2/8/26

Νερό στη βάρκα.

 


Στο μικρό λιμανάκι των Κιτριών, εκεί όπου οι βάρκες ακουμπούν η μία δίπλα στην άλλη σαν κουρασμένα πουλιά που γύρισαν στη φωλιά τους, η θάλασσα δεν είναι μόνο δρόμος· είναι μνήμη. Είναι το αλμυρό ημερολόγιο των ανθρώπων που έμαθαν να μετρούν τη ζωή με παλίρροιες, ανέμους και επιστροφές. 

Οι βάρκες δεμένες στην άκρη του μόλου μοιάζουν ακίνητες, μα μέσα τους ταξιδεύουν ακόμη όλες οι αναχωρήσεις. Κρατούν τα χνάρια των ψαράδων, τα χέρια που έλυσαν τα σχοινιά πριν ξημερώσει, τις αγωνίες για τον καιρό, τις σιωπές που μόνο η θάλασσα μπορεί να καταλάβει.

Υπάρχει μια παλιά σοφία στο να αφήνεις μια βάρκα να περιμένει. Γιατί η βάρκα δεν φτιάχτηκε για να μείνει για πάντα δεμένη· φτιάχτηκε για να δοκιμάζει το άγνωστο. Μα χρειάζεται και το λιμάνι. Χρειάζεται έναν τόπο επιστροφής, μια αγκαλιά στεριάς όταν η θάλασσα αγριεύει.

Οι βάρκες στις Κιτριές, κάτω από τον ήλιο και τον αέρα, θυμίζουν κάτι βαθύτερο: πως όλοι έχουμε μέσα μας μια μικρή θάλασσα. Με έρωτες, απώλειες, όνειρα και πληγές. Και ανάμεσα στις βάρκες αυτές υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια για τον άνθρωπο: πως όλοι ταξιδεύουμε με μια βάρκα που δεν μένει ποτέ εντελώς στεγνή. Γιατί, όπως λέει το τραγούδι, «οι έρωτες είναι νερό στη βάρκα μας». Μπαίνουν μέσα μας αθόρυβα, άλλοτε σαν ήρεμη βροχή κι άλλοτε σαν μεγάλη φουρτούνα. Στην αρχή μας κρατούν στην επιφάνεια, μας γεμίζουν φως και ταξίδι. Μα κάποτε γίνονται βάρος, γιατί κάθε μεγάλη αγάπη αφήνει πίσω της και μια πλημμύρα από μνήμες.

«Γέμισε η βάρκα μου νερό και πώς να την αδειάσω;

Μου πλημμυρίζεις το μυαλό κι αρχίζω να βουλιάζω…»

Δεν είναι μόνο η απουσία ενός ανθρώπου που πονά. Είναι ολόκληρος ο κόσμος που είχε χτιστεί γύρω του. Είναι οι στιγμές που επιστρέφουν, οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν, οι δρόμοι που θυμίζουν ένα παλιό ταξίδι. Η καρδιά γίνεται μια βάρκα που μπάζει νερά και ο άνθρωπος ψάχνει απεγνωσμένα να βρει πού είναι η τρύπα.



Μα ίσως αυτό να είναι και το τίμημα του να ερωτεύεσαι. Καμία βάρκα που ταξίδεψε αληθινά δεν έμεινε χωρίς σημάδια. Τα ξύλα της φθείρονται, τα πανιά της σκίζονται, μα αυτά είναι οι αποδείξεις πως κάποτε τόλμησε να βγει στο πέλαγος.

Οι άνθρωποι της θάλασσας ξέρουν πως δεν νικάς το νερό αφήνοντας τη βάρκα δεμένη για πάντα στο λιμάνι. Τη σώζεις μαθαίνοντας να τη φροντίζεις, να κλείνεις τις ρωγμές, να κρατάς το κουπί. Γιατί η ζωή δεν είναι η απουσία της φουρτούνας· είναι η δύναμη να συνεχίζεις μετά από αυτήν.

Οι βάρκες στις Κιτριές δεν μιλούν για μεγάλες κατακτήσεις. Μιλούν για μικρές, καθημερινές νίκες. Για τον άνθρωπο που κάθε πρωί σηκώνεται και κοιτάζει τον ορίζοντα. Για εκείνον που ξέρει πως η θάλασσα δεν υπόσχεται τίποτα, αλλά παρ’ όλα αυτά την εμπιστεύεται.

Γιατί ίσως τελικά η ζωή να είναι μια βάρκα δεμένη προσωρινά σε έναν ήσυχο όρμο. Κάποτε θα λυθούν τα σχοινιά. Κάποτε θα ανοίξουμε πανιά. Και το μόνο που χρειάζεται είναι να μην αφήσουμε το νερό να γεμίσει τη βάρκα μας πριν προλάβουμε να ταξιδέψουμε.



Δεν υπάρχουν σχόλια: