16/5/26

Τελικά τι είναι Τέχνη?



Για τον Λέοντα Τολστόι, η τέχνη δεν είναι η αναζήτηση της ομορφιάς ή της τέρψης, αλλά ένα μέσο επικοινωνίας και ένωσης των ανθρώπων μέσω των συναισθημάτων. Στο εμβληματικό του έργο «Τι είναι τέχνη;», ορίζει τη δραστηριότητα αυτή ως τη συνειδητή μεταβίβαση ενός βιώματος από τον καλλιτέχνη στον αποδέκτη.  Η τέχνη «μολύνει» τον θεατή, τον αναγνώστη ή τον ακροατή με τα αισθήματα που ένιωσε ο δημιουργός. Αν ο αποδέκτης νιώσει την ίδια συγκίνηση και τελικά αισθανθεί πνευματική ένωση με τον καλλιτέχνη, τότε το έργο είναι επιτυχημένο. Αν ένα έργο δεν καταφέρει να ενώσει τον δημιουργό με τον αποδέκτη, τότε αποτυγχάνει στον θεμελιώδη σκοπό του. 

Η φύση της τέχνης υπήρξε ανέκαθεν ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα της φιλοσοφίας. Ενώ για αιώνες η αισθητική αναζητούσε την απάντηση στην έννοια της «ομορφιάς» ή της «υψηλής τεχνικής», ο Λέων Τολστόι προκάλεσε μια ρωγμή στο οικοδόμημα αυτό, ορίζοντας την τέχνη ως ένα καθαρά επικοινωνιακό εργαλείο. Στη βάση της συζήτησης για το αν η τέχνη διακρίνεται σε «λαϊκή» και «έντεχνη», η απάντηση κρύβεται σε έναν μόνο κοινό παρονομαστή: το συναίσθημα που δημιουργείται. Για τον Τολστόι, η τέχνη ξεκινά εκεί που ένας άνθρωπος, χρησιμοποιώντας εξωτερικά σημάδια-σήματα (ήχους, χρώματα, λέξεις), μεταδίδει σε άλλους ένα συναίσθημα που ο ίδιος βίωσε. Αυτή η «μόλυνση», όπως την αποκαλεί, είναι το μοναδικό κριτήριο γνησιότητας. Αν ο δέκτης συγκινηθεί, αν νιώσει την ψυχή του να δονείται στον ίδιο ρυθμό με εκείνη του δημιουργού, τότε η τέχνη έχει επιτελέσει τον σκοπό της. Σε αυτό το πλαίσιο, η διάκριση μεταξύ πχ. μιας συμφωνικής ορχήστρας και ενός ρεμπέτικου σχήματος καθίσταται τεχνητή και επουσιώδης.  Αν αφαιρέσουμε την ηθικολογία του Τολστόι και κρατήσουμε την λογική του, αυτό που μένει, είναι η ένταση της εμπειρίας: είτε πρόκειται για μια φούγκα του Μπαχ είτε για ένα βαρύ ζεϊμπέκικο, η τέχνη λειτουργεί όταν καταφέρει να «ξεκλειδώσει» κάτι στον δέκτη.

Η αντικειμενική ύπαρξη διαφορετικών ειδών -η μορφολογία της μουσικής, η τεχνοτροπία στη ζωγραφική, το μέτρο στην ποίηση- δεν αποτελεί κλίμακα αξιολόγησης, αλλά διαφορετικές «γλώσσες» που μιλούν στην ίδια ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση. Όπως ένα ρεμπέτικο τραγούδι μπορεί να μεταφέρει το βάρος της προσφυγιάς και της απώλειας με τρεις χορδές, έτσι και μια κλασική συμφωνία μπορεί να εκφράσει το δέος μπροστά στο θείο ή την ύπαρξη. Το μέγεθος της παραγωγής ή η πολυπλοκότητα της δομής δεν προσθέτουν «καλλιτεχνικότητα»· είναι απλώς τα μέσα.  

