20/9/26

Παύλος Φύσσας: Όταν η νεοναζιστική μπότα συνάντησε τη μουσική.

 


Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που δεν τελειώνουν τη στιγμή που συμβαίνουν. Συνεχίζουν να επιστρέφουν, όχι επειδή η Ιστορία έχει ξεχάσει να γυρίσει σελίδα, αλλά επειδή ορισμένες σελίδες γράφτηκαν με αίμα.

Η 18η Σεπτεμβρίου 2013 ήταν μία από αυτές.

Ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P, μουσικός από το Πέραμα, 34 ετών, δολοφονήθηκε στο Κερατσίνι από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία του δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας αποκομμένο από την πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ακολούθησε μια μεγάλη δικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας το 2020 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση. Το 2026, δεκατρία χρόνια μετά, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε εκ νέου ενόχους και καταδίκασε και τους 42 κατηγορουμένους που δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό· μεταξύ αυτών, τον Ρουπακιά για την ανθρωποκτονία από πρόθεση του Παύλου Φύσσα, σε ισόβια κάθειρξη. Οι Νίκος Μιχαλολιάκος, Ηλίας Κασιδιάρης, Ιωάννης Λαγός, Χρήστος Παππάς, Ηλίας Παναγιώταρος, Γιώργος Γερμενής και Αρτέμης Ματθαιόπουλος ξανακρίθηκαν ένοχοι για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Οι ποινές τους παρέμειναν απαράλλαχτες με την πρωτόδικη απόφαση (κάθειρξη 13 ετών).

Αλλά η ιστορική σημασία του Παύλου δεν βρίσκεται μόνο στις δικαστικές αποφάσεις.

Βρίσκεται στο γεγονός ότι ο φασισμός, όταν βρήκε απέναντί του έναν νέο άνθρωπο με μικρόφωνο, απάντησε με μαχαίρι. Αυτό δεν είναι απλώς μια αντιπαράθεση δύο ανθρώπων. Είναι η σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον κόσμο. Δύο πολιτισμών εκ διαμέτρου αντίθετων.

Από τη μία η λέξη. Από την άλλη η βία. Από τη μία η μουσική, δηλαδή η δυνατότητα να μετατρέπεις την εμπειρία σε λόγο. Από την άλλη η μπότα, δηλαδή η απαίτηση να επιβληθεί η σιωπή.

Ο φασισμός έχει πάντα ένα πρόβλημα με τις λέξεις. Γιατί οι λέξεις μπορούν να ρωτήσουν. Μπορούν να αμφισβητήσουν. Μπορούν να θυμηθούν. Μπορούν να ενώσουν ανθρώπους που μέχρι χθες δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Γι' αυτό ο φασισμός προτιμά τον φόβο από τον διάλογο, το σύνθημα από τη σκέψη, την ομοιομορφία από τη διαφορετικότητα και τον εχθρό από τον άνθρωπο.

Ο Παύλος έγινε, χωρίς να το επιλέξει, μέρος μιας πολύ παλιότερης ιστορίας. Της ιστορίας όπου η εξουσία της βίας προσπαθεί να επιβληθεί πάνω στην ελευθερία της σκέψης.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη σημασία της μνήμης του.

Δεν θυμόμαστε τον Παύλο μόνο για να θυμόμαστε έναν νεκρό.

Τον θυμόμαστε για να θυμόμαστε τι μπορεί να συμβεί όταν η κοινωνία συνηθίζει τη βία πριν αυτή φτάσει στην πόρτα της.

Γιατί ο φασισμός δεν εμφανίζεται πάντοτε από την αρχή με μαχαίρια. Μπορεί να αρχίσει με μια λέξη που θεωρείται «αστείο», με έναν άνθρωπο που παρουσιάζεται ως κατώτερος, με έναν ξένο που μετατρέπεται σε απειλή, με έναν διαφορετικό που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Η βία είναι συχνά το τελευταίο στάδιο μιας προηγούμενης εκπαίδευσης στο μίσος.

Γι' αυτό η μνήμη έχει πολιτική σημασία.

Και η μουσική έχει πολιτική σημασία.

Και το βιβλίο έχει πολιτική σημασία.

Γιατί όλα αυτά κάνουν κάτι που ο φασισμός δεν αντέχει: μας μαθαίνουν να ακούμε τον άλλον.

Ο Παύλος  δεν μπορεί να επιστρέψει.

Μπορούν όμως να επιστρέφουν τα τραγούδια του, οι λέξεις του, η μνήμη του, η ιστορία εκείνης της νύχτας και η δικαστική αλήθεια που ακολούθησε.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική ήττα της νεοναζιστικής μπότας: να προσπαθεί να επιβάλει την σιωπή και, χρόνια μετά, να ακούγεται ακόμη πιο δυνατή η φωνή εκείνη που προσπάθησε να πνίξει δολοφονώντας την.




Δεν υπάρχουν σχόλια: