Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24/8/26

Το κόκκινο τρένο.

Το «Κόκκινο Τρένο»: Από τους Υπονόμους της Αθήνας του 1944 στην Κινηματογραφική Αλληγορία του 1982.

Η φράση «Κόκκινο Τρένο» έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη με πολλαπλές σημασίες, από το διάσημο αλπικό τρένο "Bernina Express" της Ελβετίας ( που συνδέει το Τιράνο της Ιταλίας με το Σεν Μόριτζ της Ελβετίας) μέχρι τα τραγούδια της Δήμητρας Γαλάνη (που πρόκειται για την ελληνική διασκευή του ιταλικού κομματιού «Corre Il Soldato» του Vinicio Capossela) και του Πάνου Τζαβέλλα (που το έγραψε για την ομώνυμη ταινία του Τάκη Σιμονετάτου). Ωστόσο, η πιο φορτισμένη ιστορικά και καλλιτεχνικά εκδοχή της εντοπίζεται σε αυτήν ακριβώς την ελληνική ταινία του 1982. Πρόκειται για ένα έργο που αποτύπωσε στη μεγάλη οθόνη μία από τις πιο συγκλονιστικές και άγνωστες πτυχές των Δεκεμβριανών του 1944: την απόπειρα ανατίναξης του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία».

Η Ιστορική Αλήθεια: 750 Κιλά Δυναμίτιδας στα Θεμέλια της Αθήνας.

Τη νύχτα της 24ης προς 25η Δεκεμβρίου 1944, η Αθήνα φλεγόταν από τις φονικές αστικές μάχες των Δεκεμβριανών. Μέσα σε αυτό το χάος, μια επίλεκτη ομάδα περίπου 30 ανταρτών του ΕΛΑΣ (ανάμεσά τους και ο εμβληματικός αντιστασιακός Μανώλης Γλέζος) ανέλαβε μια αποστολή αυτοκτονίας. Στόχος τους ήταν το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο αποτελούσε το επίσημο στρατηγείο των βρετανικών δυνάμεων υπό τον στρατηγό Σκόμπι, καθώς και της ελληνικής κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο άνθρωπος που συνέλαβε την ιδέα ήταν ο Σπύρος Καλοδίκης (β' γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ).

Οι αντάρτες μπήκαν στο αποχετευτικό δίκτυο από ένα φρεάτιο στη συμβολή των οδών Λέκκα και Πραξιτέλους. Προχωρούσαν σκυφτοί μέσα σε λάσπες, ακάθαρτα νερά και τοξικές αναθυμιάσεις, κουβαλώντας στους ώμους τους 750 κιλά εκρηκτικών (γερμανικές νάρκες και δυναμίτιδα). Όπως περιγράφει ο Γλέζος χρόνια  αργότερα «...Μπήκαμε από ένα φρεάτιο στη συμβολή των οδών Λέκκα και Πραξιτέλους. Προχωρούσαμε σκυφτοί, μέσα σε ακάθαρτα νερά που μας έφταναν μέχρι το γόνατο, κουβαλώντας στους ώμους μας σακιά με δυναμίτιδα».[...] Φτάσαμε ακριβώς κάτω από το ξενοδοχείο. Ακούγαμε τις ομιλίες των Άγγλων στρατιωτών και τα βήματά τους πάνω από τα κεφάλια μας. Συνδέσαμε τα καλώδια και περιμέναμε με το φιτίλι στο χέρι».

Όπως διασώζει η μαρτυρία του βετεράνου Στέλιου Ζαμάνου, οι Άγγλοι είχαν υποψιαστεί την πιθανότητα δολιοφθοράς. Είχαν τοποθετήσει συρματοπλέγματα και παγίδες στους υπονόμους, ενώ πραγματοποιούσαν περιπολίες με ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά. Οι αντάρτες έπρεπε να εξουδετερώσουν αθόρυβα αυτές τις δυνάμεις για να φτάσουν στον στόχο τους. Η ομάδα έφτασε ακριβώς κάτω από τα θεμέλια του ξενοδοχείου. Όπως περιέγραφε ο Μανώλης Γλέζος, οι αγωνιστές άκουγαν τα βήματα και τις ομιλίες των Βρετανών στρατιωτών πάνω από τα κεφάλια τους καθώς συνέδεαν τα καλώδια της πυροδότησης. Ενώ όλα ήταν έτοιμα για την έκρηξη που θα ισοπέδωνε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο γύρω από την πλατεία Συντάγματος, έφτασε η επείγουσα διαταγή της ματαίωσης. Η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε μόλις μάθει ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ουίνστον Τσόρτσιλ, έφτασε αιφνιδιαστικά στην Αθήνα ανήμερα τα Χριστούγεννα.

Η ακύρωση της επιχείρησης αποφασίστηκε καθαρά για πολιτικούς και διπλωματικούς λόγους. Η δολοφονία του ηγέτη μιας εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων του Αντιφασιστικού Αγώνα θα προκαλούσε διεθνή κατακραυγή, θα απομόνωνε πλήρως το ΕΑΜικό κίνημα και θα εξόργιζε ακόμη και τη Σοβιετική Ένωση. Παρά τον ιστορικό μύθο, ο Τσόρτσιλ δεν έμεινε τελικά στο ξενοδοχείο για λόγους ασφαλείας (κατέλυσε σε θωρακισμένο όχημα και στο αντιτορπιλικό "Ajax"), όμως οι πολιτικές συσκέψεις έγιναν κανονικά στην Αθήνα. Οι αντάρτες αναγκάστηκαν να κάνουν την αντίστροφη διαδρομή μέσα στους υπονόμους για να μαζέψουν τα εκρηκτικά, βιώνοντας τεράστια ψυχολογική απογοήτευση. Ο Γλέζος περιγράφει: «Όταν μας ήρθε το σήμα να σταματήσουμε γιατί έφτασε ο Τσόρτσιλ, παγώσαμε. Η ηγεσία αποφάσισε ότι η ανατίναξη ενός ηγέτη των Συμμάχων θα κατέστρεφε τον αγώνα μας πολιτικά σε διεθνές επίπεδο. Έπρεπε να κάνουμε την αντίστροφη διαδρομή και να μαζέψουμε τα εκρηκτικά για να μην εκραγούν κατά λάθος».



Η Κινηματογραφική Μεταφορά του 1982.

Αυτό το ιστορικό παρασκήνιο μετέφερε στη μεγάλη οθόνη το 1982 ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τάκης Σιμονετάτος (με το όνομα του Νίκου Φώσκολου να συνδέεται παρασκηνιακά ως συμβούλου συγγραφής). Η ταινία «Το Κόκκινο Τρένο» έντυσε την ιστορία με κινηματογραφική δράση και ένα κορυφαίο καστ ηθοποιών (Λάκης Κομνηνός, Νίκος Γαλανός, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Σπύρος Καλογήρου, Γεωργία Ζώη).

Η πλοκή ακολουθεί πιστά τη διαδρομή της ομάδας από τους υπονόμους μέχρι τη δραματική ακύρωση της εντολής. Ωστόσο, η ταινία εστιάζει κυρίως στο εσωτερικό δράμα των αγωνιστών. Άνθρωποι που ρίσκαραν τη ζωή τους, βλέπουν τις θυσίες τους να θυσιάζονται στον βωμό των διπλωματικών συμβιβασμών της ηγεσίας.

Το Σουρεαλιστικό Φινάλε και ο Συμβολισμός του Τρένου.

Το τέλος της ταινίας ξαφνιάζει τον θεατή με μια έντονα αλληγορική και σουρεαλιστική ανατροπή. Μετά τη ματαίωση της αποστολής στην Αθήνα, η ταινία μεταφέρεται ξαφνικά σε ένα ορεινό, επαρχιακό τοπίο. Οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται να περπατούν εξουθενωμένοι δίπλα σε πραγματικές σιδηροδρομικές γραμμές.

Υπό τους ήχους της μελαγχολικής μουσικής του Πάνου Τζαβέλλα και του ομώνυμου τραγουδιού («Αυτό το κόκκινο το τρένο που μες στη νύχτα τριγυρνά...»), ένα κόκκινο τρένο περνά μπροστά από τους αντάρτες. Το τρένο δεν σταματά, αλλά συνεχίζει την πορεία του, αφήνοντας τους αγωνιστές πίσω, μόνους και ηττημένους στο περιθώριο.

Ο τίτλος και το φινάλε λειτουργούν ως μια καθαρή αλληγορία για τη μοίρα της ελληνικής Αριστεράς μετά τον πόλεμο. Το «Κόκκινο Τρένο» της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ιδεολογικής δικαίωσης και της επανάστασης που περίμεναν με τόσες θυσίες, προσπέρασε μια ολόκληρη γενιά χωρίς να τη «χωρίς να την επιβιβάσει», αφήνοντάς την έκθετη στις σκληρές ιστορικές εξελίξεις που ακολούθησαν.

"Αυτό το κόκκινο το τρένο

που μες στη νύχτα τριγυρνά

και μες στις ράγες του σιγοκλαίει

για κείνα τα παλιά στενά.

Αυτό το κόκκινο το τρένο

είναι για μας τίτλος τιμής

γιατί μες στην καρδιά του κλείνει

τους όρκους που 'χαμε δώσει εμείς.

Μα τώρα οι δρόμοι έχουν αλλάξει

και το σκοτάδι είναι βαθύ

κι αυτό το κόκκινο το τρένο

ποιος ξέρει πού έχει πια χαθεί.

Κι όμως εμείς το καρτερούμε

να 'ρθει μια νύχτα με βροχή

να μας σηκώσει απ' το λιμάνι

για μια καινούργια εποχή."

«Το Κόκκινο Τρένο», μουσική Πάνου Τζαβέλλα, στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου.



23/8/26

Βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα.

 

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούς απλώς. Τα κατοικείς. Το «Βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα» είναι μια τέτοια νύχτα. Ένα τραπέζι, ένα ποτήρι που αργεί να αδειάσει, ο καπνός που ανεβαίνει αργά προς το ταβάνι και ένας άνθρωπος που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με όσα δεν μπόρεσε να αλλάξει.

Τα βαριά ποτά δεν είναι πάντα ποτά. Είναι οι μνήμες που έχουν κατακάτσει στον πάτο του ποτηριού. Και τα βαριά τσιγάρα δεν είναι μόνο καπνός· είναι οι σκέψεις που καίγονται μία μία, χωρίς ποτέ να γίνονται στάχτη.

