Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΑΒΑΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΑΒΑΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16/6/26

Το οπτικό αντίκρισμα.

 


Υπάρχουν τοπία που δεν τα βλέπεις απλώς· σε αντικρίζουν κι εκείνα.

Το βουνό, το δάσος, η λίμνη, γίνονται ένα οπτικό αντίκρισμα του εσωτερικού μας κόσμου. Ό,τι κουβαλά η ψυχή, το αναγνωρίζει πάνω στις γραμμές του ορίζοντα. Έτσι, η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο στο τοπίο αλλά και στο βλέμμα που το συναντά.

Ίσως γι’ αυτό το πιο αληθινό οπτικό αντίκρισμα να είναι εκείνο που μας μεταμορφώνει σιωπηλά σε μέρος αυτού που κοιτάζουμε.

Το ξωκκλήσι.

 



Στέκει μόνο του, σαν σκέψη που ξέχασε το σώμα της.

Πάνω σε λόφο μικρό,

εκεί όπου ο άνεμος κάνει τον σταυρό του χωρίς λόγια.

Το ξωκκλήσι δεν χτίστηκε· αναδύθηκε.

Από πέτρα, ιδρώτα και μια πίστη

που δεν ζήτησε ποτέ απόδειξη.

Η καμπάνα του δεν χτυπά τον χρόνο-

τον αποσύρει.

Και κάθε ήχος της

επιστρέφει λίγο κόσμο στη σιωπή του.

Μέσα του, οι άγιοι δεν κοιτούν· ακούν.

Τις προσευχές που δεν ειπώθηκαν,

τα ονόματα που χάθηκαν πριν προφερθούν.

Κι όταν νυχτώνει,

το ξωκκλήσι μικραίνει μέσα στο σκοτάδι

ώσπου γίνεται σχεδόν ιδέα:

μια υπόσχεση ότι η γη θυμάται ακόμη τον ουρανό.

Το παλιό σπίτι.

 



Το παλιό σπίτι δεν κατοικείται· φυλάσσεται.

Από τον χρόνο που ξεχνά να φύγει,

και από τις σκιές που δεν έμαθαν ποτέ να ζητούν άδεια.

Οι τοίχοι του δεν είναι πέτρα μόνο·

είναι φωνές που έσβησαν αργά,

σαν κερί που επιμένει να θυμάται το φως του.

Στην αυλή, η σιωπή έχει ρίζες.

Μεγάλωσε μαζί με τα χορτάρια

και έμαθε να μιμείται τα βήματα που δεν επιστρέφουν.

Όποιος το πλησιάζει, δεν μπαίνει μέσα·

μπαίνει πίσω στον εαυτό του,

εκεί όπου τα πράγματα έχουν πάντα μια δεύτερη ζωή,

πιο ήσυχη, πιο αληθινή,

χωρίς μάρτυρες παρά μόνο τη μνήμη.

15/6/26

Η Τσεκούρα.


Η Τσεκούρα στη Ναυπακτία δεν είναι βουνό· είναι η ευγένεια της ύλης όταν αποφασίζει να γίνει τοπίο.

Στα πλευρά της, το φως δεν πέφτει-

κατοικεί.

Τα έλατα δεν την ντύνουν· τη διαβάζουν.

Κάθε βελόνα τους είναι μια μικρή απόπειρα να συλλάβει την ομορφιά χωρίς να την προδώσει.

Κι οι πέτρες της, παλιές σαν ανείπωτες φράσεις,

δεν αντιστέκονται στον χρόνο· τον εξευγενίζουν.

Εδώ, η φύση δεν εντυπωσιάζει.

Σιωπηλά αποδεικνύεται.

Και αν ο Μπόρχες περνούσε από εκεί, θα έλεγε πως η Τσεκούρα είναι ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ για να διαβαστεί,

αλλά για να θυμίζει ότι η ομορφιά δεν έχει κορύφωση-

έχει μόνο συνέχεια που μοιάζει με αιωνιότητα.

