Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/9/26

Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν.

 


Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν.

Κι ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής εικόνα της εποχής μας.

Το καράβι είναι η κοινωνία.

Οι βαρκούλες είναι το θέαμα.

Και το ναυάγιο είναι ταξικό.

Γιατί όταν ένα καράβι βουλιάζει, δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση.

Άλλοι έχουν καμπίνα με θέα.

Άλλοι στριμώχνονται στο κατάστρωμα.

Κι άλλοι ταξιδεύουν στο αμπάρι, εκεί όπου το νερό μπαίνει πρώτο.

Κι όμως, όταν έρθει η ώρα του κινδύνου, θα μας πουν ότι «είμαστε όλοι μαζί».

Όχι.

Δεν ήμασταν ποτέ όλοι μαζί.

Δεν δουλεύουμε όλοι για τον ίδιο μισθό.

Δεν έχουμε όλοι το ίδιο σπίτι.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια πρόσβαση στην υγεία και στην παιδεία.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια ασφάλεια απέναντι στην ανεργία.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια δυνατότητα να περιμένουμε.

Δεν έχουμε όλοι την ίδια δυνατότητα να φύγουμε.

Και κυρίως:

δεν έχουμε όλοι την ίδια δύναμη να αποφασίζουμε για την πορεία του καραβιού.

Υπάρχουν εκείνοι που κρατούν το τιμόνι.

Εκείνοι που έχουν το κεφάλαιο, τις επιχειρήσεις, τα ακίνητα, τις επενδύσεις, την πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων.

Και υπάρχουν εκείνοι που πουλούν την εργασία τους για να ζήσουν.

Οι πρώτοι έχουν περιουσία που μπορεί να αποδώσει.

Οι δεύτεροι έχουν έναν μισθό που πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι η ταξική διαφορά.

Γιατί όταν αυξάνεται το κόστος ζωής, ο πλούσιος μπορεί να μειώσει την κατανάλωση πολυτέλειας.

Ο εργαζόμενος μπορεί να κόψει το φαγητό.

Όταν ανεβαίνει το ενοίκιο, ο ιδιοκτήτης βλέπει εισόδημα.

Ο ενοικιαστής βλέπει ένα ακόμη κομμάτι του μισθού του να εξαφανίζεται.

Όταν η εργασία γίνεται φθηνότερη, κάποιος βλέπει μικρότερο μισθολογικό κόστος.

Κάποιος άλλος βλέπει μικρότερο μισθό.

Κάθε οικονομική επιλογή έχει δύο πλευρές.

Κάποιος πληρώνει.

Κάποιος εισπράττει.

Και η πολιτική αρχίζει ακριβώς εκεί όπου αποφασίζεται ποιος θα είναι ποιος.

Γι' αυτό είναι τόσο βολικό να μιλάμε για «κοινωνία» σαν να είναι ένα ενιαίο σώμα.

Γιατί αν όλοι είμαστε «κοινωνία», τότε κανείς δεν χρειάζεται να ρωτήσει ποιος έχει περισσότερη δύναμη.

Αν όλοι «κάνουμε θυσίες», δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε ποιος θυσιάζει τον μισθό του και ποιος ένα μικρό μέρος των κερδών του.

Αν όλοι «σφίγγουμε το ζωνάρι», δεν χρειάζεται να δούμε ποιος δεν έχει καν ζώνη.

Η ταξική σύγκρουση δεν είναι ένας παλιός πολιτικός όρος που ξεχάστηκε σε κάποιο βιβλίο.

Είναι η καθημερινότητα.

Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο.

Ανάμεσα σε εκείνον που εξαρτάται από τον μισθό του και σε εκείνον που μπορεί να ζει από την περιουσία του.

Ανάμεσα σε εκείνον που πρέπει να πουλήσει τον χρόνο του και σε εκείνον που αγοράζει τον χρόνο των άλλων.

Και αυτή η σύγκρουση δεν χρειάζεται να φωνάζει για να υπάρχει.

Υπάρχει στο εκκαθαριστικό.

Στο ενοίκιο.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στη σύνταξη.

Στην τιμή του σούπερ μάρκετ.

Στην ουρά του νοσοκομείου.

Στην πρώτη δουλειά ενός νέου που πληρώνεται όσο μια αξιοπρεπής ζωή κοστίζει.

Και τότε εμφανίζονται οι βαρκούλες.

Να μας απασχολήσουν.

Να μας διχάσουν.

Να μας κάνουν να μαλώνουμε μεταξύ μας.

Να ψάχνουμε ποιος φταίει λίγο περισσότερο από τον διπλανό μας, ενώ κάποιοι άλλοι αποφασίζουν ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα.

Ο εργαζόμενος απέναντι στον άνεργο.

Ο νέος απέναντι στον συνταξιούχο.

Ο δημόσιος υπάλληλος απέναντι στον ιδιωτικό.

Ο ενοικιαστής απέναντι στον ιδιοκτήτη της διπλανής πολυκατοικίας.

Ο ένας φτωχός απέναντι στον άλλον.

Κι έτσι, αντί να κοιτάμε προς τα πάνω, κοιτάμε ο ένας τον άλλον.

Αυτό είναι το θαύμα των βαρκούλων.

Κάνουν τους επιβάτες του ίδιου καραβιού να θεωρούν ο ένας τον άλλον εχθρό.

Κι ενώ στο κατάστρωμα γίνεται ο καβγάς, κάποιος στο σαλόνι μετράει τα κέρδη.

Γι' αυτό το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο «τι συμβαίνει;»

Είναι:

«Σε ποιον συμβαίνει;»

Και αμέσως μετά:

«Ποιος ωφελείται;»

Γιατί η ίδια κρίση μπορεί να είναι καταστροφή για τον έναν και ευκαιρία για τον άλλον.

Η ακρίβεια μπορεί να σημαίνει στέρηση για τον μισθωτό και αύξηση εσόδων για κάποιον που έχει τη δύναμη να μετακυλίσει το κόστος.

Η στεγαστική κρίση μπορεί να σημαίνει αδιέξοδο για τον ενοικιαστή και περιουσιακή υπεραξία για τον ιδιοκτήτη.

Η κρίση στην εργασία μπορεί να σημαίνει ανασφάλεια για τον εργαζόμενο και φθηνότερη εργασία για την επιχείρηση.

Το ίδιο κύμα δεν χτυπά όλους το ίδιο.

Άλλος βρέχεται. Άλλος ναυαγεί. Κι άλλος πουλάει σωσίβια.

Κι εδώ βρίσκεται η πραγματική ειρωνεία.

Μας λένε ότι το καράβι κινδυνεύει και ζητούν από όλους να κωπηλατήσουμε.

Αλλά δεν μας λένε ποιος έχει το τιμόνι.

Δεν μας λένε ποιος έχει την ιδιοκτησία του καραβιού.

Δεν μας λένε ποιος φόρτωσε το καράβι.

Και κυρίως δεν μας λένε γιατί, όταν έρχεται η ώρα της διάσωσης, οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν τα περισσότερα σωσίβια είναι συνήθως εκείνοι που βρίσκονται στις καλύτερες θέσεις.

Γι' αυτό η ταξική σύγκρουση δεν είναι το πρόβλημα που πρέπει να κρύψουμε κάτω από το χαλί.

Είναι το χαλί.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι στρωμένο το πάτωμα.

Και όσο αρνούμαστε να το κοιτάξουμε, θα συνεχίζουμε να μπερδεύουμε τη βαρκούλα με το καράβι.

Θα μαλώνουμε για τις λεπτομέρειες.

Θα παρακολουθούμε το θέαμα.

Θα θυμώνουμε με τον διπλανό μας.

Και θα ακούμε ξανά και ξανά ότι «όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι».

Όχι.

Στο ίδιο καράβι μπορεί να βρισκόμαστε.

Αλλά δεν ταξιδεύουμε όλοι στην ίδια θέση.

Και όταν το καράβι πνίγεται, εκείνος που βρίσκεται στο αμπάρι δεν έχει την ίδια αγωνία με εκείνον που βρίσκεται στη σωσίβια λέμβο.

Έχει άλλη αγωνία.

Έχει άλλη ζωή.

Έχει άλλο ταξικό συμφέρον.

Γι' αυτό, πριν ξανακοιτάξουμε τις βαρκούλες, ας κοιτάξουμε το καράβι.

Και πριν ρωτήσουμε ποιος φωνάζει περισσότερο, ας ρωτήσουμε ποιος αποφασίζει.

Ποιος έχει το τιμόνι;

Ποιος έχει το κεφάλαιο;

Ποιος έχει την εργασία;

Ποιος πληρώνει;

Ποιος κερδίζει;

Γιατί εδώ καράβια πνίγονται.

Και οι βαρκούλες αρμενίζουν.

Μόνο που το μεγάλο πολιτικό ψέμα δεν είναι ότι δεν υπάρχει ναυάγιο.

Είναι ότι δήθεν πνιγόμαστε όλοι το ίδιο.

Η Ελλάδα που εξήγαγε ανθρώπους.

 


Η ελληνική μετανάστευση δεν ήταν ποτέ απλώς μια ιστορία ανθρώπων που «αναζήτησαν την τύχη τους». Αυτή είναι η ωραία εκδοχή της ιστορίας. Η εκδοχή που χωράει εύκολα σε παλιές φωτογραφίες, σε βαλίτσες από ξύλο, σε σταθμούς και λιμάνια, σε ένα μαντίλι που κουνιέται καθώς το πλοίο απομακρύνεται.

Υπάρχει όμως και η άλλη ιστορία. Η ιστορία μιας χώρας που δεν είχε αρκετή δουλειά για όλους, αρκετό εισόδημα για πολλούς και αρκετό μέλλον για τους περισσότερους.

Ο μετανάστης δεν έφευγε απλώς από την πατρίδα. Έφευγε από μια κοινωνική θέση.

Ο αγρότης από το χωριό, ο εργάτης, ο μικροεπαγγελματίας, ο φτωχός νέος, η γυναίκα που δεν έβλεπε μπροστά της παρά έναν γάμο ή μια ζωή περιορισμένη στις ανάγκες της οικογένειας. Άνθρωποι που δεν είχαν κεφάλαιο για να επενδύσουν, γη αρκετή για να ζήσουν, πολιτική δύναμη για να διεκδικήσουν. Είχαν μόνο τα χέρια τους.

Και τα χέρια τους έγιναν εξαγώγιμο προϊόν. Η Ελλάδα έστελνε εργατικά χέρια στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία, στην Αμερική. Εκεί όπου υπήρχαν εργοστάσια, ορυχεία, οικοδομές και μια οικονομία που χρειαζόταν ανθρώπους πρόθυμους να δουλέψουν σκληρά.

Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός όταν συναντά τη φτώχεια: δεν χρειάζεται να μετακινήσει το εργοστάσιο προς τον φτωχό. Μπορεί απλώς να μετακινήσει τον φτωχό προς το εργοστάσιο.

Και ο άνθρωπος έφευγε.

Όχι επειδή σταμάτησε να αγαπά το χωριό του.

Επειδή το χωριό του δεν μπορούσε να τον θρέψει.

Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η πατρίδα, όταν δεν μπορεί να προσφέρει εργασία, αξιοπρέπεια και προοπτική, γίνεται εύκολα ποιητική έννοια για εκείνον που έχει την οικονομική δυνατότητα να μείνει. Για τον άλλον, γίνεται εισιτήριο επιστροφής που δεν αγοράζεται.

Και τότε γεννιέται ένας από τους μεγαλύτερους μύθους της ελληνικής κοινωνίας: ότι ο φτωχός «τα κατάφερε μόνος του».

Όχι.

Δούλεψε μόνος του, ίσως. Αλλά δεν πλούτισε μόνος του.

Πίσω από κάθε Έλληνα μετανάστη που έστειλε χρήματα στην οικογένειά του υπήρχαν ώρες εργασίας, χαμηλοί μισθοί, σκληρές συνθήκες, εργοστάσια που χρειάζονταν φθηνή εργασία και μια ολόκληρη οικονομική τάξη πραγμάτων που γνώριζε πολύ καλά να χρησιμοποιεί την ανάγκη.

Και πίσω από τα χρήματα που επέστρεφαν στην Ελλάδα υπήρχε κάτι ακόμη: η αόρατη επιδότηση μιας χώρας από τους ανθρώπους που είχε χάσει.

Ο μετανάστης πλήρωνε με την απουσία του.

Η οικογένεια πλήρωνε με τη μοναξιά της.

Η κοινωνία πλήρωνε με την απώλεια ανθρώπων σε παραγωγική ηλικία.

Και κάποιος άλλος κέρδιζε την εργασία τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μετανάστης ήταν μόνο θύμα. Κάθε άλλο. Οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν ζωές, οικογένειες, επιχειρήσεις, κοινότητες. Κατέκτησαν δικαιώματα. Έγιναν πολίτες δύο κόσμων. Και πολλές φορές πέτυχαν πράγματα που η κοινωνία από την οποία έφυγαν δεν τους επέτρεπε ούτε να ονειρευτούν.

Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η ταξική ειρωνεία.

Η επιτυχία του μετανάστη χρησιμοποιήθηκε συχνά ως απόδειξη ότι «όποιος θέλει, μπορεί».

Λες και όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.

Λες και η φτώχεια είναι απλώς έλλειψη θέλησης.

Λες και ο άνθρωπος που έφυγε με μια βαλίτσα και ο άνθρωπος που έμεινε με μια περιουσία έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι.

Δεν έπαιζαν.

Και σήμερα η ιστορία επιστρέφει με καινούργια ρούχα.

Ο εργάτης της παλιάς μετανάστευσης μπορεί να έχει αντικατασταθεί από τον πτυχιούχο, τον γιατρό, τον μηχανικό, τον ερευνητή, τον νέο επιστήμονα. Η βαλίτσα μπορεί να έγινε laptop. Το εισιτήριο τρίτης θέσης μπορεί να έγινε φθηνή πτήση. Το εργοστάσιο μπορεί να έγινε πανεπιστήμιο ή πολυεθνική εταιρεία.

Αλλά η βασική ερώτηση παραμένει:

Γιατί πρέπει ένας τόπος να χάνει τους ανθρώπους του για να τους δει να προοδεύουν;

Και ίσως αυτή είναι η πιο πολιτική ερώτηση της μετανάστευσης.

Όχι γιατί φεύγουν οι άνθρωποι.

Αλλά γιατί ένας άνθρωπος πρέπει πρώτα να φύγει για να ανακαλύψει την αξία που είχε ήδη.

Η ελληνική μετανάστευση δεν είναι λοιπόν μόνο η ιστορία μιας Ελλάδας που έφυγε.

Είναι και η ιστορία μιας Ελλάδας που δεν μπόρεσε να κρατήσει αυτούς που παρήγαγαν τον πλούτο της.

Και κάθε φορά που κάποιος αποχαιρετά έναν νέο άνθρωπο στο αεροδρόμιο, ίσως δεν πρέπει να τον ρωτάμε μόνο πού πηγαίνει.

Πρέπει κάποτε να ρωτήσουμε και ποιος τον έκανε να φύγει.

27/9/26

Τι θεωρείται επαναστατικό σήμερα.




Κάθε εποχή έχει τη δική της ιδέα για την επανάσταση. Κάποτε ήταν η ανατροπή ενός βασιλιά, μιας κυβέρνησης, μιας κοινωνικής τάξης. Σήμερα ίσως η βαθύτερη επανάσταση να είναι δυσκολότερη: να αμφισβητήσουμε ένα σύστημα που δεν κυβερνά μόνο τις κοινωνίες, αλλά διαμορφώνει τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο. Σήμερα, ίσως η πραγματική επανάσταση να μην είναι μόνο η ανατροπή της εξουσίας, αλλά η ανατροπή ενός τρόπου ζωής που έχει κάνει τον άνθρωπο ξένο προς τον εαυτό του.

Ο σύγχρονος άνθρωπος εργάζεται περισσότερο για να καταναλώνει περισσότερο, καταναλώνει περισσότερο για να αισθάνεται ότι ζει και τελικά ζει όλο και λιγότερο. Ο χρόνος του γίνεται παραγωγικότητα, οι σχέσεις του συναλλαγή, η επιτυχία αριθμός και η προσωπική αξία μέγεθος αγοράς. Μαθαίνει να βλέπει ακόμη και τον εαυτό του σαν προϊόν: να βελτιώνεται, να προβάλλεται, να αξιολογείται, να πουλά μια εικόνα του.

Η αλλοτρίωση δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο εργοστάσιο. Βρίσκεται στην καθημερινότητα. Στην εργασία που δεν αφήνει χώρο για ζωή, στην κατανάλωση που υποκαθιστά την επιθυμία, στην οθόνη που υποκαθιστά την παρουσία, στην αδιάκοπη πληροφορία που δεν αφήνει χώρο για σκέψη. Ο άνθρωπος περιβάλλεται από περισσότερα μέσα επικοινωνίας από ποτέ και, την ίδια στιγμή, δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να συναντήσει πραγματικά τον άλλον και να επικοινωνήσει μαζί του.

Ταυτόχρονα, συμβαίνει κάτι ακόμη βαθύτερο. Ο σημερινός άνθρωπος, παρότι διαθέτει πρωτόγνωρες δυνατότητες επικοινωνίας, αδυνατεί ολοένα και περισσότερο να επικοινωνήσει με τον ίδιο του τον εαυτό, με την ίδια του τη φυσική υπόσταση. Απομακρύνεται από το σώμα του, από τις ανάγκες του, από τους ρυθμούς του, από τη φύση που τον δημιούργησε.

Η αλλοτρίωση δεν είναι πλέον μόνο κοινωνική. Είναι υπαρξιακή.

Ο άνθρωπος γίνεται ξένος προς τον εαυτό του. Ξένος προς το σώμα του, ξένος προς τον άλλον, ξένος προς τη γη που πατά. Και όσο περισσότερο απομακρύνεται από τη φύση, τόσο περισσότερο την αντιμετωπίζει σαν κάτι έξω από αυτόν - σαν αντικείμενο προς χρήση, κατανάλωση και εκμετάλλευση.

Ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση του πολιτισμού μας: αποκτήσαμε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε σχεδόν με ολόκληρο τον κόσμο, ενώ χάσαμε την ικανότητα να ακούμε τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας -και, ακόμη περισσότερο, τον άνθρωπο που κατοικεί μέσα μας.

Ο άνθρωπος έγινε ένας ξένος.

Ξένος προς τη ζωή.

Ξένος προς τη φύση.

Και τελικά, ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό.

Και την ίδια στιγμή, η φύση υφίσταται την ίδια λογική και πληρώνει το τίμημα. Το δάσος γίνεται πρώτη ύλη, η θάλασσα οικονομικός πόρος, η γη επενδυτική ευκαιρία. Ο άνθρωπος αποξενώνεται από τη φύση την ίδια στιγμή που την εξαντλεί.

Γι’ αυτό η οικολογική κρίση και η ανθρώπινη αλλοτρίωση δεν είναι δύο διαφορετικές κρίσεις. Είναι δύο όψεις μιας αντίληψης που μετατρέπει τα πάντα σε αντικείμενα χρήσης.

Η πραγματική ανατροπή θα αρχίσει όταν αμφισβητήσουμε αυτή την αντίληψη. Όταν ο άνθρωπος πάψει να μετρά τη ζωή με όρους παραγωγής, κατανάλωσης και κέρδους. Όταν η εργασία ξαναγίνει μέρος της ζωής και όχι η ζωή μέρος της εργασίας. Όταν η σχέση αντικαταστήσει τη συναλλαγή και η ελευθερία την αδιάκοπη προσαρμογή.

Ίσως, λοιπόν, επαναστατικό σήμερα να είναι κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο:

να ξαναγίνει ο άνθρωπος άνθρωπος -και η φύση κόσμος, όχι εμπόρευμα.

23/9/26

Κρυφές συγκρούσεις.

 


Οι πιο σημαντικές συγκρούσεις δεν γίνονται πάντοτε εκεί όπου ακούγονται οι φωνές. Δεν έχουν πάντα διαδηλώσεις, συνθήματα ή στρατούς. Συχνά διεξάγονται αθόρυβα, μέσα σε γραφεία, συμβούλια, επιτροπές, συμβάσεις και αποφάσεις που παρουσιάζονται ως τεχνικές, ουδέτερες και αναπόφευκτες.

Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που συμφέρει τους λίγους και σε αυτό που χρειάζεται η κοινωνία.

Πολιτική και οικονομική εξουσία δεν είναι κατ’ ανάγκη αντίπαλες. Το αντίθετο. Συχνά συναντώνται στο ίδιο τραπέζι, με διαφορετικά ονόματα και κοινά συμφέροντα. Η μία διαθέτει την εξουσία της απόφασης· η άλλη την ισχύ του χρήματος. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας χώρος που ονομάζεται «δημόσιο συμφέρον» και, πολλές φορές, μένει χωρίς πραγματικό εκπρόσωπο.

Το κοινό καλό έχει ένα παράξενο μειονέκτημα: δεν έχει ταμείο, λόμπι, μετόχους ή δικηγόρους. Δεν μπορεί να αγοράσει διαφήμιση ούτε να απαιτήσει απόδοση επένδυσης. Είναι απλώς το δικαίωμα μιας κοινωνίας να αποφασίζει για τον χώρο όπου ζει, για το περιβάλλον που κληρονομεί, για την υγεία, την παιδεία, την εργασία και τον χρόνο της.

Ίσως πουθενά αυτή η σύγκρουση να μην είναι πιο ευαίσθητη από την υγεία.

Γιατί εδώ πίσω από κάθε οικονομική απόφαση υπάρχει ένας άνθρωπος που περιμένει να θεραπευτεί.

Ένα φάρμακο δεν είναι ένα οποιοδήποτε προϊόν. Έχει τιμή, παραγωγό, πατέντα, αγορά και μετόχους, αλλά έχει επίσης έναν ασθενή που το χρειάζεται. Η έρευνα χρειάζεται επενδύσεις, οι νέες θεραπείες χρειάζονται πόρους και η φαρμακευτική καινοτομία χρειάζεται οικονομικά κίνητρα. Ταυτόχρονα, όμως, ένα σύστημα υγείας οφείλει να εξασφαλίζει ότι η θεραπεία δεν θα καθορίζεται αποκλειστικά από την αγοραστική δύναμη.



Εκεί αρχίζει η δύσκολη ισορροπία.

Ποια έρευνα χρηματοδοτείται; Ποια θεραπεία αποκτά προτεραιότητα; Ποιο φάρμακο αποζημιώνεται; Ποιο εισέρχεται στα νοσοκομεία; Πόσο κοστίζει; Ποιος διαπραγματεύεται την τιμή και με ποιους όρους;

Και, τελικά, ποιος αποφασίζει;

Η σύγκρουση δεν βρίσκεται μόνο στην τιμή ενός φαρμάκου. Βρίσκεται ολόκληρη στην αλυσίδα που συνδέει την επιστήμη με την αγορά και την αγορά με την πολιτική απόφαση.

Η λέξη «καινοτομία» είναι χαρακτηριστική. Σημαίνει νέα θεραπεία, νέα τεχνολογία, νέα δυνατότητα ζωής. Αλλά η κοινωνία δικαιούται να θέσει μια δεύτερη ερώτηση: Πόσο κοστίζει η καινοτομία και ποιος μπορεί να την αγοράσει;

Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στο νοσοκομείο. Οι πόροι είναι περιορισμένοι. Προσωπικό, εξοπλισμός, φάρμακα, πρόληψη, χειρουργεία, νέες τεχνολογίες και θεραπείες διεκδικούν μέρος του ίδιου δημόσιου προϋπολογισμού.

Κάθε επιλογή έχει κόστος.

Και κάθε κόστος έχει κάποιον που το πληρώνει.

Γι’ αυτό η πολιτική της υγείας δεν είναι ποτέ μόνο επιστημονική. Είναι και οικονομική. Και επειδή είναι οικονομική, είναι αναπόφευκτα πολιτική.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η πολιτική σύγκρουση παρουσιάζεται ως καθαρά τεχνική υπόθεση.

Όταν η τιμή ενός φαρμάκου εμφανίζεται σαν φυσικό δεδομένο.

Όταν η αγορά παρουσιάζεται σαν ουδέτερος μηχανισμός.

Όταν η δημόσια δαπάνη αντιμετωπίζεται μόνο ως κόστος και όχι ως κοινωνική επένδυση.

Όταν ο ασθενής μετατρέπεται από άνθρωπο σε «καταναλωτή υπηρεσιών υγείας».

Τότε η γλώσσα αρχίζει να κάνει τη δουλειά της εξουσίας.

Η «περικοπή» γίνεται εξορθολογισμός.

Η «αγορά» γίνεται ελευθερία.

Η «επένδυση» γίνεται ανάπτυξη.

Η «καινοτομία» γίνεται προϊόν.

Και ο άνθρωπος, σχεδόν ανεπαίσθητα, γίνεται αριθμός σε έναν ισολογισμό.



Δεν σημαίνει ότι κάθε επένδυση υπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα εις βάρος της κοινωνίας ούτε ότι κάθε δημόσια απόφαση είναι προϊόν διαπλοκής. Ακριβώς όμως γι’ αυτό χρειάζεται διαφάνεια.

Γιατί δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια μυστική συνωμοσία για να υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων.

Αρκεί να υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι γύρω από το ίδιο τραπέζι με διαφορετικούς στόχους.

Ο ένας εκπροσωπεί τον ασθενή.

Ο άλλος το δημόσιο ταμείο.

Ο τρίτος τη φαρμακευτική εταιρεία.

Ο τέταρτος την πολιτική εξουσία.

Και όλοι μπορούν να μιλούν για το ίδιο πράγμα:

το καλό της υγείας.

Το ερώτημα είναι ποιανού καλό εννοούν.

Γιατί οι πιο αποτελεσματικές συγκρούσεις είναι εκείνες που δεν αναγνωρίζονται ως συγκρούσεις. Δεν χρειάζεται το ιδιωτικό συμφέρον να νικήσει φανερά το δημόσιο.

Αρκεί να καταφέρει να εμφανιστεί ως δημόσιο.

Τότε η σύγκρουση έχει ήδη κρυφτεί.

Και όταν η σύγκρουση κρύβεται πίσω από λέξεις όπως ανάπτυξη, μεταρρύθμιση, αξιοποίηση, ανταγωνιστικότητα, επένδυση και εκσυγχρονισμός, δεν χρειάζεται πλέον κανείς να υπερασπιστεί ανοιχτά το ιδιωτικό συμφέρον.

Το έχει ήδη βαφτίσει κοινό καλό.

Και τότε η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι ποιος κερδίζει.

Είναι ποιος πληρώνει όταν όλοι μιλούν στο όνομα της κοινωνίας.




22/9/26

Το Ιδιωτικοποιημένο Κράτος.


Το Ιδιωτικοποιημένο Κράτος: Γιατί η ανάθεση της δημοκρατίας σε εργολάβους μάς στερεί την ελευθερία μας;

Στη σύγχρονη πολιτική συζήτηση, η λέξη «ιδιωτικοποίηση» παρουσιάζεται συχνά ως η απόλυτη πανάκεια. Μας υπόσχονται ότι οι ιδιωτικές εταιρείες, οι ΜΚΟ και τα μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα μπορούν να διαχειριστούν τα πάντα -από τα σχολεία και τα νοσοκομεία μέχρι τις φυλακές και την εθνική άμυνα- πιο γρήγορα, πιο φθηνά και πιο αποτελεσματικά από το «δυσκίνητο» δημόσιο.

Είναι όμως έτσι; Στο ανατρεπτικό βιβλίο της The "Privatized State" («Το Ιδιωτικοποιημένο Κράτος», του εκδοτικού οίκου Princeton University Press), η πολιτική φιλόσοφος Chiara Cordelli καταρρίπτει αυτόν τον μύθο. Το επιχείρημά της δεν είναι απλώς οικονομικό, αλλά βαθιά ηθικό και πολιτικό: Ένα κράτος που βασίζεται σε εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις χάνει τη δημοκρατική του νομιμότητα και παύει να είναι κράτος δικαίου.

📚Η επιστροφή στη «Φυσική Κατάσταση».

Η Cordelli χρησιμοποιεί ένα κλασικό εργαλείο της πολιτικής φιλοσοφίας, τη «φυσική κατάσταση» (state of nature) των Τζον Λοκ και Ιμμάνουελ Καντ. Πρόκειται για την προ-πολιτική συνθήκη, την εποχή πριν τη δημιουργία οργανωμένου κράτους, όπου δεν υπήρχαν κοινοί νόμοι και οι άνθρωποι εξαρτιόνταν από τη δύναμη ή την καλή θέληση των ισχυρών.

Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ακραία ιδιωτικοποίηση αποτελεί μια επικίνδυνη οπισθοδρόμηση σε αυτή ακριβώς τη συνθήκη, αναπαράγοντας τρία βασικά ελαττώματα:

📈Προσωρινή Δικαιοσύνη: Οι κανόνες και τα δικαιώματα παύουν να είναι σταθερά. Εφαρμόζονται άνισα και αποσπασματικά, ανάλογα με τα συμφέροντα του εκάστοτε ιδιώτη παρόχου.

📈Έκδηλη Εξάρτηση: Οι πολίτες χάνουν την αυτονομία τους. Για να έχουν πρόσβαση σε βασικά αγαθά, καταλήγουν να εξαρτώνται δομικά από την αυθαίρετη βούληση, το κέρδος ή την εταιρική φιλανθρωπία ιδιωτικών οντοτήτων.

📈Έλλειψη Ελευθερίας: Η δημοκρατική εξουσία των πολιτών αντικαθίσταται από την ιδιωτική διακριτική ευχέρεια. Οι πολίτες μετατρέπονται από κυρίαρχα μέλη μιας κοινωνίας σε απλούς «πελάτες».

📚Ποια καθήκοντα δεν πρέπει να πουληθούν ΠΟΤΕ;

Το κριτήριο για το τι πρέπει να παραμένει δημόσιο δεν είναι το αν μια υπηρεσία παράγει έλλειμμα ή πλεόνασμα, αλλά το αν περιλαμβάνει τη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. Η Cordelli ορίζει μια σειρά από καθήκοντα ως «εγγενώς και αποκλειστικά δημόσια», τα οποία δεν πρέπει να μεταβιβάζονται ποτέ σε ιδιώτες:

✒️Ποινική Δικαιοσύνη και Σωφρονιστικό Σύστημα: Η στέρηση της ελευθερίας ενός ανθρώπου (φυλάκιση) μπορεί να νομιμοποιηθεί μόνο όταν ασκείται από δημόσιους λειτουργούς που δεσμεύονται από το Σύνταγμα, και όχι από ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης που κερδοσκοπούν ανάλογα με τον αριθμό των κρατουμένων.

✒️Εθνική Άμυνα και Στρατός: Η χρήση θανατηφόρας βίας είναι η πιο ακραία κρατική λειτουργία. Η ανάθεση στρατιωτικών καθηκόντων σε ιδιωτικούς στρατούς (μισθοφόρους) ή εταιρείες ασφαλείας αφαιρεί κάθε δημοκρατική λογοδοσία από το πεδίο της μάχης.

✒️Κοινωνική Πρόνοια: Η αξιολόγηση και η διανομή επιδομάτων ή κοινωνικής βοήθειας πρέπει να γίνεται με βάση την ισότητα. Όταν αυτή η λειτουργία περνά σε ιδιώτες υπαλλήλους, η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε πελατιακή σχέση.

📚Η παγίδα της «Φιλανθρωπίας» στην Υγεία και την Παιδεία.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ανάλυσης της Cordelli αφορά την Παιδεία και την Υγεία, και συγκεκριμένα τον ρόλο της ιδιωτικής φιλανθρωπίας (philanthropy).

Ακόμη και όταν μεγάλα ιδρύματα ή εκατομμυριούχοι δωρητές χρηματοδοτούν σχολεία και νοσοκομεία με τις καλύτερες προθέσεις, το δημοκρατικό έλλειμμα παραμένει. Η πρόσβαση στην υγεία και τη μόρφωση παύει να είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα και μετατρέπεται σε «προνομιακό δώρο». Επιπλέον, οι πλούσιοι δωρητές επιβάλλουν τη δική τους «μονομερή βούληση»: αποφασίζουν αυτοί -και όχι η κοινωνία μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες- ποια πανεπιστημιακά τμήματα θα αναπτυχθούν, ποιες ασθένειες θα ερευνηθούν και ποιες περιοχές θα ευεργετηθούν, εντείνοντας τις γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες.

📚Αποδομώντας τον μύθο της «Αποτελεσματικότητας».

Πώς απαντά όμως η συγγραφέας στο ισχυρότερο επιχείρημα των υποστηρικτών των ιδιωτικοποιήσεων, αυτό της «αποτελεσματικότητας»;

✒️Πρώτον, προτάσσει ένα ηθικό ανάχωμα: Η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την απώλεια της ελευθερίας. Όπως δεν θα δεχόμασταν ποτέ να αναθέσουμε την έκδοση δικαστικών αποφάσεων σε μια ιδιωτική εταιρεία επειδή «βγάζει αποφάσεις πιο γρήγορα», έτσι δεν πρέπει να ξεπουλάμε την κοινωνική πρόνοια ή την ασφάλεια με μόνο κριτήριο το κόστος.

✒️Δεύτερον, αποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητα αυτή είναι συχνά μια ψευδαίσθηση. Οι ιδιωτικές εταιρείες, κυνηγώντας το κέρδος, συχνά υποβαθμίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών (μειώνοντας προσωπικό ή μέτρα ασφαλείας). Παράλληλα, το κράτος αναγκάζεται να δημιουργήσει τεράστιους, δαπανηρούς μηχανισμούς εποπτείας και ελέγχου για να παρακολουθεί τους εργολάβους, γεγονός που εξανεμίζει τα όποια οικονομικά οφέλη.

📚Ο δρόμος προς την ανάκτηση της Δημοκρατίας.

Το βιβλίο δεν περιορίζεται στην κριτική, αλλά προτείνει συγκεκριμένες συνταγματικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις για την έξοδο από την κρίση:

✒️Συνταγματικό «Δόγμα της Μη Μεταβίβασης»: Ρητή απαγόρευση στο Σύνταγμα της εκχώρησης κρατικής εξουσιοδότησης σε ιδιώτες. Αν μια απόφαση επηρεάζει θεμελιώδη δικαιώματα, πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικά από δημόσιο υπάλληλο.

✒️Εκδημοκρατισμός του Δημοσίου: Δημιουργία μιας πιο ανοιχτής, συμμετοχικής και διαφανούς δημόσιας διοίκησης, ώστε οι πολίτες να μην αισθάνονται την ανάγκη να καταφύγουν σε ιδιώτες.

✒️Υπαγωγή των Ιδιωτών στο Δημόσιο Δίκαιο: Όσοι ιδιωτικοί φορείς ή ΜΚΟ διαχειρίζονται ήδη δημόσιο χρήμα ή κοινωνικά αγαθά, πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους αυστηρούς κανόνες διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου (π.χ. υποχρεωτική πρόσβαση στα έγγραφά τους) που ισχύουν και για το κράτος.

✒️Έλεγχος και Φορολόγηση της Φιλανθρωπίας: Περιορισμός των προκλητικών φοροαπαλλαγών των μεγάλων ιδρυμάτων και ένταξη των δωρεών τους σε έναν κεντρικό, δημοκρατικά εγκεκριμένο σχεδιασμό της κοινωνίας.

📚Συμπέρασμα.

Το "The Privatized State" μας υπενθυμίζει κάτι που τείνουμε να ξεχάσουμε στην εποχή του άκρατου μάνατζμεντ: το κράτος δεν είναι επιχείρηση. 

Σκοπός του δεν είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους ή η μείωση του κόστους με κάθε θυσία, αλλά η διασφάλιση της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας των πολιτών του. Όταν παραχωρούμε αυτές τις λειτουργίες στην αγορά, δεν αγοράζουμε καλύτερες υπηρεσίες· πουλάμε την ίδια μας τη δημοκρατία.

20/9/26

Παύλος Φύσσας: Όταν η νεοναζιστική μπότα συνάντησε τη μουσική.

 


Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που δεν τελειώνουν τη στιγμή που συμβαίνουν. Συνεχίζουν να επιστρέφουν, όχι επειδή η Ιστορία έχει ξεχάσει να γυρίσει σελίδα, αλλά επειδή ορισμένες σελίδες γράφτηκαν με αίμα.

Η 18η Σεπτεμβρίου 2013 ήταν μία από αυτές.

Ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P, μουσικός από το Πέραμα, 34 ετών, δολοφονήθηκε στο Κερατσίνι από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία του δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας αποκομμένο από την πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ακολούθησε μια μεγάλη δικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας το 2020 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση. Το 2026, δεκατρία χρόνια μετά, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε εκ νέου ενόχους και καταδίκασε και τους 42 κατηγορουμένους που δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό· μεταξύ αυτών, τον Ρουπακιά για την ανθρωποκτονία από πρόθεση του Παύλου Φύσσα, σε ισόβια κάθειρξη. Οι Νίκος Μιχαλολιάκος, Ηλίας Κασιδιάρης, Ιωάννης Λαγός, Χρήστος Παππάς, Ηλίας Παναγιώταρος, Γιώργος Γερμενής και Αρτέμης Ματθαιόπουλος ξανακρίθηκαν ένοχοι για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Οι ποινές τους παρέμειναν απαράλλαχτες με την πρωτόδικη απόφαση (κάθειρξη 13 ετών).

Αλλά η ιστορική σημασία του Παύλου δεν βρίσκεται μόνο στις δικαστικές αποφάσεις.

Βρίσκεται στο γεγονός ότι ο φασισμός, όταν βρήκε απέναντί του έναν νέο άνθρωπο με μικρόφωνο, απάντησε με μαχαίρι. Αυτό δεν είναι απλώς μια αντιπαράθεση δύο ανθρώπων. Είναι η σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον κόσμο. Δύο πολιτισμών εκ διαμέτρου αντίθετων.

Από τη μία η λέξη. Από την άλλη η βία. Από τη μία η μουσική, δηλαδή η δυνατότητα να μετατρέπεις την εμπειρία σε λόγο. Από την άλλη η μπότα, δηλαδή η απαίτηση να επιβληθεί η σιωπή.

Ο φασισμός έχει πάντα ένα πρόβλημα με τις λέξεις. Γιατί οι λέξεις μπορούν να ρωτήσουν. Μπορούν να αμφισβητήσουν. Μπορούν να θυμηθούν. Μπορούν να ενώσουν ανθρώπους που μέχρι χθες δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Γι' αυτό ο φασισμός προτιμά τον φόβο από τον διάλογο, το σύνθημα από τη σκέψη, την ομοιομορφία από τη διαφορετικότητα και τον εχθρό από τον άνθρωπο.

Ο Παύλος έγινε, χωρίς να το επιλέξει, μέρος μιας πολύ παλιότερης ιστορίας. Της ιστορίας όπου η εξουσία της βίας προσπαθεί να επιβληθεί πάνω στην ελευθερία της σκέψης.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη σημασία της μνήμης του.

Δεν θυμόμαστε τον Παύλο μόνο για να θυμόμαστε έναν νεκρό.

Τον θυμόμαστε για να θυμόμαστε τι μπορεί να συμβεί όταν η κοινωνία συνηθίζει τη βία πριν αυτή φτάσει στην πόρτα της.

Γιατί ο φασισμός δεν εμφανίζεται πάντοτε από την αρχή με μαχαίρια. Μπορεί να αρχίσει με μια λέξη που θεωρείται «αστείο», με έναν άνθρωπο που παρουσιάζεται ως κατώτερος, με έναν ξένο που μετατρέπεται σε απειλή, με έναν διαφορετικό που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Η βία είναι συχνά το τελευταίο στάδιο μιας προηγούμενης εκπαίδευσης στο μίσος.

Γι' αυτό η μνήμη έχει πολιτική σημασία.

Και η μουσική έχει πολιτική σημασία.

Και το βιβλίο έχει πολιτική σημασία.

Γιατί όλα αυτά κάνουν κάτι που ο φασισμός δεν αντέχει: μας μαθαίνουν να ακούμε τον άλλον.

Ο Παύλος  δεν μπορεί να επιστρέψει.

Μπορούν όμως να επιστρέφουν τα τραγούδια του, οι λέξεις του, η μνήμη του, η ιστορία εκείνης της νύχτας και η δικαστική αλήθεια που ακολούθησε.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική ήττα της νεοναζιστικής μπότας: να προσπαθεί να επιβάλει την σιωπή και, χρόνια μετά, να ακούγεται ακόμη πιο δυνατή η φωνή εκείνη που προσπάθησε να πνίξει δολοφονώντας την.




Το βιβλίο ως ανάχωμα στη μπότα του Νεοφασισμού.



Ο φασισμός δεν φοβάται τόσο τον μορφωμένο άνθρωπο όσο τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Εκείνον που δεν καταπίνει έτοιμες αλήθειες, που σταματά πριν χειροκροτήσει, που ρωτά «γιατί;» όταν όλοι φωνάζουν «έτσι είναι».

Το βιβλίο είναι μια παράξενη μορφή ελευθερίας. Σε βάζει για λίγο μέσα στο μυαλό ενός άλλου ανθρώπου. Σε αναγκάζει να δεις τον κόσμο από μια γωνία που δεν είναι η δική σου. Να κατοικήσεις, έστω για λίγες σελίδες, τη ζωή του ξένου, του διαφορετικού, ακόμη και εκείνου που θα ήθελες να καταδικάσεις.

Κι έτσι αρχίζει να ραγίζει η πιο χρήσιμη για κάθε αυταρχισμό λέξη: «εμείς». Γιατί ο φασισμός χρειάζεται έναν κόσμο απλοποιημένο. Έναν κόσμο με καθαρούς ρόλους: εμείς και αυτοί, πατριώτες και προδότες, καλοί και κακοί, δυνατοί και αδύναμοι. Χρειάζεται έναν εχθρό αρκετά απλό ώστε να χωράει σε μια αφίσα και μια αλήθεια αρκετά μικρή ώστε να χωράει σε ένα σύνθημα.

Το διάβασμα κάνει το αντίθετο. Περιπλέκει τον κόσμο. Μας μαθαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι σύνθημα. Ότι η ιστορία δεν είναι μια ευθεία γραμμή με ήρωες από τη μία πλευρά και τέρατα από την άλλη. Ότι πίσω από κάθε πράξη υπάρχει μια διαδρομή, πίσω από κάθε κοινωνία μια ιστορία, πίσω από κάθε «ξένο» ένας άνθρωπος που κάποτε υπήρξε παιδί.

Και κυρίως, το βιβλίο εκπαιδεύει μια επικίνδυνη για την εξουσία συνήθεια: τη σκέψη πριν από την αποδοχή ή την αμφισβήτηση.

Ο αναγνώστης μένει μόνος με τις λέξεις. Δεν υπάρχει πλήθος να τον παρασύρει, μεγάφωνο να του υπαγορεύσει τι πρέπει να αισθανθεί, αρχηγός να του πει ποιον πρέπει να μισήσει. Διαβάζει, σκέφτεται, αμφιβάλλει.

Η αμφιβολία είναι μικρή ρωγμή. Αλλά από τις ρωγμές μπαίνει το φως.

Γι' αυτό ίσως ένα βιβλίο πάνω σε ένα τραπέζι είναι κάτι περισσότερο από αντικείμενο. Είναι μια μικρή ανοιχτή πόρτα. Και κάθε φορά που κάποιος διαβάζει πραγματικά, όχι για να επιβεβαιώσει αυτά που ήδη πιστεύει αλλά για να συναντήσει κάτι που δεν γνωρίζει, η πόρτα αυτή γίνεται λίγο πιο δύσκολο να κλείσει.

Ο φασισμός θέλει ανθρώπους που υπακούν πριν σκεφτούν. Το διάβασμα μαθαίνει τον άνθρωπο να σκέφτεται πριν αποδεχτεί ή αμφισβητήσει.

Κι ίσως τελικά η πιο ήσυχη αντιφασιστική πράξη να είναι αυτή: να ανοίξεις ένα βιβλίο ενώ κάποιος σου ζητά να κλείσεις το μυαλό σου.

Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά.

 


Από παλιά ο άνθρωπος τοποθέτησε τα κοράκια στη σκοτεινή πλευρά των συμβόλων. Ίσως επειδή είναι μαύρα. Ίσως επειδή κάθονται ψηλά και παρατηρούν από εκεί τον κόσμο για την ανεύρεση της τροφής τους. Ή ίσως επειδή, χωρίς να το ξέρουμε, αναγνωρίζουμε πάνω τους κάτι από τον εαυτό μας.

Το κοράκι στέκεται ψηλά. Η εξουσία επίσης. Μόνο που το κοράκι βρίσκεται ψηλά επειδή πετάει. Η εξουσία βρίσκεται ψηλά επειδή κάποιος βρίσκεται από κάτω.

Αυτό είναι το πρώτο μάθημα του ύψους.

Κανένα κλαδί δεν είναι από μόνο του ψηλό. Χρειάζεται κάποιος άλλος να βρίσκεται χαμηλότερα για να αποκτήσει νόημα το ύψος.

Το κοράκι δεν το γνωρίζει αυτό. Δεν έχει κοινωνική τάξη, ούτε πολιτική θεωρία. Πετάει επειδή έχει φτερά και κατεβαίνει όταν χρειάζεται τροφή.

Ο άνθρωπος έκανε κάτι πιο περίπλοκο. Έφτιαξε κλαδιά. Και ύστερα αποφάσισε ποιος θα κάθεται πάνω τους.

Έφτιαξε θρόνους, γραφεία, τράπεζες, διοικήσεις, περιουσίες, τίτλους. Έφτιαξε ολόκληρη αρχιτεκτονική ύψους, ώστε η απόσταση από τον άλλον να μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη.

Και κάποια στιγμή τα κλαδιά έγιναν τόσο πολλά, ώστε ξεχάσαμε πως είναι κλαδιά. Τα ονομάσαμε θεσμούς.

Νόμους.

Αξίες.

Αξιοκρατία.

Ανάπτυξη.

Κάτω, οι άνθρωποι συνεχίζουν να περπατούν.

Άλλοι κουβαλούν, άλλοι αποφασίζουν τι θα κουβαληθεί.

Άλλοι δουλεύουν για να φτάσουν στο τέλος του μήνα, άλλοι διαχειρίζονται τον μήνα σαν να ήταν περιουσία.

Και πάνω απ’ όλους, τα κοράκια.

Όχι όμως τα αληθινά.

Εκείνα είναι αθώα.

Τα πραγματικά κοράκια δεν χρειάζονται εξουσία. Δεν χρειάζονται να πείσουν κανέναν ότι δικαιούνται το κλαδί. Δεν χρειάζονται να κρύψουν τα νύχια τους πίσω από ευγενικές λέξεις.

Εμείς τα βάλαμε στα σύμβολα της αρπαγής, ίσως επειδή η φύση μάς προσφέρει έναν βολικό ένοχο. Γιατί το κοράκι αρπάζει ένα κομμάτι τροφής. Η εξουσία μπορεί να αρπάξει ολόκληρο το τραπέζι. Και τότε δεν μιλάμε πια για ένστικτο. Μιλάμε για σύστημα.

Το κοράκι παίρνει ό,τι χρειάζεται για να ζήσει. Η εξουσία, όταν ξεφεύγει από την ανάγκη και γίνεται αυτοσκοπός, χρειάζεται όλο και περισσότερα για να συνεχίσει να υπάρχει.

Δεν της αρκεί το κλαδί. Θέλει το δέντρο. Και ύστερα το δάσος. Κι όταν αποκτήσει και το δάσος, αρχίζει να κοιτάζει τον ουρανό.

Ίσως λοιπόν αδικήσαμε τα κοράκια.

Τα νύχια τους είναι γαμψά, αλλά είναι φανερά. Τα ανθρώπινα νύχια είναι πιο επικίνδυνα όταν δεν φαίνονται.

Κι έτσι, πάνω από την πόλη, ένα πραγματικό κοράκι μπορεί να κάθεται ήσυχο σε ένα πρεβάζι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε από εξουσία. Κάτω του, άνθρωποι αγωνίζονται για μια θέση στο κλαδί του δένδρου της εξουσίας. Και κάπου ψηλότερα, κάποιος έχει ήδη αποφασίσει ποιος θα πέσει.



Το «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά» είναι ο εναρκτήριος στίχος από το πολύ γνωστό ομότιτλο αντάρτικο και επαναστατικό τραγούδι, το οποίο συνδέθηκε έντονα με την ελληνική αντίσταση και το εργατικό κίνημα. Οι στίχοι του αναφέρονται στον Γκεόργκι Δημητρόφ, τον Βούλγαρο κομμουνιστή ηγέτη που συμπεριλήφθηκε στους κατηγορούμενους για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ το 1933 από τους Ναζί, αλλά κατάφερε να μετατραπεί σε κατήγορο των διωκτών του κατά τη διάρκεια της δίκης της Λειψίας. Οι Ναζί, έχοντας μόλις ανέβει στην εξουσία, οργάνωσαν τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (του γερμανικού κοινοβουλίου) ως προβοκάτσια για να ενοχοποιήσουν τους κομμουνιστές και να εκδιώξουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Ο Δημητρόφ παραπέμφθηκε σε δίκη στη Λειψία. Αντί όμως να πτοηθεί, ανέλαβε ο ίδιος την υπεράσπισή του, μετατρέποντας το εδώλιο του κατηγορουμένου σε δικαστικό βήμα καταγγελίας του ναζισμού. Αντιμετώπισε με τεράστιο θάρρος κορυφαία στελέχη του καθεστώτος, όπως τον Χέρμαν Γκέρινγκ, αποδομώντας πλήρως το κατηγορητήριο. Η διεθνής κατακραυγή και η ηρωική του στάση ανάγκασαν το ναζιστικό δικαστήριο να τον αθωώσει πανηγυρικά. Μετά την αθώωσή του κατέφυγε στην ΕΣΣΔ, όπου έλαβε τη σοβιετική υπηκοότητα. Χάρη στο τεράστιο κύρος που απέκτησε, εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), θέση την οποία διατήρησε μέχρι τη διάλυσή της το 1943. Από τη θέση αυτή, ο Δημητρόφ διαμόρφωσε την ιστορική στρατηγική των «Λαϊκών Μετώπων», δηλαδή της συμμαχίας των κομμουνιστών με σοσιαλιστές και άλλες δημοκρατικές/αντιφασιστικές δυνάμεις για την αναχαίτιση του φασισμού στην Ευρώπη.

"Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά

πέσανε πάνω στην εργατιά.

Άγρια κράζουν για αίμα διψούν,

τον Δημητρόφ στην κρεμάλα να δουν.

Τον Ντάνεφ και Ποπόφ, τον Τέλμαν 

κι άλλους αντιφασίστες αρχηγούς,

και στην Καντόνα 

χιλιάδες  σφάζουν προλεταρίους ηρωικούς.

Γίγας στους γίγαντες ο Δημητρόφ.

Βράχος γρανίτης στέκει ορθός.

Τους δικαστές του χτυπάει σκληρά.

Τους ξεσκεπάζει τους ποδοπατά.

Και μπρος στο θάνατο

και την κρεμάλα

έδειξες σ' όλους, Δημητρώφ,

τους προλετάριους

της οικουμένης

το δρόμο για το λυτρωμό.

Ήρωες τέτοιοι μπορούν μοναχά,

να βγούνε μέσ' απ' την εργατιά.

Δοκιμασμένος στη μάχη σκληρά,

κρατάς εσύ τη σημαία ψηλά.

Της τρίτης Διεθνούς

του Λένιν, Στάλιν,

κι έδειξες σ' όλους τους λαούς

πώς να παλεύουν,

πώς να νικάνε.

τους ταξικούς τους τους εχθρούς.

Της επανάστασης,

και της θυσίας,

κι έδειξες σ' όλους τους λαούς,

πώς να παλεύουν,

πώς να νικάνε,

τους ταξικούς τους τους εχθρούς."




Η Ώρα των Αρπακτικών.




Δεν είναι ότι ο κόσμος έγινε ξαφνικά άδικος. Η αδικία είναι παλιά. Τόσο παλιά, ώστε κάποτε είχε ακόμη την ευγένεια να φοράει στέμμα. Το καινούργιο είναι ότι σήμερα το στέμμα δεν χρειάζεται βασιλιά. Αρκεί ένας λογαριασμός δισεκατομμυρίων, μια πλατφόρμα, μερικοί αλγόριθμοι και η δυνατότητα να αγοράζεις όχι μόνο πράγματα αλλά και χρόνο, προσοχή, επιρροή -ενίοτε και κυβερνήσεις.

Αυτό είναι το σκοτεινό τοπίο που φωτίζει ο Giuliano da Empoli στο βιβλίο του «Η ώρα των αρπακτικών»: μια πραγματικότητα όπου ο πλούτος έχει πάψει να είναι απλώς συσσώρευση χρημάτων και μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής πολιτικής ισχύος.

Οι παλιοί καπιταλιστές είχαν εργοστάσια. Οι καινούργιοι έχουν πλατφόρμες.

Οι παλιοί ήθελαν εργάτες. Οι καινούργιοι θέλουν χρήστες.

Και οι δύο, όμως, γνωρίζουν το ίδιο παλιό μυστικό: όποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής, ελέγχει πολύ περισσότερα από την παραγωγή.

Μόνο που σήμερα το μέσο παραγωγής μπορεί να είναι το ίδιο μας το βλέμμα.

Μας πούλησαν την τεχνολογία ως απελευθέρωση. Και πράγματι, απελευθέρωσε πολλά πράγματα. Αλλά η ιστορία του καπιταλισμού έχει μια παράξενη συνήθεια: κάθε φορά που εφευρίσκει ένα καινούργιο εργαλείο ελευθερίας, κάποιος βρίσκει πρώτος τον τρόπο να το κάνει εργαλείο κέρδους.

Το κινητό μπήκε στην τσέπη του φτωχού και του πλούσιου.

Η πληροφορία έγινε διαθέσιμη σε όλους.

Η επικοινωνία έγινε παγκόσμια.

Και κάπου ανάμεσα στα «δωρεάν» και στα «δωρεάν για όλους», εμφανίστηκε ο ιδιοκτήτης.

Γιατί τίποτε δεν είναι πραγματικά δωρεάν όταν το προϊόν είσαι εσύ.

Η νέα άρχουσα τάξη δεν χρειάζεται να κατοικεί σε ανάκτορα. Μπορεί να κατοικεί σε γυάλινους πύργους, να ταξιδεύει με ιδιωτικά αεροσκάφη και να μιλάει για το μέλλον της ανθρωπότητας ενώ η ανθρωπότητα μετράει το ενοίκιο μέχρι το τέλος του μήνα.

Εκεί βρίσκεται η ταξική ειρωνεία της εποχής.

Ο ένας άνθρωπος φοβάται αν θα πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος. Ο άλλος συζητά πώς θα αλλάξει την ενέργεια ολόκληρου του πλανήτη.

Ο ένας ψάχνει δεύτερη δουλειά. Ο άλλος αγοράζει την εταιρεία που θα του προσφέρει τη δεύτερη δουλειά.

Ο ένας πουλάει τον χρόνο του. Ο άλλος αγοράζει τον χρόνο εκατομμυρίων ανθρώπων.

Και ύστερα τους λέμε ότι ζουν στην ίδια οικονομία. Δεν ζουν.

