Υπάρχει ένα φως που δεν το βλέπει το μάτι. Δεν πέφτει πάνω στα πράγματα· γεννιέται μέσα τους. Είναι η μικρή ηλεκτρική αναλαμπή ενός νευρώνα, μια στιγμή ύλης που παύει να είναι απλώς ύλη και γίνεται, χωρίς να το γνωρίζει, σκέψη.
Ίσως ο άνθρωπος να είναι αυτό το παράδοξο: μια ύλη που απέκτησε την ικανότητα να αναρωτιέται τι είναι η ύλη.
Μέσα στον εγκέφαλο δεν κατοικούν ιδέες όπως κατοικούν τα αντικείμενα σε ένα δωμάτιο. Δεν υπάρχει κάπου η μνήμη, κλεισμένη σε ένα συρτάρι, ούτε η αγάπη σε μια συγκεκριμένη γωνιά του εγκεφάλου. Υπάρχουν σχέσεις, διαδρομές, σιωπές και εκφορτίσεις. Κι όμως, από αυτή την άυλη τάξη της ύλης αναδύεται ένας ολόκληρος κόσμος.
Ένα πρόσωπο που δεν βρίσκεται πια μπροστά μας μπορεί να επιστρέψει από μια σπίθα. Μια μυρωδιά μπορεί να ανοίξει έναν χρόνο που θεωρούσαμε χαμένο. Μια λέξη μπορεί να ξυπνήσει έναν νεκρό έρωτα. Τίποτε δεν επιστρέφει πραγματικά· κι όμως όλα επιστρέφουν μέσα από τη μνήμη.
Εκεί βρίσκεται ίσως η βαθύτερη μυστηριότητα του εγκεφάλου: δεν παράγει μόνο εικόνες του κόσμου. Παράγει την εμπειρία ότι υπάρχει ένας κόσμος.
Οι νευρώνες δεν γνωρίζουν ότι φωτίζουν. Δεν γνωρίζουν το πρόσωπο που θυμόμαστε, τον φόβο που αισθανόμαστε, ούτε το όνομα που ψιθυρίζουμε μέσα μας. Κι όμως, από τη δική τους σιωπηλή συνεργασία γεννιέται εκείνος που γνωρίζει, θυμάται, φοβάται και αγαπά.
Ίσως λοιπόν η συνείδηση να μην είναι ένα φως που προστέθηκε στην ύλη, αλλά η στιγμή που η ύλη έγινε αρκετά περίπλοκη ώστε να αποκτήσει εσωτερικότητα.
Και τότε ο εγκέφαλος μοιάζει με νυχτερινό ουρανό.
Μόνο που τα άστρα του δεν βρίσκονται μακριά. Ανάβουν μέσα μας.
Και κάθε φορά που ένας νευρώνας λάμπει, ίσως δεν φωτίζεται απλώς ένας εγκέφαλος· για μια απειροελάχιστη στιγμή, το σύμπαν αποκτά έναν τρόπο να κοιτάζει τον εαυτό του.




















