20/10/26

Ποιος φοβάται τις εκλογές;



Οι εκλογές είναι μια παράξενη υπόθεση. Κάθε τέσσερα χρόνια, περίπου, οι κυβερνώντες θυμούνται ότι η εξουσία ανήκει στον λαό. Στο μεταξύ, κάνουν ό,τι μπορούν για να τον πείσουν πως δεν υπάρχει λόγος να την πάρει πίσω: την εξουσία εννοείται- που ο λαός τους την παραχώρησε με την ψήφο του. Γιατί την ψήφο άπαξ και ο λαός την ρίξει στην κάλπη με τίποτα δεν την παίρνει πίσω. 

Τον καλούν να ψηφίσει, αρκεί να μην αμφισβητήσει όσα έχουν ήδη αποφασιστεί. Του ζητούν να επιλέξει, αρκεί να μην επιλέξει κάτι που θα ανατρέψει τις ισορροπίες. Του μιλούν για τη δημοκρατία, αλλά συχνά συμπεριφέρονται σαν να είναι μια ενοχλητική διαδικασία που πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.

Και τότε αρχίζει η γνωστή συζήτηση: Είναι η κατάλληλη στιγμή; Είναι ώριμες οι συνθήκες; Αντέχει η οικονομία; Μήπως χρειάζεται σταθερότητα;

Η σταθερότητα, βέβαια, είναι υπέροχο πράγμα. Ιδίως για εκείνους που βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Για τους υπόλοιπους, μπορεί να σημαίνει απλώς ότι πρέπει να συνηθίσουν τη θέση τους.

Αλλά ποιος φοβάται πραγματικά τις εκλογές; Εκείνος που κυβερνά και θέλει να συνεχίσει να κυβερνά χωρίς να ενοχλείται; Εκείνος που έχει επενδύσει στην πολιτική του επιβίωση; Εκείνος που συγχέει το κράτος με το κόμμα του, τους θεσμούς με τους μηχανισμούς του και την κοινωνική συναίνεση με τη σιωπή;

Ή μήπως τις φοβούνται όσοι έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως θεατές μιας παράστασης, στην οποία οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κοστούμια, αλλά το έργο παραμένει το ίδιο;

Οι εκλογές, ασφαλώς, δεν λύνουν από μόνες τους τα προβλήματα. Δεν καταργούν την ανισότητα, δεν εξαφανίζουν τη διαφθορά, δεν εξασφαλίζουν ότι οι υποσχέσεις θα γίνουν πράξεις. Προσφέρουν, όμως, κάτι θεμελιώδες: τη δυνατότητα του πολίτη να κρίνει, να αποδοκιμάσει, να επιβραβεύσει ή να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Κι αυτό είναι που κάνει την κάλπη τόσο ενοχλητική για όποιον θεωρεί την εξουσία προσωπική ιδιοκτησία.

Γιατί στη δημοκρατία η κυβέρνηση δεν έχει ιδιοκτήτη. Έχει ημερομηνία λήξης και οφείλει να λογοδοτεί. Δεν δικαιούται να απαιτεί την εμπιστοσύνη των πολιτών ως λευκή επιταγή ούτε να επικαλείται διαρκώς τον φόβο της επόμενης ημέρας για να αποφεύγει την κρίση της κοινωνίας.

Οι εκλογές δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία. Είναι η δοκιμασία της.

Και αν κάποιος τις φοβάται, το ερώτημα δεν είναι γιατί ο λαός θέλει να ψηφίσει.

Το ερώτημα είναι γιατί ορισμένοι θέλουν τόσο πολύ να αποφασίζουν εκείνοι πότε δικαιούται να μιλήσει.





«Οι Σουφραζέτες.»


Suffragette: Η ισότητα δεν χαρίστηκε, κατακτήθηκε.

📽 «Οι Σουφραζέτες»: Η ταινία της Sarah Gavron φωτίζει τον αγώνα των γυναικών για το δικαίωμα ψήφου και μας θυμίζει πως πολλά από όσα σήμερα θεωρούμε αυτονόητα κατακτήθηκαν μέσα από διώξεις, φυλακίσεις και προσωπικές θυσίες.

Υπάρχουν δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, ξεχνώντας πως κάποτε αποτελούσαν προνόμια λίγων. Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών είναι ένα από αυτά. Η ταινία "Suffragette" («Οι Σουφραζέτες»), παραγωγής 2015, σε σκηνοθεσία της Sarah Gavron και σενάριο της Abi Morgan, μας μεταφέρει στη Βρετανία των αρχών του 20ού αιώνα, αναδεικνύοντας τον αγώνα για την πολιτική ισότητα.

Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορική ταινία, αλλά για μια ιστορία αντίστασης απέναντι σε μια κοινωνία που αντιμετώπιζε τις γυναίκες ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

💃 Από την υποταγή στην αντίσταση.

Η πρωταγωνίστρια, Maud Watts, την οποία υποδύεται η Carey Mulligan, είναι μια νεαρή εργάτρια σε βιομηχανικό πλυντήριο του Λονδίνου. Εργάζεται από παιδί, βιώνει την εκμετάλλευση και τη σεξουαλική παρενόχληση, ενώ στο σπίτι της αντιμετωπίζει τους περιορισμούς μιας βαθιά πατριαρχικής κοινωνίας.

Η Maud είναι φανταστικό πρόσωπο, αλλά η ιστορία της αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες ζωής πολλών γυναικών της εργατικής τάξης. Όταν έρχεται σε επαφή με το κίνημα των σουφραζετών, η προσωπική της αγανάκτηση μετατρέπεται σε πολιτική συνείδηση.

Σημαντική μορφή της ταινίας είναι η Emmeline Pankhurst, την οποία υποδύεται η Meryl Streep. Ιδρύτρια της Women's Social and Political Union το 1903, η Pankhurst υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ηγέτιδες του μαχητικού κινήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών.

Το σύνθημα «Πράξεις, όχι λόγια» εκφράζει την απογοήτευση ενός τμήματος του κινήματος απέναντι στην αργή πρόοδο των διεκδικήσεων. Ορισμένες ακτιβίστριες στράφηκαν σε παράνομες και δυναμικές ενέργειες, αντιμετωπίζοντας συλλήψεις, φυλακίσεις και καταστολή. Άλλες συνέχισαν να υποστηρίζουν ειρηνικές μορφές διαμαρτυρίας. Το γυναικείο κίνημα δεν υπήρξε ενιαίο ως προς τις μεθόδους του, είχε όμως κοινό αίτημα την πολιτική ισότητα.

✊️ Το προσωπικό τίμημα της ελευθερίας.

Η Maud πληρώνει ακριβά την απόφασή της να αγωνιστεί. Φυλακίζεται, υφίσταται αναγκαστική σίτιση κατά τη διάρκεια απεργίας πείνας και έρχεται αντιμέτωπη με τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η σύγκρουση με τον σύζυγό της οδηγεί στην απομάκρυνσή της από το σπίτι και στην απώλεια της καθημερινής επαφής με τον γιο της.

Η ιστορία της είναι μυθοπλαστική, αλλά φωτίζει μια πραγματικότητα της εποχής: οι γυναίκες που αμφισβητούσαν τους κοινωνικούς κανόνες κινδύνευαν να χάσουν όχι μόνο την κοινωνική τους θέση, αλλά και την οικογενειακή τους ασφάλεια και την ατομική τους ελευθερία.

Η ταινία αναδεικνύει έτσι μια ουσιαστική αντίφαση. Οι γυναίκες εργάζονταν, συντηρούσαν οικογένειες και συμμετείχαν στην οικονομική ζωή, αλλά δεν διέθεταν ίσα πολιτικά δικαιώματα. Η απαίτηση για ψήφο ήταν επομένως κάτι περισσότερο από μια θεσμική διεκδίκηση: ήταν αμφισβήτηση μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

🏇 Η Emily Davison και το τραγικό γεγονός του Epsom.

Στην κορύφωση της ταινίας παρουσιάζεται ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός. Στις 4 Ιουνίου 1913, κατά τη διάρκεια του Derby στο Epsom, η ακτιβίστρια Emily Wilding Davison βρέθηκε μπροστά στο άλογο Anmer, ιδιοκτησίας του βασιλιά Γεωργίου Ε΄, και τραυματίστηκε θανάσιμα. Πέθανε τέσσερις ημέρες αργότερα.

Η Davison είχε αφιερώσει τη ζωή της στον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών και είχε φυλακιστεί επανειλημμένα. Το γεγονός προκάλεσε διεθνή δημοσιότητα, ενώ η κηδεία της εξελίχθηκε σε μεγάλη δημόσια εκδήλωση του κινήματος. Η ιστορία της συμβολίζει το υψηλό τίμημα που κατέβαλαν πολλές γυναίκες για να ακουστούν σε μια κοινωνία που αρνιόταν να αναγνωρίσει τα δικαιώματά τους.

✊️ Από τη Βρετανία στην Ελλάδα και στον Κόσμο.

Η κατάκτηση της εκλογικής ισότητας υπήρξε σταδιακή. Στη Βρετανία, το 1918 το δικαίωμα ψήφου δόθηκε σε γυναίκες άνω των 30 ετών που πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πλήρης εκλογική ισότητα με τους άνδρες κατοχυρώθηκε το 1928.

Στην Ελλάδα, οι γυναίκες για  πρώτη  φορά συμμετείχαν στις εκλογές του Εθνικού Συμβουλίου που οργάνωσε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης το 1944. Τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε εθνικό επίπεδο κατοχυρώθηκαν το 1952, ενώ οι Ελληνίδες συμμετείχαν σε βουλευτικές εκλογές με γενικευμένο δικαίωμα ψήφου το 1956.  Υπήρξαν χώρες που καθυστέρησαν ακόμη περισσότερο (όπως η Ελβετία το 1971). Η Σαουδική Αραβία ήταν η τελευταία χώρα του κόσμου που επέκτεινε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες στις δημοτικές εκλογές του 2015.  Το Βατικανό είναι η μόνη επικράτεια στον κόσμο όπου οι γυναίκες δεν ψηφίζουν. Αυτό συμβαίνει επειδή το κράτος αποτελεί απόλυτη θεοκρατική μοναρχία. Η μόνη εκλογική διαδικασία που πραγματοποιείται είναι για την ανάδειξη του Πάπα. Δικαίωμα ψήφου σε αυτήν έχουν αποκλειστικά οι Καρδινάλιοι της Καθολικής Εκκλησίας, ένα αξίωμα που παραμένει κλειστό για τις γυναίκες.

Σε ορισμένα κράτη βέβαια με απολυταρχικά καθεστώτα, οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα ψήφου ακόμη και σήμερα επειδή δεν διεξάγονται καθόλου εθνικές εκλογές ή επειδή το δικαίωμα ψήφου είναι εξαιρετικά περιορισμένο για ολόκληρο τον πληθυσμό, ανεξαρτήτως φύλου. Στο Μπρουνέι δεν έχουν διεξαχθεί εθνικές εκλογές από το 1962. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορούν να ψηφίσουν μόνο σε τοπικό επίπεδο για την εκλογή ηγετών των χωριών. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα & στο Κατάρ, οι εκλογικές διαδικασίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες ή έχουν ανασταλεί, περιορίζοντας τα πολιτικά δικαιώματα και των δύο φύλων.




📽 Γιατί αξίζει να δει κανείς την ταινία σήμερα;

Με τις ερμηνείες της Carey Mulligan, της Helena Bonham Carter και της Meryl Streep, η ταινία αποφεύγει να παρουσιάσει τον αγώνα των γυναικών ως μια εύκολη πορεία προς τη δικαίωση. Αναδεικνύει τον φόβο, τις απώλειες και τις συγκρούσεις που συνόδευσαν μια βαθιά κοινωνική αλλαγή.

Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ: η Maud είναι φανταστική και ορισμένα γεγονότα έχουν δραματοποιηθεί. Η ιστορική της βάση, ωστόσο, μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο αυτονόητη μπορεί να είναι μια ελευθερία, όταν χρειάστηκαν δεκαετίες αγώνων για να αναγνωριστεί;

Η ιστορία των σουφραζετών δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Μας θυμίζει ότι οι κοινωνίες αλλάζουν όταν κάποιοι αρνούνται να αποδεχθούν την αδικία ως φυσική τάξη πραγμάτων.

Η ισότητα δεν χαρίστηκε από την εξουσία. Κατακτήθηκε από ανθρώπους που τόλμησαν να αμφισβητήσουν όσα οι άλλοι θεωρούσαν αμετάβλητα. Και κάθε δικαίωμα που κατακτήθηκε με αγώνες αξίζει να προστατεύεται, όχι να θεωρείται δεδομένο.





Τα δικαιώματα του καπνιστή...

 


Ο καπνιστής είναι ένας άνθρωπος υπό διωγμό. Κάποτε τον έβλεπες να ανάβει τσιγάρο στο καφενείο, στο γραφείο, στο μπαλκόνι, ακόμη και σε φωτογραφίες όπου οι διανοούμενοι έμοιαζαν να σκέφτονται βαθύτερα επειδή έβγαζαν καπνό από το στόμα. Σήμερα, πριν ανάψει τσιγάρο, πρέπει να κάνει τοπογραφική μελέτη, να εντοπίσει τον πλησιέστερο επιτρεπόμενο χώρο και να βεβαιωθεί ότι δεν ενοχλεί κανέναν σε ακτίνα τριών οικοδομικών τετραγώνων.

Το δικαίωμα του καπνιστή, βεβαίως, δεν είναι δικαίωμα να καπνίζει πάνω από το πιάτο του διπλανού, στο πρόσωπο ενός παιδιού ή στα πνευμόνια κάποιου που δεν κάπνισε ποτέ. Η ελευθερία του ενός σταματά εκεί όπου αρχίζει η αναγκαστική εισπνοή του άλλου. Αλλά κάπου ανάμεσα στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην ηθική σταυροφορία, ο καπνιστής μετατρέπεται συχνά από άνθρωπο με μια κακή συνήθεια σε δημόσιο κατηγορούμενο.

Δεν φτάνει που πληρώνει για να αγοράσει τα τσιγάρα του. Πληρώνει και φόρους για να τα αγοράσει, ενώ το κράτος εισπράττει και ταυτόχρονα του εξηγεί πόσο κακό κάνει στον εαυτό του. Μια ιδιότυπη σχέση: ο ένας πουλάει, ο άλλος αγοράζει, και στο τέλος ο ένας συμβουλεύει τον άλλον να σταματήσει. Ο καπνιστής, πάντως, δεν ζητά να του απονεμηθεί παράσημο αυτοκαταστροφής. Ζητά απλώς να μην αντιμετωπίζεται σαν να διέπραξε έγκλημα επειδή άναψε ένα τσιγάρο στον επιτρεπόμενο χώρο.

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράδοξο. Ζούμε σε μια κοινωνία που ανέχεται την εξάντληση στη δουλειά, την αγωνία για το νοίκι, το άγχος της επιβίωσης, την ατμοσφαιρική ρύπανση και την καθημερινή κατανάλωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όλα αυτά θεωρούνται λίγο-πολύ φυσιολογικά. Για ένα τσιγάρο, όμως, μπορεί να στηθεί ολόκληρο ηθικό δικαστήριο.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία και η διακοπή του είναι σημαντική. Αλλά η ενημέρωση δεν χρειάζεται περιφρόνηση, ούτε η πρόληψη απαιτεί εξευτελισμό. Ο καπνιστής δικαιούται σεβασμό, όπως δικαιούται και ο μη καπνιστής καθαρό αέρα. Η πολιτισμένη κοινωνία δεν χρειάζεται ούτε να κυνηγά ανθρώπους με αναπτήρες ούτε να τους επιτρέπει να καπνίζουν παντού.

Το πραγματικό δικαίωμα του καπνιστή είναι να παραμένει άνθρωπος και όχι να γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Να μπορεί να ανάψει το τσιγάρο του εκεί όπου επιτρέπεται, χωρίς να θεωρείται λεπρός, και να μπορεί κάποτε να το σβήσει οριστικά χωρίς να αισθάνεται ότι έχασε ένα κομμάτι της ελευθερίας του.

Γιατί ελευθερία δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις αδιαφορώντας για τους άλλους. Είναι να μη χρειάζεται να απαγορεύσουμε την ανθρωπιά για να προστατεύσουμε την υγεία.

Και, μεταξύ μας, αν μπορούσαμε να απαγορεύσουμε όλα όσα μας κάνουν κακό, θα έπρεπε να κλείσουμε πρώτα τα χρηματιστήρια, μερικά τηλεοπτικά στούντιο και αρκετά κοινοβούλια. Το τσιγάρο θα μπορούσε να περιμένει στην ουρά.


Τα αντρικά δικαιώματα και άλλα ανέκδοτα...


Ο άντρας είναι ένα παρεξηγημένο πλάσμα. Από μικρό παιδί τον εκπαιδεύουν για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. «Οι άντρες δεν κλαίνε», του λένε, κι εκείνος μεγαλώνει και κλαίει κρυφά μπροστά στον λογαριασμό της ΔΕΗ. «Ο άντρας πρέπει να είναι κυνηγός», του λένε, κι εκείνος περνάει τρεις ώρες στο σούπερ μάρκετ ψάχνοντας τη μάρκα γιαουρτιού που του υπέδειξε η γυναίκα του.

Το δικαίωμα στην ισότητα αρχίζει από το σπίτι. Να μπορεί να πει «σήμερα μαγειρεύω εγώ» χωρίς να χρειαστεί να κληθεί η Πυροσβεστική. Να έχει δικαίωμα επιλογής στην τηλεόραση, έστω για ένα ημίχρονο, χωρίς να ακούσει την ιστορική φράση «καλά, δεν βλέπεις ότι δεν έχει τίποτα;». Να μπορεί να αγοράσει ένα εργαλείο που δεν χρειάζεται, επειδή κάποτε μπορεί να χρειαστεί να επισκευάσει κάτι που δεν έχει χαλάσει ακόμη.

Και βέβαια, υπάρχει το δικαίωμα στην ασθένεια. Ο άντρας με 38 πυρετό θεωρεί ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της διαθήκης. Η γυναίκα με 39 μαγειρεύει, πλένει, φροντίζει τα παιδιά και στο τέλος ρωτάει αν θέλει να του φτιάξει και μια σουπίτσα. Εδώ η ισότητα έχει ακόμη δρόμο. Κυρίως μέχρι το φαρμακείο.

Αλλά και το δικαίωμα στην επικοινωνία είναι σοβαρή υπόθεση. Όταν η γυναίκα ρωτάει «τι έχεις;», ο άντρας απαντά «τίποτα». Όταν εκείνη ξαναρωτάει, απαντά πάλι «τίποτα». Όταν μετά από δύο ώρες εκείνη ανακαλύπτει τι έχει, εκείνος απορεί πώς το κατάλαβε. Η αντρική ψυχολογία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της επιστήμης, μαζί με το πού εξαφανίζονται οι κάλτσες μέσα στο πλυντήριο.

Και φυσικά, υπάρχει το δικαίωμα στην τελευταία λέξη. Ένα δικαίωμα που ο άντρας πιστεύει ότι διαθέτει συνταγματικά, μέχρι να ακούσει το «εντάξει, κάνε ό,τι θέλεις». Τότε αντιλαμβάνεται ότι το Σύνταγμα έχει ανασταλεί και ότι η δημοκρατία λειτουργεί με ειδικές διατάξεις.

Ας σοβαρευτούμε, όμως. 

Ο άντρας δικαιούται να μαγειρεύει, να καθαρίζει, να κλαίει, να φοβάται, να μεγαλώνει παιδιά και να μην ξέρει να αλλάζει λάστιχο. Δικαιούται ακόμη να παραδεχτεί ότι η γυναίκα του έχει δίκιο, χωρίς να θεωρηθεί ότι απειλείται η εθνική κυριαρχία.

Το δικαίωμα στην ισότητα είναι ιερό. Αρκεί να μη χρειαστεί να σιδερώσουμε το πουκάμισο μόνοι μας για να το υπερασπιστούμε.


Το δικαίωμα της γυναίκας στην ψήφο.

Υπήρξε μια εποχή που η γυναίκα μπορούσε να γεννά τους πολίτες, να μεγαλώνει τους αυριανούς ψηφοφόρους, να εργάζεται, να πληρώνει φόρους, να υπομένει τους πολέμους και να θρηνεί τους νεκρούς τους, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει την κοινωνία στην οποία ζούσε. Η κοινωνία τής αναγνώριζε σχεδόν όλες τις υποχρεώσεις και της αρνούνταν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα: την πολιτική της φωνή.

Η ιστορία του δικαιώματος ψήφου των γυναικών είναι η ιστορία μιας μεγάλης κοινωνικής σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούσαν την πολιτική προνόμιο των ανδρών και σε εκείνες που αρνήθηκαν να αποδεχτούν ότι η ιδιότητα του πολίτη καθορίζεται από το φύλο. Δεν ήταν μια αυτονόητη εξέλιξη της προόδου ούτε ένα δώρο που προσφέρθηκε από την καλή θέληση της εξουσίας. Ήταν μια κατάκτηση, αποτέλεσμα αγώνων, διεκδικήσεων, φυλακίσεων και κοινωνικής αμφισβήτησης.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το κίνημα των σουφραζέτων στη Βρετανία έδωσε στον αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση των γυναικών μια δυναμική και μαχητική μορφή. Με πρωταγωνίστρια την Έμελιν Πάνκχερστ και την οργάνωση Women's Social and Political Union, που ιδρύθηκε το 1903, γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, οργάνωσαν διαδηλώσεις, αμφισβήτησαν δημόσια την ανδρική κυριαρχία στην πολιτική και αντιμετώπισαν την αστυνομική καταστολή και τη φυλάκιση. Το σύνθημά τους, «Πράξεις, όχι λόγια», συμπύκνωνε την αγανάκτησή τους απέναντι σε μια κοινωνία που μπορούσε να συζητά ατελείωτα για την ισότητα, χωρίς να είναι πρόθυμη να την εφαρμόσει.

Οι σουφραζέτες δεν ήταν οι μοναδικές γυναίκες που αγωνίστηκαν για την ψήφο. Άλλες σουφραζίστριες επέλεξαν ειρηνικές και θεσμικές μορφές διεκδίκησης, ενώ ευρύτερα γυναικεία κινήματα συνέδεσαν την πολιτική ισότητα με την εκπαίδευση, την εργασία, την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική αξιοπρέπεια. Παρά τις διαφορές στις μεθόδους τους, όλες αυτές οι διεκδικήσεις έθεταν το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: με ποιο δικαίωμα μια κοινωνία απαιτεί από τις γυναίκες να υπακούουν στους νόμους της, όταν τους αρνείται τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους;

Η κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου στη Βρετανία ήρθε σταδιακά. Το 1918 δόθηκε δικαίωμα ψήφου σε ορισμένες κατηγορίες γυναικών, με περιορισμούς ηλικίας και άλλες προϋποθέσεις, ενώ το 1928 εξισώθηκαν οι όροι ψήφου ανδρών και γυναικών. Η αλλαγή αυτή δεν υπήρξε απλώς μια θεσμική μεταρρύθμιση. Αποτέλεσε ρήγμα σε μια αντίληψη αιώνων, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα μπορούσε να θεωρείται υπεύθυνη για την οικογένεια, αλλά όχι ισότιμη συμμέτοχος στη δημόσια ζωή.

Στην Ελλάδα, η ιστορία του γυναικείου δικαιώματος ψήφου έχει μια ιδιαίτερη διαδρομή, καθώς συνδέεται και με την περίοδο της Κατοχής. Τον Απρίλιο του 1944, μέσα στις συνθήκες της γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Εθνικό Συμβούλιο, με πρωτοβουλία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της γνωστής ΠΕΕΑ, που αποκαλούνταν και «Κυβέρνηση του Βουνού».

Σε αυτή την εκλογική διαδικασία συμμετείχαν και γυναίκες, αποκτώντας τη δυνατότητα να ψηφίσουν και να συμμετάσχουν σε μια πολιτική διαδικασία που το επίσημο ελληνικό κράτος εξακολουθούσε να τους αρνείται. Ήταν μια στιγμή ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας: την ώρα που η χώρα βρισκόταν υπό κατοχή, μέσα στην πείνα, στις διώξεις και στον αγώνα για την απελευθέρωση, η πολιτική ισότητα εντασσόταν σε ένα ευρύτερο όραμα κοινωνικής συμμετοχής.

Η συμμετοχή των γυναικών στις εκλογές του 1944 και η Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα το 1948, οδήγησαν εξ ανάγκης στην μεταγενέστερη επίσημη κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών από το ελληνικό κράτος: το 1952 αναγνωρίστηκε νομοθετικά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στις βουλευτικές εκλογές, ενώ η πρώτη συμμετοχή τους σε εθνικές βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκε το 1956. Η απόσταση ανάμεσα στο 1944 και στο 1952 αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική δυνατότητα που ασκήθηκε μέσα στην Αντίσταση και στην κατοπινή θεσμική της αναγνώριση.