Η σύγχρονη προσέγγιση, που αρνείται τον διαχωρισμό σε «υψηλή» και «χαμηλή» τέχνη, δικαιώνει την ουσία της σκέψης του Τολστόι, παραμερίζοντας όμως τον δογματισμό του. Αν δεχτούμε ότι το συναίσθημα είναι ο απόλυτος κριτής, τότε η τέχνη απελευθερώνεται από τα δεσμά της ελίτ και επιστρέφει στον φυσικό της ιδιοκτήτη: τον άνθρωπο. Είτε πρόκειται για έναν πίνακα του Mark Rothko που προκαλεί δάκρυα με ένα απλό κόκκινο τετράγωνο, είτε για έναν λαϊκό στίχο σε τραγούδι που περιγράφει τον έρωτα, η αξία παραμένει η ίδια εφόσον επιτυγχάνεται η πνευματική ένωση.

Αν το μοναδικό κριτήριο είναι το συναίσθημα που δημιουργείται, τότε η τέχνη παύει να είναι αντικείμενο μελέτης σε βιβλιοθήκες και γίνεται μια ζωντανή εμπειρία που συμβαίνει στο «εδώ και τώρα».

Σε αυτή τη βάση, η διάκριση ειδών καταρρέει γιατί:

- Η συγκίνηση είναι δημοκρατική: Ένας πίνακας αφηρημένου εξπρεσιονισμού μπορεί να προκαλέσει την ίδια θρησκευτική ευλάβεια με μια βυζαντινή αγιογραφία ή ένα μοιρολόι. Το συναίσθημα δεν «κοιτάζει» την τεχνική δυσκολία.

- Η υποκειμενικότητα ως αλήθεια: Αν ένα έργο σε «δονεί», είναι έγκυρη τέχνη για σένα. Όπως υποστηρίζει η Αισθητική της Πρόσληψης, το έργο ολοκληρώνεται μόνο μέσα στο κεφάλι και την καρδιά του θεατή. Χωρίς το συναίσθημα του δέκτη, ο καμβάς είναι απλώς πανί και χρώμα.

- Η «Μόλυνση» στην πράξη: Εδώ ο Τολστόι είχε δίκιο. Η τέχνη είναι επιτυχημένη όταν καταργεί τη μοναξιά σου. Όταν ακούς έναν στίχο και νιώθεις ότι γράφτηκε για σένα, ο χρόνος και η απόσταση μεταξύ δημιουργού και δέκτη εκμηδενίζονται.

- Η Τέχνη ως Αυτόνομο Σύστημα: αντί για την ηθικολογική ιεράρχηση του Τολστόι, μπορούμε να δούμε την τέχνη μέσα από διαφορετικά πλαίσια:

1) Αντικειμενική Δομή: Μια συμφωνία και ένα ρεμπέτικο έχουν διαφορετική μορφολογία. Η πολυπλοκότητα της μίας και η λιτότητα του άλλου δεν είναι κριτήρια «ανωτερότητας», αλλά εργαλεία που εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό.

2) Πλαισίωση (Context): Η ζωγραφική ενός λαϊκού τεχνίτη (όπως ο Θεόφιλος) και ένας πίνακας του Αναγεννησιακού στυλ χρησιμοποιούν διαφορετικούς κώδικες για να μιλήσουν για την πραγματικότητα.

3) Κατάργηση της ιεράρχησης: Σήμερα, πολλοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι η διάκριση «υψηλής» και «χαμηλής» τέχνης είναι κοινωνικό κατασκεύασμα και όχι καλλιτεχνικό. Η Ποπ Αρτ, για παράδειγμα, απέδειξε ότι ένα εμπορικό αντικείμενο μπορεί να γίνει αντικείμενο υψηλής αισθητικής ανάλυσης.

Η τέχνη τελικά είναι ένας τρόπος έκφρασης. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει μορφή σε ιδέες, συναισθήματα και εμπειρίες, χρησιμοποιώντας μέσα όπως η ζωγραφική, η μουσική, η λογοτεχνία, το θέατρο, ο χορός και πολλά άλλα. Δεν υπάρχει ένας μόνο ορισμός της τέχνης. Για κάποιους είναι δημιουργία ομορφιάς· για άλλους είναι επικοινωνία ή ακόμη και πρόκληση -κάτι που σε κάνει να σκεφτείς, να νιώσεις ή να δεις τον κόσμο διαφορετικά.

Με απλά λόγια, τέχνη είναι:

- ό,τι δημιουργείται με πρόθεση έκφρασης,

- ό,τι προκαλεί συναίσθημα ή σκέψη,

- ό,τι δίνει νόημα πέρα από την πρακτική χρήση.

Ένα τραγούδι, ένας πίνακας, ένα ποίημα ή ακόμα και μια απλή χειρονομία μπορούν να θεωρηθούν τέχνη, αν μεταφέρουν κάτι βαθύτερο.

Ο Πλάτωνας έβλεπε την τέχνη με καχυποψία. Πίστευε πως είναι «μίμηση» του κόσμου -ένα αντίγραφο της πραγματικότητας, άρα κάτι δύο φορές μακριά από την αλήθεια. Ένας ζωγράφος, για παράδειγμα, δεν δημιουργεί το ίδιο το πράγμα αλλά την εικόνα του. Γι’ αυτό φοβόταν πως η τέχνη μπορεί να παρασύρει τα συναισθήματα και να απομακρύνει τον άνθρωπο από τη γνώση.

Ο Αριστοτέλης αντίθετα έδωσε στην τέχνη πιο βαθύ και ανθρώπινο ρόλο. Στην τραγωδία έβλεπε μια μορφή «κάθαρσης»- μέσα από τον φόβο, τη λύπη ή τον οίκτο, ο άνθρωπος βιώνει μια εσωτερική κάθαρση. Η τέχνη δεν είναι απλώς αντίγραφο· είναι τρόπος κατανόησης της ζωής.

Ο Νίτσε έβλεπε την τέχνη ως δύναμη ζωής. Έγραφε πως «έχουμε την τέχνη για να μη μας σκοτώσει η αλήθεια». Για εκείνον, η τέχνη ήταν μια διονυσιακή έκρηξη -τρόπος να αντέχει ο άνθρωπος το χάος και τη φθορά.

Ο Τολστόι πίστευε πως τέχνη είναι η μετάδοση συναισθήματος από έναν άνθρωπο σε έναν άλλο. Αν ένα έργο σε κάνει να νιώσεις κάτι αληθινό, τότε πετυχαίνει τον σκοπό του.

Και ο Πικάσο είπε κάτι που έμεινε ιστορικό: «Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθά να δούμε την αλήθεια.»

Ίσως τελικά η τέχνη να είναι αυτό: η ανθρώπινη προσπάθεια να δοθεί μορφή σε κάτι που δύσκολα λέγεται αλλιώς.

Εν κατακλείδι, η τέχνη δεν είναι ένα στατικό αντικείμενο προς θαυμασμό, αλλά μια δυναμική εμπειρία. Είναι η στιγμή που η υποκειμενική αλήθεια του δημιουργού συναντά την υποκειμενική ευαισθησία του δέκτη. Όταν αυτό συμβαίνει, οι ταμπέλες καταρρέουν. Το συναίσθημα δεν γνωρίζει από είδη, τάξεις ή θεωρίες· γνωρίζει μόνο την αλήθεια της ανθρώπινης επαφής, καθιστώντας την τέχνη τη μόνη παγκόσμια γλώσσα που διαθέτουμε. 


Είναι τέχνη το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι;



Όταν μιλάμε για τέχνη, οι περισσότεροι σκέφτονται κάτι «υψηλό»· έναν πίνακα σε μουσείο, μια συμφωνία, ένα ποίημα δύσκολο και σκοτεινό. Κι όμως, η τέχνη δεν γεννήθηκε μόνο για τις αίθουσες και τους ειδικούς. Γεννήθηκε πρώτα από την ανθρώπινη ανάγκη να εκφραστεί ο πόνος, ο έρωτας, η απώλεια, η χαρά και η μοναξιά. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε και το λαϊκό τραγούδι.

Σήμερα πολλοί αμφισβητούν αν η σύγχρονη λαϊκή και ποπ μουσική -όπως τα τραγούδια που ερμηνεύει η Μορφούλα Ιακωβίδου, η Κατερίνα Λιόλιου και η Ιουλία Καλλιμάνη- μπορεί να θεωρηθεί τέχνη. Η αμφιβολία αυτή στηρίζεται συχνά στην εμπορικότητα, στην απλότητα των στίχων ή στη μαζική κατανάλωση. Όμως η τέχνη δεν μετριέται μόνο από την πολυπλοκότητα. Μετριέται και από την ικανότητά της να αγγίζει ανθρώπους.

Το λαϊκό τραγούδι λειτουργεί κυρίως μέσα από το άμεσο συναίσθημα. Δεν ζητά πάντα στοχασμό· ζητά συμμετοχή. Ο ακροατής δεν στέκεται απέναντί του όπως απέναντι σε έναν πίνακα· μπαίνει μέσα του. Το τραγουδά, το χορεύει, το ζει. Σε ένα νυχτερινό μαγαζί, σε ένα αυτοκίνητο τα ξημερώματα, σε ένα χωρισμό ή σε μια στιγμή μέθης, το τραγούδι γίνεται τρόπος εκτόνωσης και κοινής εμπειρίας.



Ίσως γι’ αυτό το λαϊκό τραγούδι έχει κάτι βαθιά συλλογικό. Οι άνθρωποι ενώνονται μέσα από κοινά λόγια και κοινά αισθήματα. Όπως στην αρχαία τραγωδία το κοινό βίωνε μαζί τον φόβο και τον οίκτο, έτσι και σήμερα ένα τραγούδι μπορεί να δημιουργήσει μια σύγχρονη μορφή κάθαρσης. Η μορφή άλλαξε· η ανάγκη παρέμεινε ίδια.

Βέβαια, υπάρχει και η κριτική. Ο κορυφαίος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και μουσικολόγος, Theodor W. Adorno πίστευε ότι η μαζική κουλτούρα συχνά μετατρέπει την τέχνη σε προϊόν κατανάλωσης. Μέσα στη μουσική βιομηχανία, το τραγούδι κινδυνεύει να γίνει επανάληψη, εύκολη συγκίνηση ή εμπόρευμα. Αυτή η κριτική δεν είναι αβάσιμη. Πράγματι, πολλές φορές η αγορά καθορίζει το τι ακούμε, περισσότερο από την καλλιτεχνική αναζήτηση.



Ωστόσο, ακόμη και μέσα στην εμπορικότητα, παραμένει κάτι αληθινό: η ανθρώπινη ανάγκη να νιώσει, να ταυτιστεί και να μοιραστεί συναίσθημα. Αν ένα τραγούδι συνοδεύει στιγμές ζωής, αν εκφράζει αυτό που κάποιος δεν μπορεί να πει μόνος του, τότε αποκτά καλλιτεχνική δύναμη -έστω διαφορετική από εκείνη μιας συμφωνίας ή ενός φιλοσοφικού ποιήματος.

Η τέχνη, τελικά, δεν κατοικεί μόνο στα μουσεία και στα βιβλία. Κατοικεί και στις νύχτες των ανθρώπων, στις φωνές τους, στις υπερβολές τους, στις πληγές και στις επιθυμίες τους. Και ίσως εκεί, μέσα σε ένα λαϊκό τραγούδι που όλοι τραγουδούν μαζί, να κρύβεται μια από τις πιο παλιές μορφές τέχνης: η ανάγκη να μην αισθανόμαστε μόνοι.


ΥΓ) Έχω δει ανθρώπους να συγκινούνται βαθιά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ακούγοντας μια όπερα του Giuseppe Verdi. Μια σχεδόν τελετουργική συγκίνηση- πειθαρχημένη, σιωπηλή, καλλιεργημένη.
Όμως δεν έχω δει ποτέ εκείνο που έχω δει σε λαϊκά μαγαζιά όπως το Tokyo Theater Athens: άνθρωπους μισομεθυσμένους να σιγοτραγουδούν με δάκρυα στα μάτια, σαν να κρατιούνται από έναν στίχο για να μη καταρρεύσουν πλήρως.
Κι αυτό ίσως λέει κάτι σημαντικό για την τέχνη.
Υπάρχει τέχνη που την θαυμάζεις
κι υπάρχει τέχνη που κατοικεί μέσα στη ζωή σου.
Η πρώτη συχνά ζητά παιδεία, απόσταση και προσήλωση.
Η δεύτερη ζητά μόνο μια πληγή για να μπει μέσα σου.
Κανείς δεν βγαίνει από τον Βέρντι σπάζοντας ποτήρια από καημό.
Όμως χιλιάδες άνθρωποι έχουν γονατίσει σε ένα λαϊκό τραγούδι λες και βρίσκονται σε εξομολόγηση.
Ίσως λοιπόν η αξία της τέχνης να μη βρίσκεται μόνο στην αισθητική της ανωτερότητα, αλλά και στο πόσο βαθιά μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία.
Γιατί η μεγάλη τέχνη δεν είναι πάντα αυτή που υμνούν οι αίθουσες·
μερικές φορές είναι αυτή που επιβιώνει μέσα στις ραγισμένες φωνές των ανθρώπων, μετά τα μεσάνυχτα.




Η Ψυχολογία της Τέχνης.


Η τέχνη γεννιέται εκεί όπου η ψυχή δεν αντέχει να μείνει σιωπηλή.

Πριν γίνει πίνακας, ποίημα, μουσική ή θέατρο, η τέχνη είναι μια εσωτερική πίεση: μια ανάγκη να μετατραπεί το συναίσθημα σε μορφή. Ο άνθρωπος δημιουργεί όχι μόνο για να εκφραστεί, αλλά και για να επιβιώσει απέναντι στο χάος του εαυτού του.

Η ψυχολογία της τέχνης αρχίζει από αυτή τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: να δώσουμε νόημα σε όσα μας πληγώνουν, μας συγκλονίζουν, ή μας ξεπερνούν. Ο πόνος γίνεται στίχος. Η μοναξιά γίνεται μουσική. Ο φόβος γίνεται εικόνα. Και η επιθυμία, συχνά, γίνεται ολόκληρος πολιτισμός.

Ο καλλιτέχνης δεν βλέπει τον κόσμο όπως οι άλλοι. Ή μάλλον, βλέπει το ίδιο πράγμα αλλά δεν αντέχει να το αφήσει απαρατήρητο. Εκεί όπου οι περισσότεροι βλέπουν έναν δρόμο, εκείνος βλέπει εγκατάλειψη, μνήμη, χρόνο, μια σκιά που θυμίζει παιδική ηλικία. Η τέχνη είναι η ψυχολογική ικανότητα να φορτίζεις τα πράγματα με εσωτερικό βάθος.

Μα και ο θεατής συμμετέχει στην τέχνη. Κανένα έργο δεν ολοκληρώνεται μόνο από τον δημιουργό. Ο πίνακας αλλάζει ανάλογα με τα μάτια που τον κοιτούν. Ένα τραγούδι γίνεται προσωπικό μόλις συναντήσει μια πληγή. Γι’ αυτό δύο άνθρωποι μπορούν να ακούσουν την ίδια μουσική και ο ένας να δακρύσει ενώ ο άλλος αδιαφορεί. Η τέχνη λειτουργεί σαν καθρέφτης του ψυχισμού.

Υπάρχει επίσης κάτι βαθιά θεραπευτικό στην τέχνη. Ο άνθρωπος συχνά δεν μπορεί να εξηγήσει αυτό που νιώθει, μπορεί όμως να το ζωγραφίσει, να το τραγουδήσει, να το γράψει. Η δημιουργία γίνεται ένας τρόπος να οργανωθεί το εσωτερικό χάος χωρίς να χαθεί η έντασή του.

Κι όμως, η τέχνη δεν είναι μόνο παρηγοριά. Μπορεί να είναι και αποκάλυψη. Να μας αναγκάσει να δούμε όσα κρύβαμε από τον εαυτό μας. Ένα μεγάλο έργο τέχνης δεν μας χαϊδεύει πάντα· μερικές φορές μας ξεγυμνώνει.

Ίσως γι’ αυτό η τέχνη μοιάζει τόσο κοντά στην ανθρώπινη ψυχή. Επειδή και οι δύο είναι αντιφατικές: ζητούν ομορφιά, μα γεννιούνται συχνά από ρήγματα. Αναζητούν αρμονία, μα τρέφονται από αβεβαιότητα.

Η ψυχολογία της τέχνης είναι τελικά η ιστορία του ανθρώπου που προσπαθεί να μετατρέψει το εσωτερικό του σκοτάδι σε κάτι που μπορεί να φωτίσει και τους άλλους.

«Μια ανάσα ανάμεσα σε θάλασσα κι ουρανό.»