Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/10/26

Ένα είναι το αηδόνι...

 


"Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Δύο, δύο πέρδικες αντάμα,

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Τρία, τρία η αγιά τριάδα,

Δύο πέρδικες αντάμα,

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Τέσσερα, τέσσερα πόδια η αγελάδα,

Τρία η αγιά τριάδα,

Δύο πέρδικες αντάμα,

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Πέντε, πέντε δάκτυλα στο χέρι,

Τέσσερα πόδια η αγελάδα,

Τρία η αγιά τριάδα,

Δύο πέρδικες αντάμα,

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Έξι, έξι είναι οι αρχαγγέλοι,

Πέντε δάκτυλα στο χέρι,

Τέσσερα πόδια η αγελάδα,

Τρία η αγιά τριάδα,

Δύο πέρδικες αντάμα,

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Εφτά, εφτά μέρες η βδομάδα,

Έξι είναι οι αρχαγγέλοι,

Πέντε δάκτυλα στο χέρι,

Τέσσερα πόδια η αγελάδα,

Τρία η αγιά τριάδα,

Δύο πέρδικες αντάμα,

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί.

Ένα, ένα είναι το αηδόνι, λαλεί, μωρέ λαλεί,

Το αηδόνι στο κλουβί."



4/10/26

Κάτι διάφανες ψυχές...

 


"Κάτι διάφανες ψυχές, σ' αυτήν εδώ την πόλη,

Κάτι ονειροπόλοι.

Κάτι περίεργες μορφές, χαμένες στα σκουπίδια,

Κάτι αποκαΐδια.

Κάτι από μένα, κάτι από σένα,

Κάτι απ' τα ρούχα της ψυχής μας, τα σκισμένα.

Κάτι κουρέλια, που τραγουδάμε,

Κάτι απ' τα λάθη μας, που αγαπάμε.

Κάτι σκληρές γλυκιές φωνές, σαν πόρτα σκουριασμένη,

Κάτι τσαλακωμένοι.

Κάτι κορμιά ερωτικά, που άνεμος τα παίρνει,

Κάτι αλλοπαρμένοι.

Κάτι από μένα, κάτι από σένα,

Κάτι απ' τα ρούχα της ψυχής μας, τα σκισμένα,

Κάτι κουρέλια, που τραγουδάμε,

Κάτι απ' τα λάθη μας, που αγαπάμε.

Κάτι παιδιά μοναχικά, στα όνειρα δεμένα,

Πάντα αφηρημένα.

Κάτι διάφανες ψυχές, σ' αυτήν εδώ την πόλη,

Κάτι ονειροπόλοι."


🎶 "Κάτι διάφανες ψυχές": Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Στίχοι- μουσική: Αλέξανδρος Δήμας.

28/9/26

Τα Ρω του Έρωτα.

 


Υπάρχουν ποιήματα που γράφονται για να διαβαστούν και ποιήματα που μοιάζουν από την πρώτη στιγμή σαν να περιμένουν μια μελωδία. Τα «Ρω του Έρωτα» του Οδυσσέα Ελύτη ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Είναι ποίηση που δεν θέλει να μείνει στο χαρτί. Θέλει να βγει στον δρόμο, να περάσει από ένα στόμα σε ένα άλλο, να γίνει τραγούδι, να χαθεί μέσα στη φωνή των ανθρώπων και, μέσα από αυτή την απώλεια, να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή.

Ίσως γι’ αυτό ο Ελύτης στρέφεται εδώ προς τα απλά πράγματα: τη θάλασσα, το καλοκαίρι, τον ήλιο, τα νησιά, τη νεότητα, τον έρωτα. Όχι επειδή είναι απλά, αλλά επειδή είναι τα μόνα που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Ένα καλοκαίρι μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή. Μια θάλασσα μπορεί να γίνει μνήμη. Ένα κορίτσι που περνά μπορεί να γίνει ποίημα.

Και ο έρωτας;

Ο έρωτας είναι ίσως η πιο αρχαία μορφή ποίησης. Πριν ακόμη γραφτεί η πρώτη λέξη, ο άνθρωπος τραγούδησε για εκείνον που επιθυμούσε. Πριν υπάρξουν βιβλία, υπήρχαν χείλη. Πριν υπάρξουν ποιητές, υπήρχαν ερωτευμένοι.

Γι’ αυτό και η φράση του Ελύτη -«Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλι σε χείλι...»-  μοιάζει περισσότερο με αποκάλυψη παρά με προοίμιο. Γιατί ο ερωτευμένος άνθρωπος δεν αντέχει να κρατήσει τον έρωτά του σιωπηλό. Κάτι μέσα του ζητά ρυθμό, φωνή, μουσική. Σαν να υπάρχει πίσω από κάθε δυνατό συναίσθημα μια αόρατη κιθάρα που περιμένει.

Τα «Ρω του Έρωτα» είναι λοιπόν και μια ποίηση της απλότητας. Μια απλότητα δύσκολη, σχεδόν επικίνδυνη, γιατί για να πεις λίγα και να ακουστούν πολλά πρέπει πρώτα να έχεις αφαιρέσει όλα τα περιττά. Να έχεις αφήσει μόνο εκείνα που αντέχουν στον χρόνο: ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα καλοκαιρινό βράδυ, μια θάλασσα, μια απουσία.

Και τότε συμβαίνει το παράδοξο.

Το ποίημα παύει να είναι του Ελύτη.

Γίνεται του ανθρώπου που το τραγουδά. Γίνεται του ερωτευμένου που το θυμάται χρόνια αργότερα. Γίνεται εκείνου που το άκουσε ένα καλοκαίρι και από τότε κάθε Αύγουστος έχει τη δική του φωνή. Γίνεται μιας ολόκληρης γενιάς που αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σε λίγες λέξεις.

Η συλλογή αυτή ξεχωρίζει γιατί περιλαμβάνει κυρίως τραγούδια -ποιήματα δηλαδή με έντονο ρυθμό, λυρισμό και μουσικότητα- πολλά από τα οποία μελοποιήθηκαν από σπουδαίους Έλληνες συνθέτες (όπως ο Μάνος Λοΐζος, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Λίνος Κόκοτος) και έγιναν τεράστιες επιτυχίες.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη της ποίησης: να ξεφύγει από τον ποιητή της.

Να γίνει τραγούδι.

Να γίνει μνήμη.

Να γίνει έρωτας.

Γιατί τελικά τα «Ρω του Έρωτα» δεν είναι μόνο τα γράμματα μιας λέξης. Είναι οι μικρές ρωγμές από τις οποίες περνά ο έρωτας για να βγει από το ποίημα και να συναντήσει τη ζωή.

Και πίσω από κάθε ποίημα που γίνεται τραγούδι, πράγματι, κάποιος περιμένει ακόμη με μια κιθάρα.

Για να πάρει τα λόγια από τα χείλη του ποιητή και να τα επιστρέψει στα χείλη των ερωτευμένων.




27/9/26

Η τέχνη ως πράξη ελευθερίας.


Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα. Κι όμως, κάπου ακούγεται ένα τραγούδι. Τότε η μουσική παύει να είναι απλώς τέχνη. Γίνεται τρόπος ύπαρξης. Γίνεται ένας άλλος δρόμος για να ειπωθούν όσα η εποχή απαγορεύει, όσα ο φόβος προσπαθεί να κάνει να σωπάσουν, όσα η εξουσία θα προτιμούσε να μείνουν χωρίς φωνή.

Ο Μίκης Θεοδωράκης κατάλαβε αυτή τη δύναμη της μουσικής όσο λίγοι. Δεν ήταν μόνο ότι μελοποίησε ποιητές. Ήταν ότι πήρε την ποίηση από το βιβλίο και την επέστρεψε στον άνθρωπο. Την έκανε τραγούδι, στόμα, συγκέντρωση, πορεία, μνήμη. Ο στίχος που μέχρι τότε ανήκε στη σιωπή μιας σελίδας μπορούσε ξαφνικά να γίνει κοινός τόπος μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Κι εκεί βρίσκεται ίσως η μεγάλη ελληνική ιδιαιτερότητα του τραγουδιού. Η ποίηση δεν έμεινε κλεισμένη στις βιβλιοθήκες. Κατέβηκε στον δρόμο.

Ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Νερούδα και άλλοι ποιητές δεν έγιναν απλώς μουσικά κείμενα. Έγιναν φωνές που μπορούσε να τραγουδήσει ο καθένας. Ο άνθρωπος που δεν είχε διαβάσει ολόκληρο το ποίημα μπορούσε να γνωρίζει έναν στίχο του. Και μέσα από αυτόν τον στίχο να συναντά μια ολόκληρη εποχή.

Η μουσική έκανε κάτι παράδοξο: έδωσε στην ποίηση σώμα.

Ο στίχος χρειάζεται μάτια για να διαβαστεί. Το τραγούδι χρειάζεται ανθρώπους για να υπάρξει.

Και όταν πολλοί άνθρωποι τραγουδούν το ίδιο τραγούδι, κάτι αλλάζει. Για λίγα λεπτά η μοναξιά υποχωρεί. Ο καθένας παραμένει διαφορετικός, αλλά ανακαλύπτει ότι η φωνή του μπορεί να ενωθεί με τις φωνές των άλλων χωρίς να χάσει την ανθρώπινη ιδιαιτερότητά της.

Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα νοήματα της ελευθερίας.

Όχι να φωνάζουν όλοι το ίδιο.

Να μπορούν όλοι να έχουν φωνή.

Η μουσική δεν καταργεί τη διαφορά. Τη συντονίζει.

Γι' αυτό και η εξουσία συχνά φοβάται περισσότερο ένα τραγούδι από έναν λόγο. Ο λόγος μπορεί να παραμείνει ιδιωτικός, να διαβαστεί και να κλείσει ένα βιβλίο. Το τραγούδι όμως μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπαίνει στη μνήμη. Επαναλαμβάνεται. Ταξιδεύει χωρίς άδεια.

Κανείς δεν μπορεί εύκολα να φυλακίσει ένα τραγούδι αφού έχει περάσει στα στόματα των ανθρώπων.

Η μουσική, βέβαια, δεν είναι από τη φύση της επαναστατική. Μπορεί να γίνει προπαγάνδα, καταναλωτικό προϊόν, υπόκρουση της εξουσίας ή ακόμη και τρόπος να ξεχάσουμε όσα θα έπρεπε να θυμόμαστε. Η ελευθερία της δεν βρίσκεται στις νότες από μόνες τους. Βρίσκεται στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στη μουσική και στον άνθρωπο.

Και η Ελλάδα έχει γνωρίσει αυτή τη σχέση με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Εδώ το τραγούδι υπήρξε πολλές φορές κάτι περισσότερο από διασκέδαση. Έγινε τρόπος να μεταφέρεται η μνήμη από γενιά σε γενιά. Από το δημοτικό τραγούδι μέχρι το ρεμπέτικο και από εκεί στο έντεχνο, το τραγούδι κουβαλούσε μαζί του τόπους, απώλειες, έρωτες, ξενιτιά, φτώχεια, προσφυγιά, κοινωνικούς αγώνες.

Ο ελληνικός λαός δεν τραγουδούσε μόνο για να ξεχάσει.

Τραγουδούσε και για να θυμηθεί.

Ίσως γι' αυτό ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε κάτι περισσότερο από ένας συνθέτης. Η μουσική του συναντήθηκε με μια κοινωνία που αναζητούσε τρόπους να εκφράσει την ιστορία της. Και η ιστορία αυτή δεν ήταν μόνο η επίσημη ιστορία των βιβλίων. Ήταν η ιστορία των ανθρώπων.

Των ανθρώπων που έχασαν.

Που εξορίστηκαν.

Που αγάπησαν.

Που περίμεναν.

Που αντιστάθηκαν.

Που γύρισαν.

Η Ελλάδα του Θεοδωράκη δεν είναι μια καρτ-ποστάλ με λευκά σπίτια και γαλάζια θάλασσα. Είναι μια Ελλάδα αντιφατική, πληγωμένη, περήφανη, θυμωμένη, τρυφερή. Μια χώρα που κουβαλάει αρχαίους μύθους και σύγχρονες ήττες, ποίηση και πολιτική, θάλασσα και προσφυγιά.

Και ίσως γι' αυτό η μουσική του μπόρεσε να συναντήσει τόσο βαθιά τον λαό.

Γιατί δεν προσπάθησε να τον παρουσιάσει τέλειο.

Τον πήρε όπως ήταν.

Η ποίηση έδωσε στη μουσική τις λέξεις. Η μουσική έδωσε στην ποίηση την κίνηση. Και ο λαός έδωσε και στους δύο το πραγματικό τους σώμα.

Εκεί ολοκληρώνεται το τρίγωνο: ποίηση, μουσική, λαός.

Η ποίηση σκέφτεται.

Η μουσική αισθάνεται.

Ο λαός θυμάται.

Και όταν αυτά τα τρία συναντώνται, δημιουργείται κάτι που δύσκολα ελέγχεται: συλλογική μνήμη.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο βαθύ πολιτικό νόημα της μουσικής. Όχι ότι λέει στους ανθρώπους τι να πιστέψουν. Αλλά ότι τους θυμίζει πως μπορούν να αισθανθούν μαζί.

Και ένας άνθρωπος που αισθάνεται μαζί με άλλους ανθρώπους δεν είναι πια μόνος.

Η ελευθερία αρχίζει πολλές φορές ακριβώς εκεί.

Σε μια φωνή που ξεκινά μόνη.

Και ξαφνικά γίνεται χορωδία.

Γι' αυτό κάποια τραγούδια δεν τελειώνουν όταν τελειώσει η μουσική.

Συνεχίζουν μέσα μας.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που τα τραγουδούν, η ελευθερία εξακολουθεί να έχει φωνή.

Συννεφιασμένη Κυριακή.

 


Υπάρχουν τραγούδια που τα ακούμε και υπάρχουν τραγούδια που μας ακούν.

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς την ιστορία της, ούτε να έχει ζήσει την εποχή που τη γέννησε. Αρκούν λίγες νότες για να αναγνωρίσει κάτι δικό του μέσα της: μια απώλεια, μια μοναξιά, μια Κυριακή που δεν κατάφερε να γίνει γιορτή.

Η Κυριακή είναι ίσως η πιο παράξενη ημέρα της εβδομάδας. Υπόσχεται ανάπαυση, αλλά αφήνει περισσότερο χώρο στη σκέψη. Τις καθημερινές ο άνθρωπος εργάζεται και προχωρά. Την Κυριακή σταματά- και τότε μπορεί να ακούσει όσα τις άλλες ημέρες σκεπάζει ο θόρυβος.

Γι' αυτό η συννεφιά της Κυριακής δεν είναι μόνο μετεωρολογική.

Είναι υπαρξιακή.

Ο ουρανός γίνεται καθρέφτης της ψυχής και η προσωπική λύπη αποκτά έναν ολόκληρο κόσμο γύρω της. Δεν είναι πια μόνο η λύπη ενός ανθρώπου. Είναι η λύπη μιας εποχής που βρίσκει στο τραγούδι έναν τρόπο να αναγνωρίσει τον εαυτό της.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη του λαϊκού τραγουδιού.

Δεν μιλά από ψηλά στον άνθρωπο. Μιλά από δίπλα του.

Δεν του εξηγεί τον πόνο του. Τον αναγνωρίζει.

Και αυτό είναι κάτι βαθύτερο από την παρηγοριά. Γιατί όταν κάποιος ακούει ένα τραγούδι και σκέφτεται «αυτό θα μπορούσα να το είχα πει εγώ», τότε η προσωπική του ιστορία παύει για λίγο να είναι μοναχική.

Ο Τσιτσάνης κατάφερε κάτι σπάνιο: να μετατρέψει το ατομικό συναίσθημα σε συλλογική μνήμη.

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» γεννήθηκε μέσα σε μια δύσκολη ιστορική περίοδο, όμως δεν έγινε ιστορικό τραγούδι με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν χρειάστηκε να αναφέρει γεγονότα, ημερομηνίες ή ονόματα. Η ιστορία πέρασε μέσα της σαν υγρασία στους τοίχους.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλείο της τέχνης.