Ωστόσο, το δικαίωμα ψήφου δεν εξάλειψε αυτομάτως τις κοινωνικές ανισότητες. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να ψηφίζει δεν εξασφάλισε από μόνη της ίση αμοιβή, επαγγελματική ισότητα, οικονομική ανεξαρτησία, προστασία από τη βία ή ισότιμη παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η κάλπη άνοιξε μια πόρτα, αλλά δεν γκρέμισε όλους τους τοίχους.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Τα δικαιώματα δεν είναι φυσικά δώρα της εξουσίας προς τους ανθρώπους. Είναι κοινωνικές κατακτήσεις, που χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση. Κάθε φορά που μια γυναίκα αποκλείεται, υποτιμάται ή αντιμετωπίζεται ως λιγότερο ικανή εξαιτίας του φύλου της, η δημοκρατία αποκαλύπτει τις εκκρεμότητές της.

Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών δεν αφορά, άλλωστε, μόνο τις γυναίκες. Αφορά την ίδια την έννοια της δημοκρατίας. Ποια δημοκρατία μπορεί να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την κοινωνία, όταν αποκλείει από τις αποφάσεις της τον μισό πληθυσμό; Και πόσο καθολικό μπορεί να είναι ένα δικαίωμα όταν η εφαρμογή του εξαρτάται από το φύλο εκείνου που το διεκδικεί;

Οι σουφραζέτες, οι γυναίκες της Αντίστασης και οι γενιές των γυναικών που διεκδίκησαν την πολιτική ισότητα μάς υπενθυμίζουν ότι η ιστορία δεν προχωρά μόνο με νόμους και διακηρύξεις. Προχωρά όταν άνθρωποι που έχουν αποκλειστεί αρνούνται να αποδεχτούν τον αποκλεισμό τους. Όταν εκείνοι που θεωρούνται υπήκοοι απαιτούν να αναγνωριστούν ως πολίτες. Όταν το αυτονόητο παύει να είναι προνόμιο και γίνεται δικαίωμα.

Η ισότητα δεν αρχίζει όταν επιτρέπεται σε όλους να ψηφίζουν, αλλά όταν κανείς δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να έχει φωνή.

Γιατί η δημοκρατία δεν είναι ανδρική ή γυναικεία ιδιοκτησία. Είναι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να συμμετέχει ισότιμα στη διαμόρφωση του κοινού κόσμου. Και αυτό το δικαίωμα δεν παραχωρείται από εκείνους που κατέχουν την εξουσία. Κατακτάται από εκείνους που αρνούνται να ζουν χωρίς αυτό.


Το δικαίωμα της γυναίκας να ορίζει το σώμα της.




Υπάρχει μια παράξενη κοινωνία που μιλά αδιάκοπα για την ελευθερία, αρκεί να μπορεί να καθορίζει τα όριά της. Μια κοινωνία που διακηρύσσει πως το σώμα είναι προσωπική υπόθεση, μέχρι τη στιγμή που το γυναικείο σώμα εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο και τότε όλοι αποκτούν μια γνώμη, μια απαίτηση, μια ηθική να επιβάλουν.

Η γυναίκα μπορεί να ντυθεί όπως θέλει, αρκεί να μη ντυθεί τόσο ώστε να προκαλέσει και να θεωρηθεί προκλητική. Να είναι όμορφη, αλλά όχι να το επιδεικνύει. Να είναι σεμνή, αλλά όχι συντηρητική. Να είναι ελκυστική, αλλά να μην προκαλεί επιθυμίες. Να έχει προσωπικότητα, αρκεί να μην ενοχλεί την αισθητική και τις αντιλήψεις εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους αρμόδιο να την κρίνει. Ένας ατελείωτος κατάλογος αντιφάσεων, γραμμένος πάνω στο ύφασμα μιας κοινωνικής υποκρισίας.

Από το μήκος της φούστας μέχρι το βάθος του ντεκολτέ, από το στενό παντελόνι μέχρι το κοντό σορτς, τα ρούχα μιας γυναίκας μετατρέπονται συχνά σε δημόσιο κατηγορητήριο. Κάποιοι θα μιλήσουν για αξιοπρέπεια, άλλοι για ηθική, άλλοι για οικογενειακές αξίες. Και πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται συχνά η ίδια παλιά αντίληψη: ότι η γυναίκα οφείλει να διαχειρίζεται την εμφάνισή της με γνώμονα όχι τη δική της επιθυμία, αλλά την γνώμη των άλλων.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο αν μια γυναίκα επιλέγει ένα μακρύ φόρεμα ή ένα κοντό σορτς. Δεν βρίσκεται στο αν προτιμά να καλύπτει το σώμα της ή να το αναδεικνύει. Βρίσκεται στην πεποίθηση ότι κάποιος άλλος δικαιούται να αποφασίζει για εκείνη. Η ελευθερία δεν μετριέται με τα εκατοστά του υφάσματος. Δεν υπάρχει ηθικόμετρο ραμμένο στην ετικέτα ενός φορέματος ούτε η αξιοπρέπεια κρύβεται στις ραφές μιας μπλούζας.

Και βέβαια, η πατριαρχία δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή μιας απαγόρευσης. Μερικές φορές εμφανίζεται ως συμβουλή: «Μην προκαλείς». Ως δήθεν ενδιαφέρον: «Τι θα πει ο κόσμος;». Ως προειδοποίηση: «Έτσι όπως ντύνεσαι, δίνεις δικαιώματα». Μια γλωσσική κατασκευή που μεταφέρει την ευθύνη από εκείνον που παρενοχλεί σε εκείνη που υφίσταται την παρενόχληση. Σαν να είναι το ρούχο μια σιωπηλή συναίνεση, σαν να μπορεί η εμφάνιση να υποκαταστήσει τη θέληση.

Όμως, κανένα ρούχο δεν αποτελεί πρόσκληση για παρενόχληση. Κανένα ντεκολτέ δεν είναι συγκατάθεση. Κανένα γυμνό γόνατο δεν αφαιρεί από μια γυναίκα το δικαίωμα να κινείται με ασφάλεια στον δρόμο, στην εργασία, στην παραλία, στη νυχτερινή ζωή. Η ευθύνη για την προσβολή, την παρενόχληση και τη βία ανήκει σε εκείνον που τις ασκεί, όχι σε εκείνη που επιλέγει τι θα φορέσει.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά του ζητήματος. Η ελευθερία δεν είναι υποχρέωση να ντύνεσαι προκλητικά, όπως ακριβώς δεν είναι υποχρέωση να ντύνεσαι συντηρητικά. Μια γυναίκα έχει δικαίωμα να φορά μίνι, αλλά έχει το ίδιο δικαίωμα να φορά μακριά φούστα. Να επιλέγει το μακιγιάζ της ή να το απορρίπτει. Να ακολουθεί τη μόδα ή να αδιαφορεί γι’ αυτήν. Να ντύνεται για να αρέσει στον εαυτό της, για να εκφράσει την αισθητική της ή απλώς επειδή αυτό την κάνει να αισθάνεται άνετα.

Γιατί η πραγματική χειραφέτηση δεν αντικαθιστά έναν κανόνα με έναν άλλον. Δεν καταργεί τη συντηρητική επιταγή για να επιβάλει μια νέα επιταγή περί εμφάνισης, ομορφιάς και διαρκούς σεξουαλικής απελευθέρωσης. Καταργεί την ίδια την υποχρέωση να απολογείται μια γυναίκα για τις επιλογές της.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση: μια κοινωνία που έχει μετατρέψει το γυναικείο σώμα σε διαφημιστικό προϊόν, σε εμπορικό θέαμα και σε αντικείμενο αδιάκοπης αξιολόγησης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία τη γυναίκα που διεκδικεί να αποφασίζει η ίδια πώς θα εμφανίζεται. Το σώμα της είναι παντού στις διαφημίσεις, στις οθόνες, στις βιτρίνες, αλλά η αυτονομία της εξακολουθεί να ενοχλεί.

Η απάντηση δεν είναι να διδάξουμε στις γυναίκες πώς να ντύνονται για να αποφεύγουν τα βλέμματα. Είναι να μάθουμε στους ανθρώπους ότι το βλέμμα τους δεν αποτελεί εξουσία πάνω στους άλλους. Να πάψουμε να συγχέουμε την προσωπική αισθητική με τη δημόσια ηθική και την επιθυμία με το δικαίωμα κατοχής.

Το δικαίωμα της γυναίκας να ντύνεται όπως θέλει δεν είναι μια επιφανειακή διεκδίκηση της μόδας. Είναι μέρος του δικαιώματός της να ορίζει τον εαυτό της. Είναι το δικαίωμα να υπάρχει στον δημόσιο χώρο χωρίς να ζητά άδεια, να εκφράζεται χωρίς να φοβάται την καταδίκη και να επιλέγει χωρίς να μετατρέπεται σε κατηγορούμενη.

Γιατί η ελευθερία μιας γυναίκας αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η αξίωση των άλλων να αποφασίζουν για το σώμα της.

Και αν μια κοινωνία εξακολουθεί να μετρά την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας με το μήκος της φούστας της, ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη φούστα.

Βρίσκεται στο μυαλό εκείνων που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να τη μετρούν.


Το δικαίωμα στο χαμόγελο.



Το χαμόγελο είναι μια μικρή πράξη ελευθερίας. Δεν κοστίζει τίποτα, κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται ακόμη και τις προϋποθέσεις για να το χαρίσουν. Άνθρωποι που παλεύουν με την ανέχεια, την ανασφάλεια, τη μοναξιά, την καθημερινή εξάντληση ενός κόσμου που απαιτεί συνεχώς περισσότερα και προσφέρει όλο και λιγότερα.

Κι ύστερα υπάρχουν εκείνοι που αντιμετωπίζουν την ευτυχία σαν ατομική υπόθεση, λες και αρκεί μια θετική σκέψη για να εξαφανιστούν οι κοινωνικές ανισότητες, η αδικία και ο φόβος για το αύριο. Μα το χαμόγελο δεν είναι διαταγή, ούτε υποχρέωση. Κανείς δεν οφείλει να προσποιείται πως είναι ευτυχισμένος για να κάνει τους άλλους να αισθάνονται καλύτερα.

Το δικαίωμα στο χαμόγελο αρχίζει από το δικαίωμα σε μια ζωή με αξιοπρέπεια. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα ξυπνά κάθε πρωί με την αγωνία της επιβίωσης, όπου η εργασία δεν θα εξαντλεί τη ζωή και όπου η χαρά δεν θα αποτελεί προνόμιο όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν.

Γιατί το χαμόγελο είναι κάτι περισσότερο από μια έκφραση του προσώπου. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αισθάνεται πως μπορεί να ανασάνει, να αγαπήσει, να ονειρευτεί, να υπάρξει χωρίς να απολογείται.

Μια κοινωνία που δεν μπορεί να χαρίσει στους ανθρώπους της λόγους να χαμογελούν, δεν έχει ανάγκη από περισσότερες συμβουλές αισιοδοξίας. Έχει ανάγκη να αλλάξει.


Τα δικαιώματα των ζώων.



Για τα δικαιώματα των ζώων: Όταν ο άνθρωπος αυτοανακηρύσσεται ιδιοκτήτης της ζωής.

Υπάρχουν βιβλία που γράφονται για να περιγράψουν τον κόσμο και βιβλία που γράφονται για να αμφισβητήσουν τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν. Το βιβλίο του Κώστα Στεφ. Τσίπηρα "Για τα δικαιώματα των ζώων", που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Λιβάνη το 1994, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στρέφει το βλέμμα σε μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες αντιφάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού: την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, επειδή διαθέτει λογική, τεχνολογία και εξουσία, δικαιούται να ορίζει την τύχη κάθε άλλου ζωντανού πλάσματος.

Η ιδέα μοιάζει αυτονόητη όσο παραμένει ανεξέταστη. Ο άνθρωπος βρίσκεται στην κορυφή μιας φανταστικής πυραμίδας και όλα τα υπόλοιπα είδη τοποθετούνται χαμηλότερα, σαν να αποτελούν ένα τεράστιο απόθεμα τροφής, εργασίας, πειραματικού υλικού και εμπορεύσιμης ύλης. Η φύση μετατρέπεται σε αποθήκη πρώτων υλών και τα ζώα σε μονάδες παραγωγής. Η ζωή αποκτά τιμή, η ύπαρξη μεταφράζεται σε χρησιμότητα και η οδύνη γίνεται αποδεκτή εφόσον αποφέρει κέρδος.

Απέναντι σ’ αυτή την αντίληψη, η συζήτηση για τα δικαιώματα των ζώων θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: χρειάζεται ένα πλάσμα να μοιάζει στον άνθρωπο για να αξίζει τον σεβασμό του; Χρειάζεται να μιλά, να γράφει, να δημιουργεί πολιτισμό ή να υπερασπίζεται νομικά τον εαυτό του για να μην υποφέρει; Το γεγονός ότι ένα ζώο δεν μπορεί να διατυπώσει τις ανάγκες του στη δική μας γλώσσα δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκες. Η αδυναμία του να αντισταθεί στην ανθρώπινη εξουσία δεν αποτελεί δικαιολογία για την άσκησή της.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς συμπεριφερόμαστε στα ζώα, αλλά με ποιο δικαίωμα θεωρούμε ότι μας ανήκουν.

🐂 Η βιομηχανία της ζωής.

Η βιομηχανική κτηνοτροφία αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο τι συμβαίνει όταν η οικονομική αποτελεσματικότητα αποσυνδέεται από την ηθική ευθύνη. Ζωντανοί οργανισμοί περιορίζονται σε αριθμούς, η αναπαραγωγή και η ανάπτυξή τους υπάγονται στις ανάγκες της παραγωγής και ο θάνατός τους εντάσσεται σε μια οργανωμένη διαδικασία, σχεδιασμένη να εξυπηρετεί την αγορά.

Η γλώσσα βοηθά να διατηρείται η απόσταση. Δεν βλέπουμε το ζώο που υποφέρει, αλλά το προϊόν στο ράφι. Δεν συναντάμε τη ζωή που αφαιρέθηκε, αλλά ένα συσκευασμένο τρόφιμο. Ανάμεσα στο πλάσμα και στην κατανάλωση παρεμβάλλεται μια ολόκληρη βιομηχανία αορατότητας. Το αίμα εξαφανίζεται από το οπτικό μας πεδίο, η οδύνη απομακρύνεται από τη συνείδηση και η καθημερινότητά μας συνεχίζεται χωρίς ενοχλητικές ερωτήσεις.

Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στα εργαστήρια, όπου η χρήση ζώων για πειράματα προκαλεί δύσκολα ηθικά διλήμματα. Η επιστημονική έρευνα έχει συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση ασθενειών και στην κατανόηση της ζωής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε πείραμα είναι αυτομάτως δικαιολογημένο ή ότι η επιστημονική πρόοδος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξετάζει τα μέσα που χρησιμοποιεί. Η αναζήτηση εναλλακτικών μεθόδων, ο περιορισμός της οδύνης και η αυστηρή αξιολόγηση της αναγκαιότητας αποτελούν μέρος μιας επιστήμης που αναγνωρίζει τα όρια της εξουσίας της.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να βελτιώσει τη ζωή του. Είναι αν η βελτίωση αυτή μπορεί να θεωρείται πρόοδος όταν στηρίζεται στην αδιαφορία για τον πόνο άλλων έμβιων όντων.

🍖 Η ηθική αρχίζει από τις καθημερινές επιλογές.

Η σχέση μας με τα ζώα δεν καθορίζεται μόνο από τους νόμους και τις βιομηχανίες. Αποκαλύπτεται και στις καθημερινές μας συνήθειες, στις καταναλωτικές μας επιλογές, στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την τροφή και στην ευκολία με την οποία αποδεχόμαστε όσα δεν βλέπουμε.

Η οικολογική συνείδηση και ο ακτιβισμός, στο πλαίσιο της συζήτησης για τα δικαιώματα των ζώων, δεν αποτελούν απλώς διαφορετικά διατροφικά πρότυπα. Για πολλούς ανθρώπους εκφράζουν μια συνειδητή προσπάθεια περιορισμού της συμμετοχής τους στην εκμετάλλευση των ζώων. Δεν λύνουν από μόνα τους όλα τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, ούτε η ηθική αξία ενός ανθρώπου μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά από το περιεχόμενο του πιάτου του. Ανοίγουν, ωστόσο, έναν χώρο κριτικής απέναντι σε συνήθειες που θεωρούνται φυσιολογικές μόνο και μόνο επειδή είναι παλιές και ευρέως διαδεδομένες.

Κάθε πραγματική αλλαγή αρχίζει όταν το αυτονόητο παύει να είναι αδιαμφισβήτητο. Όταν ο καταναλωτής αναρωτιέται τι κρύβεται πίσω από ένα προϊόν. Όταν η κοινωνία εξετάζει αν η ευκολία της δικαιολογεί το κόστος που μεταφέρει σε άλλα πλάσματα. Όταν η οικονομία υποχρεώνεται να λογοδοτήσει για όσα η τιμή ενός προϊόντος δεν αποτυπώνει: την οδύνη, την καταστροφή των οικοσυστημάτων και την εξάντληση των φυσικών πόρων.

🐇 Το κυνήγι της ανθρώπινης υπεροψίας.

Το κυνήγι αποτελεί ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανθρώπινης αντίφασης απέναντι στη φύση: ο άνθρωπος που διαθέτει άφθονη τροφή, τεχνολογία και μέσα επιβίωσης εξακολουθεί να αφαιρεί ζωές ζώων συχνά για αναψυχή, επικαλούμενος μια παράδοση που προηγήθηκε της ίδιας της κοινωνίας του. Άλλο ήταν το κυνήγι όταν αποτελούσε όρο επιβίωσης και άλλο όταν μετατρέπεται σε χόμπι, σε επίδειξη δύναμης ή σε τρόπαιο. Το άγριο ζώο δεν είναι αντίπαλος που πρέπει να νικηθεί ούτε κινούμενος στόχος που προσφέρει συγκινήσεις· είναι ένας ζωντανός οργανισμός με τη δική του θέση στο οικοσύστημα, με ένστικτα, φόβο και την ανάγκη να συνεχίσει να υπάρχει. Η επίκληση της παράδοσης δεν αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε πρακτική, όπως και η διαχείριση της άγριας πανίδας δεν μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με τη θανάτωση. Το πραγματικό μέτρο του ανθρώπου δεν είναι η ικανότητά του να σκοτώνει ό,τι μπορεί να σκοτώσει, αλλά η ωριμότητά του να προστατεύει ό,τι μπορεί να εξουσιάσει.

🦅 Από τη φιλοζωία στην οικολογική συνείδηση.

Η σημασία ενός τέτοιου βιβλίου βρίσκεται και στο ότι διευρύνει τα όρια της συζήτησης. Η προστασία των ζώων δεν περιορίζεται στη φροντίδα ενός τραυματισμένου αδέσποτου ή στην καταδίκη μιας μεμονωμένης πράξης κακοποίησης. Αυτά είναι απαραίτητα, αλλά δεν αρκούν. Το βαθύτερο ερώτημα αφορά ένα ολόκληρο σύστημα σχέσεων, μέσα στο οποίο η ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στη φύση θεωρείται δικαίωμα και η οικονομική εκμετάλλευση παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα.

Εδώ η συζήτηση συναντά την πολιτική οικολογία και την κοινωνική οικολογία. Η οικολογική κρίση δεν είναι απλώς μια διαταραχή στην ισορροπία των φυσικών συστημάτων. Συνδέεται και με τις κοινωνικές δομές, τις σχέσεις εξουσίας και την αντίληψη ότι ορισμένοι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή και το μέλλον άλλων χωρίς να λογοδοτούν για τις συνέπειες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εκμετάλλευση των ζώων και η εκμετάλλευση των ανθρώπων είναι ταυτόσημα φαινόμενα. Σημαίνει ότι αξίζει να εξετάζουμε κριτικά τις αντιλήψεις που επιτρέπουν την υποτίμηση του άλλου και μετατρέπουν την κυριαρχία σε κάτι φυσικό, αυτονόητο και δικαιολογημένο.

Η υπεράσπιση των ζώων, επομένως, δεν είναι μια πολυτέλεια για όσους έχουν λύσει όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά προβλήματα. Είναι μέρος της αναζήτησης ενός πολιτισμού που δεν ταυτίζει τη δύναμη με το δικαίωμα και την τεχνολογική δυνατότητα με την ηθική νομιμοποίηση.

🦉 Ένα βιβλίο που θέτει ερωτήματα και σήμερα.

Από την έκδοσή του το 1994 μέχρι σήμερα, η συζήτηση για τα δικαιώματα των ζώων έχει διευρυνθεί σημαντικά. Η επιστημονική γνώση για τις αισθήσεις και τις συμπεριφορές πολλών ειδών έχει εμπλουτιστεί, η δημόσια ευαισθητοποίηση έχει αυξηθεί και η ευζωία των ζώων έχει αποκτήσει ισχυρότερη θέση στον δημόσιο διάλογο. Παρ' όλα αυτά, η απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση της ικανότητας των ζώων να υποφέρουν και στην πραγματική αλλαγή των συνθηκών ζωής τους παραμένει μεγάλη.

Το βιβλίο του Κώστα Στεφ. Τσίπηρα μπορεί να διαβαστεί μέσα σ’ αυτή την ιστορική διαδρομή ως μια αφορμή για να αναμετρηθούμε με τα όρια του ανθρωποκεντρισμού και να επανεξετάσουμε την ηθική μας ευθύνη απέναντι στα άλλα είδη. Η ουσία της προβληματικής του δεν εξαντλείται σε μια έκκληση για περισσότερη ευαισθησία. Αγγίζει το βαθύτερο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην εξουσία, την οικονομία και τη ζωή.

Ίσως τελικά ο πολιτισμός να μη μετριέται μόνο από τα επιτεύγματα που επιδεικνύει, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται σε εκείνους που δεν μπορούν να απαιτήσουν δικαιοσύνη με ανθρώπινα λόγια. Από το αν αναγνωρίζει όρια στη δύναμή του. Από το αν μπορεί να συνυπάρχει χωρίς να χρειάζεται να μετατρέπει κάθε διαφορετική μορφή ζωής σε ιδιοκτησία, εμπόρευμα ή μέσο για την ικανοποίηση των αναγκών του.

Γιατί το δικαίωμα στη ζωή δεν γίνεται λιγότερο σημαντικό επειδή το πλάσμα που το έχει δεν είναι άνθρωπος. Και η ηθική μιας κοινωνίας δεν δοκιμάζεται μόνο όταν υπερασπίζεται τους ισχυρούς ή τους ομοίους της. Δοκιμάζεται κυρίως όταν καλείται να προστατεύσει εκείνους που βρίσκονται ολοκληρωτικά στο έλεός της.

Η πραγματική απελευθέρωση αρχίζει όταν ο άνθρωπος πάψει να θεωρεί ότι το γεγονός πως μπορεί να εξουσιάζει τη ζωή, του δίνει και το δικαίωμα να την εξουσιάζει.






Τα ανθρώπινα δικαιώματα: Από τη διακήρυξη στην πραγματικότητα.


Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποτελούν παραχώρηση της εξουσίας, προνόμιο των ισχυρών ή ανταμοιβή για την κοινωνική συμμόρφωση. Ανήκουν σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την καταγωγή, το φύλο, τη θρησκεία, τις πολιτικές πεποιθήσεις, την οικονομική κατάσταση ή την κοινωνική του θέση. Είναι δικαιώματα που απορρέουν από την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση και θεμελιώνουν την ελευθερία, την ισότητα και την αξιοπρέπεια.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1948, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ύστερα από τη φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα εγκλήματα του ναζισμού, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη μαζική εξόντωση ανθρώπων, η διεθνής κοινότητα επιχείρησε να θέσει ένα κοινό θεμέλιο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Τα τριάντα άρθρα της Διακήρυξης αποτέλεσαν μια ιστορική διακήρυξη αρχών: κανένας άνθρωπος δεν είναι λιγότερο άνθρωπος από κάποιον άλλον και κανένα κράτος δεν δικαιούται να μετατρέπει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η Διακήρυξη καλύπτει ένα ευρύ πεδίο δικαιωμάτων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και συγκροτούν ένα ενιαίο πλαίσιο ανθρώπινης ελευθερίας.

Πρώτα έρχονται τα "ατομικά και πολιτικά δικαιώματα". Το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην προσωπική ασφάλεια, η απαγόρευση της δουλείας και των βασανιστηρίων, η ισότητα ενώπιον του νόμου, η δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις απέναντι στην αυθαιρεσία. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής, η ελευθερία μετακίνησης, το δικαίωμα αναζήτησης ασύλου, η ιθαγένεια, η ελευθερία σκέψης και θρησκείας, η ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης και η συμμετοχή στην πολιτική ζωή κατοχυρώνουν την αυτονομία του ανθρώπου απέναντι σε κάθε μορφή αυθαίρετης εξουσίας.

Δεν αρκεί, ωστόσο, να αναγνωρίζεται θεωρητικά η ελευθερία της γνώμης, όταν ο πολίτης φοβάται να εκφραστεί. Δεν αρκεί να προβλέπεται η ισότητα ενώπιον του νόμου, όταν η πρόσβαση στη δικαιοσύνη εξαρτάται στην πράξη από την οικονομική επιφάνεια. Και δεν αρκεί να κατοχυρώνεται η προστασία της ιδιωτικής ζωής, όταν η τεχνολογία και οι μηχανισμοί επιτήρησης διευρύνουν διαρκώς τις δυνατότητες παρακολούθησης του ανθρώπου.

Η ελευθερία δεν εξαντλείται στην απουσία απαγορεύσεων. Προϋποθέτει τη δυνατότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να επιλέγει, να διαφωνεί και να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνίας στην οποία ζει.

Εξίσου σημαντικά είναι τα "οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα". Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, στην εργασία υπό δίκαιες συνθήκες, στην ίση αμοιβή για ίση εργασία, στη συνδικαλιστική δράση, στην ανάπαυση και στον ελεύθερο χρόνο, σε ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, στην εκπαίδευση και στη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή αναγνωρίζουν μια ουσιαστική αλήθεια: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν προστατεύεται μόνο απέναντι στην κρατική βία, αλλά και απέναντι στην εξαθλίωση, την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Τι σημαίνει, άλλωστε, ελευθερία για έναν άνθρωπο που δεν έχει εξασφαλισμένη τροφή, κατοικία ή πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη; Ποια πραγματική δυνατότητα επιλογής διαθέτει εκείνος που αναγκάζεται να αποδέχεται οποιαδήποτε εργασία, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, επειδή η άρνησή του ισοδυναμεί με απώλεια των στοιχειωδών μέσων επιβίωσης; Και πόσο ελεύθερος είναι κάποιος που εργάζεται αδιάκοπα, χωρίς επαρκή χρόνο για ανάπαυση, οικογένεια, δημιουργία και προσωπική ζωή;

Η κοινωνική διάσταση των δικαιωμάτων υπενθυμίζει ότι η ελευθερία χρειάζεται υλικές προϋποθέσεις για να γίνει πραγματικότητα. Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά μέσο χειραφέτησης. Η υγειονομική περίθαλψη δεν είναι προνόμιο για όσους μπορούν να πληρώσουν, αλλά κρίσιμο στοιχείο μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η ανάπαυση και ο ελεύθερος χρόνος δεν αποτελούν περιττές πολυτέλειες, αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις για να μην περιορίζεται ο άνθρωπος στον ρόλο του εργαζομένου και του καταναλωτή.

Στο ίδιο πλαίσιο, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, η προστασία της οικογένειας και η ελεύθερη συμμετοχή στον πολιτισμό αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όταν εντάσσονται σε μια κοινωνία που σέβεται την ισότητα και δεν αφήνει την οικονομική ανισότητα να καθορίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Διακήρυξη αναγνωρίζει, επίσης, ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει απομονωμένος από τους άλλους. Το άρθρο 29 αναφέρεται στα καθήκοντα του ατόμου απέναντι στην κοινότητα, ενώ το άρθρο 28 κατοχυρώνει το δικαίωμα σε μια κοινωνική και διεθνή τάξη μέσα στην οποία τα δικαιώματα και οι ελευθερίες μπορούν να πραγματώνονται πλήρως. Η ελευθερία του ενός δεν μπορεί να θεμελιώνεται στην καταπάτηση της ελευθερίας του άλλου. Η προσωπική αυτονομία προϋποθέτει τον σεβασμό της ισότιμης υπόστασης όλων.

Ωστόσο, ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην πραγματικότητα παραμένει ένα βαθύ χάσμα.

Οι πόλεμοι εξακολουθούν να αφαιρούν ζωές και να εκτοπίζουν πληθυσμούς. Άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους αναζητώντας ασφάλεια, ενώ συχνά αντιμετωπίζονται ως απειλή αντί ως φορείς δικαιωμάτων. Η φτώχεια στερεί από εκατομμύρια ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η παιδική εργασία, η εμπορία ανθρώπων, οι διακρίσεις, η έμφυλη βία, οι διώξεις και οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης αποδεικνύουν ότι η ιστορική κατοχύρωση των δικαιωμάτων δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους.

Ακόμη και στις δημοκρατικές κοινωνίες, όπου οι θεσμοί και οι νόμοι προβλέπουν εγγυήσεις προστασίας, τα δικαιώματα δοκιμάζονται καθημερινά. Η ανοχή απέναντι στις διακρίσεις, η κοινωνική αδιαφορία για την ανέχεια, η απαξίωση των ευάλωτων ανθρώπων και η αντιμετώπιση της διαφορετικότητας ως προβλήματος υπονομεύουν τις αρχές που υποτίθεται ότι αποτελούν κοινό τόπο.

Η μεγαλύτερη αντίφαση βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανθρωπότητα έχει διατυπώσει με σαφήνεια τις αρχές που οφείλουν να διέπουν τη συνύπαρξή της, αλλά εξακολουθεί να ανέχεται συνθήκες που τις ακυρώνουν. Τα ανθρώπινα δικαιώματα τιμώνται στις επίσημες ομιλίες, στα συντάγματα και στις διεθνείς συμβάσεις, αλλά συχνά υποχωρούν όταν συγκρούονται με πολιτικά συμφέροντα, οικονομικές επιδιώξεις ή γεωπολιτικούς υπολογισμούς.

Γι' αυτό η υπεράσπισή τους δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές αναφορές ή σε γενικές διακηρύξεις καλών προθέσεων. Απαιτεί θεσμούς που λειτουργούν, δικαιοσύνη ανεξάρτητη από πιέσεις, κοινωνικές πολιτικές που περιορίζουν τον αποκλεισμό, εκπαίδευση που καλλιεργεί την κριτική σκέψη και πολίτες που δεν αντιμετωπίζουν την αδικία ως κάτι φυσιολογικό, εφόσον δεν αφορά τους ίδιους.

Απαιτεί, επίσης, συνέπεια. Δεν μπορεί κάποιος να υπερασπίζεται την ελευθερία όταν αφορά τους ομοϊδεάτες του και να την αρνείται στους αντιπάλους του. Δεν μπορεί να καταγγέλλει τις διακρίσεις σε μία χώρα και να τις δικαιολογεί σε μια άλλη. Δεν μπορεί να επικαλείται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια επιλεκτικά, ανάλογα με την εθνικότητα, τη θρησκεία, την κοινωνική θέση ή την πολιτική ταυτότητα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί του.

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν υπόσχεται έναν κόσμο χωρίς συγκρούσεις και αντιθέσεις. Θέτει, όμως, ένα κοινό μέτρο με το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τις κοινωνίες, τις κυβερνήσεις και τις δικές μας πράξεις. Μας υπενθυμίζει ότι η αξία μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από τον πλούτο της, την τεχνολογική της πρόοδο ή την ισχύ της, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνους που διαθέτουν τη μικρότερη δύναμη να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Τελικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι απλώς τριάντα άρθρα σε ένα ιστορικό κείμενο. Είναι το καθημερινό ερώτημα αν κάθε άνθρωπος μπορεί να ζει χωρίς φόβο, να εργάζεται χωρίς εξευτελισμό, να εκφράζεται χωρίς διώξεις, να μορφώνεται χωρίς αποκλεισμούς, να απολαμβάνει τα στοιχειώδη αγαθά της ζωής και να αντιμετωπίζεται ως ισότιμο μέλος της ανθρώπινης κοινότητας.

Γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν κρίνονται από το πόσο εύκολα τα αναγνωρίζουμε στα λόγια, αλλά από το πόσο αποφασιστικά τα υπερασπιζόμαστε στην πράξη. Και η πραγματική τους αξία αποκαλύπτεται κάθε φορά που καλούμαστε να προστατεύσουμε τα δικαιώματα ενός ανθρώπου που δεν έχει τη δύναμη, τη φωνή ή την εξουσία να τα διεκδικήσει μόνος του.


Το δικαίωμα στις απολαύσεις...



Υπάρχει μια παράξενη ηθική που μας έμαθαν από παιδιά: να υποψιαζόμαστε την ευχαρίστηση, να δικαιολογούμε τον κόπο, να αισθανόμαστε σχεδόν ένοχοι όταν περνάμε καλά χωρίς να έχουμε προηγουμένως εξαντληθεί. Σαν να πρέπει να πληρώσουμε ένα τίμημα για κάθε χαμόγελο, σαν η χαρά να είναι ένα μικρό έγκλημα που συγχωρείται μόνο όταν έχουμε εκπληρώσει όλες μας τις υποχρεώσεις.

Δουλεύουμε για να ζήσουμε και, τελικά, ζούμε για να δουλεύουμε. Αναβάλλουμε το ταξίδι για όταν θα έχουμε χρόνο, το καλό φαγητό για μια ειδική περίσταση, τον έρωτα για όταν θα είμαστε λιγότερο κουρασμένοι, την ξεκούραση για όταν θα έχουμε τελειώσει. Μόνο που οι υποχρεώσεις έχουν μια αξιοθαύμαστη αναπαραγωγική ικανότητα. Μόλις τελειώσει η μία, γεννιούνται άλλες τρεις. Κι εμείς, υπάκουοι υπήκοοι ενός αόρατου αφεντικού, εξακολουθούμε να περιμένουμε την άδεια για να χαρούμε.

Μα η ζωή δεν είναι αίθουσα αναμονής.

Το δικαίωμα στις απολαύσεις δεν είναι ένα πολυτελές αίτημα των καλομαθημένων. Είναι η διεκδίκηση μιας ζωής που δεν εξαντλείται στην επιβίωση. Είναι το δικαίωμα να απολαμβάνεις ένα ποτήρι κρασί χωρίς να σκέφτεσαι το αυριανό ξύπνημα, να χάνεσαι σε μια μουσική, να διαβάζεις ένα βιβλίο χωρίς να πρέπει να αποκομίσεις κάποιο πρακτικό όφελος, να κάνεις έρωτα χωρίς το άγχος της επίδοσης, να κοιμάσαι το μεσημέρι χωρίς να αισθάνεσαι ότι χρωστάς στον κόσμο τις ώρες που του έκλεψες.

Είναι ακόμη το δικαίωμα στην τεμπελιά, στο παιχνίδι, στην περιπλάνηση, στην άσκοπη συζήτηση. Σ' εκείνες τις ώρες που δεν παράγουν τίποτε μετρήσιμο, αλλά μπορεί να είναι οι μόνες που αξίζει να θυμάσαι.

Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος δεν καταπιέζεται μόνο από την ανάγκη να εργάζεται. Καταπιέζεται και από την υποχρέωση να αξιοποιεί κάθε λεπτό. Ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο του πρέπει να βελτιώνεται, να γυμνάζεται, να εκπαιδεύεται, να δικτυώνεται, να καταγράφει τις επιδόσεις του. Η ξεκούραση έγινε μέσο για να επιστρέψει αποδοτικότερος στην εργασία, οι διακοπές επένδυση στην παραγωγικότητα και η ευτυχία ένας ακόμη στόχος που πρέπει να επιτευχθεί.

Κάπως έτσι, ακόμη και η απόλαυση απέκτησε αφεντικό.

Κι όμως, η απόλαυση δεν χρειάζεται πιστοποιητικό χρησιμότητας. Δεν είναι υποχρεωμένη να βελτιώνει τον χαρακτήρα μας, να ενισχύει την επαγγελματική μας εικόνα ή να προσθέτει χρόνια στη ζωή μας. Αρκεί να προσθέτει ζωή στα χρόνια μας.

Δεν πρόκειται, βέβαια, για την αποθέωση της κατανάλωσης. Δεν χρειάζεται να αγοράσουμε περισσότερα για να απολαύσουμε περισσότερο. Συχνά, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Η πιο ακριβή φυλακή μπορεί να είναι εκείνη που χτίζουμε για να αποκτήσουμε όλα όσα υποτίθεται ότι θα μας ελευθερώσουν. Και η πιο αληθινή απόλαυση μπορεί να βρίσκεται σε ένα τραπέζι με φίλους, σε μια βόλτα χωρίς προορισμό, σε μια θάλασσα που δεν χρειάζεται να φωτογραφηθεί για να υπάρξει.

Η απόλαυση, άλλωστε, έχει και την πολιτική της διάσταση. Όταν ο άνθρωπος δεν διαθέτει χρόνο για τον εαυτό του, δεν διαθέτει εύκολα χρόνο ούτε για τους άλλους. Δεν προλαβαίνει να σκεφτεί, να αμφισβητήσει, να ερωτευτεί, να συμμετάσχει, να φανταστεί έναν διαφορετικό κόσμο. Η εξάντληση δεν είναι μόνο σωματική κατάσταση· μπορεί να γίνει και κοινωνικός μηχανισμός. Ένας κουρασμένος άνθρωπος είναι συχνά ένας άνθρωπος που δεν προλαβαίνει να αναρωτηθεί γιατί η ζωή του οργανώθηκε με τέτοιον τρόπο.

Γι' αυτό το δικαίωμα στις απολαύσεις συνδέεται με το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο, στην αξιοπρεπή εργασία, στη δημόσια υγεία, στον πολιτισμό, στη φύση. Δεν αρκεί να λέμε στον άνθρωπο να απολαμβάνει τη ζωή, όταν του έχουμε αφαιρέσει τον χρόνο και τα μέσα για να το κάνει.

Και υπάρχει κάτι ακόμη: δεν χρειάζεται να κερδίσουμε την απόλαυση με τις υπηρεσίες μας προς την κοινωνία. Δεν χρειάζεται να γεράσουμε για να δικαιούμαστε την ανάπαυση ούτε να αρρωστήσουμε για να καταλάβουμε την αξία της υγείας. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα όρια της εξάντλησης για να επιτρέψουμε στον εαυτό μας μια μέρα χωρίς πρόγραμμα.

Η ζωή δεν μας οφείλει αιωνιότητα. Μας προσφέρει, στην καλύτερη περίπτωση, μια περιορισμένη σειρά από πρωινά, απογεύματα, νύχτες, συναντήσεις και αποχαιρετισμούς. Κάποια στιγμή, χωρίς να μας ρωτήσει, θα πάρει πίσω το δικαίωμα συμμετοχής μας σε όλα αυτά.

Μέχρι τότε, ας μην της παραχωρούμε εμείς όσα δεν μας ζήτησε.

Ας απολαύσουμε το φαγητό πριν κρυώσει, τη μουσική πριν τελειώσει, τον άνθρωπο πριν φύγει. Ας αφήσουμε ορισμένες δουλειές ανολοκλήρωτες, ορισμένα τηλεφωνήματα αναπάντητα και ορισμένες ώρες εντελώς άχρηστες για τις ανάγκες της αγοράς.

Δεν είναι χαμένος χρόνος όλος εκείνος που δεν παράγει κάτι. Μερικές φορές, είναι ο μόνος χρόνος που μας ανήκει πραγματικά.

Γιατί δεν γεννηθήκαμε για να δικαιολογούμε διαρκώς την ύπαρξή μας με τη δουλειά μας. Γεννηθήκαμε για να ζήσουμε. Κι αν η ζωή δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα στην απόλαυση, τότε αυτό που υπερασπιζόμαστε δεν είναι η ζωή, αλλά απλώς η παράτασή της.


Το δικαίωμα στην τεμπελιά.



Ύμνος στην ανυπακοή ενός κόσμου που μετρά την ανθρώπινη αξία με το πόσο εξαντλημένος είναι.

Η τεμπελιά είναι το τελευταίο πράγμα που δεν κατάφερε να μας πουλήσει ο καπιταλισμός. Όχι επειδή δεν προσπάθησε, αλλά επειδή, ακόμη κι όταν αγοράζουμε χρόνο για να ξεκουραστούμε, φροντίζουμε να τον γεμίσουμε με ενοχές. Καθόμαστε στον καναπέ και σκεφτόμαστε τις εκκρεμότητες. Ξαπλώνουμε και θυμόμαστε τις υποχρεώσεις. Κοιτάζουμε το ταβάνι και νιώθουμε πως κάπου, κάποιος, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, παράγει περισσότερο από εμάς.

Ο άνθρωπος δεν αρκεί να ζει. Πρέπει να αποδεικνύει διαρκώς ότι αξίζει να ζει.

Ο Πολ Λαφάργκ, με το περίφημο "Δικαίωμα στην τεμπελιά", είχε αντιληφθεί από τον 19ο αιώνα αυτό που η εποχή μας εξακολουθεί να θεωρεί σχεδόν αιρετικό: ότι η εργασία δεν είναι θρησκεία, η παραγωγικότητα δεν είναι αρετή από μόνη της και η εξάντληση δεν αποτελεί τίτλο τιμής. Η κοινωνία που υποσχέθηκε την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω της τεχνολογίας κατάφερε το θαυμαστό: να παράγει περισσότερα αγαθά, να αυτοματοποιεί περισσότερες διαδικασίες και να αφήνει τον άνθρωπο με λιγότερο ελεύθερο χρόνο και περισσότερες υποχρεώσεις.

Οι μηχανές υποτίθεται πως θα δούλευαν για εμάς. Τελικά, εμείς δουλεύουμε για να συντηρούμε τις μηχανές, τα συστήματα, τις αγορές και τους δείκτες που αποφασίζουν αν η ζωή μας πηγαίνει καλά.

Και μέσα σ' αυτό το πανηγύρι της παραγωγικότητας, η τεμπελιά αντιμετωπίζεται περίπου ως κοινωνικό αδίκημα. Ο τεμπέλης δεν είναι απλώς εκείνος που δεν εργάζεται. Είναι ο ύποπτος που αρνείται να συμμετάσχει στη συλλογική λατρεία της απασχόλησης. Εκείνος που δεν έχει να επιδείξει ένα γεμάτο ημερολόγιο, μια ατελείωτη λίστα εκκρεμοτήτων, μια εξαντλητική ημέρα για την οποία δικαιούται να παραπονιέται το βράδυ.

Γιατί, βεβαίως, το σύστημα δεν ενοχλείται από τον κουρασμένο άνθρωπο. Τον αγαπά. Ο κουρασμένος καταναλώνει για να παρηγορηθεί, εργάζεται για να πληρώσει όσα καταναλώνει και ονειρεύεται τις διακοπές ως προσωρινή αναστολή της ζωής του. Ύστερα επιστρέφει στη δουλειά ανανεωμένος, ώστε να εξαντληθεί ξανά με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Η Κυριακή γίνεται προθάλαμος της Δευτέρας. Οι διακοπές γίνονται επένδυση στην απόδοση. Ακόμη και η γυμναστική αποκτά στόχους, μετρήσεις και εφαρμογές που μας ενημερώνουν αν αξιοποιήσαμε σωστά τον χρόνο μας. Κάποτε ο άνθρωπος έκανε μια βόλτα. Σήμερα πρέπει να καταγράψει τα βήματά του, να βελτιώσει την επίδοσή του και να ανεβάσει την απόδειξη της ευεξίας του στα κοινωνικά δίκτυα.

Ακόμη και η ξεκούραση χρειάζεται πλέον πιστοποιητικό παραγωγικότητας.

Κι όμως, υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να μην κάνεις τίποτε. Να πιεις έναν καφέ χωρίς να κοιτάζεις το ρολόι. Να χαζέψεις τη βροχή χωρίς να φωτογραφίσεις το τοπίο. Να περπατήσεις χωρίς προορισμό, να διαβάσεις δυο σελίδες και να τις αφήσεις στη μέση, να κοιμηθείς το μεσημέρι επειδή νύσταξες κι όχι επειδή μια εφαρμογή αποφάσισε ότι χρειάζεσαι ανάκαμψη.

Να καθίσεις δίπλα σε έναν άνθρωπο και να μην έχεις τίποτε να του προσφέρεις, να του πουλήσεις ή να του αποδείξεις. Μόνο την παρουσία σου.

Αυτός ο χρόνος, που δεν παράγει χρήματα, δεν βελτιώνει το βιογραφικό και δεν αυξάνει την κοινωνική μας επιρροή, είναι ίσως ο χρόνος που μας ανήκει περισσότερο από κάθε άλλον.

Βέβαια, υπάρχει μια λεπτομέρεια που οι υπερασπιστές της ατομικής τεμπελιάς συχνά ξεχνούν. Δεν μπορούν όλοι να τεμπελιάσουν με την ίδια ευκολία. Άλλος διαθέτει ένα σπίτι, εισόδημα και ελεύθερο χρόνο, κι άλλος τρέχει από τη μία δουλειά στην άλλη για να πληρώσει το νοίκι. Για τον δεύτερο, η ανάπαυση δεν είναι πάντοτε επιλογή· είναι συχνά ένα προνόμιο που του αφαιρούν οι ανάγκες της επιβίωσης.

Γι' αυτό το δικαίωμα στην τεμπελιά δεν μπορεί να σημαίνει δικαίωμα στην εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων. Σημαίνει δικαίωμα σε μια κοινωνία όπου ο χρόνος δεν θα αποτελεί προνόμιο των λίγων, ενώ η εξάντληση θα είναι η μοίρα των πολλών. Σημαίνει λιγότερη αναγκαστική εργασία, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, τεχνολογία στην υπηρεσία της κοινωνίας και όχι κοινωνία στην υπηρεσία της τεχνολογίας.

Σημαίνει, τελικά, να πάψουμε να συγχέουμε την ανθρώπινη αξία με την οικονομική χρησιμότητα.

Γιατί ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να αποτελεί ένα εξάρτημα της παραγωγής, ούτε η ζωή είναι μια ατελείωτη βάρδια που διακόπτεται από λίγες ώρες ύπνου. Γεννήθηκε, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη λέξη, για να ζήσει: να αγαπήσει, να σκεφτεί, να δημιουργήσει, να παίξει, να βαρεθεί, να ανακαλύψει καινούργια πράγματα, να κοιτάξει τον κόσμο χωρίς να αναρωτιέται τι μπορεί να κερδίσει από αυτόν.

Η δημιουργία, άλλωστε, δεν γεννιέται πάντοτε από την πειθαρχία. Συχνά γεννιέται από το κενό ανάμεσα στις υποχρεώσεις, από την περιπλάνηση του νου, από εκείνες τις ώρες που μοιάζουν χαμένες και αποδεικνύονται γόνιμες. Ο άνθρωπος χρειάζεται χρόνο όχι μόνο για να παράγει σκέψεις, αλλά και για να τις αφήσει να ωριμάσουν. Χρειάζεται σιωπή για να ακούσει όσα ο θόρυβος της καθημερινότητας πνίγει.

Ίσως, λοιπόν, η πιο επαναστατική πράξη της εποχής μας να μην είναι να δουλέψουμε περισσότερο, ούτε να γίνουμε αποτελεσματικότεροι, εξυπνότεροι και ταχύτεροι. Ίσως να είναι να αρνηθούμε, έστω για λίγο, να συμμετάσχουμε στον διαγωνισμό της αδιάκοπης απασχόλησης.

Να μην αισθανθούμε ένοχοι επειδή καθίσαμε. Να μην απολογηθούμε επειδή ξεκουραστήκαμε. Να μη χρειαστεί να δικαιολογήσουμε τον χρόνο μας με κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα.

Ο Λαφάργκ δεν μας καλεί απλώς να τεμπελιάσουμε. Μας καλεί να αμφισβητήσουμε έναν κόσμο που θέλει να μας πείσει ότι υπάρχουμε για να εργαζόμαστε, αντί να εργαζόμαστε για να μπορούμε να υπάρχουμε όπως επιθυμούμε.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία: ο άνθρωπος έχει κατασκευάσει μηχανές για να εξοικονομεί χρόνο και κατέληξε να μην έχει χρόνο ούτε για τον εαυτό του.

Το δικαίωμα στην τεμπελιά είναι, τελικά, το δικαίωμα να μην είμαστε διαρκώς χρήσιμοι σε κανέναν. Να υπάρχουμε χωρίς να απολογούμαστε για την ύπαρξή μας.

Κι αν αυτό θεωρείται τεμπελιά, τότε ίσως δεν είναι ο τεμπέλης που έχει πρόβλημα με την κοινωνία.

Ίσως είναι η κοινωνία που έχει πρόβλημα με τον ελεύθερο άνθρωπο.


Το δικαίωμα στην ξεκούραση.




Υπάρχει μια παράξενη ηθική της εποχής μας: μπορείς να είσαι εξαντλημένος, αρκεί να είσαι παραγωγικός. Μπορείς να καταρρέεις, αρκεί να μην καθυστερείς τις υποχρεώσεις σου. Μπορείς να μην έχεις πια κουράγιο ούτε για τις επιθυμίες σου, αρκεί να εξακολουθείς να απαντάς στα μηνύματα, να διεκπεραιώνεις εκκρεμότητες και να χαμογελάς όταν σε ρωτούν αν είσαι καλά.

Η ξεκούραση, από ανθρώπινη ανάγκη, έγινε σχεδόν ενοχή.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μετράει τα πάντα. Τις ώρες, τις αποστάσεις, τις επιδόσεις, τα βήματα, τις θερμίδες, ακόμη και τον ύπνο μας. Κι αν περισσέψει λίγος χρόνος, σπεύδουμε να τον αξιοποιήσουμε. Να διαβάσουμε κάτι χρήσιμο, να μάθουμε μια καινούργια δεξιότητα, να οργανώσουμε την επόμενη ημέρα, να γίνουμε λίγο καλύτεροι από εκείνους που ήμασταν χθες. Σαν να αποτελεί η ανθρώπινη ύπαρξη ένα έργο υπό διαρκή ανακαίνιση, που δεν παραδίδεται ποτέ.

Ακόμη και την Κυριακή μάθαμε να εργαζόμαστε. Απλώς αλλάξαμε τα εργαλεία. Αντί για τον υπολογιστή του γραφείου, έχουμε το κινητό. Αντί για το αφεντικό, έχουμε τις ειδοποιήσεις. Αντί για το ωράριο, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε ελεύθεροι να απαντήσουμε όποτε θέλουμε. Κι έτσι, η δουλειά δεν χρειάζεται πια να μας ακολουθεί. Έχουμε φροντίσει να την κουβαλάμε μαζί μας.

Κάποτε η ξεκούραση ήταν το διάλειμμα ανάμεσα σε δύο κόπους. Σήμερα μοιάζει με μια μικρή πολυτέλεια που πρέπει πρώτα να δικαιολογηθεί. Να τελειώσουν οι δουλειές, να τακτοποιηθούν οι υποχρεώσεις, να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των άλλων. Μόνο τότε επιτρέπεται να καθίσουμε. Αλλά οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που περιμένει, μια εκκρεμότητα που διεκδικεί την προσοχή μας, ένας άνθρωπος που θεωρεί αυτονόητη τη διαθεσιμότητά μας.

Κι εμείς, από φόβο μήπως χαρακτηριστούμε τεμπέληδες, συνεχίζουμε.

Μα η ξεκούραση δεν είναι τεμπελιά. Δεν είναι παραίτηση από τη ζωή, ούτε αδιαφορία για τον κόσμο. Είναι η άρνηση να μετατρέψουμε ολόκληρη την ύπαρξή μας σε μηχανισμό παραγωγής. Είναι η στιγμή που το σώμα παύει να υπακούει στις απαιτήσεις και αρχίζει να ακούγεται. Που το μυαλό εγκαταλείπει, έστω προσωρινά, την αδιάκοπη κατασκευή προβλημάτων και αφήνει χώρο σε κάτι απλούστερο: μια σκέψη χωρίς σκοπό, ένα βλέμμα έξω από το παράθυρο, έναν καφέ που δεν πίνεται βιαστικά, μια βόλτα χωρίς προορισμό.

Να καθίσεις σε μια καρέκλα και να μην αισθάνεσαι ότι χρωστάς κάτι στον κόσμο.

Να κοιτάξεις τη θάλασσα χωρίς να φωτογραφίσεις το ηλιοβασίλεμα. Να ακούσεις μουσική χωρίς να κάνεις ταυτόχρονα κάτι άλλο. Να κοιμηθείς το μεσημέρι χωρίς να απολογηθείς για τις ώρες που χάθηκαν. Να αφήσεις μια μέρα να περάσει χωρίς να της ζητήσεις να σου αποδώσει κέρδος.

Ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο δύσκολη ελευθερία: στο να μπορείς να υπάρχεις χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύεις τη χρησιμότητά σου.

Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που παράγει. Είναι και όσα αισθάνεται, όσα ονειρεύεται, όσα θυμάται, όσα αφήνει να περάσουν χωρίς να τα αιχμαλωτίσει. Είναι οι ώρες που δεν καταγράφονται σε κανένα βιογραφικό, οι στιγμές που δεν προσφέρουν κανένα επαγγελματικό πλεονέκτημα, οι μικρές αποδράσεις από την υποχρέωση να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι, αποτελεσματικοί, ανταγωνιστικοί.

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Το δικαίωμα στην ξεκούραση δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση. Δεν αρκεί να συμβουλεύουμε τον εξαντλημένο άνθρωπο να διαχειριστεί καλύτερα τον χρόνο του, όταν ο χρόνος του έχει ήδη πουληθεί, όταν οι ώρες εργασίας δεν αφήνουν χώρο για ζωή, όταν η επιβίωση απαιτεί να προσφέρει όλο και περισσότερα από τον εαυτό του. Δεν λύνεται ένα κοινωνικό πρόβλημα με ασκήσεις προσωπικής ευεξίας. Χρειάζεται αξιοπρεπής εργασία, ελεύθερος χρόνος, ουσιαστικά δικαιώματα και μια κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως αναλώσιμο εξάρτημα της οικονομίας.

Η ξεκούραση, λοιπόν, έχει και μια βαθιά πολιτική διάσταση. Είναι το δικαίωμα να μην ανήκει κάθε λεπτό της ζωής μας σε κάποιον άλλον. Να μην καθορίζεται ολόκληρη η ύπαρξή μας από τις ανάγκες της παραγωγής, την αγωνία του κέρδους και την επιταγή της διαρκούς απόδοσης.

Δεν γεννηθήκαμε για να είμαστε διαρκώς απασχολημένοι. Γεννηθήκαμε, αν θέλουμε να το πούμε απλά, για να ζήσουμε. Κι η ζωή δεν συμβαίνει μόνο όταν κάνουμε κάτι. Συμβαίνει και όταν δεν κάνουμε απολύτως τίποτα.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να ξαναμάθουμε την τέχνη της παύσης. Όχι ως ανταμοιβή για την εξάντλησή μας, αλλά ως αυτονόητο δικαίωμα. Να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την ανάπαυση σαν το τελευταίο πράγμα που δικαιούμαστε, αφού πρώτα έχουμε ικανοποιήσει όλους τους υπόλοιπους.

Γιατί, στο τέλος, υπάρχει μια ειρωνεία που αξίζει να σκεφτούμε: μπορεί να περάσουμε ολόκληρη τη ζωή μας δουλεύοντας για να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις μιας καλύτερης ζωής και, όταν επιτέλους τις αποκτήσουμε, να μην έχουμε πια τον χρόνο, τη δύναμη ή τη διάθεση να τη ζήσουμε.

Το δικαίωμα στην ξεκούραση είναι, τελικά, το δικαίωμα να μη χρειάζεται να κερδίζουμε κάθε μέρα το δικαίωμα να υπάρχουμε. Να μπορούμε να σταματάμε χωρίς ενοχές, να αναπνέουμε χωρίς πρόγραμμα και να θυμόμαστε πως η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται από το πόσο αντέχει να κουράζεται.

Μερικές φορές, η πιο γενναία πράξη μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει είναι να καθίσεις.

Και να μην πας πουθενά.


24 ώρες το 24ωρο ψάχνουμε την τεμπελιά.


24 ώρες το 24ωρο ψάχνουμε την τεμπελιά.

Την ψάχνουμε σαν χαμένη πατρίδα. Την ονειρευόμαστε στα γραφεία, στα χειρουργεία, στους δρόμους, στις ουρές, ανάμεσα σε δύο τηλεφωνήματα και τρεις υποχρεώσεις. Τη φανταζόμαστε σαν ένα απόγευμα χωρίς ρολόι, ένα πρωινό χωρίς ξυπνητήρι, μια μέρα που δεν χρειάζεται να αποδείξουμε σε κανέναν ότι είμαστε χρήσιμοι.

Κι όταν επιτέλους φτάνει η ώρα της, αισθανόμαστε ένοχοι.

Η κοινωνία μάς εκπαίδευσε να θεωρούμε την εργασία αρετή και την αργία ύποπτη. Να θαυμάζουμε τον πολυάσχολο, να λυπόμαστε τον άνεργο και να περιφρονούμε εκείνον που απλώς κάθεται. Ακόμη κι αν κάθεται επειδή κουράστηκε να τρέχει πίσω από πράγματα που δεν ήθελε ποτέ πραγματικά.

Η τεμπελιά έγινε το τελευταίο μεγάλο ταμπού του πολιτισμού μας. Μπορείς να είσαι εξαντλημένος, αρκεί να είσαι παραγωγικός. Μπορείς να καταρρεύσεις, αρκεί να έχεις προηγουμένως εξαντλήσει όλες τις δυνατότητές σου. Μπορείς να μην έχεις ζωή, αρκεί να έχεις γεμάτο ημερολόγιο.

Κι έτσι, ακόμη και στις διακοπές, τρέχουμε. Να δούμε αξιοθέατα, να προλάβουμε παραλίες, να καταγράψουμε εμπειρίες, να επιστρέψουμε με φωτογραφίες που αποδεικνύουν ότι περάσαμε καλά. Η ξεκούραση μετατράπηκε σε ακόμη ένα έργο που πρέπει να ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Κι όμως, η τεμπελιά έχει μια βαθιά ανατρεπτική διάσταση. Είναι η στιγμή που αρνείσαι να συμμετάσχεις στον διαγωνισμό της διαρκούς απασχόλησης. Που δεν μετράς την αξία σου με το πλήθος των εκκρεμοτήτων που διεκπεραίωσες. Που αφήνεις τον κόσμο να περιστρέφεται χωρίς να αισθάνεσαι υποχρεωμένος να τον σπρώχνεις.

Δεν πρόκειται για την αδυναμία να εργαστείς, αλλά για την ελευθερία να μη χρειάζεται να εργάζεσαι αδιάκοπα για να δικαιούσαι να ζεις.

Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο ψάχνουμε την τεμπελιά, γιατί κατά βάθος ψάχνουμε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: τον χρόνο που μας ανήκει.

Και ίσως η μεγαλύτερη επανάσταση της εποχής μας να μην είναι να κάνουμε περισσότερα σε λιγότερο χρόνο.

Ίσως να είναι να πάψουμε, επιτέλους, να θεωρούμε χαμένο τον χρόνο που δεν πουλήσαμε σε κανέναν.


Τι ψάχνουμε 24 ώρες το 24ωρο;


Τι ψάχνουμε άραγε 24 ώρες το 24ωρο;

Ψάχνουμε χρόνο μέσα στον χρόνο. Αυτόν που δεν περισσεύει ποτέ, ακόμη κι όταν δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε.

Ψάχνουμε χρήματα για να αγοράσουμε πράγματα που δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε. Επιτυχία για να μας θαυμάσουν άνθρωποι που δεν συμπαθούμε. Αναγνώριση για να πείσουμε τον εαυτό μας ότι υπάρχουμε. Έρωτα για να μη νιώθουμε μόνοι, συντροφιά για να μη χρειάζεται να μιλήσουμε, διασκέδαση για να ξεχάσουμε ότι δεν περνάμε καλά.

Ψάχνουμε διαρκώς κάτι. Μια καλύτερη δουλειά, ένα μεγαλύτερο σπίτι, μια καινούργια αρχή, την επόμενη ευκαιρία. Κι όταν τα αποκτήσουμε, μετακινούμε τον στόχο λίγο πιο πέρα. Η επιθυμία είναι ένας ορίζοντας που υποχωρεί κάθε φορά που πλησιάζουμε.

Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ολόκληρη η ζωή μας μετατρέπεται σε μια ατελείωτη αναζήτηση. Τα κινητά αναζητούν σήμα, οι μηχανές αναζητούν δεδομένα, οι άνθρωποι αναζητούν επιβεβαίωση. Κάθε λεπτό πρέπει να αξιοποιηθεί, κάθε κενό να γεμίσει, κάθε σιωπή να διακοπεί. Ακόμη και η ξεκούραση απέκτησε στόχους, προγράμματα και εφαρμογές που μετρούν πόσο καλά ξεκουραστήκαμε.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε δυο ειδοποιήσεις και τρεις εκκρεμότητες, χάνεται το ουσιώδες.

Μήπως δεν ψάχνουμε αυτό που μας λείπει, αλλά προσπαθούμε να ξεχάσουμε αυτό που ήδη έχουμε;

Μήπως ψάχνουμε έναν τρόπο να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας; Την ελευθερία να μην αποδεικνύουμε διαρκώς την αξία μας; Ένα απόγευμα χωρίς υποχρεώσεις, μια κουβέντα χωρίς σκοπιμότητα, έναν έρωτα χωρίς διαπραγματεύσεις, μια μέρα που δεν θα χρειαστεί να δικαιολογήσουμε την ύπαρξή μας με την παραγωγικότητά μας;

Ίσως, τελικά, να ψάχνουμε το δικαίωμα να υπάρχουμε χωρίς να κυνηγάμε κάτι.

Να καθίσουμε για λίγο ακίνητοι, χωρίς να αισθανόμαστε ότι μένουμε πίσω. Να κοιτάξουμε τον ουρανό χωρίς να φωτογραφίσουμε το τοπίο. Να πιούμε έναν καφέ χωρίς να απαντήσουμε σε κανέναν. Να αφήσουμε μια ώρα να περάσει χωρίς να της αναθέσουμε κάποια δουλειά.

Γιατί το παράδοξο δεν είναι ότι έχουμε μόνο είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα. Είναι ότι διαθέτουμε ολόκληρη τη ζωή μας προσπαθώντας να τις γεμίσουμε, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν αυτό που γεμίζει τον χρόνο μας γεμίζει και τη ζωή μας.

Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο ψάχνουμε τη ζωή.

Και το πιο ειρωνικό;

Μπορεί να βρίσκεται ακριβώς εκεί, σε εκείνα τα λίγα λεπτά που προσπαθούμε απεγνωσμένα να σκοτώσουμε τον χρόνο.


Κυνηγώντας τον χρόνο.



Τρέχουμε.

Από το πρωί μέχρι το βράδυ, από το ένα ραντεβού στο άλλο, από μια υποχρέωση σε μια εκκρεμότητα. Κοιτάζουμε το ρολόι σαν να μας χρωστάει κάτι και θυμώνουμε όταν οι δείκτες επιμένουν να κινούνται χωρίς να μας συμβουλεύονται. Σπρώχνουμε τις ώρες, στριμώχνουμε τις μέρες, προγραμματίζουμε ακόμη και τις στιγμές που υποτίθεται πως θα ξεκουραστούμε. Κάποτε φτάνουμε στο σημείο να βάζουμε ξυπνητήρι για να θυμηθούμε να ζήσουμε.

Κυνηγάμε τον χρόνο λες και, αν τρέξουμε αρκετά γρήγορα, θα καταφέρουμε να τον νικήσουμε. Μα ο χρόνος δεν είναι αντίπαλος στον δρόμο. Δεν λαχανιάζει, δεν ιδρώνει, δεν κοιτάζει πίσω του. Μόνο εμείς λαχανιάζουμε, προσπαθώντας να προλάβουμε μια ζωή που, όσο την κυνηγάμε, τόσο λιγότερο προλαβαίνουμε να αισθανθούμε.

Κι ύστερα έρχεται η παράξενη στιγμή που ανακαλύπτουμε πως δεν μας λείπει πάντα ο χρόνος. Μας λείπει η άδεια να τον σπαταλήσουμε. Να καθίσουμε χωρίς λόγο, να κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο, να πιούμε έναν καφέ που δεν συνοδεύεται από κάποια επόμενη δουλειά. Να συναντήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να κοιτάξουμε το κινητό. Να αφήσουμε μια σκέψη να περιπλανηθεί χωρίς να τη ρωτήσουμε πού πηγαίνει και πόσο θα αργήσει να επιστρέψει.

Γιατί έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε πολύτιμο ό,τι παράγει κάτι. Ακόμη και την ξεκούραση την αντιμετωπίζουμε σαν επένδυση: ξεκουραζόμαστε για να αποδώσουμε καλύτερα. Ακόμη και τις διακοπές τις οργανώνουμε με τέτοια επιμέλεια, ώστε επιστρέφουμε εξαντλημένοι από την προσπάθεια να περάσουμε καλά. Η αδράνεια μάς προκαλεί ενοχές, η σιωπή αμηχανία και η ελεύθερη ώρα την υποψία πως κάτι σημαντικό ξεχάσαμε να κάνουμε.

Κάπου εκεί ο χρόνος παύει να είναι η φυσική διάσταση της ζωής και γίνεται αφεντικό. Κι εμείς, πρόθυμοι υπάλληλοί του, χτυπάμε κάρτα από το πρωί μέχρι το βράδυ, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κανείς να μας πληρώσει.

Μα η ζωή δεν μετριέται μόνο με όσα προλάβαμε. Μετριέται και με όσα δεν βιαστήκαμε να προσπεράσουμε. Με το φως που άλλαξε χρώμα στον τοίχο, με τη συζήτηση που κράτησε περισσότερο απ’ όσο υπολογίζαμε, με ένα γέλιο που δεν είχε καμία χρησιμότητα, με εκείνο το απόγευμα που δεν κάναμε απολύτως τίποτα και, για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, δεν αισθανθήκαμε πως χάσαμε τη μέρα.

Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα. Είναι ότι εμείς περνάμε βιαστικά μέσα από τον χρόνο, σαν επισκέπτες που έχουν ήδη αγοράσει εισιτήριο για τον επόμενο προορισμό.

Και κάποια στιγμή, όταν κοιτάξουμε πίσω, ίσως καταλάβουμε πως όλη μας τη ζωή κυνηγούσαμε τον χρόνο, ενώ εκείνος δεν προσπαθούσε να μας ξεφύγει. Εμείς ήμασταν αυτοί που φεύγαμε διαρκώς από το παρόν, για να συναντήσουμε ένα μέλλον που, μόλις έφτανε, μεταμφιεζόταν ξανά σε παρόν.

Κι έτσι, μέσα στην αγωνία να μη χάσουμε ούτε λεπτό, κινδυνεύουμε να χάσουμε ολόκληρη τη ζωή.


Κλέβοντας "χρόνο" από τον χρόνο...



Υπάρχει η ώρα που κοιτάζεις στο ρολόι και ο χρόνος που δεν μπορείς να μετρήσεις.

Η πρώτη έχει αριθμούς, δείκτες, προθεσμίες. Σε κυνηγάει από το πρωί, σου υπενθυμίζει τι δεν πρόλαβες και σε προειδοποιεί για όσα πρέπει ακόμη να κάνεις. Ο δεύτερος δεν ενδιαφέρεται για το πρόγραμμά σου. Κυλάει όταν γελάς, σέρνεται όταν περιμένεις, εξαφανίζεται όταν είσαι ευτυχισμένος και γίνεται αβάσταχτα βαρύς όταν πονάς.

Κάπου ανάμεσα στους δύο, ο άνθρωπος ανακάλυψε το διάλειμμα.

Μια μικρή ανταρσία απέναντι στην οργανωμένη εξάντληση. Ένα φλιτζάνι καφέ, ένα τσιγάρο, ένα βλέμμα έξω από το παράθυρο. Για λίγα λεπτά δεν είσαι υπάλληλος του ρολογιού, δεν είσαι υποχρεωμένος να παράγεις, να απαντάς, να προλαβαίνεις. Είσαι απλώς ένας άνθρωπος που κάθεται και αφήνει τον κόσμο να συνεχίσει χωρίς τη δική του συμμετοχή.

Κι όμως, ακόμη κι όταν κάνουμε διάλειμμα, συχνά βιαζόμαστε. Κοιτάζουμε την ώρα για να υπολογίσουμε πόσο χρόνο έχουμε στη διάθεσή μας, λες και ακόμη και η ανάπαυση οφείλει να απολογηθεί για την παραγωγικότητά της. Έχουμε μάθει να μετράμε τα λεπτά, αλλά ξεχάσαμε να κατοικούμε μέσα τους.

Ίσως γι' αυτό το διάλειμμα δεν είναι απλώς μια παύση από τη δουλειά. Είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι η ζωή δεν αποτελείται μόνο από όσα προλαβαίνουμε να κάνουμε, αλλά κι από όσα επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αισθανθεί.

Γιατί η ώρα μπορεί να τελειώνει, αλλά ο χρόνος δεν υπακούει πάντα στους δείκτες. Μια στιγμή μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή, ενώ μια ζωή μπορεί να περάσει χωρίς να αφήσει πίσω της ούτε μία στιγμή που να μας ανήκει πραγματικά.

Το ρολόι μετράει πόσο διαρκεί το διάλειμμα. Εμείς πρέπει να ανακαλύψουμε πόσο διαρκεί η ζωή.


Εκεί που πραγματικά ο χρόνος μετρά...

 


Στην αίθουσα του χειρουργείου, ο χρόνος παύει να είναι αυτό που νομίζουμε. Έξω, μετριέται με ραντεβού που καθυστερούν, φανάρια που δεν αλλάζουν, καφέδες που κρυώνουν και λεπτά που χάνονται σε ανούσιες συζητήσεις. Εδώ, μέσα στο χειρουργείο, κάθε δευτερόλεπτο αποκτά ένα βάρος που δεν μπορεί να σηκώσει κανένα ρολόι.

Το βλέμμα συγκεντρώνεται. Τα χέρια κινούνται με ακρίβεια. Οι οθόνες φωτίζουν το πεδίο, τα μηχανήματα κρατούν τον ρυθμό τους και μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων εργάζεται συντονισμένα γύρω από μια εύθραυστη ανθρώπινη ύπαρξη.

Δεν υπάρχει χώρος για περιττές κινήσεις. Ούτε για τον εγωισμό, τη ματαιοδοξία ή τις μικρές βεβαιότητες της καθημερινότητας. Υπάρχει μόνο η γνώση, η εμπειρία, η ευθύνη και η βαθιά επίγνωση πως απέναντι δεν βρίσκεται ένας αριθμός περιστατικού, αλλά ένας άνθρωπος με τη δική του ιστορία, τις αγωνίες του και τους ανθρώπους που τον περιμένουν.

Εδώ ο χρόνος δεν μετριέται απλώς σε λεπτά. Μετριέται σε λειτουργίες που διατηρούνται, σε βλάβες που αποτρέπονται, σε πιθανότητες που κερδίζονται. Σε μια κίνηση που πρέπει να γίνει την κατάλληλη στιγμή και σε μια απόφαση που δεν επιτρέπει δεύτερη σκέψη χωρίς λόγο.

Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση του χειρουργείου: για να κερδίσεις χρόνο, πρέπει να ξεχάσεις το ρολόι. Να έχεις εκπαιδεύσει το μυαλό να σκέφτεται καθαρά και τα χέρια να ενεργούν με ακρίβεια, ακόμη κι όταν η ευθύνη κάνει κάθε δευτερόλεπτο να μοιάζει αιώνας.

Γιατί υπάρχουν στιγμές που ο χρόνος δεν περνά. Κρίνεται.

Και υπάρχουν χώροι όπου η αξία του δεν αποτυπώνεται στους δείκτες ενός ρολογιού, αλλά σε αυτό που θα μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος όταν ανοίξει ξανά τα μάτια του.



19/10/26

Χρόνος.


Ο χρόνος δεν περνάει. Εμείς περνάμε μέσα από αυτόν, αφήνοντας πίσω μας ανθρώπους, επιθυμίες, λάθη και εκδοχές του εαυτού μας που κάποτε πιστεύαμε πως θα κρατούσαν για πάντα.

Τον μετράμε με ρολόγια, ημερολόγια και επετείους, λες και αν καταφέρουμε να τον χωρέσουμε σε αριθμούς θα μπορέσουμε κάποτε να τον ελέγξουμε. Μα ο χρόνος έχει τη δική του ειρωνεία. Τρέχει όταν είμαστε ευτυχισμένοι, σέρνεται όταν υποφέρουμε και σταματά εντελώς σε ορισμένες στιγμές που θα θέλαμε να κρατήσουν για πάντα.

Κι ύστερα, κάποια μέρα, ανακαλύπτουμε πως δεν μας γέρασαν τόσο τα χρόνια όσο οι αναβολές. Όσα δεν τολμήσαμε, όσα αφήσαμε για αύριο, όσα περιμέναμε να αλλάξουν από μόνα τους. Ο χρόνος δεν παίρνει μόνο τη νιότη. Παίρνει και τις δικαιολογίες μας, μία προς μία.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο λάθος μας είναι ότι ζούμε σαν να διαθέτουμε χρόνο σε αφθονία και αγωνιούμε σαν να μην έχουμε καθόλου.

Και το παράδοξο;

Δεν φοβόμαστε τόσο ότι θα τελειώσει ο χρόνος μας, όσο ότι θα τελειώσει προτού προλάβουμε να ζήσουμε τη ζωή που αναβάλαμε.

Γιατί ο χρόνος δεν είναι αυτό που έχουμε.

Είναι αυτό που μας απομένει, χωρίς κανείς να μας έχει πει πόσο.