Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24/8/26

Το κόκκινο τρένο.

Το «Κόκκινο Τρένο»: Από τους Υπονόμους της Αθήνας του 1944 στην Κινηματογραφική Αλληγορία του 1982.

Η φράση «Κόκκινο Τρένο» έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη με πολλαπλές σημασίες, από το διάσημο αλπικό τρένο "Bernina Express" της Ελβετίας ( που συνδέει το Τιράνο της Ιταλίας με το Σεν Μόριτζ της Ελβετίας) μέχρι τα τραγούδια της Δήμητρας Γαλάνη (που πρόκειται για την ελληνική διασκευή του ιταλικού κομματιού «Corre Il Soldato» του Vinicio Capossela) και του Πάνου Τζαβέλλα (που το έγραψε για την ομώνυμη ταινία του Τάκη Σιμονετάτου). Ωστόσο, η πιο φορτισμένη ιστορικά και καλλιτεχνικά εκδοχή της εντοπίζεται σε αυτήν ακριβώς την ελληνική ταινία του 1982. Πρόκειται για ένα έργο που αποτύπωσε στη μεγάλη οθόνη μία από τις πιο συγκλονιστικές και άγνωστες πτυχές των Δεκεμβριανών του 1944: την απόπειρα ανατίναξης του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία».

Η Ιστορική Αλήθεια: 750 Κιλά Δυναμίτιδας στα Θεμέλια της Αθήνας.

Τη νύχτα της 24ης προς 25η Δεκεμβρίου 1944, η Αθήνα φλεγόταν από τις φονικές αστικές μάχες των Δεκεμβριανών. Μέσα σε αυτό το χάος, μια επίλεκτη ομάδα περίπου 30 ανταρτών του ΕΛΑΣ (ανάμεσά τους και ο εμβληματικός αντιστασιακός Μανώλης Γλέζος) ανέλαβε μια αποστολή αυτοκτονίας. Στόχος τους ήταν το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο αποτελούσε το επίσημο στρατηγείο των βρετανικών δυνάμεων υπό τον στρατηγό Σκόμπι, καθώς και της ελληνικής κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο άνθρωπος που συνέλαβε την ιδέα ήταν ο Σπύρος Καλοδίκης (β' γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ).

Οι αντάρτες μπήκαν στο αποχετευτικό δίκτυο από ένα φρεάτιο στη συμβολή των οδών Λέκκα και Πραξιτέλους. Προχωρούσαν σκυφτοί μέσα σε λάσπες, ακάθαρτα νερά και τοξικές αναθυμιάσεις, κουβαλώντας στους ώμους τους 750 κιλά εκρηκτικών (γερμανικές νάρκες και δυναμίτιδα). Όπως περιγράφει ο Γλέζος χρόνια  αργότερα «...Μπήκαμε από ένα φρεάτιο στη συμβολή των οδών Λέκκα και Πραξιτέλους. Προχωρούσαμε σκυφτοί, μέσα σε ακάθαρτα νερά που μας έφταναν μέχρι το γόνατο, κουβαλώντας στους ώμους μας σακιά με δυναμίτιδα».[...] Φτάσαμε ακριβώς κάτω από το ξενοδοχείο. Ακούγαμε τις ομιλίες των Άγγλων στρατιωτών και τα βήματά τους πάνω από τα κεφάλια μας. Συνδέσαμε τα καλώδια και περιμέναμε με το φιτίλι στο χέρι».

Όπως διασώζει η μαρτυρία του βετεράνου Στέλιου Ζαμάνου, οι Άγγλοι είχαν υποψιαστεί την πιθανότητα δολιοφθοράς. Είχαν τοποθετήσει συρματοπλέγματα και παγίδες στους υπονόμους, ενώ πραγματοποιούσαν περιπολίες με ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά. Οι αντάρτες έπρεπε να εξουδετερώσουν αθόρυβα αυτές τις δυνάμεις για να φτάσουν στον στόχο τους. Η ομάδα έφτασε ακριβώς κάτω από τα θεμέλια του ξενοδοχείου. Όπως περιέγραφε ο Μανώλης Γλέζος, οι αγωνιστές άκουγαν τα βήματα και τις ομιλίες των Βρετανών στρατιωτών πάνω από τα κεφάλια τους καθώς συνέδεαν τα καλώδια της πυροδότησης. Ενώ όλα ήταν έτοιμα για την έκρηξη που θα ισοπέδωνε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο γύρω από την πλατεία Συντάγματος, έφτασε η επείγουσα διαταγή της ματαίωσης. Η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε μόλις μάθει ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ουίνστον Τσόρτσιλ, έφτασε αιφνιδιαστικά στην Αθήνα ανήμερα τα Χριστούγεννα.

Η ακύρωση της επιχείρησης αποφασίστηκε καθαρά για πολιτικούς και διπλωματικούς λόγους. Η δολοφονία του ηγέτη μιας εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων του Αντιφασιστικού Αγώνα θα προκαλούσε διεθνή κατακραυγή, θα απομόνωνε πλήρως το ΕΑΜικό κίνημα και θα εξόργιζε ακόμη και τη Σοβιετική Ένωση. Παρά τον ιστορικό μύθο, ο Τσόρτσιλ δεν έμεινε τελικά στο ξενοδοχείο για λόγους ασφαλείας (κατέλυσε σε θωρακισμένο όχημα και στο αντιτορπιλικό "Ajax"), όμως οι πολιτικές συσκέψεις έγιναν κανονικά στην Αθήνα. Οι αντάρτες αναγκάστηκαν να κάνουν την αντίστροφη διαδρομή μέσα στους υπονόμους για να μαζέψουν τα εκρηκτικά, βιώνοντας τεράστια ψυχολογική απογοήτευση. Ο Γλέζος περιγράφει: «Όταν μας ήρθε το σήμα να σταματήσουμε γιατί έφτασε ο Τσόρτσιλ, παγώσαμε. Η ηγεσία αποφάσισε ότι η ανατίναξη ενός ηγέτη των Συμμάχων θα κατέστρεφε τον αγώνα μας πολιτικά σε διεθνές επίπεδο. Έπρεπε να κάνουμε την αντίστροφη διαδρομή και να μαζέψουμε τα εκρηκτικά για να μην εκραγούν κατά λάθος».



Η Κινηματογραφική Μεταφορά του 1982.

Αυτό το ιστορικό παρασκήνιο μετέφερε στη μεγάλη οθόνη το 1982 ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τάκης Σιμονετάτος (με το όνομα του Νίκου Φώσκολου να συνδέεται παρασκηνιακά ως συμβούλου συγγραφής). Η ταινία «Το Κόκκινο Τρένο» έντυσε την ιστορία με κινηματογραφική δράση και ένα κορυφαίο καστ ηθοποιών (Λάκης Κομνηνός, Νίκος Γαλανός, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Σπύρος Καλογήρου, Γεωργία Ζώη).

Η πλοκή ακολουθεί πιστά τη διαδρομή της ομάδας από τους υπονόμους μέχρι τη δραματική ακύρωση της εντολής. Ωστόσο, η ταινία εστιάζει κυρίως στο εσωτερικό δράμα των αγωνιστών. Άνθρωποι που ρίσκαραν τη ζωή τους, βλέπουν τις θυσίες τους να θυσιάζονται στον βωμό των διπλωματικών συμβιβασμών της ηγεσίας.

Το Σουρεαλιστικό Φινάλε και ο Συμβολισμός του Τρένου.

Το τέλος της ταινίας ξαφνιάζει τον θεατή με μια έντονα αλληγορική και σουρεαλιστική ανατροπή. Μετά τη ματαίωση της αποστολής στην Αθήνα, η ταινία μεταφέρεται ξαφνικά σε ένα ορεινό, επαρχιακό τοπίο. Οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται να περπατούν εξουθενωμένοι δίπλα σε πραγματικές σιδηροδρομικές γραμμές.

Υπό τους ήχους της μελαγχολικής μουσικής του Πάνου Τζαβέλλα και του ομώνυμου τραγουδιού («Αυτό το κόκκινο το τρένο που μες στη νύχτα τριγυρνά...»), ένα κόκκινο τρένο περνά μπροστά από τους αντάρτες. Το τρένο δεν σταματά, αλλά συνεχίζει την πορεία του, αφήνοντας τους αγωνιστές πίσω, μόνους και ηττημένους στο περιθώριο.

Ο τίτλος και το φινάλε λειτουργούν ως μια καθαρή αλληγορία για τη μοίρα της ελληνικής Αριστεράς μετά τον πόλεμο. Το «Κόκκινο Τρένο» της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ιδεολογικής δικαίωσης και της επανάστασης που περίμεναν με τόσες θυσίες, προσπέρασε μια ολόκληρη γενιά χωρίς να τη «χωρίς να την επιβιβάσει», αφήνοντάς την έκθετη στις σκληρές ιστορικές εξελίξεις που ακολούθησαν.

"Αυτό το κόκκινο το τρένο

που μες στη νύχτα τριγυρνά

και μες στις ράγες του σιγοκλαίει

για κείνα τα παλιά στενά.

Αυτό το κόκκινο το τρένο

είναι για μας τίτλος τιμής

γιατί μες στην καρδιά του κλείνει

τους όρκους που 'χαμε δώσει εμείς.

Μα τώρα οι δρόμοι έχουν αλλάξει

και το σκοτάδι είναι βαθύ

κι αυτό το κόκκινο το τρένο

ποιος ξέρει πού έχει πια χαθεί.

Κι όμως εμείς το καρτερούμε

να 'ρθει μια νύχτα με βροχή

να μας σηκώσει απ' το λιμάνι

για μια καινούργια εποχή."

«Το Κόκκινο Τρένο», μουσική Πάνου Τζαβέλλα, στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου.



22/8/26

Ο ευρωπαϊκός καύσωνας του 1911.

Το καλοκαίρι του 1911 η Ευρώπη είχε δύο θερμόμετρα. Το ένα μετρούσε τη θερμοκρασία του αέρα. Το άλλο τη θερμοκρασία της πολιτικής.

Εκείνο το καλοκαίρι μεγάλα τμήματα της Ευρώπης βίωσαν έναν εξαιρετικό καύσωνα. Στη Βρετανία η ζέστη και η ξηρασία κράτησαν για εβδομάδες, ενώ στο Βερολίνο οι θερμοκρασίες έφτασαν σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα. Η ήπειρος ψηνόταν κάτω από έναν επίμονο ήλιο.

Αλλά δεν ήταν μόνο ο καιρός που είχε ξεφύγει από τα συνηθισμένα.

Την ίδια περίοδο η Ευρώπη βρισκόταν σε μια επικίνδυνη πολιτική υπερθέρμανση. Η Δεύτερη Μαροκινή Κρίση, η κρίση της Αγκαντίρ, έφερε τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία σε σκληρή αντιπαράθεση. Οι Μαροκινές Κρίσεις (η πρώτη το 1905 και η δεύτερη το 1911) αποτέλεσαν δύο από τα κρισιμότερα ορόσημα στον δρόμο προς τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς μετέτρεψαν τις αποικιακές διεκδικήσεις στην Αφρική σε μια επικίνδυνη ευρωπαϊκή αντιπαράθεση. Η πρώτη κρίση ξέσπασε το 1905, όταν ο Γερμανός Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ αμφισβήτησε τη γαλλική επιρροή στο Μαρόκο κατά την επίσκεψή του στην Ταγγέρη, ενώ η δεύτερη το 1911 (Κρίση του Αγκαντίρ) κλιμακώθηκε με την αποστολή της γερμανικής κανονιοφόρου Panther ως αντίδραση στη γαλλική στρατιωτική επέμβαση. Και οι δύο προσπάθειες του Βερολίνου να διασπάσει τους δεσμούς μεταξύ Παρισιού και Λονδίνου απέτυχαν, οδηγώντας αντίθετα στην ισχυροποίηση της Τριπλής Αντάντ και στη διπλωματική απομόνωση της Γερμανίας. Αυτές οι συνεχείς συγκρούσεις εδραίωσαν τα αντίπαλα στρατόπεδα στην Ευρώπη, επιτάχυναν την κούρσα των εξοπλισμών και έπεισαν τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη ήταν πλέον αναπόφευκτη. Οι κυβερνήσεις δοκίμαζαν τα όρια η μία της άλλης, οι εξοπλισμοί αυξάνονταν και ο εθνικισμός έβρισκε όλο και περισσότερο χώρο.

Και τότε συνέβη κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν προφητικό.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1911, περίπου 100.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βερολίνο για την ειρήνη. Δεν ζητούσαν περισσότερα όπλα. Ζητούσαν να σταματήσει η πολεμική προπαγάνδα και να αποφευχθεί μια ευρωπαϊκή καταστροφή.

Οι άνθρωποι είχαν καταλάβει τη θερμοκρασία της εποχής τους.

Οι κυβερνήσεις, όμως, συνέχισαν να την ανεβάζουν.

Τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Γι' αυτό το καλοκαίρι του 1911 αξίζει να το κοιτάξουμε όχι μόνο ως ένα ιστορικό επεισόδιο ακραίας ζέστης, αλλά ως έναν καθρέφτη. Και ο καθρέφτης αυτός έχει μια ενοχλητική ομοιότητα με το σήμερα.

Και σήμερα η Ευρώπη και ο κόσμος συζητούν για θερμοκρασίες που ανεβαίνουν, για καύσωνες που γίνονται συχνότεροι και για ένα κλίμα που πιέζει ολοένα περισσότερο τις κοινωνίες. Την ίδια στιγμή, όμως, ανεβαίνει και μια άλλη θερμοκρασία: η γεωπολιτική. Πόλεμοι, εξοπλισμοί, ανταγωνισμοί, απειλές, στρατιωτικές δαπάνες και μια νέα γλώσσα αντιπαράθεσης που παρουσιάζει τον πόλεμο όλο και περισσότερο ως κάτι αναπόφευκτο.

Η ιστορία, βέβαια, δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.

Αλλά έχει την κακή συνήθεια να μας θυμίζει τα ίδια πράγματα όταν τα ξεχνάμε.

Το 1911 οι άνθρωποι δεν περίμεναν να αρχίσει ο πόλεμος για να διαδηλώσουν για την ειρήνη. Είχαν ήδη δει τα σημάδια. Είχαν καταλάβει ότι η πολιτική ατμόσφαιρα είχε γίνει επικίνδυνα θερμή.

Κι όμως, δεν αρκούσε η επίγνωση.

Χρειάζεται και η πολιτική βούληση να σταματήσει κανείς τη διαδικασία πριν από το σημείο χωρίς επιστροφή.

Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα εκείνου του καλοκαιριού.

Δεν έχει σημασία μόνο πόσο ανεβαίνει η θερμοκρασία. Έχει σημασία αν καταλαβαίνουμε εγκαίρως τι πρόκειται να λιώσει.

Το 1911 έλιωναν οι αυταπάτες ότι η Ευρώπη μπορούσε να συνεχίσει για πάντα πάνω στην ισορροπία των εξοπλισμών.

Σήμερα λιώνουν οι βεβαιότητες ότι η ειρήνη είναι αυτονόητη και ότι οι μεγάλες καταστροφές αφορούν πάντα κάποιον άλλον.

Ο καύσωνας μπορεί να περάσει.

Η πολιτική υπερθέρμανση όμως, αν αφεθεί να συνεχιστεί, μπορεί να μετατραπεί σε πυρκαγιά.

Και τότε δεν θα έχει σημασία ποιο θερμόμετρο έδειχνε πόσους βαθμούς.

Θα έχει σημασία ποιοι είδαν τη φωτιά να έρχεται και ποιοι, αντί να τη σβήσουν, συνέχισαν να ρίχνουν λάδι.

21/8/26

Κώστας Βιδάλης.


Κώστας Βιδάλης: Ο Ρεπόρτερ που Πλήρωσε την Αλήθεια με τη Ζωή του.

Τον Αύγουστο του 1946, η ελληνική επαρχία φλεγόταν. Η περίοδος της «Λευκής Τρομοκρατίας» βρισκόταν στο απόγειό της, με παρακρατικές δεξιές συμμορίες να λυμαίνονται τα χωριά, σκορπίζοντας τον φόβο και τον θάνατο σε αριστερούς πολίτες και πρώην αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, ένας δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη αποφάσισε να μην κοιτάξει από μακριά. Ο Κώστας Βιδάλης επέλεξε να πάει στην «καρδιά του κτήνους», στη Θεσσαλία, για να καταγράψει την αλήθεια.

Ένας Ταμένος της Ελευθεροτυπίας.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1904, ο Βιδάλης γνώρισε από νωρίς τη βιοπάλη. Αν και ξεκίνησε σπουδές στη Νομική, τον κέρδισε η μάχη της ενημέρωσης. Από το 1936, ως πολιτικός συντάκτης του «Ριζοσπάστη», ξεχώρισε για το ήθος, το θάρρος και τη μαχητικότητά του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τάχθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υπερασπιζόμενος τα ιδανικά της ελευθερίας.

Για τον Βιδάλη, η δημοσιογραφία δεν ήταν ένα απλό επάγγελμα, αλλά μια κοινωνική αποστολή. Όταν οι συνάδελφοί του στην Αθήνα προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από το να ταξιδέψει στη Θεσσαλία, προειδοποιώντας τον για τους θανάσιμους κινδύνους, εκείνος απάντησε κοφτά: «Πρέπει να κάμω τη δουλειά μου».

Η Τελευταία Αποστολή στον Θεσσαλικό Κάμπο.

Φτάνοντας στη Λάρισα, ο Βιδάλης άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει στοιχεία, να παίρνει συνεντεύξεις από θύματα και να καταγράφει τις λεηλασίες και τις βιαιοπραγίες των παρακρατικών. Το υλικό που μάζευε ήταν αποκαλυπτικό. Σε μια από τις τελευταίες του επικοινωνίες, γεμάτος αποφασιστικότητα, ανέφερε: «Έχω μαζέψει φοβερό υλικό».

Δεν πρόλαβε ποτέ να το δημοσιεύσει.

Η Ενέδρα και το Μαρτυρικό Τέλος.

Στις 11 Αυγούστου 1946, ο Βιδάλης επιβιβάστηκε στο τρένο με προορισμό τον Βόλο. Στον σταθμό του Πλατυκάμπου, μέλη της διαβόητης παρακρατικής συμμορίας του Αντώνη Σούρλα τον κατέβασαν με τη βία. Παρά την παρουσία κρατικών αρχών και στρατιωτών, κανείς δεν επενέβη για να τον προστατεύσει.

Ο δημοσιογράφος μεταφέρθηκε στο χωριό Μελία της Λάρισας. Εκεί, σε ένα αυτοσχέδιο «κρατητήριο», υπέστη απάνθρωπα βασανιστήρια για να λυγίσει. Ο Βιδάλης παρέμεινε όρθιος, αρνούμενος να αποκηρύξει τις ιδέες του. Στις 13 Αυγούστου 1946, οι βασανιστές του τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ και εγκατέλειψαν το σώμα του άταφο στην ύπαιθρο, να το φάνε τα άγρια ζώα.

Μια Κληρονομιά που Δεν Σβήνει.

Η δολοφονία του Κώστα Βιδάλη προκάλεσε πανελλήνιο σοκ και κατακραυγή. Ήταν το ξεκάθαρο μήνυμα ότι η ελευθερία του τύπου και η ανθρώπινη ζωή είχαν πάψει να υφίστανται. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1946, χιλιάδες πολίτες πλημμύρισαν το πολιτικό του μνημόσυνο στην Αθήνα, μετατρέποντάς το σε μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στον επερχόμενο αδελφοκτόνο σπαραγμό.

Ογδόντα χρόνια μετά, η μνήμη του παραμένει ζωντανή. Ο Κώστας Βιδάλης δεν είναι απλώς ένα όνομα στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, αλλά το αιώνιο σύμβολο της έντιμης δημοσιογραφίας. Μιας δημοσιογραφίας που δεν λυγίζει μπροστά στις απειλές και δεν φοβάται να αναζητήσει την αλήθεια, ακόμα και όταν το τίμημα είναι η ίδια η ζωή.

20/8/26

Το «Σιδερένιο Νησί».

Το «Σιδερένιο Νησί»: Η αιματηρή εξέγερση της Σερίφου, η Εργατική Κομμούνα του νησιού και ο Κωνσταντίνος Σπέρας.

Η Σέριφος σήμερα είναι διάσημη για τις άγριες ομορφιές της, τις χρυσαφένιες αμμουδιές και τη μοναδική Χώρα της. Όμως, κάτω από το κυκλαδίτικο φως κρύβεται μια ιστορία γραμμένη με σίδερο, ιδρώτα και αίμα.

Τον Αύγουστο του 1916, στο Μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου, παίχτηκε μία από τις πιο συγκλονιστικές πράξεις του ελληνικού εργατικού κινήματος. Μια εξέγερση μεταλλωρύχων που συγκρούστηκε με την εργοδοτική αυθαιρεσία, αντιμετώπισε τις κάννες των όπλων, πήρε τον έλεγχο του νησιού και κατάφερε κάτι που φάνταζε αδιανόητο για την εποχή: την πρώτη ουσιαστική εφαρμογή του οκταώρου στην Ελλάδα.

Η Δυναστεία των Γκρόμαν και το Καθεστώς της Στυγνής Εκμετάλλευσης.

Η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας, όμως η σύγχρονη βιομηχανική της μοίρα σφραγίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Ουσιαστικά, η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου ξεκινά κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τη συγκρότηση ακόμη του ελληνικού κράτους, πολλοί κεφαλαιούχοι ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν άδεια εξόρυξης μεταλλευμάτων, σε πολλές περιοχές του νεοσύστατου κράτους. Η πρώτη άδεια εκμετάλλευσης των μεταλλείων της Σερίφου δόθηκε το 1869, με βασιλικό διάταγμα του Οθωνα στην «Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία», για την εξόρυξη και εκμετάλλευση μαγνητικού και ανθρακικού σιδήρου. Η εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει ετησίως 3 λεπτά φόρο ανά τόνο, για κάθε ένα από τα παραχωρημένα στρέμματα, φόρο καθαρού εισοδήματος που προσδιοριζόταν κάθε χρόνο από το φορολογικό νόμο και μέρισμα 5 τοις χιλίοις στους ιδιοκτήτες των μεταλλοφόρων κτημάτων. Μετά από αλλεπάλληλες εκδόσεις αδειών σε ιδιώτες, για την εξόρυξη ποικίλων μεταλλευμάτων και την κακή διαχείριση από την πλευρά των εργολάβων, που οδήγησε την εταιρία στα πρόθυρα της πτώχευσης, το 1880, τα μεταλλεία περιήλθαν στη γαλλική μεταλλευτική εταιρία του Λαυρίου. Η νέα εταιρία ονομάστηκε «Σέριφος - Σπηλιαζέζα», δραστηριοποιήθηκε για τρία χρόνια και το 1883 διέκοψε, με σοβαρές ζημιές, τη λειτουργία της.