Η ιστορία γράφεται στα βιβλία.

Η μνήμη όμως γράφεται και στα τραγούδια.

Ένας λαός μπορεί να ξεχάσει ημερομηνίες, κυβερνήσεις και ονόματα. Δύσκολα ξεχνά ένα τραγούδι που έμαθε από τους γονείς του, που άκουσε σε ένα καφενείο, σε ένα σπίτι, σε μια παρέα, σε μια στιγμή προσωπικής δυστυχίας.

Το τραγούδι ταξιδεύει εκεί όπου δεν φτάνει το βιβλίο.

Και δεν ταξιδεύει μόνο με τη γνώση.

Ταξιδεύει με το συναίσθημα.

Από αυτή την άποψη, η «Συννεφιασμένη Κυριακή» βρίσκεται σε μια μεγάλη ελληνική παράδοση: στη συνάντηση της μουσικής με την καθημερινότητα. Ο καημός, η φτώχεια, ο έρωτας, η ξενιτιά, η απώλεια, η προσφυγιά, η αδικία δεν χρειάστηκε να μετατραπούν σε θεωρίες. Έγιναν στίχοι και μελωδίες.

Και κάποια στιγμή, έγιναν κοινό τραγούδι.

Αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης θα συναντήσει αυτή τη λαϊκή παράδοση με έναν διαφορετικό κόσμο: την ποίηση. Θα πάρει τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Νερούδα και θα επιχειρήσει να φέρει την υψηλή ποίηση κοντά σε ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο.

Η διαδρομή έχει σημασία.

Ο Τσιτσάνης έδειξε ότι ο λαϊκός άνθρωπος μπορεί να κάνει την προσωπική του πληγή τραγούδι.

Ο Θεοδωράκης έδειξε ότι η ποίηση μπορεί να γίνει τραγούδι του λαού.

Και ανάμεσά τους υπάρχει μια βαθιά συγγένεια: η μουσική δεν κατεβαίνει προς τον λαό· συναντά τον λαό.

Γιατί ο λαός δεν είναι ένα κοινό που περιμένει να του προσφέρουν πολιτισμό. Είναι ο ίδιος δημιουργός πολιτισμού. Τραγουδά αυτά που ζει, αυτά που θυμάται, αυτά που φοβάται, αυτά που επιθυμεί.

Κάποτε ένα τραγούδι γεννιέται από έναν άνθρωπο.

Μετά περνά σε δύο.

Ύστερα σε εκατό.

Και κάποια στιγμή δεν ανήκει πια σε κανέναν.

Ανήκει σε όλους.

Ίσως γι' αυτό η «Συννεφιασμένη Κυριακή» εξακολουθεί να ακούγεται. Όχι επειδή όλοι έζησαν την ίδια εποχή, αλλά επειδή όλοι, κάποτε, γνώρισαν τη δική τους συννεφιασμένη Κυριακή.

Κι εκεί βρίσκεται το παράδοξο της μουσικής.

Μπορεί να γεννηθεί από τον πιο προσωπικό πόνο και να καταλήξει να γίνει η πιο κοινή μας μνήμη.

Η συννεφιά περνά.

Η Κυριακή τελειώνει.

Ο άνθρωπος όμως συνεχίζει να τραγουδά.

Και όσο τραγουδά, δεν αφήνει τον πόνο του να γίνει σιωπή.




Σώσε με.

 


"Σου το 'χα πει πως αν τύχει κι εσύ να με προδώσεις

Καλύτερα να με σκοτώσεις δε θα 'θελα να ζω

Τώρα μου λες πως η αγάπη που μου 'χες πια τελειώνει

Σαν το χιόνι που λίγο λίγο λιώνει μα σε παρακαλώ

Σώσε με δώσ' μου να πιω το δηλητήριο

Θα 'ναι η ζωή μου ένα μαρτύριο

Τώρα που πια δεν μ' αγαπάς

Φεύγεις κι εσύ και δεν έχω ελπίδα πια καμία

Στου έρωτα την τρικυμία μονάχη θα χαθώ

Φύγε λοιπόν και πίσω μην ξαναγυρίσεις

Μα κάνε κάτι πριν μ' αφήσεις για χάρη στο ζητώ

Σώσε με δώσ' μου να πιω το δηλητήριο

Θα 'ναι η ζωή μου ένα μαρτύριο

Τώρα που πια δεν μ' αγαπάς..."

🎵Ιουλία Καραπατάκη: "Σώσε με." /στίχοι και μουσική: Νίκος Καρβέλας/ πρώτη ερμηνεία: Ρίτα Σακελλαρίου.





20/9/26

Παύλος Φύσσας: Όταν η νεοναζιστική μπότα συνάντησε τη μουσική.

 


Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που δεν τελειώνουν τη στιγμή που συμβαίνουν. Συνεχίζουν να επιστρέφουν, όχι επειδή η Ιστορία έχει ξεχάσει να γυρίσει σελίδα, αλλά επειδή ορισμένες σελίδες γράφτηκαν με αίμα.

Η 18η Σεπτεμβρίου 2013 ήταν μία από αυτές.

Ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P, μουσικός από το Πέραμα, 34 ετών, δολοφονήθηκε στο Κερατσίνι από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία του δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας αποκομμένο από την πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ακολούθησε μια μεγάλη δικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας το 2020 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση. Το 2026, δεκατρία χρόνια μετά, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε εκ νέου ενόχους και καταδίκασε και τους 42 κατηγορουμένους που δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό· μεταξύ αυτών, τον Ρουπακιά για την ανθρωποκτονία από πρόθεση του Παύλου Φύσσα, σε ισόβια κάθειρξη. Οι Νίκος Μιχαλολιάκος, Ηλίας Κασιδιάρης, Ιωάννης Λαγός, Χρήστος Παππάς, Ηλίας Παναγιώταρος, Γιώργος Γερμενής και Αρτέμης Ματθαιόπουλος ξανακρίθηκαν ένοχοι για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Οι ποινές τους παρέμειναν απαράλλαχτες με την πρωτόδικη απόφαση (κάθειρξη 13 ετών).

Αλλά η ιστορική σημασία του Παύλου δεν βρίσκεται μόνο στις δικαστικές αποφάσεις.

Βρίσκεται στο γεγονός ότι ο φασισμός, όταν βρήκε απέναντί του έναν νέο άνθρωπο με μικρόφωνο, απάντησε με μαχαίρι. Αυτό δεν είναι απλώς μια αντιπαράθεση δύο ανθρώπων. Είναι η σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον κόσμο. Δύο πολιτισμών εκ διαμέτρου αντίθετων.

Από τη μία η λέξη. Από την άλλη η βία. Από τη μία η μουσική, δηλαδή η δυνατότητα να μετατρέπεις την εμπειρία σε λόγο. Από την άλλη η μπότα, δηλαδή η απαίτηση να επιβληθεί η σιωπή.

Ο φασισμός έχει πάντα ένα πρόβλημα με τις λέξεις. Γιατί οι λέξεις μπορούν να ρωτήσουν. Μπορούν να αμφισβητήσουν. Μπορούν να θυμηθούν. Μπορούν να ενώσουν ανθρώπους που μέχρι χθες δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Γι' αυτό ο φασισμός προτιμά τον φόβο από τον διάλογο, το σύνθημα από τη σκέψη, την ομοιομορφία από τη διαφορετικότητα και τον εχθρό από τον άνθρωπο.

Ο Παύλος έγινε, χωρίς να το επιλέξει, μέρος μιας πολύ παλιότερης ιστορίας. Της ιστορίας όπου η εξουσία της βίας προσπαθεί να επιβληθεί πάνω στην ελευθερία της σκέψης.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη σημασία της μνήμης του.

Δεν θυμόμαστε τον Παύλο μόνο για να θυμόμαστε έναν νεκρό.

Τον θυμόμαστε για να θυμόμαστε τι μπορεί να συμβεί όταν η κοινωνία συνηθίζει τη βία πριν αυτή φτάσει στην πόρτα της.

Γιατί ο φασισμός δεν εμφανίζεται πάντοτε από την αρχή με μαχαίρια. Μπορεί να αρχίσει με μια λέξη που θεωρείται «αστείο», με έναν άνθρωπο που παρουσιάζεται ως κατώτερος, με έναν ξένο που μετατρέπεται σε απειλή, με έναν διαφορετικό που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Η βία είναι συχνά το τελευταίο στάδιο μιας προηγούμενης εκπαίδευσης στο μίσος.

Γι' αυτό η μνήμη έχει πολιτική σημασία.

Και η μουσική έχει πολιτική σημασία.

Και το βιβλίο έχει πολιτική σημασία.

Γιατί όλα αυτά κάνουν κάτι που ο φασισμός δεν αντέχει: μας μαθαίνουν να ακούμε τον άλλον.

Ο Παύλος  δεν μπορεί να επιστρέψει.

Μπορούν όμως να επιστρέφουν τα τραγούδια του, οι λέξεις του, η μνήμη του, η ιστορία εκείνης της νύχτας και η δικαστική αλήθεια που ακολούθησε.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική ήττα της νεοναζιστικής μπότας: να προσπαθεί να επιβάλει την σιωπή και, χρόνια μετά, να ακούγεται ακόμη πιο δυνατή η φωνή εκείνη που προσπάθησε να πνίξει δολοφονώντας την.




Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά.

 


Από παλιά ο άνθρωπος τοποθέτησε τα κοράκια στη σκοτεινή πλευρά των συμβόλων. Ίσως επειδή είναι μαύρα. Ίσως επειδή κάθονται ψηλά και παρατηρούν από εκεί τον κόσμο για την ανεύρεση της τροφής τους. Ή ίσως επειδή, χωρίς να το ξέρουμε, αναγνωρίζουμε πάνω τους κάτι από τον εαυτό μας.

Το κοράκι στέκεται ψηλά. Η εξουσία επίσης. Μόνο που το κοράκι βρίσκεται ψηλά επειδή πετάει. Η εξουσία βρίσκεται ψηλά επειδή κάποιος βρίσκεται από κάτω.

Αυτό είναι το πρώτο μάθημα του ύψους.

Κανένα κλαδί δεν είναι από μόνο του ψηλό. Χρειάζεται κάποιος άλλος να βρίσκεται χαμηλότερα για να αποκτήσει νόημα το ύψος.

Το κοράκι δεν το γνωρίζει αυτό. Δεν έχει κοινωνική τάξη, ούτε πολιτική θεωρία. Πετάει επειδή έχει φτερά και κατεβαίνει όταν χρειάζεται τροφή.

Ο άνθρωπος έκανε κάτι πιο περίπλοκο. Έφτιαξε κλαδιά. Και ύστερα αποφάσισε ποιος θα κάθεται πάνω τους.

Έφτιαξε θρόνους, γραφεία, τράπεζες, διοικήσεις, περιουσίες, τίτλους. Έφτιαξε ολόκληρη αρχιτεκτονική ύψους, ώστε η απόσταση από τον άλλον να μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη.

Και κάποια στιγμή τα κλαδιά έγιναν τόσο πολλά, ώστε ξεχάσαμε πως είναι κλαδιά. Τα ονομάσαμε θεσμούς.

Νόμους.

Αξίες.

Αξιοκρατία.

Ανάπτυξη.

Κάτω, οι άνθρωποι συνεχίζουν να περπατούν.

Άλλοι κουβαλούν, άλλοι αποφασίζουν τι θα κουβαληθεί.

Άλλοι δουλεύουν για να φτάσουν στο τέλος του μήνα, άλλοι διαχειρίζονται τον μήνα σαν να ήταν περιουσία.

Και πάνω απ’ όλους, τα κοράκια.

Όχι όμως τα αληθινά.

Εκείνα είναι αθώα.

Τα πραγματικά κοράκια δεν χρειάζονται εξουσία. Δεν χρειάζονται να πείσουν κανέναν ότι δικαιούνται το κλαδί. Δεν χρειάζονται να κρύψουν τα νύχια τους πίσω από ευγενικές λέξεις.

Εμείς τα βάλαμε στα σύμβολα της αρπαγής, ίσως επειδή η φύση μάς προσφέρει έναν βολικό ένοχο. Γιατί το κοράκι αρπάζει ένα κομμάτι τροφής. Η εξουσία μπορεί να αρπάξει ολόκληρο το τραπέζι. Και τότε δεν μιλάμε πια για ένστικτο. Μιλάμε για σύστημα.

Το κοράκι παίρνει ό,τι χρειάζεται για να ζήσει. Η εξουσία, όταν ξεφεύγει από την ανάγκη και γίνεται αυτοσκοπός, χρειάζεται όλο και περισσότερα για να συνεχίσει να υπάρχει.

Δεν της αρκεί το κλαδί. Θέλει το δέντρο. Και ύστερα το δάσος. Κι όταν αποκτήσει και το δάσος, αρχίζει να κοιτάζει τον ουρανό.

Ίσως λοιπόν αδικήσαμε τα κοράκια.

Τα νύχια τους είναι γαμψά, αλλά είναι φανερά. Τα ανθρώπινα νύχια είναι πιο επικίνδυνα όταν δεν φαίνονται.

Κι έτσι, πάνω από την πόλη, ένα πραγματικό κοράκι μπορεί να κάθεται ήσυχο σε ένα πρεβάζι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε από εξουσία. Κάτω του, άνθρωποι αγωνίζονται για μια θέση στο κλαδί του δένδρου της εξουσίας. Και κάπου ψηλότερα, κάποιος έχει ήδη αποφασίσει ποιος θα πέσει.



Το «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά» είναι ο εναρκτήριος στίχος από το πολύ γνωστό ομότιτλο αντάρτικο και επαναστατικό τραγούδι, το οποίο συνδέθηκε έντονα με την ελληνική αντίσταση και το εργατικό κίνημα. Οι στίχοι του αναφέρονται στον Γκεόργκι Δημητρόφ, τον Βούλγαρο κομμουνιστή ηγέτη που συμπεριλήφθηκε στους κατηγορούμενους για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ το 1933 από τους Ναζί, αλλά κατάφερε να μετατραπεί σε κατήγορο των διωκτών του κατά τη διάρκεια της δίκης της Λειψίας. Οι Ναζί, έχοντας μόλις ανέβει στην εξουσία, οργάνωσαν τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (του γερμανικού κοινοβουλίου) ως προβοκάτσια για να ενοχοποιήσουν τους κομμουνιστές και να εκδιώξουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Ο Δημητρόφ παραπέμφθηκε σε δίκη στη Λειψία. Αντί όμως να πτοηθεί, ανέλαβε ο ίδιος την υπεράσπισή του, μετατρέποντας το εδώλιο του κατηγορουμένου σε δικαστικό βήμα καταγγελίας του ναζισμού. Αντιμετώπισε με τεράστιο θάρρος κορυφαία στελέχη του καθεστώτος, όπως τον Χέρμαν Γκέρινγκ, αποδομώντας πλήρως το κατηγορητήριο. Η διεθνής κατακραυγή και η ηρωική του στάση ανάγκασαν το ναζιστικό δικαστήριο να τον αθωώσει πανηγυρικά. Μετά την αθώωσή του κατέφυγε στην ΕΣΣΔ, όπου έλαβε τη σοβιετική υπηκοότητα. Χάρη στο τεράστιο κύρος που απέκτησε, εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), θέση την οποία διατήρησε μέχρι τη διάλυσή της το 1943. Από τη θέση αυτή, ο Δημητρόφ διαμόρφωσε την ιστορική στρατηγική των «Λαϊκών Μετώπων», δηλαδή της συμμαχίας των κομμουνιστών με σοσιαλιστές και άλλες δημοκρατικές/αντιφασιστικές δυνάμεις για την αναχαίτιση του φασισμού στην Ευρώπη.

"Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά

πέσανε πάνω στην εργατιά.

Άγρια κράζουν για αίμα διψούν,

τον Δημητρόφ στην κρεμάλα να δουν.

Τον Ντάνεφ και Ποπόφ, τον Τέλμαν 

κι άλλους αντιφασίστες αρχηγούς,

και στην Καντόνα 

χιλιάδες  σφάζουν προλεταρίους ηρωικούς.

Γίγας στους γίγαντες ο Δημητρόφ.

Βράχος γρανίτης στέκει ορθός.

Τους δικαστές του χτυπάει σκληρά.

Τους ξεσκεπάζει τους ποδοπατά.

Και μπρος στο θάνατο

και την κρεμάλα

έδειξες σ' όλους, Δημητρώφ,

τους προλετάριους

της οικουμένης

το δρόμο για το λυτρωμό.

Ήρωες τέτοιοι μπορούν μοναχά,

να βγούνε μέσ' απ' την εργατιά.

Δοκιμασμένος στη μάχη σκληρά,

κρατάς εσύ τη σημαία ψηλά.

Της τρίτης Διεθνούς

του Λένιν, Στάλιν,

κι έδειξες σ' όλους τους λαούς

πώς να παλεύουν,

πώς να νικάνε.

τους ταξικούς τους τους εχθρούς.

Της επανάστασης,

και της θυσίας,

κι έδειξες σ' όλους τους λαούς,

πώς να παλεύουν,

πώς να νικάνε,

τους ταξικούς τους τους εχθρούς."




19/9/26

Απάνω στην Τριανταφυλλιά.



"Απάνω στην Τριανταφυλλιά,

Απάνω στη, μαύρα μου μάτια,

Απάνω στην τριανταφυλλιά,

Χτίζειν η πέρδικα φωλιά.

Χτίζειν η πέ, μαύρα μου μάτια,

Χτίζειν η πέρδικα φωλιά,

Σιμπαινοβγαίνουν τα πουλιά,

Σιμπαινοβγαι, μαύρα μου μάτια,

Σιμπαινοβγαίνουν τα πουλιά,

Και σιέται η τριανταφυλλιά,

Και σιέται, η μαύρα μου μάτια,

Και σιέται η τριανταφυλλιά,

Και πέφτουν τα τριαντάφυλλα,

Και πέφτουν τα, μαύρα μου μάτια,

Και πέφτουν τα τριαντάφυλλα,

Μέσα στης νύφης την ποδιά."




Καίγομαι και σιγολιώνω.

 


"Καίγομαι και σιγολιώνω και για σένα μαραζώνω,

Αχ, τι καημός.

Μίλησέ μου, μίλησέ μου δυο λογάκια χάρισέ μου,

Αχ, ο φτωχός.

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ ως κανένας άλλος,

Στην καρδιά μου ρίζωσε έρωτας μεγάλος,

Τι να κάνω, τι να κάνω αχ ο μαύρος θα πεθάνω,

Αχ, τι καημός.

Μίλησέ μου, μίλησέ μου δε σε φίλησα ποτέ μου,

Αχ, ο φτωχός.

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ ως κανένας άλλος,

Στην καρδιά μου ρίζωσε έρωτας μεγάλος

Μίλησέ μου, μίλησέ μου δε σε φίλησα ποτέ μου,

Αχ, τι καημός."




Υπάρχουν φωτιές που δεν φωτίζουν τον κόσμο· φωτίζουν μόνο την πληγή τους.
Καίνε κάτω από το δέρμα, εκεί όπου η μνήμη κρατά ακόμη αναμμένα τα σπίρτα όσων χάθηκαν. Δεν έχουν φλόγες, έχουν σκιές. Δεν αφήνουν στάχτη· αφήνουν μέσα μας έναν μικρό, επίμονο ήλιο που αρνείται να δύσει.
"Καίγομαι και σιγολιώνω."
Σαν κερί που καταναλώνει το σώμα του για να κρατήσει όρθιο το φως. Κάθε σταγόνα κεριού είναι ένας χρόνος που εγκαταλείπει τη μορφή του, μια στιγμή που γίνεται ανάμνηση πριν προλάβει να γίνει παρελθόν.
Ίσως αυτό είναι ο έρωτας: μια φωτιά που τρώει τη βεβαιότητα και αφήνει άθικτη την επιθυμία. Ένα ρολόι που μετρά αντίστροφα, όχι τον χρόνο που έχουμε, αλλά εκείνον που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.
Και η απουσία είναι παράξενη φωτιά. Δεν καίει αυτό που υπάρχει· καίει το κενό ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει. Εκεί γεννιούνται οι πιο επίμονες φλόγες -στις χαραμάδες του ανεκπλήρωτου.
Ίσως γι’ αυτό δεν φοβόμαστε πάντα τη φωτιά.
Φοβόμαστε περισσότερο τη στιγμή που θα σβήσει και θα πρέπει να κοιτάξουμε τι απέμεινε από εμάς.
Γιατί μπορεί η ζωή να μην είναι παρά μια αργή καύση της μορφής μας μέσα στον χρόνο.
Και ο έρωτας, η μόνη φωτιά που μας κάνει να λιώνουμε χωρίς να θέλουμε να σωθούμε.




16/9/26

Οι κακές συνήθειες.




Οι κακές συνήθειες έχουν κάτι από την αθωότητα της επανάληψης. Δεν μπαίνουν στη ζωή μας με θόρυβο· εγκαθίστανται αθόρυβα, σαν έπιπλα που στην αρχή ξενίζουν και ύστερα δεν τα βλέπουμε.

Στην αρχή τις επιλέγουμε. Ύστερα μας επιλέγουν εκείνες.

Ένα «μόνο σήμερα», ένα «δεν πειράζει», ένα «θα το κόψω αργότερα» και η εξαίρεση αρχίζει να γίνεται κανόνας. Η συνήθεια δεν χρειάζεται να μας πείσει. Χρειάζεται μόνο να μας γλιτώσει από την απόφαση. Κι έτσι, σιγά σιγά, η ελευθερία παραχωρεί τη θέση της στην ευκολία.

Το παράξενο είναι πως οι περισσότερες κακές συνήθειες δεν μοιάζουν αρχικά κακές. Έχουν τη μικρή τους ανταμοιβή: μια απόλαυση, μια ανακούφιση, μια φυγή. Το τίμημά τους έρχεται αργότερα, όταν η επανάληψη έχει ήδη γίνει χαρακτήρας.

Ίσως γι’ αυτό η πιο δύσκολη συνήθεια δεν είναι να κάνουμε κάτι που μας βλάπτει. Είναι να πιστεύουμε πως μπορούμε να το σταματήσουμε οποτεδήποτε.

Γιατί κάποτε ανακαλύπτουμε πως το «οποτεδήποτε» έχει γίνει «κάποτε».

Και τότε καταλαβαίνουμε πως οι συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις που επαναλαμβάνουμε.

Είναι μικρές αποφάσεις που, όταν επαναληφθούν αρκετά, αρχίζουν να αποφασίζουν για εμάς.



"Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ

να κλέψω το γλυκό μέσα απ' το βάζο

με ξύλινα σπαθιά να πολεμώ

και μια ζωή στα πόδια να το βάζω

Μα ό, τι μας δένει στα παλιά

είναι οι κακές συνήθειες

το νιώθω τώρα καθαρά

πως είναι αργά γι' αλήθειες

Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω

τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα

όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω

κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο

Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ

στα λάθη μου φτηνά να τη γλιτώσω

μου μάθαν να φοβάμαι ό, τι αγαπώ

και μια ζωή να φεύγω πριν να δώσω

Μα ό, τι μας δένει στα παλιά

είναι οι κακές συνήθειες

το νιώθω τώρα καθαρά

πως είναι αργά γι' αλήθειες

Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω

τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα

όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω

κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο."

🎶 Μουσική/Στίχοι: Πασχαλίδης Μιλτιάδης.



15/9/26

Η Λάμψη Καίει...




Υπάρχουν πράγματα που δεν αντέχουν πολύ φως. Όχι επειδή είναι σκοτεινά, αλλά επειδή η λάμψη έχει τη δική της θερμοκρασία. Φωτίζει και συγχρόνως αποκαλύπτει, χαϊδεύει το βλέμμα και την ίδια στιγμή το αναγκάζει να μείνει εκεί, χωρίς καταφύγιο.

