«Ο Παλιάτσος κι ο Ληστής»: Η συναρπαστική ιστορία πίσω από το ελληνικό ροκ έπος του Διονύση Σαββόπουλου.
Υπάρχουν τραγούδια που σημαδεύουν μια ολόκληρη εποχή και μετατρέπονται σε διαχρονικά σύμβολα. Το 1971, μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφορεί τον εμβληματικό δίσκο «Μπάλλος» από την εταιρεία Lyra. Ανάμεσα στα κομμάτια ξεχωρίζει ένας ήχος ηλεκτρικός, σκοτεινός και γεμάτος ένταση: «Ο παλιάτσος κι ο ληστής».
Πρόκειται για μια από τις πιο επιτυχημένες και ιδιοφυείς μεταφορές ξένου τραγουδιού στα ελληνικά.
Από τον Bob Dylan στον Jimi Hendrix.
Η ιστορία του κομματιού ξεκινάει το 1967 στις ΗΠΑ. Ο Bob Dylan, αναρρώνοντας από ένα σοβαρό ατύχημα με τη μοτοσυκλέτα του, αποσύρθηκε από τη δημοσιότητα και μελέτησε βαθιά τη Βίβλο. Επηρεασμένος άμεσα από το Βιβλίο του Ησαΐα (Κεφάλαιο 21) –το οποίο μιλά για την πτώση της Βαβυλώνας και τους σκοπούς που βλέπουν καβαλάρηδες να πλησιάζουν– γράφει το θρυλικό «All Along the Watchtower».
Το τραγούδι είχε μια αναπάντεχη δομή, αφού η ιστορία ξεκινούσε ουσιαστικά από το τέλος, αφήνοντας την πλοκή μετέωρη. Έναν χρόνο αργότερα, το 1968, ο Jimi Hendrix παίρνει αυτό το ακουστικό, folk κομμάτι και το μεταμορφώνει με την ηλεκτρική του κιθάρα σε ένα παγκόσμιο ροκ μνημείο. Αυτή την ηλεκτρισμένη εκδοχή άκουσε ο Σαββόπουλος και αποφάσισε να τη φέρει στα ελληνικά δεδομένα.
Μια κρυφή πολιτική αλληγορία στα χρόνια της Χούντας.
Ο Σαββόπουλος έγραψε τους ελληνικούς στίχους το 1970. Δεν έκανε μια απλή, στεγνή μετάφραση. Πήρε το μυστηριακό πνεύμα του Dylan και το προσάρμοσε στην ελληνική πραγματικότητα της Χούντας των Συνταγματαρχών. Σε μια εποχή σκληρής λογοκρισίας, οι στίχοι λειτούργησαν ως μια ευφυής πολιτική αλληγορία. Οι «έμποροι» που «πίνουν το κρασί μας και κλέβουνε τη γη» ήταν μια ξεκάθαρη αναφορά στους συνταγματάρχες και την οικονομική/κοινωνική καταπίεση του καθεστώτος. Ο «παλιάτσος» και ο «ληστής» συμβόλιζαν τους περιθωριοποιημένους, τους ελεύθερους ανθρώπους ή τους αντιστασιακούς που έβλεπαν την καταστροφή να έρχεται και αναζητούσαν μια «διέξοδο». Οι «πρίγκιπες» που κοιτούσαν ατάραχοι από το κάστρο αντιπροσώπευαν την αποστασιοποιημένη ελίτ που αδιαφορούσε για τα δεινά του λαού.
"Θα υπάρχει μια διέξοδος, είπε ο παλιάτσος στο ληστή
Κι αν σου 'χει μείνει μια σταλιά ντροπή, δώσε λιγάκι προσοχή
Εμπόροι πίνουν το κρασί μας, και κλέβουνε τη γη
Εσύ είσαι η μόνη μας ελπίδα, σε περιμένουμε να 'ρθεις
Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά, ήταν τα λόγια του ληστή
Έχουν περάσει όλα αυτά, πάει καιρός πολύςΕδώ απάνω στα βουνά δεν δίνουν δυάρα τσακιστή
Για ό,τι έχει κερδηθεί, για ό,τι έχει πια χαθεί
Πάνω απ’ του κάστρου τη σκοπιά, οι πρίγκιπες κοιτούν
Καθώς γυναίκες και παιδιά, τρέχουν για να σωθούν
Κάπου έξω μακριά ο άνεμος βογκά
Ζυγώνουν καβαλάρηδες με όπλα και σκυλιά."
Ο πρωτοποριακός ήχος των «Μπουρμπουλιών».
Για να αποδοθεί αυτή η ροκ έκρηξη στο στούντιο, ο Σαββόπουλος επιστράτευσε το συγκρότημα «Μπουρμπούλια» (με τον Νίκο Τσιλογιάννη στα ντραμς και τον Βασίλη Ντάλλα στο μπάσο). Στην ηχογράφηση των κρουστών συμμετείχε και ο «πατέρας» του ελληνικού underground, Δημήτρης Πουλικάκος.
Η ενορχήστρωση ακολούθησε τα χνάρια του Jimi Hendrix. Ο ήχος ήταν απόλυτα πρωτοποριακός για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, παντρεύοντας την ψυχεδέλεια με τον ελληνικό στίχο.
Μια διαχρονική κληρονομιά και οι επανεκτελέσεις.
Αν και πέρασαν πάνω από 50 χρόνια, το τραγούδι παραμένει ζωντανό. Μετά την αυθεντική εκτέλεση του Σαββόπουλου, το κομμάτι αγαπήθηκε πολύ από την ελληνική ροκ και έντεχνη σκηνή, γνωρίζοντας σπουδαίες επανεκτελέσεις. Ο Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας έδωσαν στο κομμάτι μια νέα, εξαιρετικά δημοφιλή πνοή στα τέλη των '80s και '90s, ενώ το αποτύπωσαν και σε ζωντανές ηχογραφήσεις (όπως αυτή με τον Γιώργο Νταλάρα). Ο Βλάσσης Μπονάτσος έβαλε τη δική του, εκρηκτική ροκ θεατρικότητα και τη χαρακτηριστική βραχνάδα στη φωνή του. Ο Δημήτρης Πουλικάκος αν και ξεκίνησε ως μουσικός στην αρχική έκδοση, το έχει ερμηνεύσει πολλές φορές ζωντανά με το δικό του μοναδικό στυλ.
«Ο παλιάτσος κι ο ληστής» αποδεικνύει ότι η σπουδαία μουσική δεν έχει σύνορα. Ξεκίνησε από τα βάθη της αμερικανικής επαρχίας, πέρασε από τα ηλεκτρικά σόλο του Λονδίνου και κατέληξε να γίνει ο ύμνος μιας ολόκληρης γενιάς που έψαχνε τη δική της «διέξοδο» στην Αθήνα της δικτατορίας.

