Νέα, σημαντική περίοδος για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Σερίφου (κυρίως του σιδηρομεταλλεύματος) ξεκινά το 1885, με την εμφάνιση στο νησί ενός ικανότατου τυχοδιώκτη, του γερμανού μεταλλειολόγου Αιμίλιου Γκρόμαν, ο οποίος συνεβλήθη με την εταιρία «Σέριφος - Σπηλιαζέζα» και ανέλαβε εργολαβικά την εξόρυξη.

Ο αδίστακτος Γερμανός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματοποίησης συσσώρευσης, χωρίς ο ίδιος να καταβάλει το παραμικρό αρχικό κεφάλαιο. Ο Γκρόμαν πειθανάγκαζε τους ιδιοκτήτες των - μικρών έως νανωδών - κλήρων, να του εκχωρούν τα χωράφια τους, χωρίς να τους αποδίδει το νόμιμο μέρισμα και εξαναγκάζοντάς τους να δουλεύουν στην εξόρυξη με γλίσχρο μεροκάματο. Σε μια επίδειξη «φιλάνθρωπου» πνεύματος απέναντι στους άθλια πληρωμένους εργάτες του, ίδρυσε δημοτικό σχολείο στο Μέγα Λειβάδι (όπου και η έδρα της επιχείρησης) και ένα υποτυπώδες νοσοκομείο στο κοντινό Μέγα Χωριό. Το προσωπικό, βέβαια, των ιδρυμάτων αυτών, πληρωνόταν από τους ίδιους τους εργάτες.

Επί των ημερών του πρεσβύτερου Γκρόμαν, ο οποίος πέθανε το 1906, εξορύχθηκαν 2.800.000 τόνοι σιδηρομεταλλεύματος. Στη Σέριφο, προσέφευγαν, για να δουλέψουν στα μεταλλεία, νησιώτες από τα γύρω νησιά, αλλά και από την απέναντι πελοποννησιακή ακτή. Τα επώνυμα «Πελοποννήσιος» και «Μονεμβάσιος», που επιχωριάζουν στη Σέριφο, μαρτυρούν τη μακρινή καταγωγή αυτών που τα φέρουν. Παρατηρείται μία σημαντική, για τα πληθυσμιακά δεδομένα του νησιού, συγκέντρωση της εργατικής τάξης. Ο πληθυσμός, από 2.134 κατοίκους το 1880, ανεβαίνει στους 4.000 το 1912. Η συγκέντρωση αυτή αποτυπώνεται και στην οικιστική φυσιογνωμία του νησιού. Τα κυβόσχημα, λευκά σπίτια της Χώρας, τυπικά κυκλαδίτικα με την πρώτη ματιά, κρύβουν μια ιδιαιτερότητα: για να περάσεις στο δεύτερο δωμάτιο του ίδιου σπιτιού (συνήθως αυτά αποτελούνται από ένα υπνοδωμάτιο και μια κουζίνα, όπου συγκεντρώνεται η οικογένεια), πρέπει να βγεις στο δρόμο και να μπεις από άλλη πόρτα. Οι εργάτες, που έρχονταν από άλλες περιοχές, έχτιζαν πρώτα ένα δωμάτιο για να μείνουν, και, αργότερα, όταν έφερναν όλη τους την οικογένεια, έχτιζαν και το δεύτερο, όπως και όπου μπορούσαν.

Οι Γκρόμαν μετέτρεψαν τη Σέριφο σε ένα ακμάζον βιομηχανικό κέντρο, αλλά με βαρύ τίμημα για τους εργάτες. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι συνθήκες εργασίας στις στοές ήταν μεσαιωνικές: 12 έως 14 ώρες εξαντλητικής εργασίας καθημερινά. Μηδενικά μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα δεκάδες εργάτες να καταπλακώνονται από καταρρεύσεις στοών ή να πεθαίνουν από πνευμονοκονίαση. Μεροκάματα πείνας, τα οποία συχνά καταβάλλονταν σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα καταστήματα της ίδιας της εταιρείας.

Σε μια στοά μήκους 3 χλμ. που ενώνει τους δύο βασικούς τόπους εξόρυξης, το Μέγα Λειβάδι και τον Κουταλά, φημολογείται (αλλά δυστυχώς, τα στοιχεία είναι ατεκμηρίωτα, λόγω της ελλιπούς έρευνας) ότι είχαν βρει το θάνατο πάνω από 3.000 εργάτες!

Δυστυχώς, πάρα πολλές είναι οι αδιερεύνητες πλευρές των δραστηριοτήτων της εταιρίας. Μία από αυτές αφορά και το για πού προοριζόταν το μετάλλευμα. Θρυλείται ότι, μεγάλο τουλάχιστον μέρος του, εξαγόταν προς τη Γερμανία και ότι προοριζόταν για τη γερμανική πολεμική βιομηχανία. Η αλήθεια είναι ότι στα υπόγεια της ερειπωμένης πια έδρας της διοίκησης των μεταλλείων, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από γερμανικά εγχειρίδια πολέμου. «Από τα σπλάχνα του νησιού μας, βγήκε το γερμανικό μέταλλο δύο παγκοσμίων πολέμων», λένε οι γέροι Σερφιώτες: πολλοί από αυτούς, έχουν προλάβει να δουλέψουν στα μεταλλεία και πάσχουν από ασθένειες των πνευμόνων - κληρονομιά της δουλιάς τους στα έγκατα της γης.

Οι ήδη άθλιες συνθήκες ζωής των μεταλλωρύχων της Σερίφου, επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο με την ανάληψη της εργολαβίας των μεταλλείων από το νεότερο Γκρόμαν, τον Γεώργιο, που διαδέχτηκε τον πατέρα του το 1906. Οι Γκρόμαν είχαν, επίσης, κατορθώσει να ελέγχουν πολιτικά το νησί, έχοντας δημιουργήσει στο πλάι τους μια ομάδα πιστών τους υπαλλήλων, που λειτουργούσαν ως επιστάτες και μαγκουροφόροι πραιτοριανοί. Αλλά και λόγιοι, «εγγράμματοι», τουλάχιστον υπάλληλοί τους, φαίνεται ότι έκαναν κάθε προσπάθεια να διαμορφώσουν την εικόνα ενός «εργοδότη - πατερούλη», που νοιάζεται και φροντίζει τους «εργάτες - παιδιά του». Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Εμμανουήλ Γ. Ανδρόνικος, διευθυντής της «Γρωμαννείου Σχολής» (του σχολείου που λειτουργούσε στο Μέγα Λειβάδι), για να εξυμνήσει τους «μεγάλους ευεργέτες»: «Ολοι» - σ.σ. εννοεί τους εργάτες - «ζουν με ζηλευτή αρμονία και άνεση, διότι βρίσκονται κάτω από την προστασία και βρίσκουν θαλπωρή και καταφύγιο, στο παρελθόν μεν από τον αείμνηστο πατέρα (Αιμίλιο Γρώμμαν), σήμερα δε από τον πολυαγαπημένο του γιο (το Γεώργιο), όπως ακριβώς ένα μεγάλο και ψηλό δέντρο που φυτρώνει στη μέση της ερήμου».

Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο στα 1906. Δέκα χρόνια μετά, να πώς περιγράφει, σε μάλλον ήπιο και υπηρεσιακό ύφος, πλευρές των συνθηκών ζωής των μεταλλωρύχων, το υπόμνημα του νεοσυσταθέντος σωματείου τους, προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας:

«(...) εις το βασίλειον Σερίφου, αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 - 12». Και παρακάτω: «Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (...) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε».

Κωνσταντίνος Σπέρας: Ο Ιδεολόγος Ηγέτης.

Το καλοκαίρι του 1916, η οργή που σιγόβραζε βρήκε τον εκφραστή της στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Σπέρα. Γεννημένος στη Σέριφο το 1893, αλλά μορφωμένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Σπέρας ήταν ένας φλογερός αναρχοσυνδικαλιστής. Πίστευε στον «καθαρό» συνδικαλισμό: τα συνδικάτα έπρεπε να διοικούνται αυτόνομα από τους ίδιους τους εργάτες, μακριά από κομματικές σκοπιμότητες.

Τον Ιούλιο του 1916, ο Σπέρας ιδρύει το Σωματείον Μεταλλωρύχων Σερίφου.

Το 1916, είναι μία χρονιά «στο μάτι του κυκλώνα», τόσο για τα εν γένει πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, όσο και για την ανέλιξη του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Είναι η χρονιά της κορύφωσης της σύγκρουσης ανάμεσα στις μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης για το αν θα βγει η Ελλάδα ή όχι στον πόλεμο. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων επιδιώκει την έξοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, ενώ οι βασιλικοί προκρίνουν την ευμενή, προς τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, ουδετερότητα. Πιέσεις ασκούνται και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές, ενώ στην ουσία υπάρχουν δύο κυβερνήσεις: Η βασιλική της Αθήνας και η φιλοβενιζελική της «Εθνικής Αμυνας» στη Θεσσαλονίκη.

Η στάση απέναντι στον πόλεμο αποτελεί κομβικό ζήτημα και για το αδύναμο και κατακερματισμένο ακόμη σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, που, ωστόσο, μπαίνει σιγά - σιγά, στο δρόμο της ενοποίησής του και της αποσαφήνισης της φυσιογνωμίας του. Βέβαια, η ιδεολογική διαπάλη που αναπτύσσεται ανάμεσα στους διάφορους σοσιαλιστικούς ομίλους και τις οργανώσεις δεν μπορεί, αντικειμενικά, να έχει την αντανάκλασή της στο μικρό νησί των Κυκλάδων. Εκείνο όμως που αποτυπώνεται, τη χρονιά αυτή, στη συνείδηση και στις δραστηριότητες των κατοίκων του είναι η ένταση της ταξικής αγανάκτησης. Αυθόρμητη στην αρχή, ωριμάζει και αποκρυσταλλώνεται στη δημιουργία σωματείου «εργατών μεταλλευτών», στις 24 Ιουλίου. Η τρίτη παράγραφος του 2ου άρθρου, ορίζει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό του σωματείου, τα ακόλουθα: «Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτας όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, διά την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικόν σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του».

Στις 7 Αυγούστου του 1916, και μετά από σειρά υπομνημάτων προς τα αρμόδια υπουργεία, ξεσπά η απεργία. Οι μεταλλωρύχοι αρνούνται να φορτώσουν το ανδριώτικο πλοίο «Μανούσι», που ήρθε να παραλάβει σιδηρομετάλλευμα, για τη Γερμανία, κηρύσσοντας γενική απεργία με βασικά αιτήματα: οκτάωρο, αυξήσεις και μέτρα προστασίας της ζωής τους.

Η Ματωμένη 21η Αυγούστου.

Ο Γεώργιος Γκρόμαν αρνήθηκε κάθε διάλογο και διαπραγμάτευση με τους απεργούς. Χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του με το παλάτι και την κυβέρνηση, κάλεσε τη χωροφυλακή. Στις 21 Αυγούστου 1916, ένα ένοπλο απόσπασμα υπό τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου κατέφθασε στην Σέριφο από την Κέα (Τζιά) στην οποία έδρευε η Μοιραρχία Χωροφυλακής Κυκλάδων και στην οποία υπαγόταν διοικητικά η Σέριφος. Ο Χρυσάνθου βιαιοπραγεί εναντίον των πάντων, σε όλη την πορεία του αποσπάσματος από το λιμάνι του νησιού προς το Μέγα Λειβάδι, ενώ φυλακίζει την ηγεσία του σωματείου - ανάμεσά τους και τον Σπέρα.

Στη συνέχεια, ο Χρυσάνθου διέταξε τους εκατοντάδες απεργούς εργάτες που ήταν συγκεντρωμένοι στη σκάλα φόρτωσης να πιάσουν δουλειά και να φορτώσουν το «Μανούσι», δίνοντάς τους πεντάλεπτη διορία. Οι εργάτες, έχοντας στο πλευρό τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κάθισαν στο έδαφος αρνούμενοι να υποχωρήσουν.

Όταν η διορία έληξε, ο Χρυσάνθου έδωσε τη διαταγή: «Πυρ!»

Τέσσερις εργάτες (οι Μιχάλης Ζωιλής, Θεμιστοκλής Κουζουπής, Ιωάννης Πρωτόπαπας και Δημήτρης Καραγιάννης) έπεσαν νεκροί. Δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν.

Η Έκρηξη της Οργής και οι Δύο Εβδομάδες Εργατικής Αυτοδιαχείρισης.

Το αίμα των νεκρών μεταλλωρύχων πυροδότησε μια τυφλή, καθολική εξέγερση. Οι εργάτες και οι γυναίκες τους, οπλισμένοι με πέτρες, ξύλα και μεταλλευτικά εργαλεία, επιτέθηκαν στο απόσπασμα. Ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου και ο αστυνομικός σταθμάρχης Σερίφου Τριανταφύλλου λιντσαρίστηκαν, ενώ οι απεργοί έσπασαν τα κρατητήρια και απελευθέρωσαν τον Κωνσταντίνο Σπέρα.



Ο ίδιος ο Σπέρας στην Μπροσούρα που έγραψε λίγο αργότερα στην φυλακή Τζιβάρα της Σύρου περιγράφει:

«...Φθάσας εις τον τόπον της συγκεντρώσεως των εργατών, οίτινες ευρίσκοντο εις τον προ της γέφυρας της φορτώσεως χώρον, ολίγα βήματα απέχοντος της θαλάσσης, [ο υπομοίραρχος] παρέταξε τους άνδρας του εις το άκρον σχεδόν της αποβάθρας, έναντι των εργατών, διατάξας συνάμα αυτούς να θέσωσιν εφ' όπλου λόγχην και να γεμίσουν.

Η απόστασις η χωρίζουσα τους χωροφύλακας από τους εργάτας μόλις θα ήτο τρία ή τέσσερα βήματα. Αφού ετακτοποίησε τους άνδρας του, εστάθη εις το μέσον, έχων εις τα δεξιά τον ειρηνοδίκην εις τα αριστερά δε τον υπογραμματέα και εφώναξε δυνατά δια να τον ακούσουν όλοι οι εργάται: "Σας δίδω 5 λεπτά προθεσμίαν δια να διαλυθήτε -άλλως θα σας διαλύσω δια της βίας".

Οι δε εργάται του απήντησαν: "Ημείς δεν ενοχλούμε κανέναν, μένομεν εδώ δια να προστατέψωμε το ψωμί μας, δεν φεύγομε. Αν θέλετε να μας κτυπήσετε, ορίστε". Και εις απόδειξιν της αποφάσεώς των αυτής εκάθησαν χάμω. Ο υπομοίραρχος, βλέπων το αμετάτρεπτον των απεργών, εξάγει το ωρολόγιόν του και παρατηρήσας τούτο το επανέθεσε εις το θηλάκιον και αυτοστιγμεί εξάγει περίστροφον και πυροβολεί κραυγάζων: "Εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως", πυροβολήσας πρώτος αυτός, όστις επεκαλείτο τον νόμον, κατά αόπλων πολιτών, φονεύσας τον εργάτην Θεμιστοκλήν Κουζούπην, διατάξας ταυτοχρόνως και τους χωροφύλακας να πυροβολήσουν...

Το τι επηκολούθησε δεν περιγράφεται. Εξ άλλου οι απεργοί, προ της κακούργου στάσεως των αστυνομικών οργάνων, εφόρμησαν κατ' αυτών και δια των εν αφθονία ευρισκομένων εκεί σιδηρολίθων ελιθοβόλουν αυτούς λυσσωδώς, εν ριπή οφθαλμού δέκα εκ των χωροφυλάκων εκρημνίσθησαν κάτωθεν της αποβάθρας, οι λοιποί υποχωρούντες υφίσταντο την επίθεσιν των απεργών αμυνόμενοι.

Ο αστυνόμος Σερίφου Ιωάν. Τριανταφύλλου δεχθείς ογκώδη σιδηρόλιθον επί της κεφαλής, καθ' ην στιγμήν επυροβόλει κατά τίνος απεργού, παρεφρόνησε ριφθείς εις την θάλασσαν.

Αλλ' εκείνο που είνε αδύνατον να περιγραφή είνε η λύσσα μεθ' ης οι απεργοί ελιθοβόλουν τον υπομοίραρχο, ο οποίος ήτο και ο μόνος αίτιος του κακού.

Υπάρχουν στιγμαί κατά τας οποίας ο άνθρωπος εις βρασμόν ψυχικής ορμής ευρισκόμενος, κατ' επιστημονικήν παρατήρησιν, υπερβαίνει και τας τίγρεις εις την θηριωδίαν, ο άνθρωπος ούτος είνε ανεύθυνος δια τας πράξεις του...

Εις αυτήν την ψυχολογικήν κατάστασιν ευρίσκοντο οι απεργοί την στιγμήν εκείνην.

Χιλιάδες σιδηρόλιθοι ερρίπτοντο κατά των αστυνομικών, οίτινες επυροβόλουν μετά μανίας κατά του πλήθους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αι γυναίκες έπαιξαν σπουδαίον ρόλον, βλέπουσι τους άνδρας των τραυματιζομένους και φονευμένους έτρεχον εις βοήθειάν των, εις αυτάς κυρίως οφείλεται η κατατρόπωσις ούτως ειπείν των αστυνομικών.

Ο υπομοίραρχος εξηκολούθει πυροβολών, κενώσας δε το περίστροφόν του και μη έχων σφαίρας εξιφούλκισε και μετά μανίας εκτύπα δεξιά και αριστερά. Εκτύπα απεγνωσμένως, ραγδαίοι λιθοβολισμοί ριπτόμενοι από ομάδα εργατών που είχαν ανέλθη εις τι ύψωμα τον απέκαμον.

Εις λίθος πλήξας αυτόν εις τα στήθη τον εκρήμνισεν εις την θάλασσαν από του άκρου της γέφυρας.

Οι χωροφύλακες, βλέποντες τον αρχηγόν των πίπτοντα και καταληφθέντες υπό πανικού, επέτων τα όπλα και ετρέποντο εις φυγήν, καταδιωκόμενοι υπό των απεργών.

Εις χωροφύλαξ σοβαρώς τραυματισμένος, χωρίς να γίνη αντιληπτός από τους απεργούς, κρυπτόμενος όπισθεν των οικίσκων και των δένδρων, κατώρθωσε να πλησιάση εις τον αστυνομικόν σταθμόν, όπου είμεθα ημείς υπό κράτησιν και υπό την επίβλεψιν της εκ δέκα ανδρών δυνάμεως των χωροφυλάκων των μη λαβόντων μέρος εις την συμπλοκήν.

Πάραυτα ο χωροφύλαξ προσήχθη ενώπιον του Ανθυπασπιστού, υποβληθείς δε εις ανάκρισιν είπεν ότι εφονεύθη ο υπομοίραρχος και ο αστυνόμος και τινες πολίται.

Οι εν τω σταθμώ μετ' εμού κρατούμενοι εις το άκουσμα των φόνων εξηγριώθησαν, ορμήσαντες δε εις την έξοδον προσεπάθουν να θραύσουν την θήραν του σταθμού.

Οι χωροφύλακες ημπόδιζον την έξοδον. Βλέπων ότι αφεύκτως θα ήρχοντο εις χείρας, ετέθην μεταξύ των εργατών και των χωροφυλάκων και συνεκράτησα αμφοτέρους, προλαβών ούτω αιματοχυσίαν και εις άλλο σημείον της κωμοπόλεως, εζήτησα δε από τον υπενωματάρχη να με αφίση να εξέλθω διότι μόνον εγώ θα ήμιν εις θέσιν να επιβληθώ, εξασκών κάποιαν επιρροήν επί των απεργών λόγω της ιδιότητός μου, εις την κρίσημον εκείνην στιγμήν.

Οι απεργοί αφοπλίσαντες εν τω μεταξύ τους παραδοθέντας εις αυτούς χωροφύλακας οπλίσθησαν αυτοί και διαιρεθέντες εις δύο ομάδας επήρχοντο δρομαίως κατά των γραφείων και του αστυνομικού σταθμού, αφ' ενός μεν δια να απελευθερώσουν τους εν τω σταθμώ κρατουμένους, αφ' ετέρου δε δια να επιτεθούν κατά των γραφείων, διότι οι υπάλληλοι της εταιρείας επυροβόλουν κατά των απεργών εκ των παραθύρων των γραφείων(...)

Οι απεργοί, αφοπλίσαντες ως είπομεν τους χωροφύλακας και οπλισθέντες αυτοί προχείρως, διηρέθησαν εις δύο ομάδας και επήρχοντο δρομαίως. Την στιγμήν ακριβώς εκείνην απελύθην εκ του σταθμού και έτρεχον προς το μέρος της άμμου όπου ήσαν οι περισσότεροι. Μόλις απείχον του γραφείου περί τα εκατό βήματα. Οι υπάλληλοι επυροβόλουν διαρκώς εκ των παραθύρων, εις τους πυροβολισμούς των δε απήντων οι εργάται, οι μεν φέροντες όπλα δια πυροβολισμών οι δε μη φέροντες με λίθους.

Είνε αδύνατον να περιγράψω επακριβώς το τραγικόν εκείνον θέαμα...

Αι άγριαι φυσιογνωμίαι των εργατών εγένοντο ακόμη αγριώτεραι με τα αίματα και την ώχραν του μεταλλείου.

Εστάθη εις την άκραν της πλατείας έμπροσθεν του μεγάρου και ήρχισα να φωνάζω:

"Παιδιά για όνομα του Θεού παύσατε πλέον τους σκοτωμούς". Αλλά ποίος ημπορούσε να με ακούση; Πολλάκις επανέλαβα την κραυγήν αυτήν αλλά ματαίως... Εις εκ των απεργών ύψωσε το όπλον του δια να με κτυπήση... 'Αλλος ψυχραιμότερος τον εκράτησε λέγων: "Βρε, στραβός είσαι, θα σκοτώσεις τον πρόεδρον..." Οι προπορευόμενοι ακούσαντες ότι ευρίσκομαι μεταξύ των με εκύκλωσαν φωνάζοντες "θα τους φάμε τους κακούργους μας εσκότωσαν τα παιδιά μας"...»



Αυτό που ακολούθησε ήταν πρωτοφανές: για περίπου δύο εβδομάδες, το επίσημο ελληνικό κράτος έπαψε να υπάρχει στη Σέριφο. Το νησί μετατράπηκε σε μια ιδιότυπη «εργατική κομμούνα». Την οργάνωση της καθημερινής ζωής στο νησί ανέλαβε ένα άμεσα ανακλητό συμβούλιο εργατών με επικεφαλής τον Σπέρα. Κόκκινες και Μαύρες Σημαίες, τα σύμβολα του αναρχοσυνδικαλισμού υψώθηκαν στα δημόσια κτήρια. Φοβούμενοι την επικείμενη στρατιωτική απάντηση της Αθήνας, οι εργάτες έκαναν μια ευφυή κίνηση τακτικής. Ύψωσαν τη γαλλική σημαία στο λιμάνι και έστειλαν τηλεγράφημα στις γαλλικές πολεμικές δυνάμεις στη Μήλο, ζητώντας την προσάρτηση της Σερίφου στη Γαλλία! Εκμεταλλεύτηκαν έτσι τον Εθνικό Διχασμό (Βενιζελικοί - Βασιλικοί) και το γεγονός ότι η εταιρεία είχε γαλλικά συμφέροντα, αναζητώντας μια διεθνή «ασπίδα» προστασίας.

Ο ίδιος ο Σπέρας γράφει: «Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών. Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ. δημόσια ιδρύματα. [...] Τακτοποιήσαντες προχείρως τα πράγματα, συνετάξαμεν έγγραφον προς τον αρχηγόν της εν Μήλω ναυλοχούσης συμμαχικής μοίρας εκθέτοντες τα της συμπλοκής και τακτοποιούντες την απόφασιν των κατοίκων όπως τεθούν υπό την προστασίαν της Γαλλικής Δημοκρατίας...».

Η Αντίδραση της Κυβέρνησης και η Τελική Δικαίωση.

Η ελληνική κυβέρνηση, απορροφημένη από τη δίνη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού, άργησε να αντιδράσει αλλά όταν τελικά απάντησε, η απάντησή της ήταν αμείλικτη. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και πολεμικά πλοία κατέφθασαν στο νησί, επιβάλλοντας ξανά τον έλεγχο της Αθήνας. Ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις, βασανισμοί και διώξεις. Ο Κωνσταντίνος Σπέρας φυλακίστηκε ξανά και μεταφέρθηκε στις σκληρές φυλάκες του Φρουρίου Φιρκά στα Χανιά.

Ωστόσο, η τρομοκρατία δεν αρκούσε για να ξαναμπεί το νερό στο αυλάκι. Η κυβέρνηση και ο Γκρόμαν συνειδητοποίησαν ότι η Σέριφος ήταν μια μπαρουταποθήκη. Φοβούμενοι ότι μια νέα εξέγερση θα σταματούσε οριστικά την παραγωγή του πολύτιμου -λόγω πολέμου- σιδήρου, το κράτος ανάγκασε την εταιρεία να υποχωρήσει. Το Υπουργείο επικύρωσε τη συμφωνία με τους εργάτες: οι εργάτες κέρδισαν αυξήσεις, μέτρα ασφαλείας και, κυρίως, την επίσημη εφαρμογή της 8ωρης εργασίας.


Ο Τραγικός Επίλογος της Ιστορίας.

Η πολιτική δράση του Σπέρα μετά την απεργία δεν περιορίστηκε στη Σέριφο, και μετά την αποφυλάκισή του διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο σε εθνικό επίπεδο. Το 1918 ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας στο ιδρυτικό της συνέδριο. Ήταν υπέρμαχος του «καθαρού» συνδικαλισμού (αναρχοσυνδικαλισμού). Πίστευε ότι τα συνδικάτα έπρεπε να διοικούνται αυτόνομα από τους ίδιους τους εργάτες, χωρίς καμία εξάρτηση από πολιτικά κόμματα ή κοινοβουλευτικές σκοπιμότητες. Η στάση του αυτή τον έφερε σε άμεση και σφοδρή σύγκρουση με το ΣΕΚΕ (το μετέπειτα ΚΚΕ), το οποίο επεδίωκε τον κομματικό έλεγχο των συνδικάτων. Το 1920 διαγράφηκε οριστικά από το κόμμα ως «αντιπειθαρχικός» και «αναρχικός». Η ακλόνητη αυτή στάση του και η άρνησή του να υποταχθεί σε κομματικές γραμμές αποδείχθηκαν μοιραίες κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Τον Σεπτέμβριο του 1943, ο Κωνσταντίνος Σπέρας δολοφονήθηκε στα βουνά της Μάνδρας Αττικής από μέλη της ΟΠΛΑ. Είχε προηγηθεί πρόσκληση των καπετάνιων του ΕΛΑΣ για να αναλάβει την οργάνωση του εργατικού κινήματος στην περιοχή, η οποία αποδείχθηκε τελικά παγίδα θανάτου λόγω των παλιών ιδεολογικών λογαριασμών.

Όσο για τα μεταλλεία της Σερίφου συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι το 1965, όταν έκλεισαν οριστικά λόγω εξάντλησης των επιφανειακών τους κοιτασμάτων. Οι Γκρόμαν εκδιώχθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως συνεργάτες των Ναζί. Οι κληρονόμοι του Γκρόμαν διέφυγαν στην Νότιο Αφρική του Απαρτχάιντ, όπου βρήκαν πλουσιότερες φλέβες μεταλλεύματος και φθηνότερα εργατικά χέρια να εκμεταλλευτούν, και τα ορυχεία της Σερίφου τα εγκατέλειψαν. Η γαλλική μητρική εταιρεία «Σέριφος-Σπηλιαζέζα» άρχισε να νοικιάζει τα δικαιώματα εξόρυξης σε διάφορους Έλληνες επιχειρηματίες και κοινοπραξίες. Μεταξύ αυτών, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η οικογένεια Αγγελόπουλου, η οποία απέκτησε ισχυρά δικαιώματα και εκτάσεις γης στην περιοχή των μεταλλείων (τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διενέξεων πολλές δεκαετίες αργότερα). Η λειτουργία σταμάτησε οριστικά το καλοκαίρι του 1965 λόγω ενός συνδυασμού οικονομικών παραγόντων. Την περίοδο αυτή υπήρξε κατακόρυφη πτώση στις τιμές του σιδηρομεταλλεύματος παγκοσμίως. Ταυτόχρονα τα επιφανειακά κοιτάσματα της Σερίφου είχαν πλέον εξαντληθεί. Η υπόγεια εξόρυξη σε μεγάλο βάθος απαιτούσε σύγχρονη τεχνολογία και ακριβές επενδύσεις, τις οποίες οι ελληνικές εταιρείες δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κάνουν. Έτσι ο όμιλος που είχε αναλάβει την εκμετάλλευσή τους το 1965 κήρυξε επίσημα πτώχευση και τα μεταλλεία έκλεισαν.

Σήμερα αν κάποιος επισκεφθεί το Μεγάλο Λιβάδι, η ατμόσφαιρα θα τον καθηλώσει. Η επιβλητική, σκουριασμένη σιδερένια γέφυρα (σκάλα φόρτωσης) στέκει ακόμα σαν φάντασμα πάνω από το κύμα. Δίπλα, το ερειπωμένο νεοκλασικό Διοικητήριο των Γκρόμαν, οι σκοτεινές είσοδοι των στοών και τα παλιά βαγονέτα συνθέτουν ένα συγκλονιστικό βιομηχανικό μνημείο. Στην άκρη της παραλίας, το λιτό Ηρώο των Μεταλλωρύχων θυμίζει σε κάθε επισκέπτη ότι οι κατακτήσεις που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, κάποτε κερδήθηκαν με θυσία ζωής.



Η εξέγερση της Σερίφου το 1916 δεν ήταν απλώς μια τοπική απεργία που βάφτηκε στο αίμα· ήταν η στιγμή που η εργατική τάξη στην Ελλάδα συνειδητοποίησε τη δύναμή της. Στις στοές του Μεγάλου Λιβαδιού αποδείχθηκε ότι τα δικαιώματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα -όπως το οκτάωρο, η ασφάλεια στην εργασία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια- δεν παραχωρήθηκαν ποτέ οικειοθελώς από καμία εξουσία. Κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες, στερήσεις και, δυστυχώς, με το αίμα ανθρώπων που αρνήθηκαν να σκύψουν το κεφάλι.

Σήμερα, καθώς ο επισκέπτης αντικρίζει το ηλιοβασίλεμα πίσω από τη σκουριασμένη σκάλα φόρτωσης, η σιωπή του τοπίου μοιάζει να μεταφέρει τις φωνές των μεταλλωρύχων και τον απόηχο εκείνων των δύο εβδομάδων της ελευθερίας. Η ιστορία της Σερίφου παραμένει ένας διαχρονικός φάρος μνήμης. Μας θυμίζει ότι πίσω από την τουριστική βιτρίνα των Κυκλάδων υπάρχει μια άλλη Ελλάδα: η Ελλάδα του μόχθου, της θυσίας και της ακλόνητης πίστης για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο.




17/8/26

Οι λευκές Κυκλάδες.


Το "Μεγάλο Ασβέστωμα": πώς οι Κυκλάδες έχασαν το χρώμα τους και έγιναν λευκές.

Η εικόνα είναι παγκοσμίως αναγνωρίσιμη: κατάλευκα κυβικά σπίτια, μπλε παράθυρα, φόντο το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου και μια φούξια βουκαμβίλια να σπάει τη μονοτονία. Για τον σύγχρονο ταξιδιώτη, αυτό είναι το απόλυτο σύμβολο της ελληνικής νησιωτικής ομορφιάς. Ωστόσο, αυτή η «παραδοσιακή» εικόνα είναι στην πραγματικότητα ένα σχετικά πρόσφατο κατασκεύασμα. Για αιώνες, οι Κυκλάδες δεν είχαν καμία σχέση με το λευκό· ήταν ένα μωσαϊκό από γήινα χρώματα, γυμνή πέτρα και αρχιτεκτονική επιβίωσης.

Το "καμουφλάζ" του Αιγαίου: Όταν τα σπίτια ήταν «αόρατα».