Η λάμψη γοητεύει τον άνθρωπο από τότε που σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια του προς τον ουρανό. Τα αστέρια, οι πυρσοί, τα χρυσά μέταλλα, τα φώτα των πόλεων, οι προβολείς μιας σκηνής. Ό,τι λάμπει μοιάζει να έχει ξεφύγει από τη συνηθισμένη μοίρα των πραγμάτων. Κι έτσι η επιθυμία γεννήθηκε πολλές φορές ως έλξη προς το φως.

Μα το φως δεν είναι αθώο.

Η δόξα έχει προβολείς. Η εξουσία έχει φώτα. Η δημοσιότητα έχει φλας. Ακόμη και η ομορφιά, όταν γίνεται αντικείμενο λατρείας, αρχίζει να απαιτεί από εκείνον που την κατέχει να παραμένει διαρκώς φωτεινός. 

Κι εκεί αρχίζει η καύση. Γιατί όποιος συνηθίσει να τον κοιτούν, κάποτε φοβάται τη στιγμή που δεν θα τον κοιτούν πια.

Ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο τίμημα της λάμψης: δεν αρκεί να λάμπεις· πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι λάμπεις. Η στιγμή μετατρέπεται σε εικόνα, η εικόνα σε προσδοκία και η προσδοκία σε φυλακή. Το φως που κάποτε σε ανέδειξε αρχίζει να ζητά από σένα να του προσφέρεις τον εαυτό σου.

Και τότε η σκιά γίνεται καταφύγιο.

Δεν είναι τυχαίο που ο άνθρωπος αναζητά συχνά τη νύχτα αφού περάσει πολλές ώρες κάτω από τα φώτα. Στο σκοτάδι δεν χρειάζεται να είναι κανείς σπουδαίος, όμορφος, επιτυχημένος ή αψεγάδιαστος. Εκεί τα πράγματα επιστρέφουν στο φυσικό τους μέγεθος. Το πρόσωπο παύει να είναι εικόνα. Το βλέμμα παύει να είναι κοινό. Η ύπαρξη απαλλάσσεται για λίγο από την ανάγκη να φαίνεται.

Ίσως γι’ αυτό η αληθινή λάμψη να μην είναι εκείνη που τυφλώνει.

Να είναι εκείνη που περνά σχεδόν αθόρυβα από μέσα μας και αφήνει πίσω της κάτι που δεν χρειάζεται χειροκρότημα. Ένα βλέμμα. Μια πράξη. Μια σκέψη. Ένα πρόσωπο που δεν προσπάθησε να γίνει αστέρι και, παρ’ όλα αυτά, έμεινε φωτεινό στη μνήμη.

Γιατί τα αστέρια, όσο μακριά κι αν βρίσκονται, δεν μας αγγίζουν με τη φωτιά τους. Μας αγγίζει μόνο το φως τους.

Κι ίσως αυτό να είναι το μέτρο κάθε λάμψης: πόσο φως μπορεί να δώσει χωρίς να ζητήσει από τον άλλον να καεί.



"Από παιδί

Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα

Σώμα φυγής

Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα

Μάταια σ' αναζητώ

Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα

Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Το ξέρω πως

Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι

Λάμπω σαν φως

Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει

Αν με δεις, να θυμηθείς

Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες

Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι..."

🎶 Ιουλία Καραπατάκη: "Ώρες Μικρές".

Πρώτη Εκτέλεση:Μαζωνάκης Γιώργος.

Μουσική/Στίχοι: Σαμπάνης Γιώργος/Γιαννατσούλια Ελένη.


13/9/26

Αγαπώ Σημαίνει.




"Ποιός άφησε χνάρια να βρεις να πατήσεις

για να’χεις μία στράτα αν θες να γυρίσεις

και όταν γυρίσεις σου είπα πως θά’μαι εδώ.

Ποιός πήρε απ΄τη Δύση του ηλίου το χρώμα

για νά’χεις να βλέπει και όχι στο χώμα

ποτέ να μην πέσουν τα μάτια σου που τ’αγαπώ.

Αγαπώ σημαίνει ν’ανταμώνουν ξένοι

και οι δυό τους να‘ναι απ’όλα πιο πολύ.

Αγαπώ σημαίνει κάτι που σε φέρνει

στο να θες να φτάσεις στην υπερβολή.

Ποιός μέρα τη μέρα κρυφά πολεμούσε

μπροστά από σένα τις πίκρες νικούσε

ποτέ σου πως είναι η πίκρα ποτέ σου μη δεις.

Ποιος νύχτα τη νύχτα ανάσες μετρούσε

για να’ρθει κοντά σου βουνά προσπερνούσε

εκεί για να είναι ποτέ σου να μη φοβηθείς

Αγαπώ σημαίνει ν’ανταμώνουν ξένοι

και οι δυό τους να‘ναι απ’όλα πιο πολύ

Αγαπώ σημαίνει

Υπερβολές που έκανα όλες χαλάλι

για σένανε χαλάλι σου θα το’κανα και πάλι.

Ποτέ μου δεν μετάνιωσα δεν μετανιώνω

και πάντα υπερβολικός για σένα θα δηλώνω.

Αγαπώ σημαίνει."



🎶 "Αγαπώ Σημαίνει"-Μαζωνάκης Γιώργος. Μουσική/Στίχοι: Κουϊνέλης Μιχάλης

12/9/26

Μήπως τ’ αύριο ξυπνήσει το σήμερα.


"Κατεβάστε, επιτέλους, ταχύτητα

εξηγήστε μου, ποια τα ανεξήγητα;

Μου ζητάτε καρδιά και σας δίνω καρδιά

και μετά την πετάτε στα αζήτητα.


Ανεβάστε τα γέλια στα story σας

δακρυσμένοι από το σαλόνι σας.

Μου ζητάτε ζωή και σας δίνω ζωή

μεγαλύτερη κι από το μπόι σας.


Πόση μοναξιά χωράει σε μια οθόνη

κι ας μαζεύεστε να φαίνεστε πολλοί;

Δυστυχώς η μπαταρία μας τελειώνει,

όσο οι άνθρωποι δεν έχουν επαφή…


Πόσοι ακολουθούνε πια τα όνειρά σας

και ποια όνειρα εσείς ακολουθείτε;

Πόσα “σ’ αγαπώ” χωρούν στα κινητά σας

κι έτσι ακίνητα αγαπάτε ό,τι βρείτε;


Πόση μοναξιά χωράει σε μια οθόνη

κι ας μαζεύεστε να φαίνεστε πολλοί;


Κατεβάστε, επιτέλους, ταχύτητα.

Η αγκαλιά έχει άλλη βαρύτητα.

Μου ζητάτε καρδιά και σας δίνω καρδιά,

μήπως δείτε μια λάμψη στο τίποτα.


Ανεβάστε τα μάτια απ’ το μήνυμα

και κοιτάξτε το ηλιοβασίλεμα.

Μου ζητάτε σιωπή και σας δίνω κραυγή,

μήπως τ’ αύριο ξυπνήσει το σήμερα."



🎶 Στέλιος Ρόκκος, "Πόση Μοναξιά."
Στίχοι: Θάνος Παπανικολάου.
Μουσική: Στέλιος Ρόκκος.


Ώρες Μικρές...



"Από παιδί

Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα

Σώμα φυγής

Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα

Μάταια σ' αναζητώ

Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα

Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Το ξέρω πως

Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι

Λάμπω σαν φως

Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει

Αν με δεις, να θυμηθείς

Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες

Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι."



"Ώρες Μικρές."- Μαζωνάκης Γιώργος.

Μουσική/Στίχοι: Σαμπάνης Γιώργος/Γιαννατσούλια Ελένη.

11/9/26

Βραδιάζει πάλι σήμερα...

 


Βραδιάζει πάλι σήμερα. Όχι μόνο έξω, στον ουρανό που χαμηλώνει και μαζεύει σιγά σιγά το φως, αλλά και μέσα μας. Η μέρα αποσύρεται χωρίς να ζητήσει την άδειά μας, όπως αποσύρονται κάποτε οι άνθρωποι, οι εποχές, οι βεβαιότητες. Κι εμείς μένουμε για λίγο στο μεταίχμιο, εκεί όπου δεν είναι ακόμη νύχτα αλλά έχει ήδη χαθεί η ημέρα.