Ο Αρδίνης ανάμεσα στις ελατοκορφές.


Όταν η κορυφή των ελάτων ανταγωνίζεται αυτή των βουνών τότε το ύψος παύει να είναι μέτρο και γίνεται διαφωνία του φωτός με τον εαυτό του.

Η κορυφή των ελάτων ανεβαίνει με πράσινη υπομονή, σαν να προσπαθεί να θυμηθεί τον ουρανό από τη ρίζα της. Η κορυφή των βουνών, πιο αρχαία, δεν ανεβαίνει· απλώς υπάρχει, σαν πέτρα που έχει ξεχάσει πως κάποτε ήταν θάλασσα.

Και ανάμεσά τους, ο αέρας γίνεται κριτής χωρίς φωνή.

Τότε καταλαβαίνεις: δεν ανταγωνίζονται.

Συνομιλούν.

Τα έλατα ψιθυρίζουν το πρόσκαιρο.

Τα βουνά απαντούν με σιωπή που δεν τελειώνει.

Η κορυφή της Κοκκινιάς.



Η κορυφή της Κοκκινιάς όπως προβάλλει πάνω από τα έλατα δεν μοιάζει με τέλος αλλά με άρνηση του τοπίου.

Τα έλατα από κάτω κρατούν ακόμη τον κόσμο σε τάξη: πράσινες στοίβες χρόνου, αναπνοές που ανεβαίνουν χωρίς να ζητούν να φτάσουν. Και ξαφνικά, εκεί που τελειώνει η μνήμη του δάσους, αρχίζει η γυμνότητα του λίθου.

Η κορυφή δεν έχει χρώμα· έχει έκθεση. Είναι ο τόπος όπου η γη σταματά να κρύβεται και εμφανίζεται όπως ήταν πριν τη σκιά: κόκαλο του βουνού, παγωμένο βλέμμα του ύψους.

Από εκεί πάνω, τα έλατα δεν φαίνονται πια σαν δέντρα αλλά σαν κύμα που πάγωσε στη στιγμή της ανόδου. Και ο αέρας δεν περνά — αποκαλύπτει.

Όποιος φτάσει εκεί δεν κοιτά “κάτω”. Κοιτά μέσα στην απόσταση, εκεί όπου το τοπίο παύει να είναι τοπίο και γίνεται καθαρή σιωπή που ανασαίνει.

Κραβαρίτικα Βουνά, Ψυχή Βαθιά.

 


Τα βουνά δεν υψώνονται μόνο πάνω από τη γη· υψώνονται και μέσα στον άνθρωπο. Κάθε κορυφή είναι μια σιωπηλή ερώτηση προς τον ουρανό, κάθε χαράδρα μια μνήμη του χρόνου.

Όποιος αντικρίζει ένα βουνό νομίζει πως βλέπει πέτρα. Στην πραγματικότητα βλέπει διάρκεια. Βλέπει αιώνες βροχής, ανέμου και φωτός να έχουν μεταμορφωθεί σε μορφή. Γι’ αυτό τα βουνά μοιάζουν με την ψυχή: και τα δύο αποκαλύπτουν μόνο την επιφάνειά τους.

Η "βαθιά ψυχή" αγαπά τα βουνά γιατί αναγνωρίζει σε αυτά τον εαυτό της. Τις κορυφές των ονείρων της, τις χαράδρες των απωλειών της, τα μονοπάτια των δισταγμών της. Και όπως κανείς δεν κατακτά πραγματικά ένα βουνό, έτσι κανείς δεν φτάνει ποτέ στο τέλος της ψυχής του.

Ίσως γι’ αυτό τα βουνά γεννούν τόση σιωπή. Δεν έχουν απαντήσεις. Έχουν μόνο ύψος. Κι αυτό το ύψος καλεί τον άνθρωπο να κοιτάξει βαθύτερα μέσα του.

Τα βουνά είναι η γεωγραφία της γης· η "ψυχή βαθιά" είναι η γεωγραφία του απείρου.