Κι ύστερα υπάρχει η φωνή. Όχι για να διώξει τη μοναξιά, αλλά για να της δώσει ένα όνομα.

Γιατί κάποιες νύχτες δεν χρειάζονται λύσεις. Χρειάζονται ένα τραγούδι που να καθίσει απέναντί σου και να σου πει, χωρίς πολλά λόγια, πως κι άλλοι άνθρωποι πέρασαν από τον ίδιο δρόμο.

Κι όταν τελειώσει το τραγούδι, μένει η σιωπή.

Ίσως γιατί τελικά τα πιο βαριά ποτά δεν είναι αυτά που πίνουμε. Είναι αυτά που δεν μπορέσαμε ποτέ να ξεχάσουμε.


"Βαριά ποτά βαριά τσιγάρα

Στα μπαρ της μοναξιάς στάλα με στάλα

Ένα παλιό τραγούδι σιγοκλαίει

Πόσο δε χόρτασαν τα χείλη σου να λέει

Τι κι αν δεν είναι ο κόσμος ότι ονειρεύτηκες

Τι κι αν σε ντύνει πάντα με ελπίδες ψεύτικες

Η νύχτα απόψε μοιάζει να είναι φίλη σου

Κόκκινο το φεγγάρι βάλτο στα χείλη σου

Βαριά ποτά βαριά τσιγάρα

Όπου και να ‘σαι μην δακρύσεις

Ξημέρωμα μονάχη να γυρίσεις

Τ' αστέρια δες παράξενα θλιμμένα

Να σε ρωτούν να σου μιλούν για μένα

Τι κι αν δεν είναι ο κόσμος ότι ονειρεύτηκες

Τι κι αν σε ντύνει πάντα με ελπίδες ψεύτικες

Η νύχτα απόψε μοιάζει να είναι φίλη σου

Κόκκινο το φεγγάρι βάλτο στα χείλη σου

Βαριά ποτά βαριά τσιγάρα."

Στίχοι/μουσική: Στέργιος Παπαποστόλου. 

Εκτέλεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης.


Ο κυρ-Μέντιος.

 

Ο γάιδαρος είναι ένα παράξενο πολιτικό ζώο. Δεν κυβερνά, δεν αποφασίζει, δεν ψηφίζει νόμους. Κι όμως, πάνω του καταλήγουν σχεδόν όλες οι αποφάσεις. Είναι εκείνος που βρίσκεται πάντα στο τέλος της αλυσίδας.

Άλλοι σχεδιάζουν την οικονομία, άλλοι μοιράζουν τα προνόμια, άλλοι μιλούν για θυσίες. Και κάποιος πρέπει να τις κάνει αυτές τις θυσίες. Ο γάιδαρος.

Όταν η οικονομία πάει καλά, είναι η «ραχοκοκαλιά της κοινωνίας». Όταν πάει άσχημα, γίνεται «δημοσιονομικό βάρος». Όταν χρειάζονται φόροι, είναι υπεύθυνος πολίτης. Όταν ζητά δικαιοσύνη, γίνεται λαϊκιστής κι ανεύθυνος.

Τον θέλουν δυνατό για να σηκώνει βάρη και αδύναμο για να μην τα αμφισβητεί.

Κι έτσι η πολιτική έχει μάθει να μιλά για τον λαό χωρίς να μιλά μαζί του.

Ο γάιδαρος, όμως, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους ανθρώπους: δεν ξεγελιέται από τις λέξεις. Αν πεινάσει, πεινάει. Αν κουραστεί, σταματά. Αν διψάσει, ψάχνει νερό.

Ο άνθρωπος είναι πιο περίπλοκος.

Μπορεί να πεινά και να χειροκροτά εκείνον που του εξηγεί γιατί πρέπει να πεινάσει. Μπορεί να χάνει και να πιστεύει ότι κάποτε θα κερδίσει. Μπορεί να πληρώνει τον λογαριασμό και να αισθάνεται ότι συμμετέχει στη διακυβέρνηση.

Ίσως γι’ αυτό ο γάιδαρος να είναι τελικά πιο ελεύθερος από εμάς.

Δεν χρειάζεται να του υποσχεθούν ένα καλύτερο αύριο για να δεχτεί ένα χειρότερο σήμερα.

Ξέρει απλώς πως όταν ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις.

Και ίσως εκεί να αρχίζει η πολιτική.


«Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου.»
Στίχοι: Κώστα Βάρναλη, 
Μελοποίηση: Λουκάς Θάνος, 
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.

"Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια

Kούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό

Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι

Oύλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό

Kαι μ' αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι

Kαι με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή

Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι

Kι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά

Tου χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι

Όργωνα στα ρέματα τ' αφεντός τα στρέμματα

Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει'

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς."




«Στον ρυθμό του Αιγαιοπελαγίτικου γλεντιού...»


Το νησιώτικο γλέντι είναι ίσως η πιο αυθεντική μορφή συλλογικής χαράς. Δεν χρειάζεται πολλά για να γεννηθεί. Μια πλατεία, λίγα τραπέζια, ένα βιολί, ένα λαούτο και ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να ξεχάσουν, έστω για λίγο, τον εαυτό τους.

Γιατί στο γλέντι δεν πηγαίνεις απλώς για να ακούσεις μουσική. Πηγαίνεις για να συναντήσεις τους άλλους. Να καθίσεις δίπλα στον άγνωστο σαν να τον γνωρίζεις από χρόνια, να σηκώσεις το ποτήρι χωρίς ιδιαίτερο λόγο, να πιάσεις τον ώμο του διπλανού και να μπεις στον κύκλο.

Ο χορός είναι τότε κάτι περισσότερο από βήματα. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας. Ο πρώτος ανοίγει τον κύκλο και οι υπόλοιποι ακολουθούν. Κανείς δεν χορεύει πραγματικά μόνος. Ακόμη κι εκείνος που βρίσκεται στη μέση, χορεύει επειδή γύρω του υπάρχουν οι άλλοι.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη σημασία του νησιώτικου γλεντιού: μας θυμίζει μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη ξεχάσει τη σημασία του «μαζί».

Στην εποχή μας έχουμε άπειρους τρόπους να επικοινωνούμε και όλο και λιγότερους τρόπους να συναντιόμαστε. Μιλάμε καθημερινά με ανθρώπους που δεν αγγίζουμε ποτέ, βλέπουμε πρόσωπα μέσα από οθόνες και ανταλλάσσουμε λέξεις χωρίς να μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. Στο γλέντι συμβαίνει το αντίθετο. Η επικοινωνία γίνεται σώμα, ρυθμός, βλέμμα, άγγιγμα.

Κάποια στιγμή η μουσική δυναμώνει. Το κρασί έχει λύσει τις γλώσσες, η νύχτα έχει προχωρήσει και κανείς δεν κοιτάζει πια την ώρα. Ο ηλικιωμένος χορεύει δίπλα στον νέο, ο επισκέπτης δίπλα στον ντόπιο. Οι διαφορές δεν εξαφανίζονται· απλώς, για λίγο, παύουν να έχουν σημασία.

Και τότε καταλαβαίνεις πως το γλέντι δεν είναι φυγή από τη ζωή. Είναι μια υπενθύμιση του πώς θα μπορούσε να είναι η ζωή.

Γιατί η χαρά, όπως και ο χορός, χρειάζεται χώρο.

Και το νησιώτικο γλέντι ξέρει ακόμη να τον δημιουργεί.





22/8/26

Bob Dylan -Ο άνθρωπος που έμαθε τις ερωτήσεις να τραγουδούν.

 

Ο Bob Dylan δεν έγινε σπουδαίος επειδή έδωσε απαντήσεις. Έγινε σπουδαίος επειδή έμαθε να κάνει ερωτήσεις.

Από τους δρόμους του Greenwich Village, όπου εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μέχρι το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2016, ο Dylan κινήθηκε ανάμεσα στο τραγούδι, την ποίηση και την ιστορία. Το έργο του γεννήθηκε μέσα από την αμερικανική folk και blues παράδοση, αλλά σύντομα ξέφυγε από τα όριά της.

Στον Dylan ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ βέβαιος για τον δρόμο του. Περπατά, χάνεται, ερωτεύεται, προδίδεται, θυμώνει, θυμάται. Και πάνω απ’ όλα ρωτά.

Το περίφημο "Blowin’ in the Wind" είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Το τραγούδι δεν καταγγέλλει απλώς τον πόλεμο, την ανελευθερία και την ανθρώπινη αδιαφορία. Τα μετατρέπει σε ερωτήματα. Πόσο πρέπει να περπατήσει ένας άνθρωπος για να γίνει πραγματικά άνθρωπος; Πόσο πρέπει να δει, να ακούσει και να χάσει πριν καταλάβει;

Και τότε έρχεται η περίφημη απάντηση: ο άνεμος.

Όχι επειδή ο άνεμος γνωρίζει. Αλλά επειδή η αλήθεια δεν βρίσκεται πάντα κάπου ακίνητη, ώστε να την πιάσουμε και να την κλείσουμε σε μια πρόταση. Μερικές φορές περνάει δίπλα μας. Την αισθανόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να την κρατήσουμε.

Ο Dylan κατάλαβε κάτι που η ποίηση γνώριζε από παλιά: ότι η μεγάλη τέχνη δεν εξηγεί τον κόσμο. Τον κάνει λίγο πιο μυστηριώδη και, ταυτόχρονα, λίγο πιο υποφερτό.

Γι’ αυτό και τα τραγούδια του δεν ανήκουν μόνο στην εποχή τους. Οι πόλεμοι αλλάζουν, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι σημαίες αλλάζουν. Οι ανθρώπινες ερωτήσεις όμως παραμένουν.

Στο έργο του υπάρχει επίσης ο έρωτας, η απώλεια, η θρησκεία, η μοναξιά, η προδοσία. Ο Dylan μπορεί μέσα σε λίγους στίχους να περάσει από τον δρόμο στην έρημο, από μια γυναίκα σε μια ανάμνηση, από μια προσωπική πληγή σε μια ολόκληρη εποχή. Η ποίησή του είναι συχνά παράξενη, υπαινικτική, γεμάτη εικόνες που μοιάζουν να μην ζητούν να ερμηνευτούν αλλά να κατοικηθούν. Το Νόμπελ Λογοτεχνίας αναγνώρισε ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: τη δημιουργία νέων ποιητικών εκφράσεων μέσα στη μεγάλη αμερικανική παράδοση του τραγουδιού.

Ίσως αυτό να είναι τελικά το σημαντικότερο στον Dylan.

Δεν μας έμαθε πού βρίσκεται ο δρόμος.

Μας έμαθε να τον περπατάμε ενώ ακόμη δεν ξέρουμε πού πηγαίνει.

Και καθώς περπατάμε, ακούμε τον άνεμο.

Όχι για να μας δώσει την απάντηση.

Αλλά για να μας θυμίσει πως ορισμένες ερωτήσεις αξίζει να μείνουν ανοιχτές.

Γιατί μπορεί τελικά η ζωή να μην είναι η αναζήτηση μιας απάντησης.

Μπορεί να είναι το ταξίδι από τη μία ερώτηση στην άλλη.




Πόσους δρόμους χρειάζεται να περπατήσει ο άνθρωπος για να γίνει άνθρωπος;


Πόσους δρόμους χρειάζεται να περπατήσει ο άνθρωπος για να γίνει άνθρωπος;

Ίσως περισσότερους απ’ όσους φαντάζεται και λιγότερους απ’ όσους νομίζει.

Περπατά δρόμους που διάλεξε και δρόμους που του επιβλήθηκαν. Δρόμους που τον έβγαλαν σε θάλασσες και άλλους που τον οδήγησαν σε αδιέξοδα. Χάνεται, επιστρέφει, ξαναρχίζει. Κάποιους δρόμους τους θυμάται για πάντα· άλλους θα ήθελε να τους ξεχάσει.


Κι όμως, δεν είναι το μήκος του δρόμου που τον αλλάζει. Είναι όσα αφήνει πίσω του καθώς περπατά.

Ίσως λοιπόν ο άνθρωπος να μη χρειάζεται πολλούς δρόμους. Χρειάζεται έναν δρόμο που να τον οδηγήσει κάποτε στον εαυτό του.

Και τότε καταλαβαίνει πως το ερώτημα δεν ήταν ποτέ πόσους δρόμους περπάτησε.

Αλλά ποιος έγινε περπατώντας τους.



"Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας να διαβεί,

πριν άντρας να ονομαστεί;

Ναι και πόσες θάλλασες ένα περιστέρι θε να πετάξει,

πριν στην άμμο ξεκουραστεί;

Ναι και πόσες φορές πρέπει μια βόμβα να ριχτεί

πριν για πάντα απαγορευτεί;

Την απάντηση φίλε φυσάει ο άνεμος,

την απάντηση φυσάει ο άνεμος.

Πόσα χρόνια το βουνό να υπάρχει μπορεί,

πριν μες στη θάλασσα χαθεί;

Ναι και πόσα χρόνια μερικοί άνθρωποι μπορούν,

να υπάρχουν πριν ελευθερωθούν;

Ναι και πόσες φορές να γυρίζει το βλέμμα μπορεί

κάποιος κάνοντας πως δεν έχει δει;

Την απάντηση φίλε φυσάει ο άνεμος,

την απάντηση φυσάει ο άνεμος.

Πόσες φορές φορές πρέπει να κοιτάξει ψηλά,

κάποιος πριν δει τα ουράνια;

Και πόσα αυτιά πρέπει ένας άνθρωπος να ‘χει

πριν το κλάμα του κόσμου ακούσει;

Και πόσοι σκοτωμοί θα χρειαστούν πριν δούμε

ότι τόσοι πολλοί πια δεν ζούνε;

Την απάντηση φίλε φυσάει ο άνεμος,

την απάντηση φυσάει ο άνεμος."

Bob Dylan.




18/8/26

Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσεις τα χέρια.

 

Υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζεται να βλέπεις. Αρκεί να εμπιστεύεσαι. Να κλείνεις τα μάτια και να περιμένεις τα χέρια του άλλου να σε βρουν.

Γιατί η αληθινή εγγύτητα δεν βρίσκεται στα μάτια που κοιτούν, αλλά στα χέρια που απλώνονται.

Κι ίσως ο έρωτας να είναι ακριβώς αυτό: να κλείνεις τα μάτια χωρίς φόβο, περιμένοντας τα χέρια που θα απλωθούν προς το μέρος σου.



17/8/26

Φωτογραφία, Ποίημα, Φιλοσοφία, Τραγούδι- Ο Φορτίνο Σάμανο και η υπερχείλιση του χρόνου.

Κάρλος Φορτίνο Σάμανο: Από το εκτελεστικό απόσπασμα του 1917, στη γαλλική φιλοσοφία και το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Υπάρχουν κάποιες ιστορικές φωτογραφίες που καταφέρνουν να νικήσουν τον χρόνο, όχι επειδή καταγράφουν ένα κορυφαίο πολιτικό γεγονός, αλλά επειδή αποτυπώνουν το απόλυτο μεγαλείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στο μοιραίο. Μία από αυτές είναι η εμβληματική φωτογραφία του Κάρλος Φορτίνο Σάμανο, ενός 27χρονου λοχαγού πρώτης τάξης (Capitán primero) του Συνταγματικού Στρατού κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης.

Ο Σάμανο έμεινε στην παγκόσμια ιστορία όχι για τη στρατιωτική του δράση ή κάποια στρατηγική, αλλά για την απόλυτη ψυχραιμία (sang-froid) και την προκλητική του στάση απέναντι στον θάνατο. Υπηρέτησε ως λοχαγός υπό τις διαταγές του Βενουστιάνο Καράνσα (Venustiano Carranza). Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1917, συνελήφθη και κατηγορήθηκε για βίαιη ληστεία εις βάρος μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Τον Οκτώβριο του 1916, ο Καράνσα είχε εκδώσει ένα αυστηρό διάταγμα που επέβαλλε τη θανατική ποινή σε στρατιώτες που διέπρατταν εγκλήματα υπό το πρόσχημα του επαναστατικού αγώνα. Αν και μια κοινή κλοπή συνήθως δεν επέσυρε τη θανατική ποινή, αυτή η σαρωτική στρατιωτική νομοθεσία σφράγισε τη μοίρα του Σάμανο. Μετά από μια σύντομη στρατιωτική δίκη, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο. Παρά την καταδίκη, ο Σάμανο δήλωνε αθώος μέχρι το τέλος.

Στις 2 Μαρτίου 1917, στην Πόλη του Μεξικού, ο Σάμανο οδηγήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Πριν οδηγηθεί εκεί, ζήτησε ως τελευταία επιθυμία ένα τελευταίο ποτό από λικέρ πιπεριάς τσιπότλε (chile chipotle), το οποίο οι δεσμοφύλακες του παραχώρησαν. Ζήτησε επίσης να δώσει ο ίδιος το τελικό παράγγελμα της εκτέλεσής του, αλλά αυτό το αίτημα απορρίφθηκε. Ζήτησε τότε από το απόσπασμα να σημαδέψει κατευθείαν στο στήθος του. Ίσιωσε το καπέλο του, έβαλε το δεξί του πόδι πάνω σε μια πέτρα, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και χαμογέλασε ελαφρά. Λίγες στιγμές πριν την εκτέλεση, ο σπουδαίος Μεξικανός φωτογράφος Agustín Víctor Casasola τον απαθανάτισε σε μια εμβληματική φωτογραφία να καπνίζει ήρεμος το πούρο του, κοιτάζοντας κατάματα τους εκτελεστές του. Σύμφωνα με τα αρχεία των εφημερίδων της εποχής, τα τελευταία του λόγια προς τους φρουρούς ήταν: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο επειδή ο νόμος πρέπει να τηρείται· ξέρω πώς να πεθάνω σαν άντρας.».

Η φωτογραφία αυτή, με επίσημο τίτλο «Fortino Samano Moments before His Execution», θεωρείται ένα αριστούργημα της πρώιμης φωτοδημοσιογραφίας. Η αυθεντική εκτύπωση φυλάσσεται στο εθνικό φωτογραφικό αρχείο του Μεξικού (Fototeca Nacional del INAH). Ωστόσο, η παγκόσμια απήχησή της είναι τεράστια, με ένα διάσημο αντίγραφο να αποτελεί μέρος της μόνιμης συλλογής του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης (The Met) στη Νέα Υόρκη.

Αυτή η συγκλονιστική εικόνα ενέπνευσε ένα πολύ συγκεκριμένο και διάσημο βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2004 από τον εκδοτικό οίκο Galilée, με τίτλο «Fortino Sámano: Les débordements du poème» (Φορτίνο Σάμανο: Οι υπερχειλίσεις του ποιήματος). Πρόκειται για μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και φιλοσοφική συνεργασία ανάμεσα σε δύο εξέχουσες προσωπικότητες της Γαλλίας, την ποιήτρια Virginie Lalucq και τον σπουδαίο σύγχρονο φιλόσοφο Jean-Luc Nancy

Είναι ένα πρωτοποριακό, πειραματικό έργο που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την κουλτούρα της εικόνας.

Η ποιήτρια Virginie Lalucq είδε την εμβληματική φωτογραφία του Agustín Víctor Casasola σε μια έκθεση για τη Μεξικανική Επανάσταση και συγκλονίστηκε από το βλέμμα και την απόλυτη ψυχραιμία του Σάμανο μπροστά στον θάνατο. Η Lalucq ενεπνεύστηκε μια σειρά από περίπου 40 σύντομα ποιήματα. Δεν προσπαθεί μέσα από αυτά να γράψει μια ιστορική βιογραφία. Αντιθέτως, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο φωτογραφικός φακός «πάγωσε» τη ζωή του Σάμανο ακριβώς την τελευταία στιγμή πριν από το τέλος της. Όπως έχει δηλώσει η ίδια σε συνέντευξή της, επέλεξε εσκεμμένα να μην συμπεριλάβει τη φωτογραφία μέσα στο βιβλίο. Ήθελε το ποίημα να μην λειτουργεί απλώς ως επεξήγηση της εικόνας, προκαλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει μόνος του το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις. Το βιβλίο αποτελείται από αυτά τα 40 σύντομα ποιήματα της Lalucq που λειτουργούν ως στοχασμός πάνω στη φωτογραφία (τη στιγμή που η κάμερα "παγώνει" τη ζωή ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το τέλος της). Κάθε ποίημα συνοδεύεται από ένα φιλοσοφικό σχόλιο του Jean-Luc Nancy. 