Ίσως γι’ αυτό η νύχτα έχει μια παράξενη οικειότητα. Δεν απαιτεί εξηγήσεις. Δεν ζητά να δείχνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε. Στο σκοτάδι τα πράγματα χάνουν τις λεπτομέρειές τους και κρατούν μόνο το περίγραμμα. Κι έτσι, όταν βραδιάζει, θυμόμαστε όσα την ημέρα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

Το «πάλι» είναι η πιο βαριά λέξη. Γιατί κάθε βράδυ μοιάζει με το προηγούμενο, αλλά κανένα δεν είναι το ίδιο. Ο χρόνος κάνει κύκλους μόνο από μακριά. Από κοντά είναι μια ευθεία που προχωρά και παίρνει μαζί της κάτι που δεν επιστρέφει.

Κι όμως, κάθε βράδυ τραγουδάμε σαν να υπάρχει ακόμη χρόνος. Ίσως επειδή το τραγούδι είναι ένας τρόπος να κρατήσεις λίγο ανοιχτό το παράθυρο πριν κλείσει η νύχτα.

Βραδιάζει πάλι σήμερα.

Και κάπου ανάμεσα στο τελευταίο φως και στο πρώτο σκοτάδι, καταλαβαίνουμε πως δεν φοβόμαστε τόσο τη νύχτα όσο εκείνο που προλαβαίνουμε να θυμηθούμε πριν έρθει.




"Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει,
κι έρχεται η ώρα η δικιά μου.
Αυτή που σαν πουκάμισο ταιριάζει,
με τη μελαγχολία στη καρδιά μου, βραδιάζει.
Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί,
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους.
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π' αγαπώ,
με τους παράνομους και τους αδικημένους.
Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει,
και τότε το τραγούδι σιγοπιάνω.
Σαν μάνα το σκοτάδι μ' αγκαλιάζει,
μια τέτοια ώρα θέλω να πεθάνω, βραδιάζει.
Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί,
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους.
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π' αγαπώ,
με τους παράνομους και τους αδικημένους."

🎶 Μαριάννα Παπαμακαρίου: "Βραδιάζει."
Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος. Στίχοι: Σώτιας Τσώτου. Πρώτη Εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης.


10/9/26

Για να μην σε τρώει το μαράζι...



Το μαράζι αρχίζει εκεί όπου σταματούν οι λέξεις. Εκεί όπου κάτι ζητά να ειπωθεί και μένει μέσα, όχι αρκετά μεγάλο για να γίνει κραυγή, αλλά αρκετά βαρύ για να γίνει σιωπή. Κι έτσι αρχίζει να τρώει.
Τρώει τις μέρες, τις νύχτες, τις μικρές χαρές. Τρώει ακόμη και τη μνήμη, μέχρι που αυτό που κάποτε αγαπήθηκε γίνεται μόνο βάρος.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος τραγουδά. Όχι επειδή είναι χαρούμενος, αλλά επειδή αρνείται να αφήσει τη λύπη να γίνει βουβή. Το τραγούδι είναι ένας τρόπος να βγει η ψυχή από τον εαυτό της, να πάρει αέρα. Δεν διορθώνει την απουσία, δεν επιστρέφει όσα χάθηκαν, δεν αλλάζει την ιστορία. Της δίνει όμως φωνή.
Και η φωνή αλλάζει τα πράγματα.
Ένας καημός που μένει μέσα μας είναι προσωπικός. Όταν τραγουδηθεί, γίνεται κοινός. Μπορεί κάποιος άλλος να τον αναγνωρίσει, να τον πάρει πάνω του για λίγο, να τον συνεχίσει με τη δική του φωνή. Ίσως γι’ αυτό τα παλιά τραγούδια άντεξαν περισσότερο από εκείνους που τα τραγούδησαν. Κουβαλούν λύπες ανθρώπων που δεν γνωρίσαμε ποτέ και, παρ’ όλα αυτά, κάποτε μοιάζουν να μιλούν ακριβώς για εμάς.
Το τραγούδι, λοιπόν, δεν είναι λήθη. Είναι μνήμη που δεν δέχτηκε να γίνει βάρος. Είναι ο τρόπος του ανθρώπου να πει στον πόνο: σε θυμάμαι, αλλά δεν θα σε αφήσω να με κατοικήσεις ολόκληρο.
Κι έτσι, για να μην σε τρώει το μαράζι, τραγούδα.
Όχι για να σωπάσει η λύπη.
Για να μην αποκτήσει εκείνη την τελευταία λέξη.









 

9/9/26

Ώρες Μικρές...



Στις ώρες τις μικρές...

Υπάρχουν κάποιες ώρες που η νύχτα δεν είναι πια νύχτα και το πρωί δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Ώρες μικρές, αθόρυβες, όπου η πόλη χαμηλώνει τη φωνή της και ο άνθρωπος μένει μόνος με όσα δεν κατάφερε να πει.

Εκεί αρχίζει το τραγούδι.

Και η σκηνή γίνεται κάτι περισσότερο από θέαμα. Γίνεται ένας τόπος εξομολόγησης. Κάτω από τα φώτα, ένας άνθρωπος τραγουδά και απέναντί του χιλιάδες άνθρωποι αναγνωρίζουν κάτι από τη δική τους ζωή. Έναν έρωτα, μια απουσία, μια ανάμνηση, έναν άνθρωπο που έφυγε αλλά δεν έφυγε ποτέ πραγματικά.

Γιατί το τραγούδι έχει αυτή την παράξενη δύναμη: μόλις ακουστεί, παύει να ανήκει σε εκείνον που το τραγουδά. Περνά στους άλλους και γίνεται δικό τους. Ο καθένας το κατοικεί με τη δική του ιστορία.

Κι έτσι η σκηνή, μέσα στις ώρες τις μικρές, μοιάζει με ένα παράξενο δωμάτιο χωρίς τοίχους. Ο τραγουδιστής βρίσκεται μόνος κάτω από τα φώτα, αλλά στην πραγματικότητα συνομιλεί με χιλιάδες μοναξιές.

Ίσως γι’ αυτό η μουσική να μας αγγίζει περισσότερο όταν όλα έχουν σωπάσει. Όταν δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε πως είμαστε καλά. Όταν η νύχτα αφαιρεί από πάνω μας τους ρόλους της ημέρας και αφήνει γυμνό αυτό που πραγματικά αισθανόμαστε.

Κάποτε, βέβαια, η σκηνή αδειάζει. Τα φώτα σβήνουν. Το μικρόφωνο σωπαίνει. Οι άνθρωποι επιστρέφουν στους δρόμους τους.

Μα το τραγούδι συνεχίζει.

Συνεχίζει στο αυτοκίνητο, σε ένα άδειο δωμάτιο, σε μια μνήμη, σε μια φωτογραφία, σε εκείνες τις ώρες λίγο πριν ξημερώσει. Εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά και το παρελθόν να κάθεται για λίγο δίπλα μας.

Γιατί ίσως τελικά αυτό να είναι η σκηνή: ένας τόπος όπου η φωνή ενός ανθρώπου γίνεται η σιωπή όλων των άλλων.

Και το τραγούδι δεν τελειώνει όταν πέσει η αυλαία.

Τελειώνει μόνο όταν πάψει να υπάρχει μέσα μας εκείνος που το τραγούδησε.



"Από παιδί

Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα

Σώμα φυγής

Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα

Μάταια σ' αναζητώ

Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα

Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Το ξέρω πως

Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι

Λάμπω σαν φως

Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει

Αν με δεις, να θυμηθείς

Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες

Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι."

🎼Μουσική: Γιώργος Σαμπάνης, Στίχοι: Ελένη Γιαννατσούλια.

Παιδί της νύχτας.


Παιδί της Νύχτας.

"Η μάνα μου είναι το σκοτάδι

εγώ θεριό και κατακάθι

κανείς δεν θα με καταλάβει λοιπόν.

Γεμάτος από λάθη, πάθη

στα σ’ αγαπώ μικρό καλάθι

από όλους και όλα είμαι εγώ απών.

Παιδί της νύχτας είμαι εγώ

μια ψυχή είμαι κι εγώ

και σαν αλήτης τριγυρνάω.