Ζουν στον ίδιο πλανήτη.

Η δημοκρατία, στο μεταξύ, συνεχίζει να παριστάνει ότι όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Μόνο που άλλοι ξεκινούν με άδειες τσέπες και άλλοι με ιδιωτικούς δορυφόρους.

Και το πιο ενδιαφέρον είναι πως τα αρπακτικά της νέας εποχής δεν χρειάζεται να καταργήσουν τη δημοκρατία.

Τους αρκεί να την αγοράσουν κομμάτι-κομμάτι.

Μια διαφήμιση εδώ.

Ένας μηχανισμός επιρροής εκεί.

Μια πλατφόρμα που αποφασίζει τι θα δεις.

Ένας αλγόριθμος που αποφασίζει τι θα προσέξεις.

Μια αγορά που αποφασίζει τι αξίζει.

Και στο τέλος ένας πολίτης που πιστεύει ότι όλες αυτές οι αποφάσεις ήταν δικές του.

Αυτό είναι ίσως το πιο σύγχρονο κόλπο της εξουσίας: να σε κάνει να αισθάνεσαι ελεύθερος την ώρα που σου στενεύει το δωμάτιο.

Κάποτε η άρχουσα τάξη φοβόταν την εξέγερση των φτωχών. Σήμερα έχει μάθει κάτι πιο αποτελεσματικό: να τους κρατά χωρισμένους.

Όχι απαραίτητα με απαγορεύσεις και αστυνομία. Με ανταγωνισμό, ανασφάλεια, ατομισμό, φόβο. Να γίνει ο διπλανός σου αντίπαλος, ο συνάδελφος ανταγωνιστής, ο άνεργος απειλή, ο φτωχότερος ύποπτος.

Η κοινωνική διάλυση δεν είναι το ατύχημα του συστήματος. Είναι, σε αυτή την ανάγνωση, ένα από τα όπλα του.

Γιατί η εξουσία δεν φοβάται τον φτωχό άνθρωπο όσο φοβάται τους φτωχούς ανθρώπους όταν αντιλαμβάνονται ότι έχουν κοινό συμφέρον.

Ένας μόνος του είναι εργατικό κόστος. Πολλοί μαζί είναι κοινωνική δύναμη.

Και γι’ αυτό η πιο χρήσιμη λέξη για την εποχή των αρπακτικών ίσως δεν είναι «καταπίεση».

Είναι "κατακερματισμός".

Να υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που αισθάνονται μόνοι απέναντι σε ένα σύστημα που είναι οργανωμένο συλλογικά εναντίον τους. 

Γιατί ο άνθρωπος που δεν πιστεύει πλέον ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή του δεν επαναστατεί. Απλώς αποσύρεται.

Και τότε η εξουσία αποκτά το πολυτιμότερο πράγμα που μπορεί να ζητήσει: την απουσία του αντιπάλου της.

Ίσως λοιπόν η «ώρα των αρπακτικών» να μην είναι η ώρα κατά την οποία εμφανίστηκαν τα αρπακτικά.

Αυτά υπήρχαν πάντα.

Είναι η ώρα κατά την οποία έμαθαν να πετούν τόσο ψηλά, ώστε οι περισσότεροι από κάτω να τα περνούν για πουλιά.

Και ίσως η μεγαλύτερη ταξική απάτη της εποχής μας να βρίσκεται ακριβώς εκεί:

μας έμαθαν να κοιτάμε τον ουρανό,

ενώ μας άδειαζαν τις τσέπες.

7/9/26

Η σύγχρονη κρίση.

 


Η οικολογική κρίση της εποχής μας δεν αποτελεί απλώς μια δυσλειτουργία της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Είναι η ιστορική έκφραση μιας βαθύτερης κρίσης των κοινωνικών σχέσεων. Αυτή ακριβώς η θέση βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικής οικολογίας του Μάρεϊ Μπούκτσιν: η κρίση της φύσης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις μορφές κυριαρχίας που συγκροτούν την ανθρώπινη κοινωνία.

Η παραδοσιακή οικολογική σκέψη συχνά αντιμετωπίζει τη φύση ως ένα εξωτερικό αντικείμενο που πρέπει να προστατευθεί από την ανθρώπινη παρέμβαση. Η κοινωνική οικολογία αντιστρέφει αυτή την οπτική. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απλώς στο ότι ο άνθρωπος «παρεμβαίνει» στη φύση, αλλά στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει την ίδια την κοινωνική του ύπαρξη. Η σχέση ανθρώπου και φύσης είναι πάντοτε διαμεσολαβημένη από κοινωνικές σχέσεις, θεσμούς, οικονομικές δομές, τεχνολογίες και μορφές εξουσίας.

Η οικολογική καταστροφή, επομένως, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μιας λανθασμένης ατομικής συνείδησης. Δεν αρκεί να κατηγορήσουμε τον καταναλωτή, τον πολίτη ή τον «άνθρωπο» γενικά. Ο άνθρωπος δεν δρα μέσα σε κοινωνικό κενό. Δρα μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Και εδώ βρίσκεται η αποφασιστική συμβολή του Μπούκτσιν.

Η κυριαρχία πάνω στη φύση δεν εμφανίζεται ως ένα αυτόνομο φαινόμενο. Συνδέεται με την ανάπτυξη μορφών κοινωνικής κυριαρχίας. Όταν μια κοινωνία οργανώνεται ιεραρχικά, όταν κάποιοι άνθρωποι θεωρούνται ανώτεροι από άλλους και όταν η εξουσία, ο πλούτος και η λήψη αποφάσεων συγκεντρώνονται σε λίγους, δημιουργείται μια κοινωνική λογική κυριαρχίας. Αυτή η λογική μπορεί στη συνέχεια να επεκταθεί πέρα από τις ανθρώπινες σχέσεις, μετατρέποντας και τη φύση σε αντικείμενο υποταγής.

Το δάσος παύει να είναι οικοσύστημα και γίνεται «απόθεμα». Ο ποταμός παύει να είναι ζωντανό μέρος ενός οικολογικού κύκλου και γίνεται «υδάτινος πόρος». Η γη αποσπάται από την οικολογική της λειτουργία και μετατρέπεται σε «ιδιοκτησία». Η ίδια η ζωή υποτάσσεται στη λογική της ανταλλακτικής αξίας.

Δεν πρόκειται, συνεπώς, μόνο για μια λανθασμένη αντίληψη περί φύσης. Πρόκειται για μια ολόκληρη κοινωνική μεταφυσική της κυριαρχίας: την πεποίθηση ότι αυτό που μπορεί να υποταχθεί, να μετρηθεί και να αξιοποιηθεί οικονομικά είναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, διαθέσιμο προς εκμετάλλευση.

Η σύγχρονη οικονομία εντείνει αυτή τη διαδικασία μέσω της λογικής της αέναης ανάπτυξης. Η απαίτηση για διαρκή παραγωγή και κατανάλωση δεν γνωρίζει φυσικά όρια. Το κεφάλαιο απαιτεί επέκταση, οι αγορές απαιτούν νέους πόρους και η οικονομική επιτυχία μετριέται κυρίως με ποσοτικούς δείκτες. Η φύση, όμως, δεν λειτουργεί με όρους απεριόριστης μεγέθυνσης. Έχει όρια, κύκλους, χρόνους αναγέννησης και οικολογικές αλληλεξαρτήσεις.

Εδώ εμφανίζεται η βαθύτερη αντίφαση της εποχής μας: ένα οικονομικό σύστημα που απαιτεί απεριόριστη ανάπτυξη λειτουργεί πάνω σε έναν πεπερασμένο πλανήτη.

Η αντίφαση αυτή δεν μπορεί να λυθεί απλώς με μια καλύτερη τεχνολογία. Η τεχνολογία είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορούμε τεχνικά να κάνουμε, αλλά για ποιον σκοπό, με ποιον τρόπο και υπό ποιον κοινωνικό έλεγχο το κάνουμε.

Γι’ αυτό η κοινωνική οικολογία δεν είναι μια ακόμη μορφή περιβαλλοντισμού. Δεν περιορίζεται στην προστασία επιμέρους ειδών, στην ανακύκλωση ή στη μείωση των εκπομπών. Αυτά μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά παραμένουν ανεπαρκή εάν δεν αμφισβητηθούν οι κοινωνικές δομές που παράγουν διαρκώς την ανάγκη για περισσότερη εκμετάλλευση.

Η οικολογική σκέψη πρέπει να γίνει πολιτική σκέψη.

Ο Μπούκτσιν στρέφεται έτσι προς την άμεση δημοκρατία, την αποκέντρωση και την κοινοτική αυτοδιοίκηση. Η οικολογικά υπεύθυνη κοινωνία δεν μπορεί να είναι μια κοινωνία όπου οι αποφάσεις για τη γη, το νερό, την ενέργεια και τους φυσικούς πόρους λαμβάνονται αποκλειστικά από απομακρυσμένους οικονομικούς ή πολιτικούς μηχανισμούς. Η οικολογία απαιτεί κοινωνίες στις οποίες οι άνθρωποι συμμετέχουν άμεσα στη διαμόρφωση των όρων της κοινής τους ζωής.

Αυτό δεν σημαίνει επιστροφή σε έναν εξιδανικευμένο πρωτογονισμό. Ο Μπούκτσιν δεν αντιλαμβάνεται τη φύση ως αντίπαλο του πολιτισμού ούτε τον πολιτισμό ως αναγκαστικά εχθρικό προς τη φύση. Αντίθετα, αναζητά τη δυνατότητα ενός ελεύθερου και ορθολογικού πολιτισμού που θα εντάσσεται δημιουργικά στη φυσική εξέλιξη.

Η φύση, άλλωστε, δεν είναι ένα στατικό μουσείο που πρέπει να διατηρηθεί ανέγγιχτο. Είναι διαδικασία, εξέλιξη, διαφοροποίηση, αλληλεπίδραση. Και ο άνθρωπος αποτελεί μέρος αυτής της διαδικασίας. Η πραγματική οικολογική συνείδηση δεν απαιτεί να αρνηθούμε την ανθρώπινη δημιουργικότητα, αλλά να την απελευθερώσουμε από τη λογική της κυριαρχίας.

Ίσως, λοιπόν, το πιο ριζοσπαστικό ερώτημα της κοινωνικής οικολογίας να μην είναι πώς θα περιορίσουμε τις καταστροφικές συνέπειες του πολιτισμού, αλλά πώς θα μετασχηματίσουμε τον ίδιο τον πολιτισμό.

Η οικολογική κρίση μάς υποχρεώνει να επανεξετάσουμε έννοιες που θεωρούσαμε αυτονόητες: την ανάπτυξη, την πρόοδο, την ιδιοκτησία, την εξουσία, την ελευθερία. Μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε αν πρόοδος είναι πράγματι η διαρκής αύξηση της παραγωγής ή αν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό: περισσότερη ελευθερία, περισσότερη κοινωνική ισότητα, περισσότερη συμμετοχή και μια σχέση αμοιβαιότητας με τον φυσικό κόσμο.

Η κοινωνική οικολογία δεν μας καλεί απλώς να προστατεύσουμε τη φύση από την κοινωνία. Μας καλεί να μεταμορφώσουμε την κοινωνία ώστε η προστασία της φύσης να γίνει συνέπεια του τρόπου με τον οποίο ζούμε.

Γιατί το δάσος δεν καταστρέφεται μόνο όταν πέφτει ένα δέντρο.

Καταστρέφεται πολύ νωρίτερα, όταν μια κοινωνία έχει αποφασίσει ότι το δέντρο είναι απλώς εμπόρευμα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική «σύγχρονη κρίση»: όχι στο ότι ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τη φύση, αλλά στο ότι ξέχασε πως η κοινωνία του είναι ήδη ένα κομμάτι της φύσης.

Η έξοδος από την οικολογική κρίση δεν θα είναι, επομένως, μόνο μια τεχνολογική ή περιβαλλοντική μεταρρύθμιση. Θα είναι -αν υπάρξει- μια βαθιά κοινωνική μεταμόρφωση: από την κυριαρχία στην ελευθερία, από την εκμετάλλευση στην αμοιβαιότητα, από την ιεραρχία στη δημοκρατία και από τη φύση ως αντικείμενο στη φύση ως κοινό κόσμο ζωής.

31/8/26

Όταν η Δημοκρατία δίνει το Τσεκούρι στον Δήμιο της: το μοιραίο μάθημα της Βαϊμάρης.



Η «νεαρή δημοκρατία» που αυτοκτόνησε: πώς το "Άρθρο 48" γκρέμισε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Στις 28 Απριλίου 1930, το κορυφαίο γερμανικό σατιρικό περιοδικό Simplicissimus κυκλοφόρησε με ένα εξώφυλλο που έμελλε να αποδειχθεί ανατριχιαστικά προφητικό. Στο σκίτσο του Karl Arnold, η γερμανική δημοκρατία απεικονίζεται σαν ένα νεαρό, λυγερόκορμο δέντρο-κορίτσι. Ο τίτλος; «Ο νεαρός κοινοβουλευτισμός» (Der junge Parlamentarismus). Στα κλαδιά του, δεκάδες πουλιά -που συμβολίζουν τα πολιτικά κόμματα της εποχής- τσακώνονται ασταμάτητα, βαραίνοντας το δέντρο. Δίπλα του, ένας τρομακτικός, απρόσωπος δήμιος κρατά ένα τεράστιο πριόνι. Στη ζώνη του αναγράφεται ένας μοιραίος αριθμός: "48".

Η λεζάντα στο κάτω μέρος προειδοποιούσε: «Μόλις που άνθισε -και ήδη πλησιάζει το καταστροφικό Άρθρο 48!». Λίγοι μπορούσαν να φανταστούν τότε ότι αυτό το πριόνι θα έκοβε σύρριζα τις ρίζες της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας, ανοίγοντας την κερκόπορτα για τον ολοκληρωτισμό.

➡️Το Συνταγματικό Παράδοξο: ένας «νόμιμος Δικτάτορας».

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1919, διέθετε ένα από τα πιο προοδευτικά αλλά και πιο εύθραυστα συντάγματα της εποχής. Το μεγάλο της ελάττωμα κρυβόταν στο Άρθρο 48.

Η διάταξη αυτή σχεδιάστηκε αρχικά ως δικλείδα ασφαλείας. Σε περιπτώσεις σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια, έδινε στον Πρόεδρο του Ράιχ το δικαίωμα να λαμβάνει έκτακτα μέτρα και να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, παρακάμπτοντας το κοινοβούλιο. Στην πράξη, όμως, το Άρθρο 48 μετέτρεπε τον εκάστοτε Πρόεδρο σε έναν εν δυνάμει "νόμιμο" δικτάτορα.

➡️1930: Η Αρχή του Τέλους και η παράκαμψη της Βουλής.

Τον Μάρτιο του 1930, ακριβώς έναν μήνα πριν από την κυκλοφορία του επίμαχου εξωφύλλου, η τελευταία πλειοψηφική δημοκρατική κυβέρνηση της Γερμανίας κατέρρευσε υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης του 1929. Ο γηραιός Πρόεδρος, Πολ φον Χίντενμπουργκ διόρισε καγκελάριο τον Χάινριχ Μπρούνινγκ, ο οποίος δεν διέθετε τη στήριξη της πλειοψηφίας των βουλευτών.

Αντί να αναζητήσει πολιτική συναίνεση, ο Μπρούνινγκ επέλεξε τον εύκολο δρόμο: άρχισε να περνά κρίσιμους νόμους και προϋπολογισμούς χρησιμοποιώντας το Άρθρο 48. Όταν το κοινοβούλιο (Ράιχσταγκ) προσπάθησε να αντισταθεί, ο Χίντενμπουργκ απλά το διέλυσε. Ο «νεαρός κοινοβουλευτισμός» είχε ήδη μπει στον αναπνευστήρα. Η χώρα δεν διοικούνταν πλέον από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού, αλλά από μια κλειστή ομάδα αυταρχικών συμβούλων γύρω από τον Πρόεδρο.

➡️ Ο Εθισμός στον Αυταρχισμό.

Μεταξύ του 1930 και του 1932, η χρήση των προεδρικών διαταγμάτων μετατράπηκε από «λύση έκτακτης ανάγκης» σε καθημερινή πολιτική πρακτική. Η δημοκρατία απογυμνώθηκε από τη νομιμοποίησή της στα μάτια των πολιτών. Οι Γερμανοί, εξουθενωμένοι από την ανεργία και τη φτώχεια, συνήθισαν στην ιδέα ότι το κοινοβούλιο είναι ανίσχυρο και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με το έτσι θέλω από την εκτελεστική εξουσία. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί ιδανικά για κάποιον που θα υποσχόταν "απόλυτη τάξη".

➡️ 1933: Το Τελειωτικό Χτύπημα.

Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ διορίστηκε Καγκελάριος τον Ιανουάριο του 1933, δεν χρειάστηκε να καταλύσει βίαια το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Το βρήκε ήδη ημιθανές και χρησιμοποίησε τα δικά του όπλα.

Τον Φεβρουάριο του 1933, με αφορμή τον προβοκατόρικο εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ έπεισε τον Χίντενμπουργκ να υπογράψει το περιβόητο «Διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους». Φυσικά, το διάταγμα εκδόθηκε βάσει του Άρθρου 48. Με μια μονοκονδυλιά, καταργήθηκαν μόνιμα οι θεμελιώδεις ελευθερίες του τύπου, της συγκέντρωσης και της έκφρασης. Οι πολιτικοί αντίπαλοι συνελήφθησαν και η ναζιστική δικτατορία εγκαθιδρύθηκε με απόλυτα «νόμιμο» τρόπο.

➡️ Το Ιστορικό Δίδαγμα.

Η τραγωδία της Βαϊμάρης παραμένει ένα από τα πιο διδακτικά μαθήματα της παγκόσμιας ιστορίας. Αποδεικνύει ότι μια δημοκρατία σπάνια γκρεμίζεται σε μία μόνο νύχτα. Συνήθως, πεθαίνει σταδιακά, όταν οι ίδιοι οι θεσμοί της δημιουργούν «παράθυρα» αυταρχισμού και όταν η πολιτική ηγεσία επιλέγει να παρακάμψει το κοινοβούλιο στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Το σκίτσο του Simplicissimus το 1930 είχε δίκιο: αν δεν προστατεύσεις το δέντρο της δημοκρατίας από εκείνους που κρατούν το πριόνι της εξουσίας, η καταστροφή είναι απλά θέμα χρόνου.

26/8/26

Ο Χορός του Ζαλόγγου: Μια σύγχρονη πολιτική αλληγορία.

 

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική θυμίζει περισσότερο τον Χορό του Ζαλόγγου παρά μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον μιας χώρας. Όχι επειδή οι πολιτικοί οδηγούνται στον γκρεμό - αυτό θα ήταν υπερβολικά αισιόδοξο. Επειδή, συνήθως, φροντίζουν να οδηγούν τους άλλους.

Ο «χορός» έχει αλλάξει μορφή. Δεν γίνεται πλέον στην άκρη ενός βράχου. Γίνεται μπροστά στις κάμερες, στα κοινοβουλευτικά έδρανα, στα τηλεοπτικά πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν ακούγονται νταούλια και δημοτικά τραγούδια. Ακούγονται συνθήματα, χειροκροτήματα, κομματικές αντιπαραθέσεις και, κυρίως, υποσχέσεις.

Και όλοι χορεύουν.

Η σύγχρονη πολιτική έχει αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να παρουσιάζει την υποχώρηση ως νίκη. Κάνουμε ένα βήμα πίσω και το ονομάζουμε «στρατηγική». Κάνουμε δύο βήματα πίσω και το ονομάζουμε «ρεαλισμό». Φτάνουμε στην άκρη του γκρεμού και κάποιος ανακοινώνει ότι πρόκειται για «ιστορική ευκαιρία».

Το κοινό χειροκροτεί,...και χορεύει.

Άλλωστε, ο πολιτικός χορός απαιτεί συγχρονισμό. Ο ένας λέει «όλα πάνε καλά», ο άλλος απαντά «θα πάνε ακόμη καλύτερα», ο τρίτος εξηγεί ότι ποτέ δεν πήγαν καλύτερα και ο τέταρτος καταγγέλλει τους τρεις πρώτους επειδή δεν κατάλαβαν ότι η κατάσταση είναι εξαιρετική.

Και κάπου εκεί χορεύει ο πολίτης.

Ο πολίτης είναι το πιο απαραίτητο πρόσωπο σε αυτό το χορευτικό. Είναι εκείνος που πληρώνει τον λογαριασμό, ψηφίζει, περιμένει, διαμαρτύρεται και στο τέλος καλείται να αισθανθεί και υπεύθυνος για όλα όσα αποφασίστηκαν χωρίς αυτόν.

Η πολιτική, άλλωστε, έχει έναν θαυμαστό μηχανισμό μεταφοράς ευθύνης. Όταν κάτι πηγαίνει καλά, είναι αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής. Όταν κάτι πηγαίνει στραβά, φταίνε οι προηγούμενοι, οι επόμενοι, η διεθνής συγκυρία, η αντιπολίτευση, τα μέσα ενημέρωσης, η κοινωνία, ο καιρός και, αν χρειαστεί, ο Ερμής ανάδρομος.

Ποτέ όμως ο πρωτοχορευτής. Ούτε η ορχήστρα.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι κάθε παράταξη έχει τον δικό της «Χορό του Ζαλόγγου». Άλλος χορεύει προς τα δεξιά, άλλος προς τα αριστερά, άλλος προς το κέντρο και κάποιος πάντοτε δηλώνει ότι δεν χορεύει καθόλου.

Μέχρι να ανοίξει η μουσική.

Τότε όλοι βρίσκουν ρυθμό.

Η σύγχρονη πολιτική έχει μετατρέψει ακόμη και την τραγωδία σε επικοινωνιακό προϊόν. Μια καταστροφή γίνεται ανακοίνωση, μια κοινωνική αδικία γίνεται σύνθημα, ένα σκάνδαλο γίνεται τηλεοπτικό επεισόδιο και μια ανθρώπινη απώλεια γίνεται αφορμή για φωτογραφίες, δηλώσεις και πολιτική αντιπαράθεση.

Και ύστερα έρχεται η επόμενη είδηση.