Το βιβλίο απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση όταν μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2012 από τους Cynthia Hogue και Sylvain Gallais, με τον τίτλο «Fortino Sámano (The Overflowing of the Poem)» από τον εκδοτικό οίκο Omnidawn. Η έκδοση αυτή είναι δίγλωσση (με το γαλλικό κείμενο στη μία σελίδα και το αγγλικό στην απέναντι).

Το βιβλίο λειτουργεί ως ένας ανατρεπτικός «διάλογος» καθρεφτών και αποτελείται από δύο διακριτά αλλά αλληλένδετα μέρη:

-Το Ποίημα (Virginie Lalucq): 

Η Lalucq έγραψε μια σειρά από περίπου 40 σύντομα ποιήματα. Χρησιμοποιεί λιτή, απογυμνωμένη, σχεδόν κλινική γλώσσα, αποφεύγοντας κάθε λυρισμό, για να εστιάσει στη γεωμετρία της εικόνας, στα υλικά αντικείμενα γύρω του, στα τούβλα του τοίχου, στο φως, στις σκιές και στη μηχανική του φωτογραφικού φακού που «παγώνει» τη ζωή ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το τέλος της. Προσπαθεί να μετρήσει τα δευτερόλεπτα· στο 34ο ποίημα της σειράς γράφει χαρακτηριστικά:

«Μπορώ να γλιστρήσω κατά μήκος του τοίχου, μπορώ να μετρήσω τα τούβλα, μπορώ. Μπορώ να αναρωτηθώ πόση ώρα θα πάρει αυτό. Μπορώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό θα πάρει τον χρόνο που χρειάζεται…». 

Το ποίημα παίζει συνεχώς με το φως και το σκοτάδι, την παρουσία και την απουσία. 

Στο 6ο ποίημα αναφέρει: «Και η σκιά έγινε Φορτίνο και ήμουν η σκιά που ακολουθούσε τη σκιά του που ακολουθούσε τη δική μου σκιά που έγινε Φορτίνο.». 

Η Lalucq χρησιμοποιεί κοφτές φράσεις για να δείξει ότι οι λέξεις αδυνατούν να «αιχμαλωτίσουν» πλήρως αυτό που συνέβη, αναρωτώμενη πώς μια φωτογραφία μπορεί να κρατά ζωντανό έναν άνθρωπο που πέθανε πριν από έναν αιώνα. Μάλιστα, επέλεξε εσκεμμένα να μην συμπεριλάβει τη φωτογραφία μέσα στο βιβλίο. Ήθελε το ποίημα να μην λειτουργεί απλώς ως επεξήγηση της εικόνας, προκαλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει μόνος του το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις.

-Η Υπερχείλιση (Jean-Luc Nancy): 

Ο φιλόσοφος απαντά με μια φιλοσοφική ανάλυση που χρησιμοποιεί μια βαθιά ποιητική, γεμάτη λογοπαίγνια γλώσσα, αντιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο τους ρόλους. Για κάθε ποίημα της Lalucq, συνέθεσε ένα φιλοσοφικό και ποιητικό σχόλιο στο μέρος που ονομάζεται «Les débordements du poème». Ο Nancy χρησιμοποιεί τον όρο «υπερχείλιση» (overflowing) για να εξηγήσει ότι το ποίημα -και η ίδια η φωτογραφία- παράγουν πολύ περισσότερα νοήματα από όσα εμφανώς δείχνουν ή λένε. Γράφει ότι ο Φορτίνο, στεκόμενος μπροστά στον τοίχο της εκτέλεσης, είναι «unmoving-in-motion» (ακίνητος-σε-κίνηση)· είναι απόλυτα σταθερός, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται σε μια βίαιη τροχιά προς την ανυπαρξία. Ο Nancy δεν προσπαθεί να «εξηγήσει» τι σημαίνουν οι στίχοι, αλλά στοχάζεται πάνω στο πώς η ποίηση καταφέρνει να μιλήσει για το ανείπωτο: το ακριβές μεταίχμιο της θνητότητας. Για τον φιλόσοφο, το πούρο, το χαμόγελο και το σταυρωμένο πόδι του Σάμανο δεν είναι απλές λεπτομέρειες. Είναι η άρνηση του ανθρώπου να υποταχθεί στον εκμηδενισμό του. Η φωτογραφία, επομένως, «υπερχειλίζει» από ζωή ακριβώς τη στιγμή που ο θάνατος καραδοκεί.

Αυτό ακριβώς το βιβλίο έφτασε στα χέρια του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Έλληνας δημιουργός γοητεύτηκε βαθιά, πήρε την ατμόσφαιρα του βιβλίου, τον μεξικανικό μύθο και τη φιλοσοφική διάσταση της φωτογραφίας και τα μεταμόρφωσε σε ένα συγκλονιστικό ελληνικό τραγούδι. Το 2008, κυκλοφόρησε τον κοινό του δίσκο με τον Διονύση Σαββόπουλο με τίτλο «Ο Σαμάνος», όπου το ομώνυμο τραγούδι, «Ο Φορτίνο Σάμανος», αποτελεί την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ.

Στην εισαγωγή ή στο ιστορικό πλαίσιο που συνυπολογίστηκε για το βιβλίο, είχε καταγραφεί λανθασμένα ένας αστικός μύθος της εποχής: ότι ο Σάμανο ήταν αντάρτης, υπαρχηγός του Εμιλιάνο Ζαπάτα και παραχαράκτης που τύπωνε πλαστά νομίσματα για τον αγώνα. Αυτό το στοιχείο γοήτευσε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος μετέφερε αυτούσιο αυτόν τον ρομαντικό μύθο στους στίχους του (παρόλο που η ιστορική πραγματικότητα έδειξε ότι ήταν λοχαγός του κυβερνητικού/συνταγματικού στρατού):

«Ο Φορτίνο Σάμανος, υπαρχηγός του Ζαπάτα, που τύπωνε νομίσματα με των φτωχών τα νιάτα...». Εδώ γίνεται ένα ποιητικό λογοπαίγνιο: η «παραχάραξη» δεν γίνεται για προσωπικό κέρδος, αλλά για να δώσει αξία και δύναμη στη νεολαία και τους καταπιεσμένους της επανάστασης.

Παράλληλα, ο Θανάσης δανείζεται απευθείας τις εικόνες της γεωμετρίας, των τούβλα και της σκιάς από το ποίημα της Lalucq. Εκεί που η ποιήτρια έγραφε «μπορώ να μετρήσω τα τούβλα...», ο Θανάσης γράφει: «Στο εκτελεστικό απόσπασμα, μπροστά σε τοίχο με τούβλα, που βγάζανε τη μυρωδιά που βγάζει η ψητή σούβλα...» (μια σκληρή, γήινη μεταφορά για τη μυρωδιά του μπαρουτιού και του επικείμενου θανάτου). Αποτυπώνει επίσης τη διάσημη στάση του Σάμανο με το τσιγάρο, περιγράφοντάς τον σαν έναν άνθρωπο που δεν λυγίζει: «...κοιτάζει το απόσπασμα με το τσιγάρο στο στόμα, δεν το πιστεύει ο χάροντας πως θα τον πιει το χώμα.».

Στο τελευταίο μέρος, ο Θανάσης ξεφεύγει από την απλή περιγραφή της εκτέλεσης και περνάει σε έναν βαθύ, υπαρξιακό στοχασμό που θυμίζει την ανάλυση του Jean-Luc Nancy για το πώς η μνήμη και η τέχνη (η φωτογραφία, το ποίημα, το τραγούδι) νικούν τον θάνατο: «Κι έτσι όπως στέκει ατάραχος, με το ένα πόδι πάνω σε μια πετρούλα, προσπαθεί τον χρόνο να τρελάνει...». Ο Σάμανο «τρελαίνει τον χρόνο» γιατί, αν και εκτελέστηκε το 1917, η στιγμή του έμεινε αθάνατη. Το τραγούδι κλείνει με μια συγκλονιστική εικόνα μεταφυσικής δικαίωσης, όπου ο Φορτίνο γίνεται ένα με τη φύση και τον αέρα, συνεχίζοντας να ζει αιώνια: «Και το κορμί του, που έπεσε διάτρητο απ' τις σφαίρες, έγινε σκόνη και καπνός και μας φυλάει τις μέρες. Και κάθε που φυσάει νοτιάς στα κτήματα του Μάγια, ακούγεται ένα σφύριγμα, παράπονο στα πλάγια...».

Η επιλογή του Θανάση να δώσει το τραγούδι στον Διονύση Σαββόπουλο ήταν καθοριστική. Η θεατρική, ελαφρώς ειρωνική αλλά και βαθιά συγκινητική ερμηνεία του Σαββόπουλου απέδωσε τέλεια αυτή την αντίφαση του Φορτίνο: έναν άνθρωπο που χαμογελάει με υπεροψία και αξιοπρέπεια μπροστά στις κάννες των όπλων, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη μπορεί να χαρίσει την αθανασία σε μια εφήμερη στιγμή ανθρώπινης υπερβατικότητας.

Η έννοια και ο συμβολισμός της «υπερχείλισης»:

Η λέξη «υπερχείλιση» χρησιμοποιείται στο βιβλίο με διπλή σημασία: κυριολεκτική και φιλοσοφική. Είναι το κεντρικό κλειδί για να καταλάβουμε πώς η φωτογραφία, το ποίημα και το τραγούδι συνδέονται μεταξύ τους.

Στην ουσία, περιγράφει το φαινόμενο όπου ένα ποτήρι γεμίζει τόσο πολύ, που το περιεχόμενό του χύνεται έξω από τα χείλη του.

Στην περίπτωση του Φορτίνο Σάμανο, ο φιλόσοφος Jean-Luc Nancy και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου χρησιμοποιούν την «υπερχείλιση» με τρεις συγκεκριμένους τρόπους:

1. Η υπερχείλιση της ζωής απέναντι στον θάνατο (Nancy).

Όταν ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, η λογική λέει ότι ο φόβος και ο θάνατος πρέπει να κυριεύσουν τη στιγμή. Όμως, η στάση του Σάμανο (το χαμόγελο, το πούρο, το χαλαρό πόδι πάνω στην πέτρα) δείχνει μια απίστευτη εσωτερική δύναμη. Η ζωντάνια και η αξιοπρέπειά του είναι τόσες πολλές, που «ξεχειλίζουν» από το σώμα του και πλημμυρίζουν τη φωτογραφία. Ο θάνατος δεν καταφέρνει να τον χωρέσει· η ζωή υπερχειλίζει και κυριαρχεί στο κάδρο.

2. Η υπερχείλιση του νοήματος (Το βιβλίο).

Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Οι υπερχειλίσεις του ποιήματος» γιατί ο Nancy υποστηρίζει ότι μια απλή φωτογραφία ή ένα σύντομο ποίημα δεν σταματά εκεί που τελειώνουν οι λέξεις ή το χαρτί. Τα νοήματα, τα συναισθήματα και οι ερμηνείες είναι τόσο έντονα, που «ξεχύνονται» έξω από τα όρια της εικόνας. Η φωτογραφία «υπερχείλισε» και έγινε γαλλικό ποίημα. Το ποίημα «υπερχείλισε» και έγινε ελληνικό τραγούδι. Αυτό δείχνει ότι η τέχνη δεν μπορεί να περιοριστεί· συνεχίζει να γεννά νέες ιδέες αιώνες μετά.

3. Η υπερχείλιση του χρόνου (Θανάσης Παπακωνσταντίνου).

Στο τραγούδι, ο Θανάσης λέει ότι ο Σάμανο «προσπαθεί τον χρόνο να τρελάνει». Η υπερχείλιση εδώ είναι η νίκη ενάντια στον χρόνο. Η σφαίρα τον σκότωσε σε ένα δευτερόλεπτο, αλλά η στιγμή εκείνη ήταν τόσο «γεμάτη» από ανθρώπινη περηφάνια, που έσπασε το φράγμα του χρόνου και ξεχείλισε στο μέλλον. Γι' αυτό το κορμί του έγινε «σκόνη και καπνός και μας φυλάει τις μέρες».Με απλά λόγια, η υπερχείλιση είναι η στιγμή που κάτι είναι τόσο μεγάλο, όμορφο ή δυνατό, που δεν μπορείς να το κρατήσεις κλεισμένο σε ένα κουτί – σπάει τα όρια και απλώνεται παντού.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό παράδοξο του Φορτίνο Σάμανο. Οι σφαίρες σταμάτησαν την καρδιά του, αλλά δεν κατάφεραν να σταματήσουν τη στιγμή. Ο φωτογραφικός φακός κράτησε εκείνο το τελευταίο βλέμμα, το ελαφρύ χαμόγελο, το πόδι πάνω στην πέτρα, το τσιγάρο, την παράξενη εκείνη ηρεμία ενός ανθρώπου που στέκεται απέναντι στον θάνατο και, για μια ελάχιστη στιγμή, μοιάζει να του αντιστέκεται.

Ύστερα ήρθε η ποίηση. Μετά η φιλοσοφία. Και ύστερα το τραγούδι.

Μια ζωή που τελείωσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισε να ζει ξανά μέσα από άλλους ανθρώπους, σε άλλες γλώσσες και σε άλλες εποχές. Η φωτογραφία έγινε ποίημα, το ποίημα έγινε φιλοσοφικός στοχασμός, ο στοχασμός έγινε τραγούδι. Κι έτσι η τελευταία στιγμή ενός άγνωστου Μεξικανού λοχαγού πέρασε από το 1917 στον δικό μας χρόνο.

Αυτή είναι η «υπερχείλιση».

Η ζωή που ξεπερνά τα όριά της. Η μνήμη που αρνείται να πεθάνει μαζί με τον άνθρωπο. Η τέχνη που παίρνει μια στιγμή και την αφήνει να ταξιδεύει πολύ μακρύτερα από εκεί που θα μπορούσε να φτάσει ποτέ ένα ανθρώπινο σώμα.

Ο Φορτίνο Σάμανο έπεσε μπροστά στον τοίχο.

Όμως η φωτογραφία τον κράτησε όρθιο.

Και κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει εκείνο το βλέμμα, ακούει το τραγούδι ή ξαναφέρνει στη μνήμη του την ιστορία του, ο Σάμανο στέκεται πάλι εκεί -με το ένα πόδι πάνω στην πέτρα, το τσιγάρο στα χείλη και τον θάνατο απέναντί του.

Σαν να προσπαθεί ακόμη να τρελάνει τον χρόνο.

Και ίσως, έναν αιώνα μετά, να τα έχει καταφέρει.



15/8/26

Όταν το ρήμα γίνεται όνομα...



Στο δημοτικό τραγούδι η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς τη ζωή· την κάνει να ανασαίνει μέσα στις λέξεις. Ένα από τα πιο θαυμαστά τεχνάσματα της λαϊκής ποίησης είναι η μετατροπή του ρήματος σε όνομα. Μια πράξη, μια κίνηση, ένα συναίσθημα παύει να είναι απλώς κάτι που συμβαίνει και γίνεται πρόσωπο, γίνεται παρουσία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «αγαπώ». Στη δημοτική ποίηση μπορεί να γίνει «η αγαπώ» ή «ο αγαπώς». Δεν έχουμε πια απλώς έναν άνθρωπο που αγαπάται. Η ίδια η πράξη της αγάπης αποκτά σώμα και πρόσωπο. «Έβγα, μωρή αγαπώ μου, στο παραθύρι σου». Η λέξη δεν δηλώνει απλώς την αγαπημένη· κουβαλά μέσα της ολόκληρη την ενέργεια του έρωτα.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα μυστικά του δημοτικού τραγουδιού. Η λαϊκή μούσα παίρνει το αφηρημένο και το κάνει συγκεκριμένο. Το συναίσθημα γίνεται άνθρωπος, η πράξη γίνεται μορφή, η ενέργεια γίνεται όνομα. Το «αγαπώ» δεν περιγράφει πια μόνο μια κατάσταση· στέκεται απέναντί μας σαν ζωντανή ύπαρξη.

Ταυτόχρονα, αυτή η γλωσσική οικονομία υπηρετεί και τον ρυθμό. Ο δεκαπεντασύλλαβος δεν αφήνει χώρο για περιττά λόγια. Κάθε λέξη πρέπει να είναι πυκνή, να κουβαλά όσο γίνεται περισσότερο νόημα. Έτσι, μια μικρή γλωσσική μεταμόρφωση μπορεί να συμπυκνώσει μέσα της ολόκληρο το πάθος ενός ανθρώπου.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγάλη δύναμη της δημοτικής γλώσσας: δεν χρειάζεται να εξηγήσει. Ονομάζει και αμέσως αποκαλύπτει. Κάνει το συναίσθημα πρόσωπο και το πρόσωπο συναίσθημα.

Η τεχνική αυτή έχει βαθύτερες ρίζες στην ελληνική γλωσσική παράδοση. Από την αρχαιότητα, η γλώσσα μπορούσε να μετατρέπει ρηματικές μορφές, απαρέμφατα και μετοχές σε ουσιαστικές έννοιες. Η λαϊκή ποίηση δεν επαναλαμβάνει μηχανικά αυτή την αρχαία πρακτική· την ξαναγεννά μέσα στη ζωντανή γλώσσα του λαού.

Έτσι το δημοτικό τραγούδι αποδεικνύει κάτι βαθύτερο: η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας. Είναι τρόπος να δίνουμε μορφή στον αόρατο κόσμο μας.

Κι όταν το ρήμα γίνεται όνομα, το αίσθημα παύει να είναι απλώς κάτι που νιώθουμε. Γίνεται πρόσωπο. Γίνεται φωνή. Γίνεται τραγούδι.

Το δημοτικό τραγούδι -Η μνήμη που τραγουδά.



Το δημοτικό τραγούδι είναι η βαθιά φωνή ενός λαού που έμαθε να κρατά τη μνήμη του όχι σε βιβλία, αλλά στα χείλη των ανθρώπων. Γεννήθηκε στα χωριά, στα βουνά, στα πανηγύρια, στους γάμους και στους αποχωρισμούς· εκεί όπου η χαρά και ο πόνος δεν χρειάζονταν πολλά λόγια για να γίνουν κοινή μοίρα.

Δεν έχει έναν ποιητή. Ποιητής του είναι ο ίδιος ο λαός. Κάθε γενιά πήρε το τραγούδι από την προηγούμενη, το τραγούδησε με τη δική της φωνή και, κάποτε, του πρόσθεσε μια λέξη, έναν στίχο, έναν καινούργιο πόνο. Έτσι το δημοτικό τραγούδι έγινε ένα ποτάμι μνήμης που ταξιδεύει μέσα στους αιώνες.

Στους στίχους του ζουν τα βουνά, τα δέντρα, τα νερά και τα πουλιά. Η φύση δεν είναι σκηνικό· είναι πρόσωπο. Το βουνό γνωρίζει τον καημό του ξενιτεμένου, το ποτάμι παίρνει μαζί του την είδηση, το πουλί γίνεται αγγελιαφόρος και η πέτρα στέκεται σιωπηλή μπροστά στον θάνατο. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται απέναντι από τη φύση· βρίσκεται μέσα της.

Και πάνω απ’ όλα υπάρχει η ανθρώπινη μοίρα: ο έρωτας, ο γάμος, η ξενιτιά, ο θάνατος, η μάχη, η απώλεια. Το δημοτικό τραγούδι δεν φοβάται τον πόνο. Τον κοιτάζει κατάματα και τον μετατρέπει σε στίχο. Γι’ αυτό και πολλά τραγούδια του μοιάζουν με μικρά μοιρολόγια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στα ορεινά χωριά, όπου οι αποστάσεις ήταν μεγάλες και οι χειμώνες μακριοί, το τραγούδι ήταν συντροφιά, παρηγοριά και μνήμη. Τραγουδιόταν γύρω από το τραπέζι, στις αυλές, στα πανηγύρια, στους γάμους. Κι όταν έφευγε κάποιος για τη ξενιτιά, το τραγούδι έμενε πίσω σαν ένας αόρατος δεσμός με τον τόπο.

Ίσως γι’ αυτό το δημοτικό τραγούδι εξακολουθεί να μας συγκινεί. Γιατί μέσα του δεν ακούμε μόνο τους ανθρώπους του παρελθόντος. Ακούμε κάτι από τον δικό μας εαυτό. Τον φόβο της απώλειας, τη νοσταλγία του τόπου, την ανάγκη να ανήκουμε κάπου, την επιθυμία να αφήσουμε πίσω μας μια φωνή.

Το δημοτικό τραγούδι είναι, τελικά, ένα κομμάτι της πατρώας γης που έγινε λόγος. Είναι η μνήμη που πήρε ρυθμό, ο καημός που έγινε μελωδία και η ζωή που αρνήθηκε να σωπάσει.



14/8/26

Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ.

 


"Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ

Μωρ' γιαννιοτωπούλα μου

Ωρέ μου λένε να το βάψω

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Σε φιλώ κι αναστενάζω

Κι αν το πετύχω στην βαφή

Μωρ' γιαννιωτοπούλα μου

Ωρέ πολλέσ καρδιές θα κάψω

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Σε φιλώ κι αναστενάζω

Θα κάψω νιες θα κάψω νιους

Μωρ' γιαννιωτοπούλα μου

Ωρέ θα κάψω παλληκάρια

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Σε φιλώ κι αναστενάζω

Θα κάψω μια μελαχροινή

Μωρ' γιαννιωτοπούλα μου

Ωρέ που έκαψε κι εμένα

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Λουλουδάκι μου γαλάζιο

Σε φιλώ κι αναστενάζω."



10/8/26

Πρόσωπο δικό μου.


"Εσύ ‘σαι πρόσωπο δικό μου,

Εσένα έχω για άνθρωπό μου, μικρό μου.

Και εγώ άμα δεν τα πω σε σένα,

Δεν έχει γιατρικό κανένα.

Και ξετυλίγουμε ένα-ένα,

Του πόνου, φυλακτά κρυμμένα.

Και φεύγουνε και πάνε πέρα,

Σαν πεταλούδες στον αέρα.

Φωτιά δροσιά που έχω νιώσει,

Να ‘σαι καλά, που μου χεις δώσει.

Και γίνονται όλα αυτά που ζούμε,

Μέρος για να συναντηθούμε, 

Να βρεθούμε.

Εσύ ‘σαι πρόσωπο δικό μου,

Εσένα έχω για άνθρωπό μου, μικρό μου,

Και εγώ άμα δεν τα πω σε σένα,

Δεν έχει γιατρικό κανένα."



«Πρόσωπο δικό μου», ερμηνεία Νεφέλη Φασούλη, μουσική-στίχοι Αντώνης Απέργης.


Θετή ταυτότης.


"Με την αλληγορία των αλόγων

και με την λογική των παραλόγων

λέω εκείνα που 'θελε να πει ο καθένας

και υπογράφω εγώ

για όλους ο κανένας

λέω εκείνα που 'θελε να πει ο καθένας

και υπογράφω εγώ

για όλους ο κανένας.

Εγώ είμαι εγώ, εγώ είμαι κι ο άλλος

εγώ ο μικρός, εγώ και ο μεγάλος

βαρώ τα όργανα και τραγουδάω στους δρόμους

με τους ελεύθερους

και με τους παρανόμους

βαρώ τα όργανα και τραγουδάω στους δρόμους

με τους ελεύθερους

και με τους παρανόμους.

Εγώ αϊτός, εγώ και Προμηθέας

εγώ ο τρελός της διπλανής παρέας

λέω αυτά που δε τολμάτε εσείς να πείτε

και χαρμοκλαίω που

στο βάθος συμφωνείτε

λέω αυτά που δε τολμάτε εσείς να πείτε

και χαρμοκλαίω που

στο βάθος συμφωνείτε.

Τα όνειρα εκδίκηση γυρεύουν.

Πετούμενα στον ουρανό χορεύουν.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε

ρε όλοι τρελαθείτε.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε

ρε όλοι τρελαθείτε."

Νίκος Καλογερόπουλος, "Ο Κανένας."




9/8/26

Ηχογένεια.



"Ωρε τα μάτια σου αν δεν τα ξαναδώ
Δεν θέλω τα δικά μου
Και αν πρέπει κάποια άλλη να ερωτευτώ
Δεν θέλω την καρδιά μου
Ηχογένεια, έλα

Πείραζα χθες τον ουρανό
Και χάζευα τα αστέρια
Και ένιωσα στην καρδιά κενό
Και δυο άδεια χέρια
Την θάλασσα δεν έχω δει
Χωρίς να έχει κύμα
Βουνό χωρίς την κορυφή
Χωρίς ωμέγα ρήμα

Ωρε τα μάτια σου αν δεν τα ξαναδώ
Δεν θέλω τα δικά μου
Και αν πρέπει κάποια άλλη να ερωτευτώ
Δεν θέλω την καρδιά μου

Έχει σαστίσει η κούτρα μου
Και χάνω το μυαλό μου
Πάω στο γλέντι για να πιώ
Να πνίξω τον καημό μου
Βρε κοπελιά τι μου 'κανες
Όμορφη ξανθομάλλα
Νόμιζα σε έπαιζα εγώ
Μα εσύ είχες την μπάλα

Ωρε τα μάτια σου αν δεν τα ξαναδώ
Δεν θέλω τα δικά μου
Και αν πρέπει κάποια άλλη να ερωτευτώ
Δεν θέλω την καρδιά μου."

Απών, "Ηχογένεια".


 

8/8/26

Αναμνήσεις.


"Γυρνώ τις μέρες τις ώρες πίσω

να δω ποιος είμαι και με βρίσκω μες το γκρίζο

φόντο αναμνήσεις αντικρίζω σε μια γωνια και αναπολώ

το πριν τις στιγμές το επιπόλαιο μυαλό

εμπειρίες αμαρτίες φρίκες τι να πρωτοθυμηθώ

φιλαράκια που δεν ζήσαν για να δουν το αύριο

αλητείες νύχτα στην Αθηνα βία κι όλα αυτά

με κάναν μες στο σύστημα άνθρωπο

εμπιστευτικά λάθος ματια λάθος χηλοί

έτσι την πάτησα μα η ανάμνηση δεν σβήνει

πάντα μου θυμίζει ποιος είμαι εγώ να βρω

και απ'τα λάθη που θυμάμαι να διορθωθώ και να λυτρωθώ

κάποτε όλα φεύγουν μένεις μονος και αναπολείς

το παρελθόν σου βασικός παράγοντας

για ότι τώρα ζεις τι θα δεις πια επιλογή σου για το αύριο

να προετοιμαστείς για να μην χαθείς

πάνε και έρχονται στιγμές καλές ή κακές

ο χρόνος κυλάει περνάει κι αφήνει πολλές

τα πάντα εφήμερα και εσύ συνεχίζεις να ζεις το σήμερα που λες

μακριά από φίλους και έρωτες

αναμνήσεις παιδικά μου χρονια

με εσωτερικές αναζητήσεις με τα πόδια

σκαμπίλια ζωής σε αγκαλιές ψάχνεις συμπόνια

κι αν πάλι μονος θα σε μην φοβάσαι αφού θα σε εδώ ακόμα...

Αναμνήσεις μένουν οι ωραίες στιγμές

τα φιλια οι όρκοι κι χαρες

ο καιρός κυλάει κι αγάπες παίρνουν

κι οι καρδιές μας όλα τα ξεχνούν

κάποια μέρα φτάνει ένα γκρίζο πρωί

που δεν σου γέλα ποια η ζωή

και για συντροφια σου έχεις την μοναξιά

κι αναμνήσεις μέσα στην καρδια...

Θυμάμαι όρκους αγάπες χαρες με ανθρώπους που μεγάλωσα

κλεισμένους σε κάτι στιγμές που πίσω μου δεν άλλαξα

με τύψεις στην καρδια είναι σαν ματωμένη θάλασσα

και μέσα απ'τον καθρέφτη βλέπω τώρα πως μεγάλωσα

γυρνώ στο παρελθόν και βλέπω ένα παιδί

να παίζει να γέλα δίχως να δείχνει πόνο θλίψη μέσα στη ζωή

να αλλάζει παραστάσεις και τόπους μες την ανατολή

τα πρόσωπα μπροστά του να φεύγουν σαν περαστικοί

μοναδική μου συντροφια η μοναξιά

να αγωνίζομαι μονος να πολεμήσω να ζήσω σ'αυτον τον γολγοθά

δίχως να υπάρχουν συναισθήματα βαθιά μες την καρδια

κι όσους έβαλα πάνω από εμενα με κρατα μακριά

νοσταλγώ το καιρό τα χρονια πίσω που αγαπώ

εκεί που άρχισα μικρός τον κόσμο να εξερευνώ

τα πρώτα παραμυθια και εγώ μέσα στο ρολο αυτό

να πολεμάω μάγους και δράκους για να λυτρωθώ

ευχαριστώ όλους αυτούς που διπλα μου μου στάθηκαν

ευχαριστώ τους γονείς μου για όλα αυτά που μου παρέδωσαν

την τέχνη τις αρχές υπομονή και συμβουλές

γίαυτό και συνεχίζω να ζω στο παρόν

δίχως ενοχες...

Αναμνήσεις μένουν οι ωραίες στιγμές

τα φιλια οι όρκοι κι χαρες

ο καιρός κυλάει κι αγάπες παίρνουν

κι οι καρδιές μας όλα τα ξεχνούν

κάποια μέρα φτάνει ένα γκρίζο πρωί

που δεν σου γέλα ποια η ζωή

και για συντροφια σου έχεις την μοναξιά

κι αναμνήσεις μέσα στην καρδια..."


"Αναμνήσεις."

Εισβολέας- Ανδριάνα Αχιτζάνοβα.

«Το τραγούδι του τζίτζικα είναι η πιο γλυκιά μελωδία του εφήμερου.»

 


«Κι όταν σωπάσει ο τζίτζικας, θα έχει μείνει στον αέρα ένα κομμάτι από το καλοκαίρι.»





Νίκος Καρβούνης: Από την Ιθάκη της μνήμης στα βουνά της Αντίστασης.


Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιστρέφουν ποτέ πραγματικά στον τόπο από όπου ξεκίνησαν. Κι υπάρχουν άλλοι που, ακόμη κι όταν απομακρύνονται, κουβαλούν μέσα τους έναν τόπο ολόκληρο. Ο Νίκος Καρβούνης ανήκει στους δεύτερους.
Γεννημένος στην Ιθάκη, στις 12 Ιουλίου 1880, έφυγε σε ηλικία μόλις τριών ετών μαζί με την οικογένειά του για τη Ρουμανία. Εκεί, στη Βράιλα, θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και θα αποκτήσει την ευρωπαϊκή παιδεία που θα σφραγίσει αργότερα την πνευματική του διαδρομή. Το 1898 επιστρέφει στην Ελλάδα. Είναι μόλις δεκαοκτώ ετών.
Η Ιθάκη, όμως, δεν είναι πια απλώς ένας γεωγραφικός τόπος.
Είναι η αρχή.
Και ίσως, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, είναι και ο προορισμός μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Καρβούνης θα γίνει δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής και άνθρωπος της πολιτικής δράσης. Θα περάσει από τις σελίδες των εφημερίδων στα μέτωπα των πολέμων και από εκεί στις φυλακές, στην παρανομία και τελικά στα ελεύθερα βουνά της Ρούμελης.
Η ζωή του θα γίνει μια διαρκής μετακίνηση ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη.
Γιατί για τον Καρβούνη η γραφή δεν υπήρξε ποτέ απλώς λογοτεχνική άσκηση.
Ήταν τρόπος να πάρει θέση.
Στην Αθήνα εντάσσεται γρήγορα στον κόσμο της δημοσιογραφίας. Συνεργάζεται με σημαντικές εφημερίδες της εποχής, γράφει άρθρα, ανταποκρίσεις και πολιτικά κείμενα και φτάνει στη διεύθυνση του «Σκριπ».
Δεν είναι ο δημοσιογράφος που παρατηρεί από απόσταση.
Είναι ο δημοσιογράφος που μπαίνει μέσα στην ιστορία.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους θα βρεθεί κοντά στο μέτωπο και θα μεταφέρει τις εμπειρίες του στο βιβλίο του "Ο Πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας (Εντυπώσεις Πολεμιστού)".
Η δημοσιογραφία του επομένως δεν είναι μόνο καταγραφή γεγονότων. Είναι μαρτυρία.
Και η μαρτυρία έχει κόστος.
Από νωρίς, παράλληλα με τη δημοσιογραφική του δράση, αναπτύσσεται και η λογοτεχνική του δραστηριότητα. Το πρώτο του βραβευμένο ποίημα, «Βασιλόπιττα», δημοσιεύεται στη Διάπλαση των Παίδων. Αργότερα γράφει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμια και κριτικές, ενώ μεταφράζει έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πολιτικής σκέψης.
Ο λόγος του κινείται ανάμεσα στην αισθητική και στην κοινωνία.
Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ωραίο.
Ενδιαφέρεται για το δίκαιο.
Καθώς η Ευρώπη οδηγείται προς τον φασισμό, ο Καρβούνης αντιλαμβάνεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να παραμένει θεατής.
Η δεκαετία του 1930 τον φέρνει πιο κοντά στη μαρξιστική σκέψη και αρχίζει να αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη με το ψευδώνυμο Κ. Μαυροθαλασσίτης. Η αντιφασιστική του αρθρογραφία γίνεται ολοένα εντονότερη.
Και τότε η εξουσία απαντά στη λέξη με τη σιωπή.
Λογοκρισία.
Απαγόρευση δημοσιεύσεων.
Συλλήψεις.
Ξυλοδαρμοί.
Φυλακή.
Βασανιστήρια.
Ο Καρβούνης γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει σώμα. Και αυτό το σώμα μπορεί να πονέσει.
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο συλλαμβάνεται για την αντιφασιστική του δράση και φυλακίζεται στο στρατόπεδο της Λάρισας.
Η ιστορία, όμως, δεν έχει ακόμη τελειώσει μαζί του.
Όταν έρχεται η Κατοχή, ο Καρβούνης δεν επιλέγει την ασφάλεια της σιωπής.
Εντάσσεται στην Αντίσταση.
Η γραφή του περνά από τις εφημερίδες της Αθήνας στον παράνομο τύπο και από εκεί στα βουνά.
Στην Ελεύθερη Ελλάδα γίνεται ένα από τα βασικά στελέχη της αντιστασιακής δημοσιογραφίας. Ανεβαίνει στη Ρούμελη και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Πρακτορείου Ειδήσεων «Ελεύθερη Ελλάδα».
Το 1944, στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, αναλαμβάνει το Γραφείο Τύπου.
Είναι πλέον υπεύθυνος για τη φωνή μιας ολόκληρης αντιστασιακής Ελλάδας.
Προκηρύξεις, εφημερίδες, ειδήσεις, ενημέρωση.
Η λέξη γίνεται όπλο.
Όχι όπλο καταστροφής.
Όπλο απέναντι στη λήθη.
Γιατί κάθε κατοχή προσπαθεί πρώτα να ελέγξει τη γλώσσα. Να αποφασίσει ποιος θα μιλήσει, τι θα ειπωθεί, ποια γεγονότα θα υπάρχουν και ποια θα εξαφανιστούν.
Η Αντίσταση, επομένως, δεν είναι μόνο μάχη στο βουνό.
Είναι και μάχη για το δικαίωμα να ειπωθεί η αλήθεια.
Και τότε, το 1944, μέσα σε αυτή την Ελλάδα της φωτιάς, της πείνας, του φόβου και της αντίστασης, ο Καρβούνης γράφει το τραγούδι που θα ξεπεράσει τον ίδιο τον δημιουργό του.
«Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα…»
Οι στίχοι του Νίκου Καρβούνη, με τη μουσική του "Αστραπόγιαννου" Ακη Σμυρναίου, γίνονται ο ύμνος "Στ’ άρματα, στ’ άρματα".



"Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα,
μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σείεται η στεριά.
Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα,
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.
Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματωλίκι,
τα μπράτσα σίδερο, φλόγα η ψυχή,
λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι οι λύκοι
στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή.
Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό,
μιας ανάστασης νέας χτυπά καμπάνα,
μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.
Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα
που μας εβάραινε θανατερά,
θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα
και πανανθρώπινη τη λευτεριά."

Οι στίχοι αυτοί παύουν να είναι πλέον απλώς ποίηση.
Γίνονται συλλογική φωνή.
Το τραγούδι εγκαταλείπει τον δημιουργό του και περνά από στόμα σε στόμα, από βουνό σε βουνό, από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δικαίωση ενός ποιητή.
Να πάψει το ποίημα να του ανήκει.
Να γίνει κοινό κτήμα.
Να γίνει φωνή ανθρώπων που μπορεί να μην γνωρίζουν καν ποιος έγραψε τους στίχους, αλλά αναγνωρίζουν μέσα τους τη δική τους εποχή.
Κι όμως, ο Καρβούνης δεν είναι μόνο ο ποιητής του "Στ’ άρματα".
Αν περιορίσουμε τη μνήμη του σε ένα τραγούδι, αδικούμε μια ολόκληρη πνευματική διαδρομή.
Ήταν ένας άνθρωπος των γραμμάτων που πέρασε από την ευρωπαϊκή παιδεία στη δημοσιογραφία, από τη δημοσιογραφία στην πολιτική συνείδηση και από εκεί στην ενεργό αντίσταση.
Ήταν ο άνθρωπος που έγραψε όταν μπορούσε να γράψει ελεύθερα και συνέχισε να γράφει όταν η γραφή μπορούσε να τον οδηγήσει στη φυλακή.
Η ζωή του δείχνει ότι η πνευματική ελευθερία δεν μετριέται όταν όλα επιτρέπονται.
Μετριέται όταν η σιωπή είναι η ασφαλέστερη επιλογή.
Ο Καρβούνης πέθανε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 1947, σε ηλικία 67 ετών.
Η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στην αρχή μιας νέας και τραγικής περιόδου. Ο Εμφύλιος είχε αρχίσει να ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω στη χώρα.
Ο Καρβούνης δεν πρόλαβε να δει ολόκληρη αυτή τη νέα ιστορία.
Έφυγε λίγο πριν η χώρα βυθιστεί βαθύτερα στη σύγκρουση.
Άφησε όμως πίσω του κάτι περισσότερο από βιβλία, άρθρα, ποιήματα και μεταφράσεις.
Άφησε μια στάση ζωής.
Και υπάρχει κάτι βαθιά συμβολικό στο γεγονός ότι ο Νίκος Καρβούνης γεννήθηκε στην Ιθάκη.
Γιατί η Ιθάκη είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τόπος επιστροφής.
Ο Οδυσσέας ξεκινά από εκεί για να γνωρίσει τον κόσμο και περνά μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να επιστρέψει.
Ο Καρβούνης έκανε μια αντίστροφη διαδρομή.
Έφυγε παιδί από την Ιθάκη και δεν επέστρεψε σε αυτήν για να κατοικήσει.
Επέστρεψε όμως με άλλον τρόπο.
Μέσα από τη μνήμη.
Μέσα από τη γλώσσα.
Μέσα από την ποίηση.
Μέσα από την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο εκεί όπου βρίσκεται, αλλά και εκεί από όπου ξεκίνησε.
Ίσως γι’ αυτό η Ιθάκη του Καρβούνη δεν είναι μόνο το νησί της γέννησής του.
Είναι η εσωτερική του πατρίδα.
Και η πραγματική του επιστροφή δεν ήταν γεωγραφική.
Ήταν ηθική.
Ο Νίκος Καρβούνης έζησε σε μια εποχή όπου οι λέξεις είχαν ακόμη τη δύναμη να τρομάζουν την εξουσία.
Και γι’ αυτό διώχθηκε.
Έζησε σε μια εποχή όπου η δημοσιογραφία μπορούσε να γίνει πράξη αντίστασης.
Και γι’ αυτό βρέθηκε στα βουνά.
Έζησε σε μια εποχή όπου ένα ποίημα μπορούσε να γίνει τραγούδι ενός ολόκληρου λαού.
Και γι’ αυτό το «Στ’ άρματα» δεν έμεινε στο χαρτί.
Από την Ιθάκη μέχρι τη Ρούμελη, από τη δημοσιογραφική πένα μέχρι τον παράνομο τύπο, από τη φυλακή μέχρι το τραγούδι, η ζωή του υπήρξε μια διαρκής διαδρομή προς την ελευθερία.
Μια Οδύσσεια χωρίς επιστροφή στο νησί.
Αλλά με έναν βαθύτερο νόστο:
την επιστροφή του ανθρώπου στις αξίες που επέλεξε να υπηρετήσει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο αληθινή Ιθάκη του Νίκου Καρβούνη.

6/8/26

Η Ιθάκη του Πασχαλίδη και η Ιθάκη του Καβάφη: δύο ταξίδια προς τον ίδιο εσωτερικό προορισμό.



«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος…»

Με αυτούς τους στίχους ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν μιλά μόνο για τον νόστο του Οδυσσέα. Μιλά για κάθε άνθρωπο που ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης, έχοντας μπροστά του έναν σκοπό, μια επιθυμία, ένα όνειρο. Η Ιθάκη γίνεται σύμβολο του προορισμού, αλλά ο ποιητής μας υπενθυμίζει πως η πραγματική αξία δεν βρίσκεται στην άφιξη· βρίσκεται στη διαδρομή.