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η αισθητική ήταν η τελευταία προτεραιότητα για έναν νησιώτη. Το Αιγαίο ήταν μια επικίνδυνη ζώνη, μαστιζόμενη από τη πειρατεία. Αν ένα χωριό έλαμπε από μακριά με λευκό χρώμα, θα γινόταν αμέσως στόχος για τους πειρατές που έπλεαν στα ανοιχτά. Για τον λόγο αυτό, οι Κυκλαδίτες έχτιζαν τα σπίτια τους με τοπική, σκούρη πέτρα (σχιστόλιθο, γρανίτη ή ηφαιστειακά πετρώματα) και απέφευγαν να τα σοβαντίζουν εξωτερικά. Οι οικισμοί ενσωματώνονταν πλήρως στο άνυδρο και βραχώδες τοπίο. Από τη θάλασσα, τα χωριά έμοιαζαν με φυσικές προεκτάσεις των βράχων. Όταν αποφάσιζαν να βάψουν, χρησιμοποιούσαν γήινες ώχρες, τερακότα, ροζ της θηραϊκής γης και καφέ αποχρώσεις -χρώματα που προέρχονταν απευθείας από το έδαφος του κάθε νησιού. Ακόμη και σήμερα αν κάποιος επισκεφθεί νησιά που δεν ακολούθησαν πλήρως το «κυκλαδίτικο μοντέλο» λόγω ιστορίας (π.χ. η Σύρος με τα πολύχρωμα αρχοντικά της), ή αν περπατήσει σε μεσαιωνικούς οικισμούς (όπως τα Κάστρα της Φολεγάνδρου, της Αντιπάρου ή της Σίφνου), θα δεί τη γνήσια, παλιά αρχιτεκτονική εικόνα με τους πέτρινους τοίχους και τα γήινα χρώματα.

Η πρακτική ανάγκη: ο ασβέστης ως κλιματιστικό.

Η πρώτη στροφή προς το λευκό δεν έγινε για λόγους ομορφιάς, αλλά για την αντιμετώπιση της καλοκαιρινής ζέστης. Οι σκούρες πέτρες των σπιτιών απορροφούσαν τη θερμότητα, μετατρέποντας το εσωτερικό τους σε «φούρνο». Οι κάτοικοι ανακάλυψαν ότι ο ασβέστης, ένα υλικό φτηνό και εύκολα διαθέσιμο, είχε την ιδιότητα να αντανακλά τις ακτίνες του ήλιου. Ασβεστώνοντας τους τοίχους και τις στέγες, κατάφερναν να μειώσουν αισθητά την εσωτερική θερμοκρασία των σπιτιών, δημιουργώντας ένα φυσικό σύστημα θερμομόνωσης.

Το υγειονομικό διάταγμα του 1938: ο ασβέστης ως όπλο κατά της Χολέρας.

Η καθολική καθιέρωση του λευκού ήρθε με τη βία και είχε τη σφραγίδα μιας πανδημίας. Το 1938, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια έξαρση θανατηφόρας χολέρας. Ο τότε δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς, αναζητώντας άμεσες λύσεις για τον περιορισμό της νόσου, έστρεψε την προσοχή του στις Κυκλάδες. Καθώς ο ασβέστης έχει ισχυρές αντισηπτικές και απολυμαντικές ιδιότητες, εκδόθηκε αναγκαστικό διάταγμα: όλα τα σπίτια των νησιών έπρεπε να ασβεστωθούν υποχρεωτικά, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, για να απολυμανθούν οι επιφάνειες και να σταματήσει η εξάπλωση των μικροβίων. Μέσα σε λίγους μήνες, τα ιστορικά πολύχρωμα στρώματα των κυκλαδίτικων τοίχων θάφτηκαν κάτω από ένα ομοιόμορφο, αποστειρωμένο λευκό.

Η γέννηση του τουριστικού brand: από τη Φρειδερίκη στη Χούντα.

Το τελικό στάδιο της «λεύκανσης» των Κυκλάδων συνδέεται άμεσα με την ανάδυση του ελληνικού τουρισμού. Την δεκαετία του '50 η βασίλισσα Φρειδερίκη συνέλαβε την ιδέα να προβληθούν οι Κυκλάδες ως το επίσημο τουριστικό πρόσωπο της χώρας. Το λευκό των τοίχων, σε συνδυασμό με το μπλε (από το φτηνό λουλάκι που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες στα παράθυρα και στις πόρτες), δημιουργούσε μια φωτογραφική αντίθεση που παρέπεμπε άμεσα στα χρώματα της ελληνικής σημαίας.

Το 1972 η Χούντα των Συνταγματαρχών αποφάσισε να κεφαλαιοποιήσει αυτή την εικόνα. Με νόμο του 1972, επιβλήθηκε αυστηρά το βάψιμο όλων των νησιωτικών κτισμάτων αποκλειστικά σε λευκό και μπλε. Στόχος ήταν η δημιουργία μιας ομοιόμορφης, «καθαρής» και εύκολα αναγνωρίσιμης εθνικής ταυτότητας για τους ξένους επισκέπτες.

Η κληρονομιά του Λευκού.

Αυτό που ξεκίνησε ως ανάγκη για προστασία από τη ζέστη και τις αρρώστιες, και αργότερα επιβλήθηκε με κρατικά διατάγματα, κατέληξε να γίνει η πιο ισχυρή τουριστική ταυτότητα του πλανήτη. Σήμερα, αν και ο νόμος δεν είναι πια τόσο αυστηρός και πολλά νησιά επιστρέφουν σταδιακά στην πέτρα ή στα παραδοσιακά τους χρώματα (όπως τα αρχοντικά της Σύρου ή τα χωριά της Τζιας), το λευκό και το μπλε παραμένει ο απόλυτος "μύθος" του ελληνικού καλοκαιριού -ένας μύθος που γεννήθηκε από την ανάγκη και επιβλήθηκε από την ιστορία.



Φωτογραφία, Ποίημα, Φιλοσοφία, Τραγούδι- Ο Φορτίνο Σάμανο και η υπερχείλιση του χρόνου.

Κάρλος Φορτίνο Σάμανο: Από το εκτελεστικό απόσπασμα του 1917, στη γαλλική φιλοσοφία και το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Υπάρχουν κάποιες ιστορικές φωτογραφίες που καταφέρνουν να νικήσουν τον χρόνο, όχι επειδή καταγράφουν ένα κορυφαίο πολιτικό γεγονός, αλλά επειδή αποτυπώνουν το απόλυτο μεγαλείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στο μοιραίο. Μία από αυτές είναι η εμβληματική φωτογραφία του Κάρλος Φορτίνο Σάμανο, ενός 27χρονου λοχαγού πρώτης τάξης (Capitán primero) του Συνταγματικού Στρατού κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης.

Ο Σάμανο έμεινε στην παγκόσμια ιστορία όχι για τη στρατιωτική του δράση ή κάποια στρατηγική, αλλά για την απόλυτη ψυχραιμία (sang-froid) και την προκλητική του στάση απέναντι στον θάνατο. Υπηρέτησε ως λοχαγός υπό τις διαταγές του Βενουστιάνο Καράνσα (Venustiano Carranza). Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1917, συνελήφθη και κατηγορήθηκε για βίαιη ληστεία εις βάρος μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Τον Οκτώβριο του 1916, ο Καράνσα είχε εκδώσει ένα αυστηρό διάταγμα που επέβαλλε τη θανατική ποινή σε στρατιώτες που διέπρατταν εγκλήματα υπό το πρόσχημα του επαναστατικού αγώνα. Αν και μια κοινή κλοπή συνήθως δεν επέσυρε τη θανατική ποινή, αυτή η σαρωτική στρατιωτική νομοθεσία σφράγισε τη μοίρα του Σάμανο. Μετά από μια σύντομη στρατιωτική δίκη, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο. Παρά την καταδίκη, ο Σάμανο δήλωνε αθώος μέχρι το τέλος.

Στις 2 Μαρτίου 1917, στην Πόλη του Μεξικού, ο Σάμανο οδηγήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Πριν οδηγηθεί εκεί, ζήτησε ως τελευταία επιθυμία ένα τελευταίο ποτό από λικέρ πιπεριάς τσιπότλε (chile chipotle), το οποίο οι δεσμοφύλακες του παραχώρησαν. Ζήτησε επίσης να δώσει ο ίδιος το τελικό παράγγελμα της εκτέλεσής του, αλλά αυτό το αίτημα απορρίφθηκε. Ζήτησε τότε από το απόσπασμα να σημαδέψει κατευθείαν στο στήθος του. Ίσιωσε το καπέλο του, έβαλε το δεξί του πόδι πάνω σε μια πέτρα, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και χαμογέλασε ελαφρά. Λίγες στιγμές πριν την εκτέλεση, ο σπουδαίος Μεξικανός φωτογράφος Agustín Víctor Casasola τον απαθανάτισε σε μια εμβληματική φωτογραφία να καπνίζει ήρεμος το πούρο του, κοιτάζοντας κατάματα τους εκτελεστές του. Σύμφωνα με τα αρχεία των εφημερίδων της εποχής, τα τελευταία του λόγια προς τους φρουρούς ήταν: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο επειδή ο νόμος πρέπει να τηρείται· ξέρω πώς να πεθάνω σαν άντρας.».

Η φωτογραφία αυτή, με επίσημο τίτλο «Fortino Samano Moments before His Execution», θεωρείται ένα αριστούργημα της πρώιμης φωτοδημοσιογραφίας. Η αυθεντική εκτύπωση φυλάσσεται στο εθνικό φωτογραφικό αρχείο του Μεξικού (Fototeca Nacional del INAH). Ωστόσο, η παγκόσμια απήχησή της είναι τεράστια, με ένα διάσημο αντίγραφο να αποτελεί μέρος της μόνιμης συλλογής του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης (The Met) στη Νέα Υόρκη.

Αυτή η συγκλονιστική εικόνα ενέπνευσε ένα πολύ συγκεκριμένο και διάσημο βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2004 από τον εκδοτικό οίκο Galilée, με τίτλο «Fortino Sámano: Les débordements du poème» (Φορτίνο Σάμανο: Οι υπερχειλίσεις του ποιήματος). Πρόκειται για μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και φιλοσοφική συνεργασία ανάμεσα σε δύο εξέχουσες προσωπικότητες της Γαλλίας, την ποιήτρια Virginie Lalucq και τον σπουδαίο σύγχρονο φιλόσοφο Jean-Luc Nancy

Είναι ένα πρωτοποριακό, πειραματικό έργο που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την κουλτούρα της εικόνας.

Η ποιήτρια Virginie Lalucq είδε την εμβληματική φωτογραφία του Agustín Víctor Casasola σε μια έκθεση για τη Μεξικανική Επανάσταση και συγκλονίστηκε από το βλέμμα και την απόλυτη ψυχραιμία του Σάμανο μπροστά στον θάνατο. Η Lalucq ενεπνεύστηκε μια σειρά από περίπου 40 σύντομα ποιήματα. Δεν προσπαθεί μέσα από αυτά να γράψει μια ιστορική βιογραφία. Αντιθέτως, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο φωτογραφικός φακός «πάγωσε» τη ζωή του Σάμανο ακριβώς την τελευταία στιγμή πριν από το τέλος της. Όπως έχει δηλώσει η ίδια σε συνέντευξή της, επέλεξε εσκεμμένα να μην συμπεριλάβει τη φωτογραφία μέσα στο βιβλίο. Ήθελε το ποίημα να μην λειτουργεί απλώς ως επεξήγηση της εικόνας, προκαλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει μόνος του το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις. Το βιβλίο αποτελείται από αυτά τα 40 σύντομα ποιήματα της Lalucq που λειτουργούν ως στοχασμός πάνω στη φωτογραφία (τη στιγμή που η κάμερα "παγώνει" τη ζωή ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το τέλος της). Κάθε ποίημα συνοδεύεται από ένα φιλοσοφικό σχόλιο του Jean-Luc Nancy. 

Το βιβλίο απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση όταν μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2012 από τους Cynthia Hogue και Sylvain Gallais, με τον τίτλο «Fortino Sámano (The Overflowing of the Poem)» από τον εκδοτικό οίκο Omnidawn. Η έκδοση αυτή είναι δίγλωσση (με το γαλλικό κείμενο στη μία σελίδα και το αγγλικό στην απέναντι).

Το βιβλίο λειτουργεί ως ένας ανατρεπτικός «διάλογος» καθρεφτών και αποτελείται από δύο διακριτά αλλά αλληλένδετα μέρη:

-Το Ποίημα (Virginie Lalucq): 

Η Lalucq έγραψε μια σειρά από περίπου 40 σύντομα ποιήματα. Χρησιμοποιεί λιτή, απογυμνωμένη, σχεδόν κλινική γλώσσα, αποφεύγοντας κάθε λυρισμό, για να εστιάσει στη γεωμετρία της εικόνας, στα υλικά αντικείμενα γύρω του, στα τούβλα του τοίχου, στο φως, στις σκιές και στη μηχανική του φωτογραφικού φακού που «παγώνει» τη ζωή ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το τέλος της. Προσπαθεί να μετρήσει τα δευτερόλεπτα· στο 34ο ποίημα της σειράς γράφει χαρακτηριστικά:

«Μπορώ να γλιστρήσω κατά μήκος του τοίχου, μπορώ να μετρήσω τα τούβλα, μπορώ. Μπορώ να αναρωτηθώ πόση ώρα θα πάρει αυτό. Μπορώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό θα πάρει τον χρόνο που χρειάζεται…». 

Το ποίημα παίζει συνεχώς με το φως και το σκοτάδι, την παρουσία και την απουσία. 

Στο 6ο ποίημα αναφέρει: «Και η σκιά έγινε Φορτίνο και ήμουν η σκιά που ακολουθούσε τη σκιά του που ακολουθούσε τη δική μου σκιά που έγινε Φορτίνο.». 

Η Lalucq χρησιμοποιεί κοφτές φράσεις για να δείξει ότι οι λέξεις αδυνατούν να «αιχμαλωτίσουν» πλήρως αυτό που συνέβη, αναρωτώμενη πώς μια φωτογραφία μπορεί να κρατά ζωντανό έναν άνθρωπο που πέθανε πριν από έναν αιώνα. Μάλιστα, επέλεξε εσκεμμένα να μην συμπεριλάβει τη φωτογραφία μέσα στο βιβλίο. Ήθελε το ποίημα να μην λειτουργεί απλώς ως επεξήγηση της εικόνας, προκαλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει μόνος του το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις.

-Η Υπερχείλιση (Jean-Luc Nancy): 

Ο φιλόσοφος απαντά με μια φιλοσοφική ανάλυση που χρησιμοποιεί μια βαθιά ποιητική, γεμάτη λογοπαίγνια γλώσσα, αντιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο τους ρόλους. Για κάθε ποίημα της Lalucq, συνέθεσε ένα φιλοσοφικό και ποιητικό σχόλιο στο μέρος που ονομάζεται «Les débordements du poème». Ο Nancy χρησιμοποιεί τον όρο «υπερχείλιση» (overflowing) για να εξηγήσει ότι το ποίημα -και η ίδια η φωτογραφία- παράγουν πολύ περισσότερα νοήματα από όσα εμφανώς δείχνουν ή λένε. Γράφει ότι ο Φορτίνο, στεκόμενος μπροστά στον τοίχο της εκτέλεσης, είναι «unmoving-in-motion» (ακίνητος-σε-κίνηση)· είναι απόλυτα σταθερός, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται σε μια βίαιη τροχιά προς την ανυπαρξία. Ο Nancy δεν προσπαθεί να «εξηγήσει» τι σημαίνουν οι στίχοι, αλλά στοχάζεται πάνω στο πώς η ποίηση καταφέρνει να μιλήσει για το ανείπωτο: το ακριβές μεταίχμιο της θνητότητας. Για τον φιλόσοφο, το πούρο, το χαμόγελο και το σταυρωμένο πόδι του Σάμανο δεν είναι απλές λεπτομέρειες. Είναι η άρνηση του ανθρώπου να υποταχθεί στον εκμηδενισμό του. Η φωτογραφία, επομένως, «υπερχειλίζει» από ζωή ακριβώς τη στιγμή που ο θάνατος καραδοκεί.

Αυτό ακριβώς το βιβλίο έφτασε στα χέρια του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Έλληνας δημιουργός γοητεύτηκε βαθιά, πήρε την ατμόσφαιρα του βιβλίου, τον μεξικανικό μύθο και τη φιλοσοφική διάσταση της φωτογραφίας και τα μεταμόρφωσε σε ένα συγκλονιστικό ελληνικό τραγούδι. Το 2008, κυκλοφόρησε τον κοινό του δίσκο με τον Διονύση Σαββόπουλο με τίτλο «Ο Σαμάνος», όπου το ομώνυμο τραγούδι, «Ο Φορτίνο Σάμανος», αποτελεί την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ.

Στην εισαγωγή ή στο ιστορικό πλαίσιο που συνυπολογίστηκε για το βιβλίο, είχε καταγραφεί λανθασμένα ένας αστικός μύθος της εποχής: ότι ο Σάμανο ήταν αντάρτης, υπαρχηγός του Εμιλιάνο Ζαπάτα και παραχαράκτης που τύπωνε πλαστά νομίσματα για τον αγώνα. Αυτό το στοιχείο γοήτευσε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος μετέφερε αυτούσιο αυτόν τον ρομαντικό μύθο στους στίχους του (παρόλο που η ιστορική πραγματικότητα έδειξε ότι ήταν λοχαγός του κυβερνητικού/συνταγματικού στρατού):

«Ο Φορτίνο Σάμανος, υπαρχηγός του Ζαπάτα, που τύπωνε νομίσματα με των φτωχών τα νιάτα...». Εδώ γίνεται ένα ποιητικό λογοπαίγνιο: η «παραχάραξη» δεν γίνεται για προσωπικό κέρδος, αλλά για να δώσει αξία και δύναμη στη νεολαία και τους καταπιεσμένους της επανάστασης.

Παράλληλα, ο Θανάσης δανείζεται απευθείας τις εικόνες της γεωμετρίας, των τούβλα και της σκιάς από το ποίημα της Lalucq. Εκεί που η ποιήτρια έγραφε «μπορώ να μετρήσω τα τούβλα...», ο Θανάσης γράφει: «Στο εκτελεστικό απόσπασμα, μπροστά σε τοίχο με τούβλα, που βγάζανε τη μυρωδιά που βγάζει η ψητή σούβλα...» (μια σκληρή, γήινη μεταφορά για τη μυρωδιά του μπαρουτιού και του επικείμενου θανάτου). Αποτυπώνει επίσης τη διάσημη στάση του Σάμανο με το τσιγάρο, περιγράφοντάς τον σαν έναν άνθρωπο που δεν λυγίζει: «...κοιτάζει το απόσπασμα με το τσιγάρο στο στόμα, δεν το πιστεύει ο χάροντας πως θα τον πιει το χώμα.».

Στο τελευταίο μέρος, ο Θανάσης ξεφεύγει από την απλή περιγραφή της εκτέλεσης και περνάει σε έναν βαθύ, υπαρξιακό στοχασμό που θυμίζει την ανάλυση του Jean-Luc Nancy για το πώς η μνήμη και η τέχνη (η φωτογραφία, το ποίημα, το τραγούδι) νικούν τον θάνατο: «Κι έτσι όπως στέκει ατάραχος, με το ένα πόδι πάνω σε μια πετρούλα, προσπαθεί τον χρόνο να τρελάνει...». Ο Σάμανο «τρελαίνει τον χρόνο» γιατί, αν και εκτελέστηκε το 1917, η στιγμή του έμεινε αθάνατη. Το τραγούδι κλείνει με μια συγκλονιστική εικόνα μεταφυσικής δικαίωσης, όπου ο Φορτίνο γίνεται ένα με τη φύση και τον αέρα, συνεχίζοντας να ζει αιώνια: «Και το κορμί του, που έπεσε διάτρητο απ' τις σφαίρες, έγινε σκόνη και καπνός και μας φυλάει τις μέρες. Και κάθε που φυσάει νοτιάς στα κτήματα του Μάγια, ακούγεται ένα σφύριγμα, παράπονο στα πλάγια...».

Η επιλογή του Θανάση να δώσει το τραγούδι στον Διονύση Σαββόπουλο ήταν καθοριστική. Η θεατρική, ελαφρώς ειρωνική αλλά και βαθιά συγκινητική ερμηνεία του Σαββόπουλου απέδωσε τέλεια αυτή την αντίφαση του Φορτίνο: έναν άνθρωπο που χαμογελάει με υπεροψία και αξιοπρέπεια μπροστά στις κάννες των όπλων, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη μπορεί να χαρίσει την αθανασία σε μια εφήμερη στιγμή ανθρώπινης υπερβατικότητας.

Η έννοια και ο συμβολισμός της «υπερχείλισης»:

Η λέξη «υπερχείλιση» χρησιμοποιείται στο βιβλίο με διπλή σημασία: κυριολεκτική και φιλοσοφική. Είναι το κεντρικό κλειδί για να καταλάβουμε πώς η φωτογραφία, το ποίημα και το τραγούδι συνδέονται μεταξύ τους.

Στην ουσία, περιγράφει το φαινόμενο όπου ένα ποτήρι γεμίζει τόσο πολύ, που το περιεχόμενό του χύνεται έξω από τα χείλη του.

Στην περίπτωση του Φορτίνο Σάμανο, ο φιλόσοφος Jean-Luc Nancy και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου χρησιμοποιούν την «υπερχείλιση» με τρεις συγκεκριμένους τρόπους:

1. Η υπερχείλιση της ζωής απέναντι στον θάνατο (Nancy).

Όταν ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, η λογική λέει ότι ο φόβος και ο θάνατος πρέπει να κυριεύσουν τη στιγμή. Όμως, η στάση του Σάμανο (το χαμόγελο, το πούρο, το χαλαρό πόδι πάνω στην πέτρα) δείχνει μια απίστευτη εσωτερική δύναμη. Η ζωντάνια και η αξιοπρέπειά του είναι τόσες πολλές, που «ξεχειλίζουν» από το σώμα του και πλημμυρίζουν τη φωτογραφία. Ο θάνατος δεν καταφέρνει να τον χωρέσει· η ζωή υπερχειλίζει και κυριαρχεί στο κάδρο.

2. Η υπερχείλιση του νοήματος (Το βιβλίο).

Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Οι υπερχειλίσεις του ποιήματος» γιατί ο Nancy υποστηρίζει ότι μια απλή φωτογραφία ή ένα σύντομο ποίημα δεν σταματά εκεί που τελειώνουν οι λέξεις ή το χαρτί. Τα νοήματα, τα συναισθήματα και οι ερμηνείες είναι τόσο έντονα, που «ξεχύνονται» έξω από τα όρια της εικόνας. Η φωτογραφία «υπερχείλισε» και έγινε γαλλικό ποίημα. Το ποίημα «υπερχείλισε» και έγινε ελληνικό τραγούδι. Αυτό δείχνει ότι η τέχνη δεν μπορεί να περιοριστεί· συνεχίζει να γεννά νέες ιδέες αιώνες μετά.

3. Η υπερχείλιση του χρόνου (Θανάσης Παπακωνσταντίνου).

Στο τραγούδι, ο Θανάσης λέει ότι ο Σάμανο «προσπαθεί τον χρόνο να τρελάνει». Η υπερχείλιση εδώ είναι η νίκη ενάντια στον χρόνο. Η σφαίρα τον σκότωσε σε ένα δευτερόλεπτο, αλλά η στιγμή εκείνη ήταν τόσο «γεμάτη» από ανθρώπινη περηφάνια, που έσπασε το φράγμα του χρόνου και ξεχείλισε στο μέλλον. Γι' αυτό το κορμί του έγινε «σκόνη και καπνός και μας φυλάει τις μέρες».Με απλά λόγια, η υπερχείλιση είναι η στιγμή που κάτι είναι τόσο μεγάλο, όμορφο ή δυνατό, που δεν μπορείς να το κρατήσεις κλεισμένο σε ένα κουτί – σπάει τα όρια και απλώνεται παντού.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό παράδοξο του Φορτίνο Σάμανο. Οι σφαίρες σταμάτησαν την καρδιά του, αλλά δεν κατάφεραν να σταματήσουν τη στιγμή. Ο φωτογραφικός φακός κράτησε εκείνο το τελευταίο βλέμμα, το ελαφρύ χαμόγελο, το πόδι πάνω στην πέτρα, το τσιγάρο, την παράξενη εκείνη ηρεμία ενός ανθρώπου που στέκεται απέναντι στον θάνατο και, για μια ελάχιστη στιγμή, μοιάζει να του αντιστέκεται.

Ύστερα ήρθε η ποίηση. Μετά η φιλοσοφία. Και ύστερα το τραγούδι.

Μια ζωή που τελείωσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισε να ζει ξανά μέσα από άλλους ανθρώπους, σε άλλες γλώσσες και σε άλλες εποχές. Η φωτογραφία έγινε ποίημα, το ποίημα έγινε φιλοσοφικός στοχασμός, ο στοχασμός έγινε τραγούδι. Κι έτσι η τελευταία στιγμή ενός άγνωστου Μεξικανού λοχαγού πέρασε από το 1917 στον δικό μας χρόνο.

Αυτή είναι η «υπερχείλιση».

Η ζωή που ξεπερνά τα όριά της. Η μνήμη που αρνείται να πεθάνει μαζί με τον άνθρωπο. Η τέχνη που παίρνει μια στιγμή και την αφήνει να ταξιδεύει πολύ μακρύτερα από εκεί που θα μπορούσε να φτάσει ποτέ ένα ανθρώπινο σώμα.

Ο Φορτίνο Σάμανο έπεσε μπροστά στον τοίχο.

Όμως η φωτογραφία τον κράτησε όρθιο.

Και κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει εκείνο το βλέμμα, ακούει το τραγούδι ή ξαναφέρνει στη μνήμη του την ιστορία του, ο Σάμανο στέκεται πάλι εκεί -με το ένα πόδι πάνω στην πέτρα, το τσιγάρο στα χείλη και τον θάνατο απέναντί του.

Σαν να προσπαθεί ακόμη να τρελάνει τον χρόνο.

Και ίσως, έναν αιώνα μετά, να τα έχει καταφέρει.



Το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

 














Το Μπλόκο της Κοκκινιάς: Η μέρα που μια γειτονιά έγινε τόπος μαρτυρίου.

Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ανήκουν μόνο στο ημερολόγιο. Ανήκουν στη μνήμη. Μία από αυτές είναι η 17η Αυγούστου 1944, η ημέρα του Μπλόκου της Κοκκινιάς. Μια ημέρα κατά την οποία μια ολόκληρη προσφυγική συνοικία περικυκλώθηκε από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις και τους Έλληνες συνεργάτες τους και μετατράπηκε σε τόπο συλλήψεων, εκτελέσεων, βασανισμών και τρόμου.

Η Κοκκινιά δεν ήταν τυχαία επιλογή. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αττικής και ταυτόχρονα περιοχή με έντονη αντιστασιακή δράση. Η εργατική της σύνθεση, οι προσφυγικές οικογένειες και η ισχυρή παρουσία του ΕΑΜ και της Αντίστασης είχαν καταστήσει την περιοχή έναν από τους σημαντικούς πυρήνες αντίστασης στην Κατοχή.

Ήδη από τον Μάρτιο του 1944 η Κοκκινιά είχε γνωρίσει τη σκληρότητα της κατοχικής καταστολής. Η Μάχη της Κοκκινιάς, τον ίδιο μήνα, αποτέλεσε μια σημαντική σύγκρουση ανάμεσα στις αντιστασιακές δυνάμεις και τους Γερμανούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν τότε να επιβάλουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Πέντε μήνες αργότερα επέστρεψαν με διαφορετικό σχέδιο: όχι μόνο με στρατιωτική δύναμη, αλλά με μια οργανωμένη επιχείρηση μαζικής τρομοκράτησης του πληθυσμού.

Τα ξημερώματα της 17ης Αυγούστου, η Κοκκινιά περικυκλώθηκε. Γερμανικές δυνάμεις, μαζί με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και κουκουλοφόρους καταδότες, απέκλεισαν την περιοχή. Με ντουντούκες διατάχθηκε ο ανδρικός πληθυσμός να συγκεντρωθεί στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Η διαταγή αφορούσε άνδρες ηλικίας περίπου από 14 έως 60 ετών.

Η εικόνα εκείνης της πλατείας πρέπει να ήταν από τις πιο εφιαλτικές που γνώρισε η κατεχόμενη Αθήνα. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι, οικογένειες χωρισμένες, γυναίκες και παιδιά να παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ ανάμεσα στο πλήθος κινούνταν άνθρωποι που γνώριζαν πρόσωπα και ονόματα και υπέδειχναν στους κατακτητές ποιοι θεωρούνταν μέλη ή υποστηρικτές της Αντίστασης. 

Οι καταδότες, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, λειτουργούσαν ως μηχανισμός επιλογής των θυμάτων. Άνθρωποι ξεχωρίζονταν από το πλήθος. Κάποιοι οδηγούνταν προς τη σύλληψη, άλλοι προς τα στρατόπεδα και άλλοι προς τον θάνατο. Η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές κατοχικές αρχές αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Κατοχής, γιατί δείχνει πως η καταπίεση δεν στηριζόταν μόνο στη δύναμη του ξένου κατακτητή, αλλά μπορούσε να βρει και ελληνικά χέρια πρόθυμα να την υπηρετήσουν.

Από την πλατεία της Οσίας Ξένης, πολλοί οδηγήθηκαν στη Μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή. Εκεί γράφτηκε η πιο αιματηρή σελίδα του Μπλόκου. Οι κατοχικές δυνάμεις εκτέλεσαν δεκάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους αγωνιστές και αγωνίστριες της Αντίστασης. Το Αρχείο της ΕΡΤ καταγράφει 75 εκτελεσμένους στο πλαίσιο του Μπλόκου, ενώ οι πηγές και οι καταγραφές που αφορούν τον χώρο της Μάντρας παρουσιάζουν διαφορετικές επιμέρους καταμετρήσεις.

Η Μάντρα δεν ήταν απλώς ένας τόπος εκτέλεσης. Έγινε τόπος μνήμης.

Οι τοίχοι της κουβαλούν την ιστορία ανθρώπων που μέχρι λίγες ώρες πριν είχαν οικογένειες, δουλειές, σπίτια, όνειρα. Δεν ήταν απρόσωποι αριθμοί. Ήταν γιοι, πατέρες, αδέλφια, σύζυγοι, νέοι άνθρωποι. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και πολύ νέες ηλικίες· χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Στέλιου Αντωνόπουλου, ο οποίος εκτελέστηκε μόλις στα 16 του χρόνια.

Όμως το Μπλόκο δεν περιορίστηκε στις εκτελέσεις. Συνοδεύτηκε από συλλήψεις, λεηλασίες και καταστροφές. Κάποιοι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι και από εκεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Οι γυναίκες της Κοκκινιάς προσπάθησαν μέσα στον πανικό να βοηθήσουν τους εγκλωβισμένους και τους αιχμαλώτους. Η κατοχή δεν ήταν μια αφηρημένη ιστορική έννοια· ήταν η καθημερινότητα μιας κοινωνίας που έβλεπε μπροστά στα μάτια της ανθρώπους να χάνονται.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την κόλαση, υπάρχει και κάτι που δεν κατάφεραν να εξοντώσουν οι κατακτητές: η συλλογική αξιοπρέπεια.

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς είχε ως στόχο να χτυπήσει την Αντίσταση, να αποδυναμώσει τους οργανωμένους πυρήνες της και να τρομοκρατήσει τον πληθυσμό. Τα μπλόκα αποτελούσαν ευρύτερη μέθοδο καταστολής και εκφοβισμού, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η Αντίσταση είχε ισχυρή κοινωνική βάση.

Η Κοκκινιά, όμως, δεν έγινε σύμβολο επειδή νίκησε στρατιωτικά εκείνη την ημέρα. Έγινε σύμβολο επειδή άντεξε στη μνήμη.

Κάθε κατοχή προσπαθεί να επιβληθεί δύο φορές: πρώτα πάνω στους ανθρώπους και ύστερα πάνω στη μνήμη τους. Η πρώτη επιβολή γίνεται με τα όπλα. Η δεύτερη με τη λήθη. Γι' αυτό και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν είναι μια τυπική τελετουργία. Είναι πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.

Σήμερα η Μάντρα του Μπλόκου παραμένει ένας χώρος όπου τα ονόματα και οι φωτογραφίες των θυμάτων θυμίζουν ότι πίσω από τις μεγάλες λέξεις της Ιστορίας -«Κατοχή», «Αντίσταση», «εκτέλεση», «αντίποινα»- υπήρχαν άνθρωποι.

Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα της 17ης Αυγούστου.

Ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους στρατηγούς και τις κυβερνήσεις. Γράφεται και στις πλατείες των συνοικιών, στα σπίτια των φτωχών, στα εργοστάσια, στις προσφυγικές γειτονιές. Γράφεται από ανθρώπους που κάποτε βρέθηκαν μπροστά στην επιλογή ανάμεσα στον φόβο και την αξιοπρέπεια.

Η Κοκκινιά πλήρωσε βαρύ τίμημα. Αλλά δεν ξεχάστηκε.

Και όσο τα ονόματα των νεκρών παραμένουν ζωντανά, όσο η Μάντρα στέκει ως τόπος μνήμης και όσο η 17η Αυγούστου εξακολουθεί να θυμίζει τι σημαίνει κατοχή, προδοσία, αντίσταση και θυσία, το Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν ανήκει μόνο στο 1944.

Ανήκει σε κάθε γενιά που καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει όταν η Ιστορία ξαναφέρει μπροστά της τον φόβο.

Γιατί οι νεκροί του Μπλόκου δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν να μην ξεχαστούν. Και η μνήμη είναι ο τρόπος των ζωντανών να τους κρατούν ακόμη ανάμεσά τους.