Υπάρχουν πουλιά που τα προσέχουμε επειδή είναι σπάνια. Κι υπάρχουν άλλα που, ακριβώς επειδή είναι παντού, καταφέρνουν να περνούν απαρατήρητα. Η δεκαοχτούρα ανήκει στα δεύτερα. Είναι τόσο δεμένη με τις αυλές, τα χωριά, τις πόλεις, τα μπαλκόνια και τα καλώδια των δρόμων, ώστε μοιάζει σαν να ήταν πάντοτε εκεί. Κι όμως, κάθε φορά που ακούγεται η μονότονη, ρυθμική φωνή της, κάτι από τον παλιό κόσμο επιστρέφει.
Η Streptopelia decaocto είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα περιστεροειδή της ελληνικής υπαίθρου και των κατοικημένων περιοχών. Το σώμα της έχει εκείνη τη διακριτική γκριζομπέζ, γαλαζωπή ή ροζογκρίζα απόχρωση που δεν κραυγάζει για να γίνει όμορφη. Είναι ένα πουλί ήσυχο στην εμφάνιση, σχεδόν σεμνό. Μόνο ο μαύρος δακτύλιος στον αυχένα της μοιάζει σαν κάποιος να τράβηξε μια λεπτή γραμμή πάνω στο φτέρωμά της.
Και ύστερα είναι τα μάτια της.
Κόκκινα, βαθιά, σχεδόν παράξενα σε σχέση με την ήρεμη μορφή της. Σαν να κρύβουν μέσα τους κάτι περισσότερο από αυτό που βλέπουμε.
Αλλά η δεκαοχτούρα δεν έγινε γνωστή από τα χρώματά της. Έγινε γνωστή από τη φωνή της.
«Κου-κούου-κου».
Τρεις συλλαβές που επαναλαμβάνονται με μια παράξενη ακρίβεια. Μια φωνή που δεν τραγουδά τόσο όσο επιμένει. Και μέσα στην επανάληψή της γεννήθηκε το όνομά της: δεκαοχτούρα. Σαν να μετράει η ίδια τον χρόνο. Σαν να επαναλαμβάνει έναν αριθμό που κάποτε ήταν ηλικία, πρόσωπο, μοίρα.
Η λαϊκή παράδοση, άλλωστε, δεν άφησε αυτή τη φωνή χωρίς ιστορία.
Λέει ένας παλιός ελληνικός μύθος πως η δεκαοχτούρα ήταν κάποτε μια όμορφη κοπέλα δεκαοχτώ χρονών. Καθόταν στο μπαλκόνι της και κεντούσε. Ένας Τούρκος αγάς θέλησε να την πάρει στο χαρέμι του. Εκείνη, για να γλιτώσει, πήδηξε από το μπαλκόνι. Και ο Θεός, βλέποντας την απελπισία της, τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πουλί.
Έτσι, σύμφωνα με τον μύθο, γεννήθηκε η δεκαοχτούρα. Το μαύρο κολάρο στον λαιμό της έγιναν οι κλωστές του κεντήματος. Και η φωνή της, το «κου-κούου-κου», έμεινε σαν μια αιώνια αναφορά στα δεκαοχτώ της χρόνια.
Μικρή σημασία έχει που ο μύθος δεν είναι αληθινός. Οι μύθοι δεν γράφτηκαν για να ανταγωνιστούν την επιστήμη. Γράφτηκαν για να εξηγήσουν με ανθρώπινο τρόπο όσα η επιστήμη δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει: γιατί ένα πουλί έχει έναν μαύρο κύκλο στον λαιμό του, γιατί φωνάζει με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, γιατί κάποια ζώα αποκτούν μέσα στη λαϊκή φαντασία μια δεύτερη ζωή.
Κι ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο.
Ο άνθρωπος δεν βλέπει απλώς τη φύση. Της δίνει ιστορίες.
Η δεκαοχτούρα έχει γίνει πλέον μόνιμος κάτοικος του ανθρώπινου τοπίου. Δεν φοβάται ιδιαίτερα την παρουσία μας. Φωλιάζει στα δέντρα, αλλά μπορεί να διαλέξει ένα μπαλκόνι, μια γλάστρα, ένα περβάζι, μια κεραία, ακόμη και την εξωτερική μονάδα ενός κλιματιστικού.
Η φωλιά της είναι σχεδόν αστεία στην απλότητά της. Μερικά ξερά κλαδάκια, τοποθετημένα πρόχειρα, σαν να μην ενδιαφέρεται να δημιουργήσει αρχιτεκτονικό θαύμα. Δεν χρειάζεται πολλά. Η φύση συχνά χτίζει με ελάχιστα.
Κι αυτό ίσως είναι ένα μάθημα που εμείς ξεχάσαμε.
Η δεκαοχτούρα δεν χρειάζεται παλάτια για να ζήσει.
Χρειάζεται έναν τόπο.
Τρέφεται κυρίως με σπόρους και δημητριακά, ψάχνοντας την τροφή της στο έδαφος. Περπατά ανάμεσα στις αυλές και στα χωράφια, δίπλα στους ανθρώπους χωρίς να ζητά τίποτε περισσότερο από λίγη τροφή και μια γωνιά για τη φωλιά της.
Και όταν σχηματίσει ζευγάρι, μένει μαζί του.
Η μονογαμική της συμπεριφορά έχει προσθέσει στη λαϊκή εικόνα της κάτι ακόμη: την πίστη. Δύο δεκαοχτούρες μαζί δεν είναι απλώς δύο πουλιά. Στα μάτια του ανθρώπου γίνονται ένα ζευγάρι που επιμένει να υπάρχει μέσα στον χρόνο.
Ίσως γι' αυτό η δεκαοχτούρα μοιάζει τόσο οικεία.
Δεν είναι μόνο το χρώμα της. Δεν είναι μόνο η φωνή της. Είναι η παρουσία της.
Είναι εκεί το πρωί όταν ανοίγεις το παράθυρο. Είναι πάνω στο καλώδιο απέναντι από το σπίτι. Είναι στο δέντρο της αυλής. Είναι στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Είναι στο χωριό, στην πλατεία, στο χωράφι, στην άκρη του δρόμου.
Και επειδή είναι πάντα εκεί, ξεχνάμε να τη βλέπουμε.
Αυτό συμβαίνει συχνά και με τους ανθρώπους.
Μερικά πράγματα γίνονται τόσο καθημερινά, ώστε παύουμε να αντιλαμβανόμαστε την αξία τους. Ένας άνθρωπος που αγαπάμε. Ένα σπίτι. Ένα δέντρο. Μια αυλή. Μια φωνή που ακούμε κάθε πρωί.
Μέχρι που κάποια μέρα λείπει.
Και τότε καταλαβαίνουμε πως η καθημερινότητα δεν ήταν ποτέ αυτονόητη. Ήταν ένα δώρο που επαναλαμβανόταν.
Η δεκαοχτούρα, με τη μονότονη φωνή της, μοιάζει να μας θυμίζει ακριβώς αυτό.
"Κου-κούου-κου."
Και πάλι.
"Κου-κούου-κου."
Σαν ένα μικρό ρολόι της φύσης που δεν μετράει ώρες αλλά παρουσίες.
Ίσως γι' αυτό η φωνή της ακούγεται διαφορετικά όταν είμαστε μόνοι. Τότε δεν είναι απλώς ένας ήχος. Είναι παρέα. Είναι η απόδειξη ότι έξω από το δωμάτιό μας υπάρχει ακόμη ένας κόσμος που συνεχίζει να αναπνέει.
Η δεκαοχτούρα δεν ζητά να την κοιτάξουμε.
Δεν έχει το εντυπωσιακό φτέρωμα ενός εξωτικού πουλιού. Δεν έχει το μεγαλείο ενός αετού ούτε το τραγούδι ενός αηδονιού. Έχει όμως κάτι άλλο: την καθημερινότητα.
Και η καθημερινότητα είναι ίσως η πιο δύσκολη μορφή ομορφιάς να αναγνωρίσουμε.
Γιατί η σπάνια ομορφιά μάς υποχρεώνει να σταματήσουμε.
Η καθημερινή ομορφιά μάς προσπερνά.
Η δεκαοχτούρα είναι ένα από εκείνα τα πλάσματα που ζουν δίπλα μας χωρίς να απαιτούν τίποτα από εμάς. Έχει προσαρμοστεί στον κόσμο που φτιάξαμε, χωρίς να πάψει να ανήκει στον κόσμο που υπήρχε πριν από εμάς.
Και ίσως γι' αυτό το μικρό μαύρο κολάρο στον λαιμό της να μοιάζει περισσότερο με σημάδι μνήμης παρά με στολίδι.
Μια κλωστή από ένα παλιό κέντημα.
Μια ηλικία που έμεινε για πάντα δεκαοχτώ.
Ένας άνθρωπος που χάθηκε και ένα πουλί που συνέχισε να πετά.
Κάθε φορά λοιπόν που θα ακούσουμε τη δεκαοχτούρα να φωνάζει, ίσως αξίζει να μην την προσπεράσουμε.
Να σηκώσουμε για λίγο το βλέμμα.
Γιατί μέσα στις τρεις επαναλαμβανόμενες συλλαβές της μπορεί να υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα πουλί.
Μπορεί να υπάρχει μια ιστορία.
Μπορεί να υπάρχει ένας παλιός μύθος.
Μπορεί να υπάρχει η μνήμη ενός κοριτσιού.
Ή μπορεί απλώς να υπάρχει η ίδια η ζωή, που επιμένει να μας μιλά με τους πιο απλούς τρόπους.
"Κου-κούου-κου."
Και πάλι.
Σαν να μας λέει πως ο χρόνος περνά, οι άνθρωποι φεύγουν, τα σπίτια αλλάζουν, οι αυλές λιγοστεύουν, αλλά κάποια πράγματα εξακολουθούν να επιστρέφουν κάθε πρωί.
Η δεκαοχτούρα είναι ένα από αυτά.
Και όσο θα υπάρχει ένα δέντρο, ένα μπαλκόνι, ένα καλώδιο και λίγος ουρανός, θα υπάρχει πάντα κάπου μια δεκαοχτούρα να μετράει τη μνήμη.

