Η ζωή δεν είναι μια ευθεία πορεία προς έναν τελικό σταθμό. Είναι ένας ωκεανός εμπειριών, συναντήσεων, απωλειών και ανακαλύψεων. Οι «Λαιστρυγόνες» και οι «Κύκλωπες» δεν είναι μόνο εξωτερικοί εχθροί· είναι οι φόβοι, οι αυταπάτες και οι περιορισμοί που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του. Ο Καβάφης όμως λέει πως δεν πρέπει να τους φοβόμαστε, γιατί συχνά το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν βρίσκεται στον κόσμο αλλά στην ψυχή μας.

Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι η προσδοκία που δίνει νόημα στην πορεία. Χωρίς στόχους, χωρίς όνειρα, ο άνθρωπος κινδυνεύει να περιπλανιέται χωρίς πυξίδα. Όμως, αν η επιθυμία για την Ιθάκη γίνει μόνο αγωνία για την κατάκτηση, τότε χάνεται η ουσία. Ο ταξιδιώτης πρέπει να μάθει να απολαμβάνει τα λιμάνια που συναντά, τα αρώματα, τις γνώσεις, τους ανθρώπους.

«Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.»

Ο στίχος αυτός κρύβει μια βαθιά φιλοσοφική αλήθεια: ο τελικός απολογισμός της ζωής δεν μετριέται από το πόσο μεγάλο ήταν το έπαθλο, αλλά από το πόσο πλούσιος έγινε ο άνθρωπος μέσα από την πορεία του. Η Ιθάκη μπορεί να είναι μικρή, γιατί το μεγάλο ταξίδι έχει ήδη συντελεστεί μέσα μας.

Ο Καβάφης μετατρέπει τον μύθο του Οδυσσέα σε μια υπαρξιακή παραβολή. Δεν μας καλεί να φτάσουμε γρήγορα στον προορισμό, αλλά να γίνουμε άξιοι του ταξιδιού. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που κατακτά· είναι κυρίως αυτό που γίνεται καθώς αναζητά.

Και ίσως η μεγαλύτερη σοφία της «Ιθάκης» είναι πως κάθε τέλος κρύβει μια νέα αρχή. Όταν φτάσουμε στον προορισμό μας, αυτό που πραγματικά έχουμε κερδίσει δεν είναι ο τόπος που αναζητούσαμε, αλλά ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε στον δρόμο προς αυτόν.




Η «Ιθάκη» του Μίλτου Πασχαλίδη συνομιλεί με την εμβληματική «Ιθάκη» του Κωνσταντίνου Καβάφη, όχι ως αντιγραφή ενός μύθου, αλλά ως μια νέα ανάγνωση της ίδιας μεγάλης ανθρώπινης αγωνίας: της αναζήτησης νοήματος μέσα στον χρόνο.

Στον Καβάφη, η Ιθάκη είναι η αφορμή για να ξεκινήσει ο άνθρωπος το ταξίδι. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται τόσο για την άφιξη, όσο για όσα θα αποκτήσει ο ταξιδιώτης στη διαδρομή.

Η Ιθάκη είναι ένας στόχος που δίνει κατεύθυνση, αλλά η πραγματική αξία βρίσκεται στις εμπειρίες, στις γνώσεις και στις συναντήσεις που γεμίζουν το ταξίδι.

Στον Πασχαλίδη, η ίδια εικόνα αποκτά έναν πιο προσωπικό και βιωματικό χαρακτήρα. Η Ιθάκη δεν είναι μόνο ένας προορισμός που περιμένει τον ταξιδιώτη· είναι οι αναμνήσεις του, οι άνθρωποι που αγάπησε, οι απώλειες που τον σημάδεψαν και οι στιγμές που τον διαμόρφωσαν. Είναι περισσότερο μια εσωτερική επιστροφή παρά μια εξωτερική άφιξη.

Ο Καβάφης βλέπει το ταξίδι ως διαδικασία ωρίμανσης. Ο Πασχαλίδης φωτίζει περισσότερο το συναισθηματικό βάρος αυτής της πορείας. Στον πρώτο, ο άνθρωπος πλουτίζει από τη γνώση του κόσμου. Στον δεύτερο, πλουτίζει από τα ίχνη που αφήνει ο κόσμος μέσα του.

Κοινός πυρήνας και των δύο έργων είναι η άρνηση της εύκολης λύσης. Η Ιθάκη δεν χαρίζει την ευτυχία επειδή κατακτήθηκε. Η αξία της βρίσκεται στο ότι υπήρξε η αφορμή για να ξεκινήσει η αναζήτηση. Αν δεν υπήρχε ο προορισμός, ίσως να μην υπήρχε ούτε το ταξίδι.

Η μεγάλη φιλοσοφική συγγένεια ανάμεσα στον Καβάφη και τον Πασχαλίδη είναι πως και οι δύο μας λένε ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται τη διαδρομή. Οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις και οι απώλειες δεν ακυρώνουν το ταξίδι· το κάνουν ανθρώπινο.

Τελικά, η Ιθάκη δεν είναι ένας τόπος στον χάρτη. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης.

Ο Καβάφης μας λέει: να αγαπήσουμε τον δρόμο προς την Ιθάκη.

Ο Πασχαλίδης μας θυμίζει: να μην ξεχάσουμε ποτέ τι αφήσαμε και τι γίναμε στον δρόμο.

Και οι δύο, με διαφορετική γλώσσα, μιλούν για την ίδια αλήθεια: η ζωή δεν είναι η στιγμή της άφιξης· είναι το ταξίδι που μας μεταμορφώνει.

Τα Θερινά Σινεμά.

 

Υπάρχουν τόποι που δεν δημιουργήθηκαν μόνο για να εξυπηρετήσουν μια ανάγκη, αλλά για να προστατεύσουν μια διάθεση της ψυχής. Τα θερινά σινεμά ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Δεν είναι απλώς αίθουσες χωρίς στέγη. Είναι μικρές επικράτειες του χρόνου, όπου ο άνθρωπος συναντά τον εαυτό του κάτω από τον ίδιο ουρανό που φιλοξενεί τα όνειρά του.

Μπαίνοντας σε ένα θερινό σινεμά, αφήνεις πίσω τον θόρυβο της πόλης. Η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται· απλώς χαμηλώνει τη φωνή της. Τα φώτα σβήνουν, όχι για να επικρατήσει το σκοτάδι, αλλά για να μπορέσει να φανεί το φως της ιστορίας. Η οθόνη γίνεται ένα παράθυρο, όχι προς έναν άλλο κόσμο, αλλά προς εκείνες τις εκδοχές του δικού μας που συνήθως προσπερνάμε.

Το καλοκαίρι είναι η εποχή της βραδύτητας. Η μέρα επιμηκύνεται, οι σκιές γίνονται πιο απαλές και η νύχτα αποκτά μια παράξενη οικειότητα. Δεν είναι τυχαίο που ο κινηματογράφος βγήκε έξω, κάτω από τα αστέρια. Σαν να κατάλαβε ότι ορισμένες ιστορίες δεν αντέχουν την οροφή. Χρειάζονται τον ουρανό για να αναπνεύσουν.

Στο θερινό σινεμά συνυπάρχουν δύο απεραντοσύνες. Εκείνη της οθόνης και εκείνη του ουρανού. Η πρώτη είναι δημιούργημα του ανθρώπου· η δεύτερη υπάρχει πολύ πριν από αυτόν. Ανάμεσά τους κάθεται ο θεατής, ένα εύθραυστο πλάσμα που αναζητά νόημα. Ίσως γι' αυτό συγκινείται τόσο εύκολα. Για λίγες ώρες αισθάνεται ότι η προσωπική του ιστορία δεν είναι αποκομμένη από την ιστορία του κόσμου.

Η μνήμη αγαπά τα θερινά σινεμά. Δεν θυμάται πάντα την ταινία. Θυμάται το άρωμα του γιασεμιού, το αεράκι που διέκοπτε μια σκηνή, το γέλιο κάποιου αγνώστου, το χέρι που άγγιξε διστακτικά ένα άλλο χέρι. Η ζωή δεν καταγράφεται μόνο με γεγονότα. Καταγράφεται με ατμόσφαιρες. Και οι ατμόσφαιρες είναι πιο ανθεκτικές από τα γεγονότα.

Ο σύγχρονος άνθρωπος βλέπει ταινίες παντού: στο κινητό, στον υπολογιστή, σε μια οθόνη που τον ακολουθεί διαρκώς. Κι όμως, όσο περισσότερες οθόνες αποκτά, τόσο περισσότερο χάνει τον κοινό χώρο της θέασης. Το θερινό σινεμά αντιστέκεται σε αυτή τη μοναξιά. Μας θυμίζει ότι η συγκίνηση μεγαλώνει όταν μοιράζεται. Ότι το γέλιο ακούγεται πιο αληθινό όταν γεννιέται ταυτόχρονα σε δεκάδες στόματα. Ότι η σιωπή αποκτά βάθος όταν τη συμμερίζονται πολλοί.

Ίσως γι' αυτό τα θερινά σινεμά επιμένουν να υπάρχουν. Όχι επειδή προσφέρουν καλύτερη εικόνα ή δυνατότερο ήχο, αλλά επειδή προσφέρουν κάτι που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αναπαράγει: την αίσθηση ότι για μία καλοκαιρινή νύχτα ο κόσμος γίνεται κοινός. Άγνωστοι άνθρωποι κοιτάζουν προς την ίδια κατεύθυνση, ονειρεύονται με τις ίδιες εικόνες και, χωρίς να το γνωρίζουν, μοιράζονται το ίδιο ανθρώπινο ερώτημα.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το αληθινό έργο των θερινών σινεμά. Να μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι συμβαίνει πάνω στην οθόνη. Είναι και ο ουρανός που απλώνεται από πάνω της. Είναι η νύχτα που μας περιβάλλει. Είναι οι άνθρωποι που κάθονται δίπλα μας. Και είναι η σιωπηλή βεβαιότητα ότι, όσο θα υπάρχουν ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν και ψυχές που επιθυμούν να τις ακούσουν, θα υπάρχει πάντα κάπου μια λευκή οθόνη κάτω από τα αστέρια, έτοιμη να φωτίσει όχι μόνο τα πρόσωπά μας, αλλά και εκείνο το ανεξήγητο κομμάτι του εαυτού μας που εξακολουθεί να πιστεύει στη μαγεία.