια την Έμελιν Πάνκχερστ και την οργάνωση Women's Social and Political Union, που ιδρύθηκε το 1903, γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, οργάνωσαν διαδηλώσεις, αμφισβήτησαν δημόσια την ανδρική κυριαρχία στην πολιτική και αντιμετώπισαν την αστυνομική καταστολή και τη φυλάκιση. Το σύνθημά τους, «Πράξεις, όχι λόγια», συμπύκνωνε την αγανάκτησή τους απέναντι σε μια κοινωνία που μπορούσε να συζητά ατελείωτα για την ισότητα, χωρίς να είναι πρόθυμη να την εφαρμόσει.

Οι σουφραζέτες δεν ήταν οι μοναδικές γυναίκες που αγωνίστηκαν για την ψήφο. Άλλες σουφραζίστριες επέλεξαν ειρηνικές και θεσμικές μορφές διεκδίκησης, ενώ ευρύτερα γυναικεία κινήματα συνέδεσαν την πολιτική ισότητα με την εκπαίδευση, την εργασία, την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική αξιοπρέπεια. Παρά τις διαφορές στις μεθόδους τους, όλες αυτές οι διεκδικήσεις έθεταν το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: με ποιο δικαίωμα μια κοινωνία απαιτεί από τις γυναίκες να υπακούουν στους νόμους της, όταν τους αρνείται τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους;

Η κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου στη Βρετανία ήρθε σταδιακά. Το 1918 δόθηκε δικαίωμα ψήφου σε ορισμένες κατηγορίες γυναικών, με περιορισμούς ηλικίας και άλλες προϋποθέσεις, ενώ το 1928 εξισώθηκαν οι όροι ψήφου ανδρών και γυναικών. Η αλλαγή αυτή δεν υπήρξε απλώς μια θεσμική μεταρρύθμιση. Αποτέλεσε ρήγμα σε μια αντίληψη αιώνων, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα μπορούσε να θεωρείται υπεύθυνη για την οικογένεια, αλλά όχι ισότιμη συμμέτοχος στη δημόσια ζωή.

Στην Ελλάδα, η ιστορία του γυναικείου δικαιώματος ψήφου έχει μια ιδιαίτερη διαδρομή, καθώς συνδέεται και με την περίοδο της Κατοχής. Τον Απρίλιο του 1944, μέσα στις συνθήκες της γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Εθνικό Συμβούλιο, με πρωτοβουλία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της γνωστής ΠΕΕΑ, που αποκαλούνταν και «Κυβέρνηση του Βουνού».

Σε αυτή την εκλογική διαδικασία συμμετείχαν και γυναίκες, αποκτώντας τη δυνατότητα να ψηφίσουν και να συμμετάσχουν σε μια πολιτική διαδικασία που το επίσημο ελληνικό κράτος εξακολουθούσε να τους αρνείται. Ήταν μια στιγμή ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας: την ώρα που η χώρα βρισκόταν υπό κατοχή, μέσα στην πείνα, στις διώξεις και στον αγώνα για την απελευθέρωση, η πολιτική ισότητα εντασσόταν σε ένα ευρύτερο όραμα κοινωνικής συμμετοχής.

Η συμμετοχή των γυναικών στις εκλογές του 1944 και η Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα το 1948, οδήγησαν εξ ανάγκης στην μεταγενέστερη επίσημη κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών από το ελληνικό κράτος: το 1952 αναγνωρίστηκε νομοθετικά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στις βουλευτικές εκλογές, ενώ η πρώτη συμμετοχή τους σε εθνικές βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκε το 1956. Η απόσταση ανάμεσα στο 1944 και στο 1952 αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική δυνατότητα που ασκήθηκε μέσα στην Αντίσταση και στην κατοπινή θεσμική της αναγνώριση.

Ωστόσο, το δικαίωμα ψήφου δεν εξάλειψε αυτομάτως τις κοινωνικές ανισότητες. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να ψηφίζει δεν εξασφάλισε από μόνη της ίση αμοιβή, επαγγελματική ισότητα, οικονομική ανεξαρτησία, προστασία από τη βία ή ισότιμη παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η κάλπη άνοιξε μια πόρτα, αλλά δεν γκρέμισε όλους τους τοίχους.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Τα δικαιώματα δεν είναι φυσικά δώρα της εξουσίας προς τους ανθρώπους. Είναι κοινωνικές κατακτήσεις, που χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση. Κάθε φορά που μια γυναίκα αποκλείεται, υποτιμάται ή αντιμετωπίζεται ως λιγότερο ικανή εξαιτίας του φύλου της, η δημοκρατία αποκαλύπτει τις εκκρεμότητές της.

Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών δεν αφορά, άλλωστε, μόνο τις γυναίκες. Αφορά την ίδια την έννοια της δημοκρατίας. Ποια δημοκρατία μπορεί να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την κοινωνία, όταν αποκλείει από τις αποφάσεις της τον μισό πληθυσμό; Και πόσο καθολικό μπορεί να είναι ένα δικαίωμα όταν η εφαρμογή του εξαρτάται από το φύλο εκείνου που το διεκδικεί;

Οι σουφραζέτες, οι γυναίκες της Αντίστασης και οι γενιές των γυναικών που διεκδίκησαν την πολιτική ισότητα μάς υπενθυμίζουν ότι η ιστορία δεν προχωρά μόνο με νόμους και διακηρύξεις. Προχωρά όταν άνθρωποι που έχουν αποκλειστεί αρνούνται να αποδεχτούν τον αποκλεισμό τους. Όταν εκείνοι που θεωρούνται υπήκοοι απαιτούν να αναγνωριστούν ως πολίτες. Όταν το αυτονόητο παύει να είναι προνόμιο και γίνεται δικαίωμα.

Η ισότητα δεν αρχίζει όταν επιτρέπεται σε όλους να ψηφίζουν, αλλά όταν κανείς δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να έχει φωνή.

Γιατί η δημοκρατία δεν είναι ανδρική ή γυναικεία ιδιοκτησία. Είναι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να συμμετέχει ισότιμα στη διαμόρφωση του κοινού κόσμου. Και αυτό το δικαίωμα δεν παραχωρείται από εκείνους που κατέχουν την εξουσία. Κατακτάται από εκείνους που αρνούνται να ζουν χωρίς αυτό.


Τα ανθρώπινα δικαιώματα: Από τη διακήρυξη στην πραγματικότητα.


Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποτελούν παραχώρηση της εξουσίας, προνόμιο των ισχυρών ή ανταμοιβή για την κοινωνική συμμόρφωση. Ανήκουν σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την καταγωγή, το φύλο, τη θρησκεία, τις πολιτικές πεποιθήσεις, την οικονομική κατάσταση ή την κοινωνική του θέση. Είναι δικαιώματα που απορρέουν από την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση και θεμελιώνουν την ελευθερία, την ισότητα και την αξιοπρέπεια.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1948, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ύστερα από τη φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα εγκλήματα του ναζισμού, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη μαζική εξόντωση ανθρώπων, η διεθνής κοινότητα επιχείρησε να θέσει ένα κοινό θεμέλιο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Τα τριάντα άρθρα της Διακήρυξης αποτέλεσαν μια ιστορική διακήρυξη αρχών: κανένας άνθρωπος δεν είναι λιγότερο άνθρωπος από κάποιον άλλον και κανένα κράτος δεν δικαιούται να μετατρέπει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η Διακήρυξη καλύπτει ένα ευρύ πεδίο δικαιωμάτων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και συγκροτούν ένα ενιαίο πλαίσιο ανθρώπινης ελευθερίας.

Πρώτα έρχονται τα "ατομικά και πολιτικά δικαιώματα". Το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην προσωπική ασφάλεια, η απαγόρευση της δουλείας και των βασανιστηρίων, η ισότητα ενώπιον του νόμου, η δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις απέναντι στην αυθαιρεσία. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής, η ελευθερία μετακίνησης, το δικαίωμα αναζήτησης ασύλου, η ιθαγένεια, η ελευθερία σκέψης και θρησκείας, η ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης και η συμμετοχή στην πολιτική ζωή κατοχυρώνουν την αυτονομία του ανθρώπου απέναντι σε κάθε μορφή αυθαίρετης εξουσίας.

Δεν αρκεί, ωστόσο, να αναγνωρίζεται θεωρητικά η ελευθερία της γνώμης, όταν ο πολίτης φοβάται να εκφραστεί. Δεν αρκεί να προβλέπεται η ισότητα ενώπιον του νόμου, όταν η πρόσβαση στη δικαιοσύνη εξαρτάται στην πράξη από την οικονομική επιφάνεια. Και δεν αρκεί να κατοχυρώνεται η προστασία της ιδιωτικής ζωής, όταν η τεχνολογία και οι μηχανισμοί επιτήρησης διευρύνουν διαρκώς τις δυνατότητες παρακολούθησης του ανθρώπου.

Η ελευθερία δεν εξαντλείται στην απουσία απαγορεύσεων. Προϋποθέτει τη δυνατότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να επιλέγει, να διαφωνεί και να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνίας στην οποία ζει.

Εξίσου σημαντικά είναι τα "οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα". Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, στην εργασία υπό δίκαιες συνθήκες, στην ίση αμοιβή για ίση εργασία, στη συνδικαλιστική δράση, στην ανάπαυση και στον ελεύθερο χρόνο, σε ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, στην εκπαίδευση και στη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή αναγνωρίζουν μια ουσιαστική αλήθεια: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν προστατεύεται μόνο απέναντι στην κρατική βία, αλλά και απέναντι στην εξαθλίωση, την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Τι σημαίνει, άλλωστε, ελευθερία για έναν άνθρωπο που δεν έχει εξασφαλισμένη τροφή, κατοικία ή πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη; Ποια πραγματική δυνατότητα επιλογής διαθέτει εκείνος που αναγκάζεται να αποδέχεται οποιαδήποτε εργασία, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, επειδή η άρνησή του ισοδυναμεί με απώλεια των στοιχειωδών μέσων επιβίωσης; Και πόσο ελεύθερος είναι κάποιος που εργάζεται αδιάκοπα, χωρίς επαρκή χρόνο για ανάπαυση, οικογένεια, δημιουργία και προσωπική ζωή;

Η κοινωνική διάσταση των δικαιωμάτων υπενθυμίζει ότι η ελευθερία χρειάζεται υλικές προϋποθέσεις για να γίνει πραγματικότητα. Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά μέσο χειραφέτησης. Η υγειονομική περίθαλψη δεν είναι προνόμιο για όσους μπορούν να πληρώσουν, αλλά κρίσιμο στοιχείο μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η ανάπαυση και ο ελεύθερος χρόνος δεν αποτελούν περιττές πολυτέλειες, αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις για να μην περιορίζεται ο άνθρωπος στον ρόλο του εργαζομένου και του καταναλωτή.

Στο ίδιο πλαίσιο, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, η προστασία της οικογένειας και η ελεύθερη συμμετοχή στον πολιτισμό αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όταν εντάσσονται σε μια κοινωνία που σέβεται την ισότητα και δεν αφήνει την οικονομική ανισότητα να καθορίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Διακήρυξη αναγνωρίζει, επίσης, ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει απομονωμένος από τους άλλους. Το άρθρο 29 αναφέρεται στα καθήκοντα του ατόμου απέναντι στην κοινότητα, ενώ το άρθρο 28 κατοχυρώνει το δικαίωμα σε μια κοινωνική και διεθνή τάξη μέσα στην οποία τα δικαιώματα και οι ελευθερίες μπορούν να πραγματώνονται πλήρως. Η ελευθερία του ενός δεν μπορεί να θεμελιώνεται στην καταπάτηση της ελευθερίας του άλλου. Η προσωπική αυτονομία προϋποθέτει τον σεβασμό της ισότιμης υπόστασης όλων.

Ωστόσο, ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην πραγματικότητα παραμένει ένα βαθύ χάσμα.

Οι πόλεμοι εξακολουθούν να αφαιρούν ζωές και να εκτοπίζουν πληθυσμούς. Άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους αναζητώντας ασφάλεια, ενώ συχνά αντιμετωπίζονται ως απειλή αντί ως φορείς δικαιωμάτων. Η φτώχεια στερεί από εκατομμύρια ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η παιδική εργασία, η εμπορία ανθρώπων, οι διακρίσεις, η έμφυλη βία, οι διώξεις και οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης αποδεικνύουν ότι η ιστορική κατοχύρωση των δικαιωμάτων δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους.

Ακόμη και στις δημοκρατικές κοινωνίες, όπου οι θεσμοί και οι νόμοι προβλέπουν εγγυήσεις προστασίας, τα δικαιώματα δοκιμάζονται καθημερινά. Η ανοχή απέναντι στις διακρίσεις, η κοινωνική αδιαφορία για την ανέχεια, η απαξίωση των ευάλωτων ανθρώπων και η αντιμετώπιση της διαφορετικότητας ως προβλήματος υπονομεύουν τις αρχές που υποτίθεται ότι αποτελούν κοινό τόπο.

Η μεγαλύτερη αντίφαση βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανθρωπότητα έχει διατυπώσει με σαφήνεια τις αρχές που οφείλουν να διέπουν τη συνύπαρξή της, αλλά εξακολουθεί να ανέχεται συνθήκες που τις ακυρώνουν. Τα ανθρώπινα δικαιώματα τιμώνται στις επίσημες ομιλίες, στα συντάγματα και στις διεθνείς συμβάσεις, αλλά συχνά υποχωρούν όταν συγκρούονται με πολιτικά συμφέροντα, οικονομικές επιδιώξεις ή γεωπολιτικούς υπολογισμούς.

Γι' αυτό η υπεράσπισή τους δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές αναφορές ή σε γενικές διακηρύξεις καλών προθέσεων. Απαιτεί θεσμούς που λειτουργούν, δικαιοσύνη ανεξάρτητη από πιέσεις, κοινωνικές πολιτικές που περιορίζουν τον αποκλεισμό, εκπαίδευση που καλλιεργεί την κριτική σκέψη και πολίτες που δεν αντιμετωπίζουν την αδικία ως κάτι φυσιολογικό, εφόσον δεν αφορά τους ίδιους.

Απαιτεί, επίσης, συνέπεια. Δεν μπορεί κάποιος να υπερασπίζεται την ελευθερία όταν αφορά τους ομοϊδεάτες του και να την αρνείται στους αντιπάλους του. Δεν μπορεί να καταγγέλλει τις διακρίσεις σε μία χώρα και να τις δικαιολογεί σε μια άλλη. Δεν μπορεί να επικαλείται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια επιλεκτικά, ανάλογα με την εθνικότητα, τη θρησκεία, την κοινωνική θέση ή την πολιτική ταυτότητα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί του.

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν υπόσχεται έναν κόσμο χωρίς συγκρούσεις και αντιθέσεις. Θέτει, όμως, ένα κοινό μέτρο με το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τις κοινωνίες, τις κυβερνήσεις και τις δικές μας πράξεις. Μας υπενθυμίζει ότι η αξία μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από τον πλούτο της, την τεχνολογική της πρόοδο ή την ισχύ της, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνους που διαθέτουν τη μικρότερη δύναμη να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Τελικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι απλώς τριάντα άρθρα σε ένα ιστορικό κείμενο. Είναι το καθημερινό ερώτημα αν κάθε άνθρωπος μπορεί να ζει χωρίς φόβο, να εργάζεται χωρίς εξευτελισμό, να εκφράζεται χωρίς διώξεις, να μορφώνεται χωρίς αποκλεισμούς, να απολαμβάνει τα στοιχειώδη αγαθά της ζωής και να αντιμετωπίζεται ως ισότιμο μέλος της ανθρώπινης κοινότητας.

Γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν κρίνονται από το πόσο εύκολα τα αναγνωρίζουμε στα λόγια, αλλά από το πόσο αποφασιστικά τα υπερασπιζόμαστε στην πράξη. Και η πραγματική τους αξία αποκαλύπτεται κάθε φορά που καλούμαστε να προστατεύσουμε τα δικαιώματα ενός ανθρώπου που δεν έχει τη δύναμη, τη φωνή ή την εξουσία να τα διεκδικήσει μόνος του.


18/10/26

Υλισμός και Φύση: η οικολογία του Μαρξ.



Η φύση δεν είναι εμπόρευμα: Το μεταβολικό ρήγμα του καπιταλισμού και η οργανωμένη λεηλασία της ζωής.

Υπάρχει μια παράξενη λογιστική στον κόσμο της οικονομίας. Όταν ένα δάσος καίγεται, υπολογίζονται οι ζημιές. Όταν όμως το ίδιο δάσος μετατρέπεται σε εμπορεύσιμη ξυλεία, η καταστροφή καταγράφεται ως παραγωγή. Όταν ένα βουνό ισοπεδώνεται για να εγκατασταθούν βιομηχανικές υποδομές, η πληγή στο τοπίο βαφτίζεται επένδυση. Κι όταν ένα ποτάμι χάνει τη φυσική του ροή για να υπηρετήσει κάποια οικονομική δραστηριότητα, η διατάραξη ενός ολόκληρου οικοσυστήματος μπορεί να εμφανιστεί ως αναπτυξιακό επίτευγμα.

Το μυστικό βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μετράμε τον κόσμο. Η οικονομία διαθέτει λογιστικά βιβλία για τα κέρδη, τις ζημιές, τις αποδόσεις και τις επενδύσεις. Δεν διαθέτει, όμως, έναν ισοδύναμο τρόπο να καταγράψει την απώλεια ενός αιωνόβιου δάσους, την εξαφάνιση ενός είδους, την καταστροφή του εδάφους ή τη σιωπή ενός τόπου από τον οποίο εξαφανίστηκαν τα πουλιά.

Ή, ακριβέστερα, τα καταγράφει μόνο όταν η καταστροφή αρχίζει να κοστίζει χρήματα.

Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της οικολογικής σκέψης του Τζον Μπέλαμι Φόστερ, στο βιβλίο του "Marx's Ecology: Materialism and Nature", που εκδόθηκε το 2000. Ο Φόστερ επιχειρεί να αποκαταστήσει μια διάσταση του μαρξικού έργου που συχνά παραμερίστηκε: τη βαθιά σχέση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή, τις φυσικές επιστήμες και τους υλικούς όρους της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Μαρξ δεν αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως έναν κυρίαρχο θεατή που στέκεται έξω από τη φύση και αποφασίζει τι θα κάνει μαζί της. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, ένα έμβιο ον που επιβιώνει μετασχηματίζοντας τον φυσικό κόσμο, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται από τις ισορροπίες του. Η εργασία διαμεσολαβεί αυτή τη σχέση. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι οι άνθρωποι επεμβαίνουν στη φύση. Είναι ότι οργανώνουν την επέμβασή τους με τέτοιον τρόπο, ώστε να υπονομεύουν τους ίδιους τους όρους της ζωής τους.

Και εδώ αρχίζει η πραγματική κριτική.

🌳 Το μεταβολικό ρήγμα: όταν η γη παύει να αναπνέει.

Ο Φόστερ επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια του μεταβολικού ρήγματος, η οποία στηρίζεται στη μαρξική ανάλυση της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και τις φυσικές διαδικασίες.

Η αφετηρία βρίσκεται στη γεωργία του 19ου αιώνα. Ο Μαρξ, επηρεασμένος μεταξύ άλλων από τον Γερμανό χημικό Γιούστους φον Λίμπιχ, παρατήρησε ότι η καπιταλιστική οργάνωση της γεωργικής παραγωγής απομάκρυνε θρεπτικά συστατικά από το έδαφος χωρίς να εξασφαλίζει την επιστροφή τους. Η τροφή παραγόταν στην ύπαιθρο, μεταφερόταν στις πόλεις, καταναλωνόταν από τους πληθυσμούς και κατέληγε στα αστικά απόβλητα. Τα συστατικά που είχαν αφαιρεθεί από τη γη δεν επέστρεφαν οργανωμένα σε αυτήν.

Η φύση λειτουργούσε ως αποθήκη πρώτων υλών και ως αποδέκτης αποβλήτων. Η παραγωγή αυξανόταν, αλλά η φυσική αναπαραγωγή της γονιμότητας διαταρασσόταν.

Αυτό είναι το μεταβολικό ρήγμα: η διατάραξη των φυσικών ανταλλαγών που συντηρούν τη ζωή, εξαιτίας ενός κοινωνικού συστήματος που οργανώνει την παραγωγή με προτεραιότητα τη συσσώρευση του πλούτου.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται, βέβαια, στη γεωργία του 19ου αιώνα. Σήμερα το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται σε πλανητική κλίμακα. Εξορύσσουμε ορυκτά καύσιμα που χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν, απελευθερώνουμε στην ατμόσφαιρα άνθρακα που ήταν αποθηκευμένος στο υπέδαφος και διαταράσσουμε το κλιματικό σύστημα από το οποίο εξαρτώνται οι κοινωνίες μας. Εξαντλούμε υδροφορείς, κατακερματίζουμε οικοτόπους, επιβαρύνουμε τα εδάφη και μεταφέρουμε τις συνέπειες της παραγωγής σε περιοχές και πληθυσμούς που συχνά δεν απολαμβάνουν ούτε τα κέρδη της.

Η οικονομία επιταχύνει τον μεταβολισμό της, ενώ τα οικοσυστήματα δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον ίδιο ρυθμό.

Το κεφάλαιο απαιτεί διαρκή κίνηση. Η φύση χρειάζεται χρόνο.

Και ο χρόνος της φύσης δεν υπακούει στα χρονοδιαγράμματα των επενδύσεων.

🌳  Ο πλανήτης ως επιχείρηση.

Ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται να μισεί τη φύση για να την καταστρέψει. Αρκεί να την αντιμετωπίζει ως μέσο παραγωγής κέρδους.

Ένας επιχειρηματίας μπορεί να αγαπά πραγματικά το βουνό, να φυτεύει δέντρα στον ελεύθερο χρόνο του και να ανακυκλώνει τα απορρίμματά του. Ωστόσο, όταν η επιχείρησή του λειτουργεί μέσα σε ένα ανταγωνιστικό σύστημα που επιβραβεύει τη μείωση του κόστους και την αύξηση της απόδοσης, η προσωπική του οικολογική ευαισθησία δεν αρκεί για να αλλάξει τους υλικούς κανόνες της παραγωγής.

Η συσσώρευση δεν έχει συνείδηση. Έχει μηχανισμό.

Κάθε επιχείρηση που δεν αυξάνει την ανταγωνιστικότητά της κινδυνεύει να χάσει τη θέση της στην αγορά. Κάθε επένδυση καλείται να αποδώσει. Κάθε φυσικός πόρος που μπορεί να ενταχθεί στην παραγωγή αποτελεί πιθανή πηγή εσόδων. Έτσι, ακόμη και η προστασία της φύσης μπορεί να μετατραπεί σε νέο πεδίο κερδοφορίας, με δικαιώματα εκπομπών, αντισταθμίσεις άνθρακα και χρηματοοικονομικά προϊόντα που αποτιμούν φυσικές λειτουργίες σε χρήμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοιο εργαλείο είναι άχρηστο ή ότι κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία προστασίας είναι υποκριτική. Σημαίνει ότι η εμπορευματοποίηση της φύσης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την προστασία της.

Μπορεί κανείς να αγοράσει ένα δικαίωμα εκπομπής. Δεν μπορεί να αγοράσει πίσω ένα είδος που εξαφανίστηκε.

Μπορεί να χρηματοδοτήσει μια αναδάσωση. Δεν μπορεί να δημιουργήσει με μια λογιστική εγγραφή το σύνθετο οικοσύστημα ενός ώριμου δάσους.

Μπορεί να υπολογίσει την αξία του νερού. Δεν μπορεί να περιορίσει την ύπαρξή του στην τιμή του.

Η αγορά είναι ικανή να αποτιμήσει πολλά πράγματα. Δεν είναι, όμως, σε θέση να αποφασίζει μόνη της ποια πράγματα πρέπει να παραμείνουν έξω από την αγορά.

🌳 Πράσινη ανάπτυξη ή πράσινη νομιμοποίηση;

Η εποχή μας ανακάλυψε έναν καινούργιο τρόπο να μιλά για την ανάπτυξη. Την ονομάζει πράσινη.

Η λέξη είναι ευχάριστη, σχεδόν καθησυχαστική. Επιτρέπει στις κυβερνήσεις, στις επιχειρήσεις και στους επενδυτές να παρουσιάζουν την οικονομική επέκταση ως μέρος της οικολογικής λύσης. Κάποιες φορές αυτό ανταποκρίνεται σε πραγματικές τεχνολογικές και ενεργειακές αλλαγές. Άλλες φορές, όμως, η πράσινη ορολογία λειτουργεί ως κάλυμμα μιας παλιάς αντίληψης: ότι η φύση μπορεί να προστατευθεί χωρίς να αμφισβητηθεί η διαρκής επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας.

Ας πάρουμε το παράδειγμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα είναι αναγκαία για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι κάθε εγκατάσταση ανεμογεννητριών ή φωτοβολταϊκών είναι αυτομάτως οικολογικά ορθή, ανεξάρτητα από τη θέση, την κλίμακα και τις επιπτώσεις της.

Όταν μια ενεργειακή επένδυση απαιτεί εκτεταμένους δρόμους σε δασικές περιοχές, διανοίξεις σε ορεινούς όγκους, εκχερσώσεις και νέες υποδομές μεταφοράς, η αξιολόγησή της δεν μπορεί να περιορίζεται στις εκπομπές που ενδέχεται να αποφεύγει. Πρέπει να περιλαμβάνει τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στη λειτουργία των οικοσυστημάτων, στο έδαφος, στο νερό και στο τοπίο.

Η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να είναι το άλλοθι για την υποβάθμιση της φύσης. Η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται χωροταξικό σχεδιασμό, επιστημονική τεκμηρίωση, δημοκρατική συμμετοχή και πραγματική σύγκριση εναλλακτικών λύσεων.

Το ίδιο ισχύει για τα δάση που καίγονται και αντιμετωπίζονται εκ των υστέρων ως διαθέσιμες εκτάσεις για άλλες χρήσεις. Η φωτιά δεν είναι πολεοδομικό εργαλείο. Η καταστροφή ενός οικοσυστήματος δεν δημιουργεί δικαίωμα ιδιοποίησής του.

Εδώ η οικολογική κριτική συναντά ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα: ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει για τη χρήση του κοινού φυσικού πλούτου;

Γιατί όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά με κριτήριο την οικονομική απόδοση, οι τοπικές κοινωνίες συχνά καλούνται απλώς να αποδεχθούν τις συνέπειες. Το βουνό βρίσκεται στον τόπο τους, αλλά η απόφαση για το μέλλον του μπορεί να λαμβάνεται πολύ μακριά από αυτόν.

Η φύση γίνεται τοπική όταν καταστρέφεται και παγκόσμια όταν κερδοφορεί.

🌳  Ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης του κόσμου.

Η οικολογική διάσταση του Μαρξ συνδέεται με μια βαθύτερη υλιστική αντίληψη της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είμαστε πνεύματα που κατοικούν προσωρινά σε ένα σώμα ούτε κυρίαρχοι ενός πλανήτη που μας παραδόθηκε για απεριόριστη εκμετάλλευση.

Είμαστε οργανισμοί που αναπνέουν αέρα, καταναλώνουν νερό, εξαρτώνται από τα εδάφη, τα φυτά, τους μικροοργανισμούς και τις αμέτρητες σχέσεις που συγκροτούν τα οικοσυστήματα.

Η τροφή μας δεν παράγεται από τις οικονομικές θεωρίες. Η βροχή δεν υπακούει στους δείκτες του χρηματιστηρίου. Το έδαφος δεν γνωρίζει την έννοια της ανάπτυξης. Όλα αυτά λειτουργούν σύμφωνα με φυσικές διεργασίες, τις οποίες μπορούμε να κατανοήσουμε εν μέρει, να επηρεάσουμε και να διαταράξουμε, αλλά όχι να καταργήσουμε χωρίς συνέπειες.

Αυτή η διαπίστωση δεν οδηγεί στην εξιδανίκευση μιας παρθένας φύσης, απαλλαγμένης από κάθε ανθρώπινη παρουσία. Ούτε απαιτεί την επιστροφή σε μια φανταστική προβιομηχανική κοινωνία. Ο άνθρωπος πάντοτε επενέβαινε στο περιβάλλον του. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο, σε ποια κλίμακα και με ποιους κοινωνικούς σκοπούς.

Μια κοινωνία μπορεί να χρησιμοποιεί τη γνώση και την τεχνολογία για να περιορίζει την κατασπατάληση, να αποκαθιστά οικοσυστήματα, να μειώνει τις εκπομπές και να καλύπτει τις ανάγκες των ανθρώπων με λιγότερη υλική επιβάρυνση. Μπορεί, αντίθετα, να χρησιμοποιεί την ίδια γνώση για να εξορύσσει ταχύτερα, να παράγει περισσότερα περιττά προϊόντα και να μεταφέρει τις συνέπειες της κατανάλωσής της σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η τεχνολογία από μόνη της. Είναι η κοινωνική οργάνωση της τεχνολογίας.

Δεν είναι η παραγωγή γενικά. Είναι η παραγωγή που υποτάσσει τις ανθρώπινες ανάγκες και τα φυσικά όρια στην απεριόριστη διεύρυνση της αξίας.

🌳 Από την οικολογική ηθική στην κοινωνική αλλαγή.

Εδώ βρίσκεται η διαφωνία του Φόστερ με τις προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν την οικολογική κρίση κυρίως ως κρίση συνείδησης.

Ασφαλώς, οι αξίες έχουν σημασία. Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών, η μείωση της σπατάλης και η προστασία της βιοποικιλότητας είναι αναγκαίες πλευρές της οικολογικής δράσης. Όμως, η ατομική υπευθυνότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που απαιτούνται.

Ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει ένα προϊόν με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Δεν μπορεί μόνος του να ανασχεδιάσει το ενεργειακό σύστημα, να επιβάλει βιώσιμες μεταφορές ή να προστατεύσει έναν ορεινό όγκο από μια καταστροφική χωροθέτηση.

Μπορεί να ανακυκλώνει. Δεν μπορεί να αποφασίζει μόνος του ποια προϊόντα παράγονται, πόσο διαρκούν και πόση συσκευασία τα περιβάλλει.

Μπορεί να σβήνει τα φώτα. Δεν μπορεί να καθορίζει τη συνολική ενεργειακή πολιτική.

Η μεταφορά ολόκληρης της ευθύνης στο άτομο είναι βολική για τα συστήματα που διατηρούν ανέπαφους τους μηχανισμούς παραγωγής. Μετατρέπει ένα δομικό πρόβλημα σε ατελείωτη άσκηση προσωπικής ηθικής.

Ο πολίτης καλείται να αισθάνεται ένοχος για το πλαστικό ποτήρι του, ενώ οι αποφάσεις που διαμορφώνουν τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές πιέσεις λαμβάνονται σε πολύ διαφορετική κλίμακα.

Η λύση δεν είναι να απαλλάξουμε το άτομο από κάθε ευθύνη. Είναι να πάψουμε να προσποιούμαστε ότι η ευθύνη του εξαντλεί το πρόβλημα.

Χρειάζονται θεσμοί που προστατεύουν τα κοινά αγαθά, δημόσιος έλεγχος κρίσιμων υποδομών, δημοκρατικός σχεδιασμός της παραγωγής, περιορισμός της σπατάλης και ισχυρή περιβαλλοντική νομοθεσία. Χρειάζεται, επίσης, μια κοινωνία που θα μπορεί να διακρίνει την κάλυψη πραγματικών αναγκών από την τεχνητή παραγωγή νέων επιθυμιών αποκλειστικά για τη διεύρυνση της κατανάλωσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι δημόσιο είναι αυτομάτως οικολογικό ή ότι κάθε κρατική παρέμβαση προστατεύει τη φύση. Η ιστορία έχει δείξει ότι και κρατικά οργανωμένες οικονομίες μπορούν να προκαλέσουν τεράστιες περιβαλλοντικές καταστροφές. Η αλλαγή ιδιοκτησίας, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, οικολογικό σχεδιασμό και κοινωνική λογοδοσία, δεν αρκεί.

Η οικολογική χειραφέτηση απαιτεί να αλλάξει όχι μόνο ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, αλλά και ποιος αποφασίζει τους σκοπούς της παραγωγής και ποια όρια δεσμεύουν τις αποφάσεις του.

🌳 Η ελευθερία έχει φυσικά όρια.

Η ιδέα της αέναης ανάπτυξης στηρίζεται σε μια επικίνδυνη παρανόηση: ότι η ανθρώπινη ελευθερία ταυτίζεται με την απεριόριστη δυνατότητα κατανάλωσης.

Όμως, ένας κόσμος στον οποίο όλα μπορούν να εξορυχθούν, να κατασκευαστούν, να πουληθούν και να καταναλωθούν δεν είναι αναγκαστικά ένας κόσμος μεγαλύτερης ελευθερίας. Μπορεί να είναι ένας κόσμος στον οποίο η κοινωνία εξαρτάται όλο και περισσότερο από μηχανισμούς που καταστρέφουν τις υλικές προϋποθέσεις της αυτονομίας της.

Ποια ελευθερία έχει μια κοινότητα όταν το νερό της εξαντλείται; Ποια ελευθερία έχει ένας αγρότης όταν το έδαφός του υποβαθμίζεται; Ποια ελευθερία έχει μια επόμενη γενιά όταν παραλαμβάνει ένα κλίμα ασταθέστερο, λιγότερη βιοποικιλότητα και οικοσυστήματα με μειωμένη ανθεκτικότητα;

Η ελευθερία δεν μπορεί να μετριέται μόνο με τον αριθμό των επιλογών που προσφέρει η αγορά. Πρέπει να μετριέται και με τις πραγματικές δυνατότητες ζωής που διαθέτει ο άνθρωπος.

Η δυνατότητα να αναπνέει καθαρό αέρα, να έχει πρόσβαση σε ασφαλές νερό, να ζει σε ένα υγιές περιβάλλον και να συμμετέχει στις αποφάσεις που καθορίζουν τον τόπο του δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υλική προϋπόθεση της ελευθερίας.

Η φύση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ζήτημα πολιτικής. Αποτελεί το έδαφος πάνω στο οποίο ασκείται κάθε πολιτική.

🌳 Το μέλλον δεν είναι επενδυτικό σχέδιο.

Το μεταβολικό ρήγμα δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια. Είναι η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη ζωή μας και στις φυσικές διαδικασίες που την καθιστούν δυνατή.

Είναι η απόσταση ανάμεσα στην οικονομία που απαιτεί διαρκή επέκταση και στα οικοσυστήματα που έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες αναγέννησης. Ανάμεσα στο προϊόν που κυκλοφορεί γρήγορα και στο δάσος που χρειάζεται δεκαετίες ή αιώνες για να αποκτήσει τη δομή ενός ώριμου οικοσυστήματος. Ανάμεσα στο άμεσο κέρδος και στις συνέπειες που μεταφέρονται στο μέλλον.

Ο Φόστερ μάς βοηθά να δούμε ότι η οικολογική κρίση δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνουν την παραγωγή. Και ο Μαρξ, διαβασμένος μέσα από αυτή την οπτική, δεν είναι ο απολογητής μιας αχαλίνωτης βιομηχανικής προόδου, αλλά ένας στοχαστής που μας επιτρέπει να εξετάσουμε κριτικά τη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη κοινωνία και τους φυσικούς όρους της ύπαρξής της.

Το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσει ο άνθρωπος να δημιουργεί. Είναι να πάψει να καταστρέφει τους όρους που καθιστούν τη δημιουργία δυνατή.

Δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια εξιδανικευμένη εποχή χωρίς μηχανές. Είναι να αποκτήσουμε τον συλλογικό έλεγχο των μηχανών, της ενέργειας και της παραγωγής, ώστε να υπηρετούν τη ζωή αντί να την υποτάσσουν.

Δεν είναι να αντικαταστήσουμε το γκρίζο της βιομηχανίας με ένα διαφημιστικό πράσινο. Είναι να αμφισβητήσουμε την αντίληψη ότι κάθε σπιθαμή γης πρέπει να αποδίδει οικονομικά για να δικαιολογεί την ύπαρξή της.

Ένα δάσος δεν χρειάζεται να αποφέρει έσοδα για να αξίζει να υπάρχει. Ένας υγρότοπος δεν χρειάζεται να γίνει τουριστικό αξιοθέατο για να προστατευθεί. Ένα βουνό δεν οφείλει να παράγει ηλεκτρική ενέργεια, όπως ένα ποτάμι δεν οφείλει να μετατραπεί σε υποδομή.

Υπάρχουν πράγματα που έχουν αξία ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να γίνουν εμπορεύματα.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ριζοσπαστική οικολογική ιδέα: να πάψει η κοινωνία να αντιμετωπίζει τη φύση ως εξωτερικό αντικείμενο της οικονομίας και να αναγνωρίσει ότι η οικονομία είναι εκείνη που αποτελεί ένα μικρό, εξαρτημένο μέρος της φύσης.

Γιατί το κεφάλαιο μπορεί να μετακινήσει τα εργοστάσιά του, να μεταφέρει τις επενδύσεις του, να αλλάξει χώρες, αγορές και νομίσματα. Η ζωή, όμως, δεν διαθέτει έναν δεύτερο πλανήτη για να μετακομίσει όταν εξαντληθούν οι όροι της ύπαρξής της.

Η φύση δεν είναι το κεφάλαιο που περιμένει να αξιοποιηθεί. Είναι ο κόσμος που μας επιτρέπει να υπάρχουμε. Και καμία οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη όταν, για να αυξήσει τον πλούτο της, καταστρέφει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του.


17/10/26

Η «Αόρατη» Ρωγμή: το Παράδοξο του Πράσινου Καπιταλισμού.


Η Οικολογική Ρωγμή: Γιατί η Κλιματική Κρίση Είναι Κρίση του Καπιταλισμού.

Στις μέρες μας, η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή κυριαρχείται από όρους όπως «ανθρακικό αποτύπωμα», «πράσινη μετάβαση» και «βιώσιμη ανάπτυξη». Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν την οικολογική καταστροφή ως ένα τεχνικό πρόβλημα που χρειάζεται απλώς καλύτερη τεχνολογία ή πιο αυστηρούς κανόνες στην αγορά.

Το 2010, οι κοινωνιολόγοι John Bellamy Foster, Brett Clark και Richard York δημοσίευσαν ένα βιβλίο-σταθμό με τίτλο «Η Οικολογική Ρωγμή: Ο Πόλεμος του Καπιταλισμού στον Πλανήτη» (The Ecological Rift: Capitalism's War on the Earth). Η κεντρική τους ιδέα είναι απλή αλλά ριζοσπαστική: Η οικολογική κρίση δεν είναι ένα τυχαίο λάθος του συστήματος, αλλά δομικό στοιχείο του καπιταλισμού.

🌳 Τι είναι η «Μεταβολική Ρωγμή»;

Για να εκφράσουν τη διαταραχή της σχέσης μας με τη φύση, οι συγγραφείς βασίστηκαν σε μια ξεχασμένη έννοια του Καρλ Μαρξ: τη «μεταβολική ρωγμή» (metabolic rift).

Όπως ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται έναν υγιή μεταβολισμό για να επιβιώσει, έτσι και η ανθρώπινη κοινωνία έχει έναν «μεταβολικό» δεσμό με τη φύση. Παίρνουμε πόρους από το περιβάλλον και επιστρέφουμε σε αυτό τα υπολείμματα.

Τον 19ο αιώνα, ο Μαρξ παρατήρησε ότι η βιομηχανική γεωργία διέκοψε αυτόν τον κύκλο. Τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους (όπως το άζωτο και ο φώσφορος) έφευγαν από την επαρχία με τη μορφή τροφίμων για να θρέψουν τους εργάτες στις πόλεις. Αντί όμως να επιστρέψουν στο χώμα ως φυσικό λίπασμα, κατέληγαν να μολύνουν τα ποτάμια των πόλεων. Αυτό δημιούργησε μια «ρωγμή» στον φυσικό μεταβολισμό της γης.

Σήμερα, οι Foster, Clark και York υποστηρίζουν ότι αυτή η ρωγμή έχει γίνει παγκόσμια και εκτείνεται από την κλιματική αλλαγή μέχρι την ψηφιακή και την αγροδιατροφική μας πραγματικότητα.

🦫 Η Οικολογία της Τροφής: Η «Ληστεία» του Εδάφους και των Ζώων.

Η πιο άμεση έκφανση της μεταβολικής ρωγμής σήμερα βρίσκεται στο πιάτο μας. Το σύγχρονο καπιταλιστικό μοντέλο έχει μετατρέψει την τροφή από βασικό αγαθό επιβίωσης σε ένα άκρως κερδοσκοπικό βιομηχανικό προϊόν. Αυτή η «οικολογία της τροφής» αναδεικνύει τρία τεράστια προβλήματα:

1.Η εξάντληση του εδάφους και τα χημικά: Επειδή το βιομηχανικό σύστημα εξαντλεί τα φυσικά συστατικά του εδάφους για να παράγει μαζικά και γρήγορα, προσπαθεί να «μπαλώσει» τη ρωγμή χρησιμοποιώντας τεράστιες ποσότητες χημικών λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων. Αυτά τα χημικά μολύνουν τον υδροφόρο ορίζοντα και νεκρώνουν τους ωκεανούς (μέσω του ευτροφισμού), δημιουργώντας νέες οικολογικές ρωγμές.

2.Η ληστεία της φύσης και η βιομηχανική κτηνοτροφία: Η μαζική παραγωγή κρέατος βασίζεται σε εργοστασιακές φάρμες που αντιμετωπίζουν τα ζώα ως απλές μηχανές παραγωγής κέρδους. Για να τραφούν αυτά τα δισεκατομμύρια ζώα, αποψιλώνονται παρθένα δάση (όπως ο Αμαζόνιος) για να φυτευτεί σόγια, καταστρέφοντας τη βιοποικιλότητα του πλανήτη.

3.Το παράδοξο των χιλιομέτρων της τροφής (Food Miles): Στο παγκοσμιοποιημένο εμπόριο, είναι οικονομικά πιο «συμφέρον» για το κεφάλαιο να παράγεται ένα προϊόν στη μία άκρη του κόσμου, να συσκευάζεται σε μια δεύτερη και να καταναλώνεται σε μια τρίτη. Αυτό το παράλογο ταξίδι της τροφής απαιτεί τόνους πλαστικού και τεράστιες καύσεις ορυκτών καυσίμων, αποξενώνοντας πλήρως τον άνθρωπο από την τοπική του γη.

🪫Το «Αόρατο» Κόστος της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI).

Η ρωγμή όμως δεν είναι μόνο αγροτική· επεκτείνεται και στην αιχμή της τεχνολογίας. Πολλοί πιστεύουν ότι η ψηφιακή οικονομία και η Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative AI), επειδή βρίσκονται στο "Cloud", είναι καθαρές. Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική.

Το AI απαιτεί γιγαντιαία Data Centers (Κέντρα Δεδομένων) που λειτουργούν ασταμάτητα. Σύμφωνα με στοιχεία του International Energy Agency (IEA), μια απλή ερώτηση στο ChatGPT καταναλώνει περίπου 10 φορές περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από μια παραδοσιακή αναζήτηση στη Google. Επιπλέον, για να μην υπερθερμανθούν αυτοί οι υπερυπολογιστές, καταναλώνουν δισεκατομμύρια λίτρα καθαρού νερού για ψύξη, στερεύοντας τους υδροφόρους ορίζοντες τοπικών κοινοτήτων.

☣️ Από τις «Ρωγμές» στις «Μετατοπίσεις».

Όταν το σύστημα έρχεται αντιμέτωπο με τα οικολογικά όρια που το ίδιο εξαντλεί, σπάνια λύνει το πρόβλημα. Αντίθετα, εφαρμόζει αυτό που οι συγγραφείς ονομάζουν «μετατοπίσεις» (shifts):

•Γεωγραφική μετατόπιση: Μεταφορά των πιο ρυπογόνων βιομηχανιών, των Data Centers ή των μονοκαλλιεργειών από τις πλούσιες χώρες σε περιοχές του Παγκόσμιου Νότου, όπου οι περιβαλλοντικοί νόμοι είναι χαλαροί και οι πόροι φθηνότεροι.

•Τεχνολογική μετατόπιση: Όταν στερεύουν τα εύκολα προσβάσιμα κοιτάσματα, το σύστημα στρέφεται σε πιο επικίνδυνες μεθόδους (όπως οι εξορύξεις στην Αρκτική, το fracking ή τα μεταλλαγμένα τρόφιμα), δημιουργώντας νέα, χειρότερα προβλήματα.

💸 Γιατί ο «Πράσινος Καπιταλισμός» Είναι Μύθος;

Το βιβλίο ασκεί σκληρή κριτική στις λεγόμενες «πράσινες αγορές» (όπως το εμπόριο ρύπων ή τα βιολογικά προϊόντα πολυτελείας ως μοναδική λύση). Η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της δεν αρκεί λόγω του Παραδόξου του Jevons:

Όταν η τεχνολογία κάνει μια διαδικασία πιο αποδοτική (π.χ. microchips που καίνε λιγότερο ρεύμα ή τρακτέρ που καίνε λιγότερο καύσιμο), το κόστος πέφτει. Αντί όμως να μειωθεί η παραγωγή, ο καπιταλισμός το εκμεταλλεύεται για να παράγει και να πουλήσει πολλαπλάσια προϊόντα, αυξάνοντας τελικά τη συνολική ζημιά και την κατανάλωση ενέργειας.

✊️ Συμπέρασμα: Αλλαγή Συστήματος, Όχι Κλίματος.

Το μήνυμα της «Οικολογικής Ρωγμής» είναι ξεκάθαρο: Δεν μπορούμε να λύσουμε την κλιματική και τη διατροφική κρίση χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία της αγοράς που τις δημιούργησαν.

Η πραγματική βιωσιμότητα απαιτεί μια ριζική στροφή προς τον οικοσοσιαλισμό και την διατροφική κυριαρχία (food sovereignty). Χρειαζόμαστε μια κοινωνία όπου η τροφή, η ενέργεια και η τεχνολογία δεν θα παράγονται με γνώμονα το τυφλό κέρδος των πολυεθνικών, αλλά με βάση τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων και τον απόλυτο σεβασμό στους φυσικούς κύκλους της Γης. Η αποκατάσταση αυτής της "μεταβολικής ρωγμής" είναι, τελικά, ζήτημα επιβίωσης για όλους μας.

Το καλάθι της νοικοκυράς.



Το καλάθι της νοικοκυράς ήταν κάποτε μια μικρή αποθήκη καθημερινής αισιοδοξίας. Λίγο ψωμί, γάλα, αυγά, όσπρια, φρούτα, ένα κομμάτι τυρί. Πράγματα αυτονόητα, που δεν απαιτούσαν οικονομικό σχεδιασμό ούτε τη συμβουλή ειδικού. Σήμερα, πριν γεμίσει το καλάθι, αδειάζει το πορτοφόλι. Κι ανάμεσα στα ράφια του σούπερ μάρκετ, ο καταναλωτής εξασκείται σε μια καινούργια επιστήμη: την αριθμητική της στέρησης.

Η ακρίβεια έχει το δικό της χιούμορ. Οι τιμές ανεβαίνουν με την άνεση ασανσέρ πολυτελούς ξενοδοχείου, ενώ οι μισθοί ανεβαίνουν με την ταχύτητα ηλικιωμένου σαλιγκαριού. Κάθε τόσο ανακοινώνονται μέτρα, πλαφόν, έλεγχοι και καλάθια με ειδικές προσφορές. Η πολιτική ανακαλύπτει το περιεχόμενο του ψυγείου, λες και μέχρι χθες η οικονομία ήταν μια αφηρημένη εξίσωση χωρίς ανθρώπους που πεινούν.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι η μεταμόρφωση του ίδιου του καταναλωτή. Εκεί που άλλοτε διάλεγε τι θέλει να φάει, τώρα υπολογίζει τι μπορεί να μην αγοράσει. Συγκρίνει τιμές ανά κιλό, κυνηγά προσφορές, αλλάζει μάρκες, εγκαταλείπει αγαπημένες γεύσεις. Το κρέας γίνεται πολυτέλεια, το ψάρι περιστασιακή γιορτή και τα φρούτα αγοράζονται με το τεμάχιο. Η διατροφή, από καθημερινή ανάγκη και απόλαυση, μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση με το ταμείο.

Κι εδώ αρχίζει η κοινωνική ειρωνεία. Οι διαφημίσεις υπόσχονται αφθονία, τα ράφια ξεχειλίζουν από προϊόντα και οι οθόνες μάς καλούν να καταναλώσουμε περισσότερο. Μόνο που η αφθονία των εμπορευμάτων δεν σημαίνει αφθονία στη ζωή των ανθρώπων. Μπορεί ένα κατάστημα να είναι γεμάτο και το τραπέζι ενός σπιτιού φτωχό. Η αγορά έχει ό,τι επιθυμείς, αρκεί να διαθέτεις το απαραίτητο εισιτήριο: χρήματα.

Και το καλάθι δεν είναι τελικά υπόθεση μόνο της νοικοκυράς. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Γιατί η ακρίβεια δεν μοιράζεται ισότιμα. Για τον εύπορο, μια αύξηση τιμών είναι ενόχληση. Για τον χαμηλόμισθο, είναι ένα γεύμα λιγότερο, ένα φάρμακο που αναβάλλεται, μια ανάγκη που βαφτίζεται περιττή. Όσο μικρότερο είναι το εισόδημα, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι του καταναλώνεται για να εξασφαλιστούν τα στοιχειώδη. Κι έτσι, η φτώχεια δεν μετριέται μόνο με όσα λείπουν, αλλά και με όσα αναγκάζεται κανείς να στερηθεί ενώ τα βλέπει μπροστά του.

Το καλάθι της νοικοκυράς, λοιπόν, είναι κάτι περισσότερο από ένας δείκτης τιμών. Είναι ένας καθρέφτης της οικονομικής πολιτικής, της κατανομής του πλούτου και των κοινωνικών προτεραιοτήτων. Εκεί φαίνεται αν η ανάπτυξη φτάνει στο τραπέζι ή αν σταματά στις βιτρίνες των αριθμών. Εκεί δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια μιας κοινωνίας, όχι στις πανηγυρικές ανακοινώσεις των υπουργείων.

Γιατί ο πολιτισμός μιας χώρας δεν μετριέται από τα πολυτελή εστιατόριά της, αλλά από το αν οι άνθρωποί της μπορούν να αγοράσουν τα τρόφιμα που χρειάζονται χωρίς να κάνουν λογαριασμούς μπροστά σε κάθε ράφι.

Όταν το ψωμί γίνεται είδος πολυτελείας, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο καλάθι. Βρίσκεται σε μια κοινωνία που έμαθε να μετρά την επιτυχία με τα κέρδη εκείνων που γεμίζουν τις αποθήκες και όχι με την αξιοπρέπεια εκείνων που προσπαθούν να γεμίσουν το τραπέζι τους.


14/10/26

«Geteilter Schmerz»: Η γελοιογραφία του 1929 που αποτύπωσε τον εύθραυστο γάμο Βατικανού και Μουσολίνι.

 


Όταν ο Πάπας συνάντησε τον Μουσολίνι: Μια γελοιογραφία του 1929 αποκαλύπτει τα παρασκήνια των Συνθηκών του Λατερανού.

Τον Φεβρουάριο του 1929, μια ιστορική υπογραφή άλλαξε τον παγκόσμιο γεωπολιτικό και θρησκευτικό χάρτη. Το Βατικανό γεννήθηκε ως ανεξάρτητο κράτος. Λίγους μήνες αργότερα, στις 3 Ιουνίου 1929, το θρυλικό γερμανικό σατιρικό περιοδικό Simplicissimus κυκλοφόρησε με ένα εξώφυλλο που έμελλε να μείνει στην ιστορία.

Ο καλλιτέχνης Erich Schilling αποτύπωσε με την πιο καυστική του πένα μια αλήθεια που οι επίσημοι διπλωμάτες προσπαθούσαν να κρύψουν κάτω από το χαλί: την αναγκαστική, σχεδόν «σιαμαία» ένωση της θρησκευτικής και της φασιστικής εξουσίας.

✏️ Η Γελοιογραφία: Δύο Κυρίαρχοι, Μισή Κυριαρχία.

Στο κέντρο του εξωφύλλου δεσπόζει ένα σώμα με δύο πρόσωπα: από τη μία πλευρά, ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ με το λευκό του ράσο και τον σταυρό, και από την άλλη, ο Μπενίτο Μουσολίνι με το σκυθρωπό, αυταρχικό του βλέμμα.

Στις παλάμες τους, δύο μικροσκοπικές φιγούρες αποκαλύπτουν τους «κόσμους» τους: ένας καθολικός πιστός που υποκλίνεται με ευλάβεια στον Πάπα και ένας φασίστας που χαιρετά ρωμαϊκά τον Ντούτσε.

Η λεζάντα στο πάνω μέρος παραφράζει μια γερμανική παροιμία: «Ο μοιρασμένος πόνος είναι διπλός πόνος». Στο κάτω μέρος, το χτύπημα είναι ακόμα πιο βαθύ: «Είμαι κυρίαρχος, είναι κυρίαρχος – άρα είμαστε και οι δύο μισοί-μισοί κυρίαρχοι».

Τι ήταν όμως αυτό που οδήγησε έναν από τους πιο ισχυρούς θρησκευτικούς ηγέτες του κόσμου και έναν στυγνό φασίστα δικτάτορα να μοιραστούν το ίδιο «σώμα»; Για να το καταλάβουμε, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω.

⛪️ Το «Ρωμαϊκό Ζήτημα» και ο ...Αιχμάλωτος του Βατικανού.

Μέχρι το 1870, ο Πάπας δεν είχε μόνο πνευματική εξουσία, αλλά κυβερνούσε τα Παπικά Κράτη, μια τεράστια εδαφική ζώνη στην κεντρική Ιταλία. Μέχρι τότε, η Ρώμη και η γύρω περιοχή προστατεύονταν από γαλλικά στρατεύματα που είχε στείλει ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄ για να υπερασπιστεί τον Πάπα. Ωστόσο, το 1870 ξέσπασε ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος. Η Γαλλία αναγκάστηκε να αποσύρει εσπευσμένα τη φρουρά της από τη Ρώμη για να πολεμήσει τους Πρώσους. Βρίσκοντας την ευκαιρία, ο βασιλιάς της Ιταλίας, Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄, έστειλε τον ιταλικό στρατό να περικυκλώσει τη Ρώμη. Στις 20 Σεπτεμβρίου, το ιταλικό πυροβολικό άνοιξε ρήγμα στα αρχαία τείχη της πόλης, κοντά στην πύλη Πόρτα Πία (Porta Pia). Μετά από μια σύντομη και συμβολική μάχη, ο Πάπας Πίος Θ΄ διέταξε τις παπικές δυνάμεις να παραδοθούν για να αποφευχθεί η άσκοπη ααιματοχυσία.  Η Ρώμη ενσωματώθηκε επίσημα στο Βασίλειο της Ιταλίας και ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της χώρας το 1871. Αυτή η κατάληψη σήμανε το τέλος των Παπικών Κρατών μετά από 1.000 χρόνια χρονικής και εδαφικής εξουσίας των Παπών.

Η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν ακραία. Ο Πάπας Πίος Θ΄ αρνήθηκε να αναγνωρίσει το νέο ιταλικό κράτος, απέρριψε κάθε αποζημίωση και αυτοανακηρύχθηκε «αιχμάλωτος του Βατικανού». Για σχεδόν 60 χρόνια, κανένας Πάπας δεν βγήκε από τα τείχη του Βατικανού, ενώ απαγορεύτηκε στους Καθολικούς να ψηφίζουν ή να συμμετέχουν στην ιταλική πολιτική. Αυτή η ανοιχτή πληγή ονομάστηκε «Ρωμαϊκό Ζήτημα» (Questione Romana).

💀 Ο Συμβιβασμός της Σκοπιμότητας (11 Φεβρουαρίου 1929).

Όταν ο Μουσολίνι ανέβηκε στην εξουσία το 1922, ήξερε ότι δεν μπορούσε να εδραιώσει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς με την Εκκλησία απέναντί του, σε μια χώρα όπου η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών ήταν βαθιά καθολικοί. Χρειαζόταν μια συμφωνία.

Έτσι, στις 11 Φεβρουαρίου 1929, υπογράφηκαν στο Παλάτι του Λατερανού οι ομώνυμες Συνθήκες, οι οποίες βασίζονταν σε ένα αμοιβαίο «δώσε και πάρε»:

1.Γέννηση ενός Κράτους: Η Ιταλία αναγνώρισε την επίσημη κυριαρχία και ανεξαρτησία της Πόλης του Βατικανού (μόλις 0,44 τ.χλμ.), καθιστώντας τον Πάπα απόλυτο μονάρχη του.

2.Οικονομικό «Μπαζούκα»: Το Βατικανό έλαβε μια τεράστια χρηματική αποζημίωση σε μετρητά και κρατικά ομόλογα για τα εδάφη που έχασε το 1870.

3.Θρησκευτικό Μονοπώλιο: Ο Ρωμαιοκαθολικισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του ιταλικού κράτους. Το μάθημα των θρησκευτικών έγινε υποχρεωτικό στα σχολεία και οι θρησκευτικοί γάμοι απέκτησαν αυτόματα νομική ισχύ.

🇮🇹 Μια Εύθραυστη Συγκατοίκηση.

Για τον Μουσολίνι, η συμφωνία ήταν ένας θρίαμβος προπαγάνδας. Παρουσιάστηκε διεθνώς ως ο ηγέτης που έφερε την ειρήνη. Ο ίδιος ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ τον χαρακτήρισε μάλιστα ως «έναν άνθρωπο που μας έστειλε η Θεία Πρόνοια».

Όμως, όπως ακριβώς προέβλεπε η γελοιογραφία του Simplicissimus, δύο απόλυτοι κυρίαρχοι δεν μπορούσαν να χωρέσουν εύκολα στο ίδιο σώμα. Πολύ σύντομα, το φασιστικό κράτος και η Εκκλησία συγκρούστηκαν για τον έλεγχο της νεολαίας. Ο Μουσολίνι ήθελε να διαπλάθει τυφλούς στρατιώτες του καθεστώτος, ενώ η Εκκλησία ήθελε να διατηρήσει τις δικές της οργανώσεις νεολαίας (Azione Cattolica).

🇻🇦 Η Κληρονομιά του Λατερανού.

Οι Συνθήκες του Λατερανού αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές από τον ίδιο τον Φασισμό. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του Μουσολίνι, οι συμφωνίες ενσωματώθηκαν στο δημοκρατικό Σύνταγμα της Ιταλίας το 1947. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1984 για να αναθεωρηθούν, καταργώντας πλέον τον Καθολικισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Το εξώφυλλο του Simplicissimus παραμένει μέχρι σήμερα ένα συγκλονιστικό μάθημα ιστορίας: μας θυμίζει ότι πίσω από τις μεγάλες, ιερές και πανηγυρικές συμφωνίες, κρύβεται σχεδόν πάντα η ψυχρή, ρεαλιστική πολιτική σκοπιμότητα και η εξουσία, θρησκευτική, πολιτική και κυρίως οικονομική.



Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο.


Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο: Το διαχρονικό μανιφέστο του Βασίλη Ραφαηλίδη για τον «ταλαίπωρο Έλληνα».

Υπάρχουν κάποια βιβλία που, αν και γράφτηκαν πριν από δεκαετίες, μοιάζουν σαν να κυκλοφόρησαν μόλις χθες. Ένα από αυτά είναι το «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο: Η ζωή ενός ταλαίπωρου Έλληνα» του Βασίλη Ραφαηλίδη, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1992. Με το γνωστό καυστικό, ειρωνικό και βαθιά πολιτικό του ύφος, ο κορυφαίος Έλληνας κριτικός και συγγραφέας παραδίδει ένα έργο που δεν είναι ούτε τυπική αυτοβιογραφία, ούτε ξερή ιστορική μελέτη. Είναι μια ακτινογραφία της νεοελληνικής ψυχής.

✒️ Η ιστορία μιας «χαμένης γενιάς».

Χρησιμοποιώντας ως όχημα τα δικά του βιώματα, ο Ραφαηλίδης δεν μιλάει μόνο για τον εαυτό του, αλλά για μια ολόκληρη «χαμένη γενιά». Αναφέρεται σε εκείνους που έζησαν ως παιδιά τον Πόλεμο και την Κατοχή, ως έφηβοι τον οδυνηρό Εμφύλιο, ως νέοι την ασφυκτική πρώτη Καραμανλική περίοδο και ως ώριμοι άνδρες τη βαρβαρότητα της Χούντας.

Μέσα από μια σειρά κειμένων (που αρχικά δημοσιεύτηκαν ως επιφυλλίδες στην εφημερίδα "Έθνος"), ο συγγραφέας επιλέγει με καθαρά συναισθηματικά κριτήρια διάφορα περιστατικά της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Το αποτέλεσμα; Μια σουρεαλιστική και ιλαροτραγική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, όπου το γέλιο μπερδεύεται γλυκά με την απόγνωση.

✒️ Γιατί ο Έλληνας παραμένει «ταλαίπωρος»;

Ο Ραφαηλίδης δεν χαρίζεται σε κανέναν, και λιγότερο απ' όλους στον ίδιο τον εαυτό του ή τον συνέλληνά του. Στο στόχαστρό του μπαίνουν:

1.Ο μικροαστισμός και ο επαρχιωτισμός: Σαρκάζει τις προκαταλήψεις, τη στενοκεφαλιά και την υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας, τις οποίες θεωρεί ρίζες της εγχώριας κακοδαιμονίας.

2.Η πολιτική αλλοτρίωση: Αναλύει πώς ο μέσος πολίτης εγκλωβίστηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιδεολογιών και στην ωμή ανάγκη για επιβίωση, καταλήγοντας πνευματικά και κοινωνικά ακρωτηριασμένος.

3.Η έννοια του «ημιτελούς θανάτου»: Ο τίτλος λειτουργεί ως μια ισχυρή μεταφορά. Ο «ημιτελής θάνατος» είναι η κατάσταση του ανθρώπου (και της ίδιας της χώρας) που κουβαλάει τόσα τραύματα από το παρελθόν, ώστε δεν μπορεί ούτε να ζήσει ολοκληρωμένα, αλλά ούτε και να πεθάνει οριστικά, παραμένοντας σε μια μόνιμη, εξαντλητική στασιμότητα.

✒️ Γιατί αξίζει να το διαβάσει κανείς σήμερα...

Το «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο» είναι μια κραυγή αγωνίας ντυμένη με κορυφαίο χιούμορ. Αν θέλει κανείς να καταλάβει γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης έφτασε στα σημερινά της αδιέξοδα, αν θέλει να γελάσει με τις παθογένειές μας αλλά και να προβληματιστεί βαθιά για το συλλογικό μας μέλλον, αυτό το βιβλίο των Εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου είναι το ιδανικό ανάγνωσμα.

Ο Ραφαηλίδης μας αφήνει μια πικρή αλλά αναγκαία παρακαταθήκη: για να γιατρευτεί ο «ταλαίπωρος Έλληνας», πρέπει πρώτα να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς αυταπάτες.

Η ζύμη της εξουσίας.



Η πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μα πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μαγιά και χρόνο. Μόνο που στην πολιτική το αλεύρι είναι ο λαός, το νερό οι υποσχέσεις και η μαγιά η φιλοδοξία εκείνων που θέλουν να φουσκώσουν πάνω από το μπόι τους.

Ο πολιτικός παίρνει τα υλικά, τα ανακατεύει με προσεκτικές δόσεις πατρίδας, θρησκείας, ασφάλειας και ανάπτυξης, κι ύστερα αφήνει το μείγμα να φουσκώσει. Όσο περισσότερο φουσκώνει, τόσο μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί. Κανείς δεν σκέφτεται να ρωτήσει πόσο ψωμί θα βγει τελικά. Η βιτρίνα έχει ήδη γεμίσει καρβέλια.

Κι εδώ αρχίζει η μαγειρική της εξουσίας. Γιατί άλλο η ζύμη κι άλλο το ψωμί. Η πρώτη υπόσχεται όγκο, το δεύτερο οφείλει να θρέψει. Η πολιτική, όμως, έχει ανακαλύψει πως μπορείς να πουλάς το πρώτο για το δεύτερο. Αρκεί να διαθέτεις καλό φούρνο, επικοινωνιακούς αρτοποιούς και μερικά κανάλια που θα μεταδίδουν αδιάκοπα τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου μέλλοντος.



Ο λαός ζυμώνεται καθημερινά. Με την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τους φόρους, την εργασία που δεν φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες της ζωής. Του λένε πως πρέπει να κάνει υπομονή, να σφίξει το ζωνάρι, να περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Κανείς δεν του εξηγεί γιατί εκείνοι που κρατούν τον φούρνο έχουν πάντα γεμάτο τραπέζι, ενώ εκείνοι που κουβαλούν τα σακιά με το αλεύρι συχνά δεν έχουν ούτε ψίχουλα.

Και η μαγιά δουλεύει. Φουσκώνει τους αριθμούς, τις δημοσκοπήσεις, τις προσδοκίες, τις προεκλογικές εξαγγελίες. Φουσκώνει τα βιογραφικά των σωτήρων και τις τσέπες των επιτήδειων. Κάθε τόσο αλλάζει η συνταγή, όχι όμως και οι μερίδες. Οι ίδιοι κάθονται στο τραπέζι της εξουσίας, οι ίδιοι μοιράζουν τα κομμάτια και οι υπόλοιποι καλούνται να χειροκροτήσουν την αρμονία του γεύματος.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η εξουσία δεν φοβάται τόσο τον πεινασμένο όσο εκείνον που θα μάθει να ξεχωρίζει τα υλικά. Γιατί ο πεινασμένος μπορεί να αρκεστεί σε μια υπόσχεση ψωμιού. Εκείνος, όμως, που γνωρίζει ποιος καλλιεργεί το σιτάρι, ποιος αλέθει το αλεύρι, ποιος ελέγχει την παραγωγή και ποιος καθορίζει την τιμή, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η πείνα δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα έλλειψης. Μπορεί να είναι και αποτέλεσμα διανομής.

Και τότε η συζήτηση παύει να αφορά τη συνταγή. Αφορά την ιδιοκτησία του φούρνου.

Αυτή είναι η λεπτομέρεια που αποφεύγει επιμελώς η πολιτική ρητορεία. Μας καλεί να διαλέξουμε τον αρτοποιό, αλλά σπάνια μας καλεί να συζητήσουμε ποιος κατέχει τον φούρνο, ποιος πληρώνει τα καύσιμα και ποιος αποφασίζει ποιος θα φάει. Μας προσφέρει εναλλαγές προσώπων ως υποκατάστατο της αλλαγής των σχέσεων. Και κάθε φορά που η ζύμη ξεφουσκώνει, ανακαλύπτει έναν καινούργιο εχθρό για να δικαιολογήσει το αποτυχημένο ψήσιμο.



Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι ότι η ζύμη δεν φουσκώνει αρκετά. Ίσως είναι ότι κάποιοι έχουν αποκτήσει το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζουν τι θα γίνει με αυτήν.

Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο ψηλά φουσκώνει το ψωμί της εξουσίας, αλλά από το αν φτάνει στο τραπέζι όλων.

Και η μεγαλύτερη πολιτική απάτη δεν είναι να σου πουλήσουν μπαγιάτικο ψωμί. Είναι να σε πείσουν πως, επειδή εσύ ζύμωσες το αλεύρι, ο φούρνος τούς ανήκει δικαιωματικά. Ο λαός δίνει το αλεύρι, η εξουσία κρατάει τον φούρνο, οι ολιγάρχες μοιράζουν τα καρβέλια και οι πολιτικοί εξηγούν στους πεινασμένους πως φταίει η συνταγή. Κι όταν η οργή αρχίζει να φουσκώνει, ρίχνουν λίγη μαγιά πατριωτισμού, έναν εχθρό απ’ έξω και δυο κουταλιές φόβου. Γιατί η εξουσία ξέρει καλά: τον πεινασμένο τον φοβάται λιγότερο απ’ όσο φοβάται εκείνον που κατάλαβε ποιος του έφαγε το ψωμί.


Το χαρτί υγείας.