Ο χορός συνεχίζεται.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι οι πολιτικοί μάς οδηγούν στον γκρεμό. Είναι ότι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να χορεύουμε μαζί τους, ώστε κάποτε ξεχνάμε να ρωτήσουμε πού βρίσκεται ο γκρεμός.

Κι αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο.

Γιατί ο ιστορικός Χορός του Ζαλόγγου συμβολίζει, μέσα στη συλλογική μνήμη, την επιλογή μπροστά στην απόλυτη απελπισία.

Ο σύγχρονος πολιτικός «χορός» κινδυνεύει να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό: να ξέρουμε ότι πλησιάζουμε στην άκρη και παρ' όλα αυτά να συνεχίζουμε να ακολουθούμε τον ρυθμό.

Μόνο που στην πολιτική υπάρχει μια σημαντική διαφορά.

Στον Ζάλογγο δεν υπήρχε αύριο.

Στη Δημοκρατία υπάρχει.

Αρκεί να μη χορέψουμε όλοι μέχρι την άκρη.

Φούστες, Σκύλοι και Δικτάτορες: Η Ελλάδα του Θεόδωρου Πάγκαλου.




Θεόδωρος Πάγκαλος: Ο «αδίστακτος» αντικομμουνιστής στρατηγός και η ιδιόρρυθμη δικτατορία της μεζούρας.

Η περίοδος του ελληνικού Μεσοπολέμου υπήρξε μία από τις πιο ταραχώδεις και πυκνές σε πολιτικά γεγονότα εποχές της σύγχρονης Ελλάδας. Στο επίκεντρο αυτής της δίκης των παθών και των στρατιωτικών κινημάτων βρέθηκε ο Θεόδωρος Πάγκαλος (1878–1952). Υπήρξε ένας κορυφαίος αλλά και αδίστακτος βενιζελικός αξιωματικός, ο οποίος μετατράπηκε σε απόλυτο δικτάτορα, σφραγίζοντας την περίοδο 1925–1926 με αποφάσεις που κινήθηκαν μεταξύ του ακραίου αυταρχισμού και της ιστορικής γραφικότητας.


Η Δράση Πριν από την Εξουσία: Ο «Αποφασιστικός Άνδρας».

Πριν καταλύσει το πολίτευμα, ο Πάγκαλος είχε ήδη χτίσει τη φήμη ενός ανθρώπου των όπλων που δεν δίσταζε μπροστά σε καμία πρόκληση:

Βαλκανικοί Πόλεμοι & Εθνικός Διχασμός: Αποφοίτησε πρώτος από τη Σχολή Ευελπίδων το 1900. Το 1916 συντάχθηκε αμέσως με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, οργανώνοντας τον στρατό ενάντια στο παλάτι.

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ως Επιτελάρχης του Στρατού στη Σμύρνη το 1920, πήρε την πρωτοβουλία –παρά τις αντιρρήσεις της ηγεσίας– και οδήγησε τα ελληνικά στρατεύματα στην κατάληψη της Προύσας.

Η «Δίκη των Έξι» (1922): Μετά την Καταστροφή, ορίστηκε Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής. Ήταν ο άνθρωπος που πίεσε ανένδοτα για την εκτέλεση των έξι πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών στο Γουδή, αψηφώντας τις διεθνείς πιέσεις.

Η Στρατιά του Έβρου: Τον Δεκέμβριο του 1922 ανέλαβε μια διαλυμένη δύναμη και μέσα σε λίγους μήνες τη μετέτρεψε σε έναν ετοιμοπόλεμο στρατό 110.000 ανδρών, αναγκάζοντας τον Κεμάλ Ατατούρκ να υποχωρήσει σε αρκετές απαιτήσεις στη Συνθήκη της Λοζάννης.

Με αυτό το "βαρύ" βιογραφικό και εκμεταλλευόμενος την πολιτική αστάθεια της εποχής, στις 25 Ιουνίου 1925 ανέτρεψε την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου με "αναίμακτο" πραξικόπημα, λαμβάνοντας αρχικά... "ψήφο εμπιστοσύνης" από τη φοβισμένη Βουλή.

Η Εκτροπή, ο Νόμος της Φούστας και οι Απαγχονισμοί.

Στις 3 Ιανουαρίου 1926, ο Πάγκαλος κατήργησε κάθε κοινοβουλευτικό πρόσχημα. Ανακήρυξε τον εαυτό του δικτάτορα, διέλυσε τη Βουλή και φυλάκισε πολιτικούς αντιπάλους, ακόμη και ...τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, μετά την αναγκαστική παραίτηση του Παύλου Κουντουριώτη, εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με το κατασκευασμένο ποσοστό του 93%.

Η δικτατορία του έμεινε στην ιστορία για τρία χαρακτηριστικά ορόσημα:

Ο Νόμος για το Μήκος της Φούστας: Με αστυνομική διάταξη απαγορεύτηκε στις γυναίκες να φοράνε φούστες που απείχαν περισσότερο από 30 εκατοστά από το έδαφος, με τους αστυνομικούς να κυνηγούν τις κοπέλες στους δρόμους με μεζούρες. Για αυτό και η δικτατορία του χαρακτηρίστηκε ως η "Δικτατορία της Μεζούρας".

Δημόσιοι Απαγχονισμοί για Διαφθορά: Θέλοντας να δείξει πυγμή κατά της κατάχρησης χρήματος, οδήγησε σε δημόσιο απαγχονισμό στο Γουδή δύο στρατιωτικούς υπαλλήλους (Μέρτεν και Ζαριφόπουλο) που καταδικάστηκαν από έκτακτο στρατοδικείο.

Το Επεισόδιο του Πετριτσίου (Ο Πόλεμος του Σκύλου): Τον Οκτώβριο του 1925, με αφορμή έναν Έλληνα στρατιώτη που σκοτώθηκε όταν πέρασε τα σύνορα με την Βουλγαρία κυνηγώντας τον ...σκύλο του, ο Πάγκαλος διέταξε εισβολή στη Βουλγαρία. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις εισέβαλαν σε βουλγαρικό έδαφος και κατέλαβαν την πόλη Πετρίτσι. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν περίπου μία εβδομάδα, με αποτέλεσμα τον θάνατο δεκάδων στρατιωτών και αμάχων. Η Βουλγαρία προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ – τον προκάτοχο του ΟΗΕ), η οποία διέταξε άμεση κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων. Η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) καταδίκασε την Ελλάδα, αναγκάζοντάς την σε ταπεινωτική αποχώρηση και στην καταβολή ενός τεράστιου προστίμου 45.000 λιρών.


Η Οικονομική «Λύση»: Η Διχοτόμηση του Χαρτονομίσματος.

Το πρόστιμο της ΚτΕ και τα άδεια ταμεία οδήγησαν το καθεστώς σε απόγνωση. Τον Ιανουάριο του 1926, ο Πάγκαλος εφάρμοσε για δεύτερη φορά στην ελληνική ιστορία (μετά το 1922) τη "διχοτόμηση" του χαρτονομίσματος.

Οι πολίτες υποχρεώθηκαν να κόψουν τα λεφτά τους στα δύο. Το αριστερό κομμάτι κρατούσε το 75% της αξίας του και κυκλοφορούσε στην αγορά, ενώ το δεξί κομμάτι (το 25%) παραδιδόταν στο κράτος ως αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο με αντάλλαγμα έντοκες ομολογίες. Το μέτρο απέτρεψε τον πληθωρισμό, αλλά εξόργισε τον εμπορικό κόσμο και στέρησε από τον Πάγκαλο κάθε λαϊκό έρεισμα.

Η Κινηματογραφική Ανατροπή στα Κύθηρα.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε από έναν πρώην σύμμαχό του, τον στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη, γνωστό ως «Κεραυνό». Το Σαββατοκύριακο της 21ης προς 22α Αυγούστου 1926, ο Πάγκαλος βρισκόταν ανύποπτος για διακοπές στις Σπέτσες. Το πρωί της Κυριακής, ένα κυβερνητικό υδροπλάνο πέταξε πάνω από το νησί ρίχνοντας προκηρύξεις: ο Κονδύλης είχε ήδη καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα.

Ο Πάγκαλος επιβιβάστηκε εσπευσμένα στο τορπιλοβόλο «Πέργαμος» με κυβερνήτη τον Βασίλειο Λάσκο (τον μετέπειτα ήρωα του υποβρυχίου «Κατσώνης») για να διαφύγει στο εξωτερικό. Όμως, το πλοίο σάλπαρε χωρίς επαρκή αποθέματα άνθρακα (κάρβουνου). Καθώς έπλεε αργά για εξοικονόμηση καυσίμων, το αντιτορπιλικό «Λέων» και το θωρηκτό «Κιλκίς» το καταδίωξαν. Κοντά στα Κύθηρα, κυκλωμένος και χωρίς καύσιμα, ο δικτάτορας παραδόθηκε.

Η ειρωνεία της τύχης; Φυλακίστηκε για δύο χρόνια στο φρούριο Ιτζεντίν της Κρήτης, στο ίδιο ακριβώς κελί που ο ίδιος είχε κλείσει τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Ο Παρασκηνιακός Ρόλος στην Κατοχή και το Τέλος.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941–1944), ο γηραιός πλέον Πάγκαλος επέστρεψε στο προσκήνιο με έναν άκρως αμφιλεγόμενο ρόλο. Υπήρξε ένας από τους βασικούς πολιτικούς καθοδηγητές πίσω από την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας το 1943.

Κίνητρό του ήταν ο ακραίος αντικομμουνισμός του ενάντια στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι αξιωματικοί που στελέχωσαν τα Τάγματα ήταν στην πλειονότητά τους παλιοί πιστοί του συνεργάτες από τη δικτατορία του 1925. Τον Σεπτέμβριο του 1944 συνελήφθη προσωρινά από τον ΕΛΑΣ ως όμηρος, αλλά απελευθερώθηκε με τη μεσολάβηση των Βρετανών. Μετά την απελευθέρωση, παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων, το οποίο όμως τον αθώωσε, κρίνοντας ότι η δράση του δεν είχε σκοπό την εξυπηρέτηση των Γερμανών, αλλά την αποτροπή του κομμουνισμού.



Επιχείρησε να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο συμμετέχοντας στις εθνικές εκλογές του Μαρτίου του 1946 με το δικό του κόμμα («Εθνικό Κόμμα Εθνικής Αναγεννήσεως»), χωρίς όμως να καταφέρει να εκλεγεί. Το κόμμα κατέγραψε εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά σε πανελλαδικό επίπεδο, συγκεντρώνοντας μόλις το 0,18% των ψήφων (2.102 ψήφους).

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος προσπάθησε να πολιτευτεί ξανά το 1950 με το «Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος» του πρώην υφισταμένου του και αρχηγού του ΕΔΕΣ, Ναπολέοντα Ζέρβα. Ωστόσο, ούτε τότε κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής, καθώς το κόμμα κέρδισε έδρες κυρίως στην Ήπειρο. Πέθανε ξεχασμένος στην Κηφισιά το 1952. Το πολιτικό του όνομα πάντως συνεχίστηκε, καθώς ο συνώνυμος εγγονός του, Θεόδωρος Πάγκαλος, αποτέλεσε έναν από τους πιο προβεβλημένους υπουργούς των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ τις επόμενες δεκαετίες.