Παιδί της νύχτας είμαι εγώ

μια ψυχή είμαι κι εγώ

μονάχος κλαίω και πονάω.

Εγώ, οι δίσκοι μου και το ουίσκι μου

που μέσα θέλω να πνιγώ.

Εγώ κι ο σκύλος, η Αρήθα

ο μόνος φίλος μου

που όλα του τα εξηγώ.

Παιδί της νύχτας είμαι εγώ

δίχως αγάπη είμαι εγώ

και σαν αλήτης τριγυρνάω.

Παιδί της νύχτας είμαι εγώ

μια ψυχή είμαι κι εγώ

μονάχος κλαίω και πονάω.

Παιδί της νύχτας είμαι εγώ

μια ψυχή είμαι κι εγώ

και σαν αλήτης τριγυρνάω.

Παιδί της νύχτας είμαι εγώ

μια ψυχή είμαι κι εγώ

μονάχος κλαίω και πονάω."


Γιώργος Μαζωνάκης & Apon,

Μουσική : Τάκης Μπουγάς.

Στίχοι : Γιώργος Παυριανός.


«Ανήκω σε μένα»: Το τελευταίο αντίο στο «Παιδί της Νύχτας».



Αντίο στο Παιδί της Νύχτας που Άλλαξε το Ελληνικό Τραγούδι.

Το ελληνικό τραγούδι έχασε σήμερα, 9 Σεπτεμβρίου 2026, ένα από τα πιο λαμπερά, αυθεντικά και ανατρεπτικά κεφάλαιά του. Ο ξαφνικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, σε ηλικία μόλις 54 ετών, αφήνει πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό, αλλά και μια σπάνια πολιτιστική κληρονομιά που επανακαθόρισε τι σημαίνει «λαϊκός ερμηνευτής» στη σύγχρονη Ελλάδα.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής των μεγάλων επιτυχιών. Ήταν ένας καλλιτεχνικός επαναστάτης με σπάνιο ένστικτο. Από τη Νίκαια, όπου γεννήθηκε στις Μαρτίου 1972 και έκανε τα πρώτα του βήματα, μέχρι τις μεγαλύτερες πίστες της Αθήνας, κουβαλούσε μια μοναδική διττή φύση: τη δωρική, βαθιά λαϊκή φωνή που μιλούσε κατευθείαν στην ψυχή του ακροατή, σε συνδυασμό με μια flamboyant, pop-avant-garde αισθητική που έσπασε κάθε κατεστημένο στερεότυπο.




🎶Ο άνθρωπος που μετέτρεψε την πίστα σε θεατρική σκηνή: Όταν ο «Μαζώ» συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Ρήγο στα τέλη της δεκαετίας του '90, η νυχτερινή Αθήνα άλλαξε για πάντα. Κατήργησε τα κλασικά μπουζούκια και εισήγαγε το concept show.

🎶Η αισθητική ανατροπή: Εμφανίστηκε στην πίστα με φούστες, εκκεντρικά κουστούμια, πλατφόρμες και high-fashion επιλογές.

🎶Το θάρρος της αυθεντικότητας: Σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι απαιτούσε αυστηρά κλισέ, εκείνος επέβαλε την προσωπική του αλήθεια με το κεφάλι ψηλά.

🎶Το γεφύρωμα των κόσμων: Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να τραγουδήσει με την ίδια πειθώ ένα βαρύ ζεϊμπέκικο, ένα pop hit του Φοίβου, ένα hip-hop κομμάτι με τους Goin' Through, ή ένα θεατρικό κομμάτι του Σταμάτη Κραουνάκη.




🎶 Η φωνή που έντυσε τις νύχτες μας.

Από το «Μεσάνυχτα και κάτι» του 1993, η φωνή του έγινε το soundtrack της καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων. Τραγούδησε τον έρωτα, τον χωρισμό, τη μοναξιά και την περηφάνια με έναν τρόπο που δεν μπορούσες να μπερδέψεις με κανέναν άλλον.

🎶 Οι σταθμοί μιας Μεγάλης Πορείας:

💿 «Ανήκω σε μένα» – Ο απόλυτος ύμνος προσωπικής ανεξαρτησίας.

💿 «Παιδί της Νύχτας» – Η σφραγίδα μιας ολόκληρης γενιάς και της νυχτερινής κουλτούρας.

💿 «To Gucci Φόρεμα» – Το απόλυτο pop-laiko crossover που έγραψε ιστορία.

💿 «Ώρες Μικρές» & «Τέρμα» – Η απόδειξη ότι η ωριμότητά του μπορούσε να γεννήσει κλασικά λαϊκά κομμάτια.

🎶Δωρικά Λαϊκά & Ζεϊμπέκικα:

🎤 «Τέσσερις» – Ένα συγκλονιστικό, αργό ζεϊμπέκικο που έγινε σήμα κατατεθέν του.

🎤 «Φεύγω για μένα» – Μια εσωτερική λαϊκή μπαλάντα από τα πρώτα του βήματα.

🎤 «Σε έχω κάνει Θεό» – Από τα πιο δυναμικά και ξεσηκωτικά λαϊκά της καριέρας του.

🎤 «Δύσκολα Φεγγάρια» – Μια εξαιρετική, μελωδική στιγμή σε μουσική Γιώργου Σαμπάνη.

🎤 «Λείπει πάλι ο Θεός» – Κομμάτι με έντονο κοινωνικό-αισθηματικό στίχο που αγαπήθηκε πολύ.

🎶Πρωτοποριακά Club Hits:

🕺 «Καλώς Σας Βρήκα» – (Σε στίχους Νίκης Παπαθεοχάρη). Μια electro-dance κατάθεση αισιοδοξίας μεσούσης της κρίσης, που αποτύπωνε την αδιαβροχοποίηση της ελληνικής ψυχής με τον εμβληματικό στίχο: «Έχω αγάπη, έχω μέρες με λιακάδα, ό,τι μας έμεινε σε μια ακόμα Ελλάδα».

🕺 «Summer In Greece» – Το απόλυτο, εκρηκτικό καλοκαιρινό crossover hit σε συνεργασία με τον Φοίβο, που ύμνησε με χιούμορ την ελληνική νοοτροπία («I like your Greek mentality»).

🕺 «Μου λείπεις» – Το κομμάτι που έκανε αίσθηση μέχρι και την Ιταλία.

🕺 «Ζηλεύω» – Μια από τις πρώτες μεγάλες club-λαϊκές επιτυχίες που άλλαξε τη νύχτα.

🕺 «Φοβερή» – Ένα άκρως ανεβαστικό hit που χαρακτήρισε τη δεκαετία του 2000.

🕺 «Τώρα Τώρα (Boro Boro)» – Μια εκρηκτική διεθνής σύμπραξη με τον Arash.

🎶Ιστορικά Crossovers & Κινηματογράφος:

🎬 «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» – Η θρυλική hip-hop συνεργασία με τους Goin' Through που έγραψε ιστορία.

🎬 «Καμικάζι» & «Ξημερώνει πάλι» – Δύο σπάνιες, θεατρικές ερμηνείες σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη.




🎶Η παρακαταθήκη της Απόλυτης Ελευθερίας.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης φεύγει έχοντας κερδίσει το πιο δύσκολο στοίχημα για έναν καλλιτέχνη: την καθολική αγάπη και τον σεβασμό. Τον αγάπησαν οι παραδοσιακοί λάτρεις του λαϊκού, τον λάτρεψε η pop κοινότητα, τον σεβάστηκαν οι άνθρωποι του «έντεχνου» και του θεάτρου, τον αποθέωσε η νεολαία.

Δεν φοβήθηκε ποτέ να τσαλακωθεί, να ρισκάρει, να αλλάξει. Μέχρι την τελευταία στιγμή, παρέμεινε ο «Μαζώ» της καρδιάς μας. Ένα παιδί της νύχτας που, με το μοναδικό του φως, κατάφερε να κάνει τις δικές μας νύχτες και μέρες λίγο πιο όμορφες, λίγο πιο ελεύθερες.

Καλό ταξίδι, Γιώργο. Ανήκεις, πλέον, στην ιστορία.