 


Υπάρχουν αντικείμενα που αποκαλύπτουν τον πολιτισμό μιας κοινωνίας καλύτερα από τα μνημεία της. Το χαρτί υγείας, για παράδειγμα. Έχει μια αξιοθαύμαστη ιδιότητα: καταργεί προσωρινά τις κοινωνικές διαφορές. Ο πλούσιος και ο φτωχός, ο υπουργός και ο άνεργος, ο εφοπλιστής και ο συνταξιούχος, όλοι διαθέτουν την ίδια ανατομική έξοδο για τα προϊόντα του πολιτισμού τους. Η ισότητα, βέβαια, διαρκεί ελάχιστα. Αμέσως μετά, ορισμένοι επιστρέφουν στα πολυτελή τους μπάνια, ενώ άλλοι ψάχνουν ακόμη και για χαρτί.

Η δημοκρατία είναι μια ωραία ιδέα. Αλλά η τουαλέτα είναι πιο ειλικρινής.

Εκεί δεν υπάρχουν τηλεοπτικά πάνελ, προεκλογικές υποσχέσεις, δημοσκοπήσεις και εθνικοί στόχοι. Υπάρχει μόνο η υλική αλήθεια του σώματος. Ο άνθρωπος θυμάται ξαφνικά ότι, κάτω από το κοστούμι, τη γραβάτα, το πτυχίο και την κομματική ταυτότητα, παραμένει ένα ζώο με έντερο. Κι αυτή είναι ίσως η τελευταία κοινωνική αλήθεια που δεν κατάφερε να ιδιωτικοποιήσει ο καπιταλισμός.

Ή μήπως κατάφερε και αυτήν;

Το χαρτί υγείας παράγεται, συσκευάζεται, διαφημίζεται, μεταφέρεται και πωλείται. Ακόμη και η ανθρώπινη ανάγκη έχει μετατραπεί σε αγορά. Μας πουλάνε μαλακότητα τριών στρώσεων, αίσθηση πολυτέλειας, άρωμα χαμομηλιού και υπόσχεση καθαριότητας. Η βιομηχανία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν αρκείται να καθαριστεί· θέλει να αισθανθεί ανώτερος ακόμη κι όταν καθαρίζεται.

Έτσι αγοράζει επώνυμο χαρτί για να σκουπίσει την ίδια ανατομική μοίρα που μοιράζεται με τον τελευταίο άστεγο. Η ταξική συνείδηση εξαφανίζεται μπροστά στο ράφι του σουπερμάρκετ και επανεμφανίζεται στο ταμείο.

Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική.

Γιατί η εξουσία δεν είναι μόνο εκείνη που αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει, ποιος θα φορολογηθεί και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της κρίσης. Είναι και εκείνη που καταφέρνει να πείσει τους ανθρώπους ότι τα σκατά τους μυρίζουν λιγότερο από των άλλων.

Ο πολιτικός που υπόσχεται κάθαρση εμφανίζεται συνήθως ως ειδικός στην αποχέτευση. Καταγγέλλει τη διαφθορά των προηγουμένων, υπόσχεται να καθαρίσει τον τόπο και ζητά την εμπιστοσύνη μας για να πιάσει τη σφουγγαρίστρα. Μόνο που, όταν φτάνει η ώρα της δουλειάς, ανακαλύπτει ότι το σύστημα δεν χρειάζεται καθαρισμό αλλά συντήρηση. Τα λύματα έχουν ήδη αποκτήσει διεύθυνση, ΑΦΜ και πολιτική προστασία.

Η κάθαρση αναβάλλεται. Η καρέκλα καθαρίζεται καθημερινά.

Κι εμείς, οι θεατές της δημόσιας τουαλέτας, παρακολουθούμε την εναλλαγή των διαχειριστών. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι λέρωσε τον χώρο, ο δεύτερος απαντά πως παρέλαβε χειρότερη κατάσταση, ο τρίτος υπόσχεται ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Στο μεταξύ, η δυσοσμία παραμένει και ο λογαριασμός έρχεται στον πολίτη.

Η γλώσσα, άλλωστε, είναι το καλύτερο αποσμητικό της πολιτικής. Η φτώχεια γίνεται «δημοσιονομική προσαρμογή», η εκμετάλλευση «ευελιξία της αγοράς», η εγκατάλειψη «περιορισμός δαπανών» και η κοινωνική αδικία «αναγκαίο τίμημα». Με μερικές λέξεις μπορείς να μετατρέψεις ένα βουνό από περιττώματα σε αναπτυξιακή πρόκληση.

Αρκεί να έχεις καλό επικοινωνιολόγο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία παράγει σκουπίδια. Όλες οι κοινωνίες παράγουν. Το πρόβλημα είναι ποιος τα παράγει, ποιος κερδίζει από αυτά, ποιος υποχρεώνεται να τα καθαρίσει και ποιος πληρώνεται για να διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει δυσοσμία.

Ο εργάτης καθαρίζει τα δημόσια αποχωρητήρια. Ο επιχειρηματίας πουλάει το χαρτί. Ο πολιτικός εγκαινιάζει την ανακαίνιση. Ο διαφημιστής υπόσχεται υγιεινή. Και ο πολίτης πληρώνει εισιτήριο για να παρακολουθήσει την παράσταση της καθαριότητας.

Η κοινωνική αδικία δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι όλοι έχουμε ανάγκη από χαρτί. Βρίσκεται στο ότι ορισμένοι έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν τα απόβλητά τους στην αυλή των άλλων και να τους χρεώνουν επιπλέον για τον καθαρισμό.

Αυτό ονομάζεται οικονομία.

Και η πιο πετυχημένη της διαφήμιση είναι να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η βρομιά είναι ατομική ευθύνη, ενώ τα κέρδη της καθαριότητας αποτελούν ιδιωτικό δικαίωμα.

Στο τέλος, το χαρτί υγείας αποδεικνύεται ένα μικρό πολιτικό εγχειρίδιο. Μας διδάσκει ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από το πόσο ακριβό είναι το χαρτί που χρησιμοποιούμε, αλλά από το αν χρειάζεται να γονατίσουμε για να το αποκτήσουμε. Ότι η καθαριότητα δεν είναι διαφημιστικό σλόγκαν και ότι η κάθαρση δεν επιτυγχάνεται αλλάζοντας απλώς εκείνον που κρατάει το ρολό.

Γιατί η εξουσία έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους υπηκόους της: μπορεί να λερώσει τον κόσμο και ύστερα να τους πείσει ότι εκείνοι φταίνε που μυρίζει.

Και το χειρότερο δεν είναι πως μας αφήνει χωρίς χαρτί.

Είναι πως μας έχει πείσει ότι το χαρτί είναι αρκετό.


Γκίλφοϊλ – Μίλφοϊλ: Όταν η εξουσία περνάει από το κρεβάτι στο κοινωνικό σαλόνι.

 


Η εξουσία θέλει χρήμα. Το χρήμα αγοράζει επιρροή, η επιρροή εξασφαλίζει πρόσβαση και η πρόσβαση ανοίγει πόρτες που παραμένουν ερμητικά κλειστές για τους πολλούς. Κάπως έτσι λειτουργούσαν ανέκαθεν οι βασιλικές αυλές: άλλοι κυβερνούσαν, άλλοι χρηματοδοτούσαν, άλλοι ψιθύριζαν στο αυτί του μονάρχη και κάποιοι φρόντιζαν να βρίσκονται πάντοτε στο σωστό δωμάτιο, τη σωστή στιγμή. Οι εποχές άλλαξαν, τα ανάκτορα έγιναν προεδρικές κατοικίες και τα παλάτια πολυτελή ξενοδοχεία, αλλά η αρχιτεκτονική της επιρροής παρέμεινε αξιοσημείωτα σταθερή.

Σήμερα, μάλιστα, η αυλή έχει αποκτήσει τηλεοπτικά στούντιο, κοινωνικά δίκτυα, δεξιώσεις και φωτογράφους. Η δημόσια αναγνωρισιμότητα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο, η προσωπική γνωριμία σε επαγγελματικό πλεονέκτημα και η κοινωνική παρουσία σε διαβατήριο προς τους μηχανισμούς της εξουσίας. Δεν χρειάζεται να ανοίξει κανείς μια μυστική πόρτα. Αρκεί να είναι προσκεκλημένος στην επίσημη δεξίωση.

Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο αυτής της σύγχρονης πολιτικής σκηνογραφίας. Πρώην εισαγγελέας, τηλεοπτική προσωπικότητα και πρώην αρραβωνιαστικιά του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιου του Αμερικανού προέδρου, ανέλαβε την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα. Η διαδρομή της συνδέει την τηλεοπτική προβολή, την προσωπική εγγύτητα στην οικογένεια Τραμπ και τη θεσμική εκπροσώπηση μιας υπερδύναμης.

Η προσωπική της σχέση με τον γιο του προέδρου δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε τα κριτήρια του διορισμού της ούτε κάποια παρατυπία. Φωτίζει, ωστόσο, ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η αναγνωρισιμότητα, η προσωπική εμπιστοσύνη και η εγγύτητα στον ηγέτη μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Και εδώ η ιστορία παύει να αφορά μόνο μια γυναίκα και αρχίζει να αφορά το σύστημα που την ανέδειξε.

Το σύστημα αυτό έχει και όνομα: MAGA.

Το "Make America Great Again" παρουσιάστηκε ως "εξέγερση" εναντίον του κατεστημένου. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε να ταράξει τα νερά της Ουάσιγκτον, να αποκαταστήσει την εθνική αυτοπεποίθηση και να επιστρέψει την Αμερική στους πολίτες που αισθάνονταν παραμελημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ. Η ρητορική του μίλησε για προδομένες κοινωνικές ομάδες, χαμένες θέσεις εργασίας, εθνική παρακμή και την ανάγκη να ανακτηθεί ο έλεγχος της αμερικανικής μοίρας.

Κάθε εξέγερση, όμως, έχει ένα κρίσιμο ερώτημα: θέλει να γκρεμίσει την πυραμίδα ή απλώς να αλλάξει εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της;

Το MAGA δεν εξαφανίζει τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Αναδιατάσσει συμμαχίες, ενισχύει νέους ή διαφορετικούς κύκλους επιρροής και διεκδικεί άλλη κατανομή ισχύος. Η πυραμίδα παραμένει· αλλάζουν οι ένοικοί της, οι συμμαχίες τους και οι διαδρομές που οδηγούν στα ανώτερα διαμερίσματα. Η δήθεν εξέγερση εναντίον του κατεστημένου μπορεί, έτσι, να καταλήξει σε μια διαφορετική εκδοχή του: με νέα πρόσωπα, νέους χρηματοδότες και νέους ευνοουμένους, αλλά με την ίδια παλιά ανάγκη να βρίσκεσαι κοντά σε εκείνον που αποφασίζει.

Αυτή είναι η αντίφαση που αξίζει να εξεταστεί. Ένα κίνημα που καταγγέλλει τα προνόμια μπορεί να διατηρεί την ίδια τη λογική τους, αρκεί να αλλάξει τους δικαιούχους. Και όταν η προσωπική πίστη στον ηγέτη αποκτά πολιτική αξία, η οικογένεια, οι φίλοι και οι στενοί συνεργάτες του παύουν να είναι απλώς ένας ιδιωτικός κύκλος. Γίνονται μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κατανέμονται η εμπιστοσύνη, οι ευκαιρίες και η πρόσβαση.

Από αυτό το περιβάλλον η διαδρομή της Γκίλφοϊλ έφτασε στην Αθήνα.

Η πρεσβεία δεν είναι κοινωνικό σαλόνι. Είναι θεσμός εκπροσώπησης ενός κράτους, με ευθύνη για σχέσεις που αφορούν την άμυνα, την ενέργεια, τις υποδομές, τις επενδύσεις και τη γεωπολιτική ισορροπία. Η Ελλάδα, λόγω της θέσης της και του ρόλου της στην ευρύτερη περιοχή, αποτελεί σημαντικό πεδίο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Επομένως, κάθε πρέσβης αναλαμβάνει μια αποστολή που υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική του προβολή.

Η διπλωματία, βέβαια, δεν ασκείται μόνο στα υπουργεία και στις επίσημες συναντήσεις. Ασκείται και στα δείπνα, στις δεξιώσεις, στις ανεπίσημες συνομιλίες, στις γνωριμίες που οδηγούν σε άλλες γνωριμίες. Εκεί συναντώνται οι κρατικές επιδιώξεις με τα ιδιωτικά συμφέροντα και η πολιτική με την επιχειρηματική ισχύ. Μια συζήτηση μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή, μια γνωριμία χρήσιμη και μια συνεργασία επωφελής. Το κρίσιμο ζήτημα αρχίζει όταν η πρόσβαση παύει να είναι απλώς μέσο επικοινωνίας και μετατρέπεται σε προνόμιο.

Γι’ αυτό οι δημόσιες εμφανίσεις της Γκίλφοϊλ με πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής και επιχειρηματικής ζωής δεν χρειάζεται ούτε να δαιμονοποιούνται ούτε να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες αποδείξεις επιτυχίας. Μια φωτογραφία δεν αποδεικνύει συναλλαγή. Μια χειραψία δεν αποτελεί τεκμήριο διαπλοκής. Αλλά ούτε και η φωτογραφία είναι πάντα τόσο αθώα όσο φαίνεται: μπορεί να λειτουργήσει ως δημόσιο πιστοποιητικό εγγύτητας, ως μήνυμα προς την αγορά, ως υπόσχεση πρόσβασης ή ως διαφήμιση πολιτικού κύρους.

Η πρόσβαση είναι ένα ιδιότυπο κεφάλαιο. Δεν καταγράφεται πάντοτε σε ισολογισμούς, αλλά μπορεί να έχει πραγματική αξία. Ένα τηλεφώνημα που απαντιέται, μια συνάντηση που κανονίζεται, μια πόρτα που ανοίγει πιο εύκολα για κάποιον απ’ ό,τι για κάποιον άλλον. Δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια επαφή οδηγεί σε ανταλλάγματα. Σημαίνει, όμως, ότι η εγγύτητα στην εξουσία δημιουργεί μια ασυμμετρία: κάποιοι αποκτούν ευκαιρίες να ακουστούν, ενώ άλλοι δεν φτάνουν ποτέ μέχρι την αίθουσα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Εδώ η ελληνική διάσταση του MAGA γίνεται πιο καθαρή. Η Ουάσιγκτον αναδιατάσσει τους δικούς της κύκλους επιρροής· η Αθήνα προσπαθεί να διαβάσει τη νέα πραγματικότητα και να διατηρήσει τις σχέσεις της με το αμερικανικό κέντρο ισχύος. Πολιτικοί αναζητούν διπλωματικά ερείσματα, επιχειρηματίες επιδιώκουν να ενισχύσουν τις θέσεις τους και θεσμικοί παράγοντες αναζητούν διαύλους επικοινωνίας. Όλα αυτά μπορούν να αποτελούν μέρος της κανονικής λειτουργίας της διπλωματίας. Η διαφορά ανάμεσα στη θεμιτή επαφή και στο προνόμιο, όμως, δεν κρίνεται από το χαμόγελο της φωτογραφίας. Κρίνεται από τους κανόνες, τη διαφάνεια και τις αποφάσεις που ακολουθούν.

Οι Έλληνες πολιτικοί δεν μπορούν να μετρούν την επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής με τον αριθμό των χειραψιών τους. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να θεωρούν την εγγύτητα προς την εξουσία υποκατάστατο του θεμιτού ανταγωνισμού. Και οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να εκλαμβάνουν κάθε δεξίωση ως εθνική επιτυχία επειδή σε αυτήν παρευρίσκονται πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις.

Το εθνικό συμφέρον δεν αποδεικνύεται με φωτογραφίες. Αποδεικνύεται με αποτελέσματα, με διαφανείς διαδικασίες και με δυνατότητα δημόσιου ελέγχου. Διαφορετικά, η διπλωματία κινδυνεύει να μετατραπεί σε σκηνοθεσία κύρους, όπου όλοι εμφανίζονται να εκπροσωπούν τη χώρα, αλλά ο καθένας μπορεί να προσδοκά κάτι διαφορετικό από τη συνάντηση.

Και τότε εμφανίζεται το λογοπαίγνιο: "Γκίλφοϊλ – Μίλφοϊλ."

Ηχητικό παιχνίδι, εύκολο στην αναπαραγωγή και κατάλληλο για την πολιτική του θεάματος. Η συζήτηση μπορεί έτσι να διολισθήσει από τους θεσμούς στην εμφάνιση, από τις σχέσεις εξουσίας στην προσωπική ζωή και από τα πραγματικά ερωτήματα σε ένα πονηρό χαμόγελο. Η γυναίκα γίνεται θέαμα και το σύστημα που την περιβάλλει περνάει στο φόντο.

Αυτό είναι το βολικότερο τέχνασμα της δημόσιας σκηνής: να μετατρέπει ένα πολιτικό ζήτημα σε κουτσομπολιό, ώστε να μη χρειάζεται να συζητήσει κανείς την πολιτική του ουσία. Η κριτική δεν χρειάζεται σεξιστικά υπονοούμενα ούτε ατεκμηρίωτες κατηγορίες. Χρειάζεται να εξετάζει πώς η προσωπική προβολή μετατρέπεται σε κύρος, πώς το κύρος γίνεται πρόσβαση και πώς η πρόσβαση μπορεί να αποκτήσει πολιτική ή οικονομική αξία.

Από το κρεβάτι στο κοινωνικό σαλόνι και από εκεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων: ο τίτλος δεν υποστηρίζει ότι κάθε προσωπική σχέση είναι συναλλαγή. Περιγράφει, ειρωνικά, μια διαδρομή μέσα από την οποία η ιδιωτική εγγύτητα, η δημόσια αναγνωρισιμότητα και η θεσμική εξουσία μπορούν να συναντηθούν. Το ερώτημα δεν είναι ποιος γνώριζε ποιον, αλλά τι σημασία αποκτά αυτή η γνωριμία όταν ο ένας διαθέτει εξουσία και ο άλλος αναζητά πρόσβαση σε αυτήν.

Και ύστερα ήρθε η αποχώρηση.

Στις 13 Οκτωβρίου 2026, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Λευκός Οίκος ζήτησε από την Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί από τη θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα, έπειτα από καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά και ισχυρισμούς σχετικά με πιθανή προσφορά πρόσβασης σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλες παροχές. Η ίδια αμφισβήτησε τις καταγγελίες. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν αποδεδειγμένα γεγονότα και η αποχώρησή της δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ενοχής. Αποτελούν, ωστόσο, μια σοβαρή εξέλιξη για ένα πρόσωπο που είχε αναδειχθεί μέσα από τον στενό κύκλο του Τραμπ και εκπροσωπούσε την κυβέρνησή του στην Αθήνα.

Η πολιτική ειρωνεία είναι προφανής. Ένα κίνημα που υποσχέθηκε να καθαρίσει την Ουάσιγκτον από το κατεστημένο βρίσκεται αντιμέτωπο με καταγγελίες που αγγίζουν ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία κάθε εξουσίας: τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική επιρροή και το ιδιωτικό όφελος. Αυτό δεν επιτρέπει την καταδίκη ενός προσώπου χωρίς αποδείξεις. Επιτρέπει, όμως, να τεθεί το ερώτημα αν η υπόσχεση της πολιτικής ανανέωσης συνοδεύεται από κανόνες που ισχύουν για όλους ή αν η ηθική αυστηρότητα εξαντλείται στους αντιπάλους.

Και στην Αθήνα τι μένει; Οι φωτογραφίες, οι δεξιώσεις, οι χειραψίες και οι δημόσιες φιλοφρονήσεις. Κυρίως, όμως, μένουν τα ερωτήματα για τη λειτουργία της ίδιας της πολιτικής εγγύτητας. Ποιοι είχαν πρόσβαση; Πώς χρησιμοποιήθηκαν οι δίαυλοι επικοινωνίας; Ποιες θεσμικές διαδικασίες διασφάλιζαν τη διαφάνεια; Και πόσο εύκολα μια κοινωνική γνωριμία μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματικό επίτευγμα, χωρίς να εξετάζεται τι πραγματικά προσέφερε στη χώρα;

Η συνάντηση με μια πρέσβειρα δεν καθιστά κανέναν ύποπτο. Η φωτογραφία δίπλα σε έναν ισχυρό αξιωματούχο δεν αποτελεί κατηγορία. Όσοι συναντήθηκαν με την Γκίλφοϊλ δεν οφείλουν να απολογηθούν για την ύπαρξη μιας γνωριμίας. Οφείλουν, όπως κάθε δημόσιος παράγοντας, να μπορούν να εξηγήσουν τις πράξεις τους όταν προκύπτουν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα ερωτήματα. Η δημοκρατία δεν απαιτεί ενοχοποίηση των πάντων· απαιτεί να μην εξαιρείται κανείς από τον έλεγχο.

Η Γκίλφοϊλ έφυγε. Οι αυλές, όμως, δεν κλείνουν όταν αποχωρεί ένας αυλικός. Αλλάζουν πρόσωπα, διακόσμηση και φωτογράφο. Οι πολιτικοί εξακολουθούν να αναζητούν την εύνοια των ισχυρών, οι επιχειρηματίες εξακολουθούν να επιδιώκουν πρόσβαση και οι δημόσιες σχέσεις εξακολουθούν να φορούν το κοστούμι του εθνικού συμφέροντος. Όταν αλλάζει ο πρωταγωνιστής, το έργο μπορεί να συνεχιστεί σχεδόν χωρίς πρόβα.

Αυτό είναι το πραγματικό λίφτινγκ της εξουσίας: να παρουσιάζεται η ανακατανομή των προνομίων ως επανάσταση εναντίον τους, η προσωπική πρόσβαση ως διπλωματία και η κοινωνική συναναστροφή ως εθνική επιτυχία. Μέχρι να χαλάσει η φωτογραφία. Τότε οι χθεσινές χειραψίες γίνονται αμήχανες αναμνήσεις και όσοι διαφήμιζαν την εγγύτητά τους με την ισχύ ανακαλύπτουν ότι η εγγύτητα δεν ήταν ποτέ εγγύηση.

Το MAGA υποσχέθηκε να κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη. Το ερώτημα είναι ποιος ακριβώς θα γινόταν μεγαλύτερος: η κοινωνία, οι θεσμοί και οι πολίτες ή εκείνοι που ξέρουν να βρίσκονται κοντά στους ανθρώπους που αποφασίζουν; Γιατί μια πολιτική δύναμη μπορεί να αλλάξει τα συνθήματα, να ανανεώσει τις συμμαχίες της και να καταγγείλει τους προηγούμενους διαχειριστές της εξουσίας. Αν, όμως, διατηρεί την ίδια αντίληψη για τα προνόμια, δεν γκρεμίζει το κατεστημένο. Απλώς αλλάζει τη βάρδια.

Και όταν σβήσουν τα φλας, αδειάσουν τα ποτήρια και κλείσουν οι πόρτες των σαλονιών, μένει το ερώτημα που κανένα λογοπαίγνιο δεν μπορεί να κρύψει: ποιος ωφελήθηκε από την εγγύτητα στην εξουσία -και ποιος θα πληρώσει, για άλλη μια φορά, τον λογαριασμό;