Η ελληνική μετανάστευση δεν ήταν ποτέ απλώς μια ιστορία ανθρώπων που «αναζήτησαν την τύχη τους». Αυτή είναι η ωραία εκδοχή της ιστορίας. Η εκδοχή που χωράει εύκολα σε παλιές φωτογραφίες, σε βαλίτσες από ξύλο, σε σταθμούς και λιμάνια, σε ένα μαντίλι που κουνιέται καθώς το πλοίο απομακρύνεται.
Υπάρχει όμως και η άλλη ιστορία. Η ιστορία μιας χώρας που δεν είχε αρκετή δουλειά για όλους, αρκετό εισόδημα για πολλούς και αρκετό μέλλον για τους περισσότερους.
Ο μετανάστης δεν έφευγε απλώς από την πατρίδα. Έφευγε από μια κοινωνική θέση.
Ο αγρότης από το χωριό, ο εργάτης, ο μικροεπαγγελματίας, ο φτωχός νέος, η γυναίκα που δεν έβλεπε μπροστά της παρά έναν γάμο ή μια ζωή περιορισμένη στις ανάγκες της οικογένειας. Άνθρωποι που δεν είχαν κεφάλαιο για να επενδύσουν, γη αρκετή για να ζήσουν, πολιτική δύναμη για να διεκδικήσουν. Είχαν μόνο τα χέρια τους.
Και τα χέρια τους έγιναν εξαγώγιμο προϊόν. Η Ελλάδα έστελνε εργατικά χέρια στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία, στην Αμερική. Εκεί όπου υπήρχαν εργοστάσια, ορυχεία, οικοδομές και μια οικονομία που χρειαζόταν ανθρώπους πρόθυμους να δουλέψουν σκληρά.
Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός όταν συναντά τη φτώχεια: δεν χρειάζεται να μετακινήσει το εργοστάσιο προς τον φτωχό. Μπορεί απλώς να μετακινήσει τον φτωχό προς το εργοστάσιο.
Και ο άνθρωπος έφευγε.
Όχι επειδή σταμάτησε να αγαπά το χωριό του.
Επειδή το χωριό του δεν μπορούσε να τον θρέψει.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η πατρίδα, όταν δεν μπορεί να προσφέρει εργασία, αξιοπρέπεια και προοπτική, γίνεται εύκολα ποιητική έννοια για εκείνον που έχει την οικονομική δυνατότητα να μείνει. Για τον άλλον, γίνεται εισιτήριο επιστροφής που δεν αγοράζεται.
Και τότε γεννιέται ένας από τους μεγαλύτερους μύθους της ελληνικής κοινωνίας: ότι ο φτωχός «τα κατάφερε μόνος του».
Όχι.
Δούλεψε μόνος του, ίσως. Αλλά δεν πλούτισε μόνος του.
Πίσω από κάθε Έλληνα μετανάστη που έστειλε χρήματα στην οικογένειά του υπήρχαν ώρες εργασίας, χαμηλοί μισθοί, σκληρές συνθήκες, εργοστάσια που χρειάζονταν φθηνή εργασία και μια ολόκληρη οικονομική τάξη πραγμάτων που γνώριζε πολύ καλά να χρησιμοποιεί την ανάγκη.
Και πίσω από τα χρήματα που επέστρεφαν στην Ελλάδα υπήρχε κάτι ακόμη: η αόρατη επιδότηση μιας χώρας από τους ανθρώπους που είχε χάσει.
Ο μετανάστης πλήρωνε με την απουσία του.
Η οικογένεια πλήρωνε με τη μοναξιά της.
Η κοινωνία πλήρωνε με την απώλεια ανθρώπων σε παραγωγική ηλικία.
Και κάποιος άλλος κέρδιζε την εργασία τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μετανάστης ήταν μόνο θύμα. Κάθε άλλο. Οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν ζωές, οικογένειες, επιχειρήσεις, κοινότητες. Κατέκτησαν δικαιώματα. Έγιναν πολίτες δύο κόσμων. Και πολλές φορές πέτυχαν πράγματα που η κοινωνία από την οποία έφυγαν δεν τους επέτρεπε ούτε να ονειρευτούν.
Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η ταξική ειρωνεία.
Η επιτυχία του μετανάστη χρησιμοποιήθηκε συχνά ως απόδειξη ότι «όποιος θέλει, μπορεί».
Λες και όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.
Λες και η φτώχεια είναι απλώς έλλειψη θέλησης.
Λες και ο άνθρωπος που έφυγε με μια βαλίτσα και ο άνθρωπος που έμεινε με μια περιουσία έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι.
Δεν έπαιζαν.
Και σήμερα η ιστορία επιστρέφει με καινούργια ρούχα.
Ο εργάτης της παλιάς μετανάστευσης μπορεί να έχει αντικατασταθεί από τον πτυχιούχο, τον γιατρό, τον μηχανικό, τον ερευνητή, τον νέο επιστήμονα. Η βαλίτσα μπορεί να έγινε laptop. Το εισιτήριο τρίτης θέσης μπορεί να έγινε φθηνή πτήση. Το εργοστάσιο μπορεί να έγινε πανεπιστήμιο ή πολυεθνική εταιρεία.
Αλλά η βασική ερώτηση παραμένει:
Γιατί πρέπει ένας τόπος να χάνει τους ανθρώπους του για να τους δει να προοδεύουν;
Και ίσως αυτή είναι η πιο πολιτική ερώτηση της μετανάστευσης.
Όχι γιατί φεύγουν οι άνθρωποι.
Αλλά γιατί ένας άνθρωπος πρέπει πρώτα να φύγει για να ανακαλύψει την αξία που είχε ήδη.
Η ελληνική μετανάστευση δεν είναι λοιπόν μόνο η ιστορία μιας Ελλάδας που έφυγε.
Είναι και η ιστορία μιας Ελλάδας που δεν μπόρεσε να κρατήσει αυτούς που παρήγαγαν τον πλούτο της.
Και κάθε φορά που κάποιος αποχαιρετά έναν νέο άνθρωπο στο αεροδρόμιο, ίσως δεν πρέπει να τον ρωτάμε μόνο πού πηγαίνει.
Πρέπει κάποτε να ρωτήσουμε και ποιος τον έκανε να φύγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου