Υπάρχουν βιβλία που επιχειρούν να εξηγήσουν την κοινωνία και βιβλία που αμφισβητούν το δικαίωμά της να παρουσιάζει τις συνήθειές της ως αιώνιες αλήθειες. Η "Μητριαρχία – Η μοιχεία" του Πολ Λαφάργκ (Paul Lafargue), γαμπρού του Καρλ Μαρξ και Γάλλου σοσιαλιστή διανοητή, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στα δύο δοκίμια που συγκροτούν το έργο, ο συγγραφέας στρέφεται εναντίον των κυρίαρχων αντιλήψεων για την οικογένεια, τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα και την ηθική της συζυγικής πίστης, αναζητώντας τις ιστορικές και υλικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τους κοινωνικούς θεσμούς. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις "Εκδόσεις Αργοναύτης".
Το ερώτημα που διατρέχει τις σελίδες του είναι βαθιά πολιτικό: πόσα από όσα θεωρούμε φυσικά, αυτονόητα και ηθικά αδιαπραγμάτευτα αποτελούν, στην πραγματικότητα, προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών; Πόσες από τις βεβαιότητές μας είναι ανθρώπινες ανάγκες και πόσες κοινωνικές συμβάσεις που επιβίωσαν επειδή εξυπηρετούσαν συγκεκριμένα συμφέροντα;
Ο Λαφάργκ μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της αιώνιας ηθικής στο πεδίο της ιστορίας. Δεν αντιμετωπίζει την οικογένεια ως θεσμό έξω από τον χρόνο, ούτε τη σεξουαλική συμπεριφορά ως ένα σύνολο κανόνων που ισχύουν ανεξάρτητα από την κοινωνία. Επιχειρεί να δείξει ότι οι μορφές συγγένειας, οι σχέσεις ανάμεσα στα φύλα και οι αντιλήψεις περί ηθικής μεταβάλλονται μαζί με τις υλικές συνθήκες της ανθρώπινης ζωής.
Η σημασία αυτής της προσέγγισης είναι προφανής: όταν ένας κοινωνικός θεσμός παρουσιάζεται ως φυσικός και αιώνιος, η αμφισβήτησή του εμφανίζεται αυτομάτως ως παρέκκλιση. Όταν, όμως, αναγνωρίζεται η ιστορικότητά του, ανοίγει ο δρόμος για να εξεταστούν τόσο η προέλευσή του όσο και η δυνατότητα μετασχηματισμού του.
📚 Η μητριαρχία και η ιστορία της οικογένειας.
Στο πρώτο δοκίμιο, "Μητριαρχία", ο Λαφάργκ εξετάζει τις μορφές συγγένειας και εξουσίας που προηγήθηκαν της πατριαρχικής οικογένειας όπως αυτή διαμορφώθηκε στις κοινωνίες της ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει ότι η μητριαρχική οργάνωση αποτέλεσε ένα καθολικό στάδιο στην ιστορική εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, επιχειρώντας να τεκμηριώσει τη θέση του με αναφορές στην αρχαία μυθολογία, την κλασική γραμματεία και τις ανθρωπολογικές έρευνες της εποχής του.
Κεντρική θέση στην ανάλυσή του κατέχει η Ορέστεια του Αισχύλου. Η τραγωδία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα αριστούργημα της αρχαίας δραματουργίας, αλλά και ως ίχνος μιας βαθύτερης κοινωνικής σύγκρουσης.
Ο Ορέστης σκοτώνει τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα, για να εκδικηθεί τη δολοφονία του πατέρα του, Αγαμέμνονα. Οι Ερινύες τον καταδιώκουν για το μητρικό αίμα που έχυσε, ενώ ο Απόλλων υπερασπίζεται την πράξη του. Η Αθηνά αναλαμβάνει να διευθετήσει τη σύγκρουση, η οποία καταλήγει στην επικράτηση μιας νέας μορφής δικαιοσύνης.
Για τον Λαφάργκ, η δραματική αυτή αντιπαράθεση μπορεί να διαβαστεί ως συμβολική έκφραση της μετάβασης από ένα σύστημα που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη μητρική συγγένεια σε μια κοινωνική τάξη που αναγνωρίζει την υπεροχή του πατρικού δικαίου. Η μυθολογία διασώζει, έτσι, τα ίχνη κοινωνικών μετασχηματισμών, ακόμη κι όταν οι θεσμοί που τους γέννησαν έχουν αρχίσει να υποχωρούν.
Η ιστορική αυτή ερμηνεία έχει ενδιαφέρον, χρειάζεται όμως να διαβαστεί κριτικά. Η μητριαρχία, η μητρογραμμική συγγένεια και η μητροτοπική κατοικία δεν αποτελούν ταυτόσημες έννοιες. Η καταγωγή μέσω της μητέρας ή η διαμονή του ζευγαριού στην κοινότητα της γυναίκας δεν συνεπάγονται αυτομάτως γυναικεία κυριαρχία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Η άποψη ότι όλοι οι πολιτισμοί πέρασαν υποχρεωτικά από ένα αρχικό μητριαρχικό στάδιο ανήκει στις ανθρωπολογικές θεωρίες της εποχής του Λαφάργκ και δεν αποτελεί σήμερα αδιαμφισβήτητο επιστημονικό πόρισμα.
Αυτό, ωστόσο, δεν ακυρώνει το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει το δοκίμιο: αν οι μορφές της οικογένειας και της συγγένειας μεταβάλλονται ιστορικά, με ποιο δικαίωμα μια συγκεκριμένη μορφή οικογένειας διεκδικεί το μονοπώλιο της φυσικότητας;
Η οικογένεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα που αιωρείται πάνω από την κοινωνία. Είναι ένας θεσμός που μεταβάλλεται, προσαρμόζεται, συγκρούεται με νέες ανάγκες και αντανακλά τις σχέσεις εξουσίας της εποχής του. Η ιστορία της δεν είναι μόνο ιστορία της αγάπης και της συντροφικότητας, αλλά και ιστορία της περιουσίας, της κληρονομιάς και της κοινωνικής ιεραρχίας.
📚 Η μοιχεία ως κοινωνικός θεσμός.
Στο δεύτερο δοκίμιο, "Η μοιχεία", ο Λαφάργκ στρέφεται σε ένα ζήτημα που αποκαλύπτει με ιδιαίτερη καθαρότητα τις αντιφάσεις της αστικής ηθικής. Εξετάζει τη μοιχεία όχι ως μια αιώνια αμαρτία, αλλά ως μια συμπεριφορά της οποίας η κοινωνική αξιολόγηση μεταβάλλεται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες και τις σχέσεις εξουσίας.
Η αφετηρία του είναι η προφανής ασυμμετρία ανάμεσα στα δύο φύλα. Σε πολλές κοινωνίες, η ανδρική απιστία αντιμετωπίστηκε με επιείκεια ή ακόμη και ως έκφραση ανδρικού προνομίου, ενώ η γυναικεία απιστία θεωρήθηκε σοβαρό παράπτωμα που απειλούσε την τιμή της οικογένειας και την κοινωνική της θέση.
Γιατί η ίδια πράξη κρίνεται διαφορετικά ανάλογα με το φύλο εκείνου που την τελεί;
Η απάντηση του Λαφάργκ συνδέεται με την ατομική ιδιοκτησία και την κληρονομική διαδοχή. Όταν η περιουσία αποκτά κεντρική θέση στην κοινωνική οργάνωση, η βεβαιότητα της πατρότητας των κληρονόμων μετατρέπεται σε ζήτημα οικονομικής και κοινωνικής σημασίας. Η γυναικεία σεξουαλικότητα τίθεται υπό αυστηρότερο έλεγχο, επειδή η αμφισβήτηση της πατρότητας μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση και τη νόμιμη μεταβίβαση της περιουσίας.
Η γυναικεία πίστη δεν αντιμετωπίζεται, επομένως, μόνο ως προσωπική ή συναισθηματική αρετή. Αναλαμβάνει να διασφαλίσει την πατρική καταγωγή και την κληρονομική συνέχεια. Η ανδρική απιστία, αντίθετα, μπορεί να γίνεται κοινωνικά ανεκτή, καθώς δεν αμφισβητεί με τον ίδιο άμεσο τρόπο την πατρότητα των παιδιών που γεννά η σύζυγος.
Η ηθική αποκτά δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ο άνδρας διατηρεί προνόμια που η γυναίκα δεν δικαιούται να διεκδικήσει, ενώ η ανισότητα παρουσιάζεται ως φυσική συνέπεια της διαφοράς των φύλων.
Ο Λαφάργκ αξιοποιεί, μεταξύ άλλων, μια έρευνα της γαλλικής εφημερίδας "Le Figaro", συγκρίνοντας τις αντιλήψεις της εποχής του με εκείνες του παρελθόντος. Μέσα από αυτή την προσέγγιση επιχειρεί να αναδείξει ότι οι αντιλήψεις για τη συζυγική πίστη δεν είναι αμετάβλητες, αλλά διαμορφώνονται μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια.
Το σημαντικότερο στοιχείο της ανάλυσής του είναι ότι δεν αρκείται στην καταγγελία της υποκρισίας. Επιχειρεί να εξηγήσει πώς αυτή παράγεται, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί και γιατί μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν οι συνθήκες που τη γέννησαν έχουν αλλάξει.
Η κοινωνία δεν κρίνει απλώς τις πράξεις. Καθορίζει ποιος έχει το δικαίωμα να τις πραγματοποιεί, ποιος θα τιμωρηθεί γι' αυτές και ποιος θα προστατευτεί από τις συνέπειές τους.
📚 Από την ιδιοκτησία της περιουσίας στην ιδιοκτησία του ανθρώπου.
Τα δύο δοκίμια συνδέονται από μια κοινή ιδέα: οι οικογενειακοί θεσμοί και οι αντιλήψεις περί ηθικής δεν βρίσκονται έξω από την ιστορία. Διαμορφώνονται μέσα σε συγκεκριμένες υλικές συνθήκες και αντανακλούν τις σχέσεις εξουσίας που χαρακτηρίζουν κάθε κοινωνία.
Αυτή η προσέγγιση εντάσσεται στη μαρξιστική παράδοση, η οποία αναζητά τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική οργάνωση της κοινωνίας και στις κυρίαρχες ιδέες της. Δεν σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινο συναίσθημα μπορεί να αναχθεί στην οικονομία ή ότι η αγάπη, η επιθυμία και η προσωπική δέσμευση εξηγούνται αποκλειστικά από την ιδιοκτησία. Σημαίνει, όμως, ότι ακόμη και οι πιο ιδιωτικές πλευρές της ζωής μας μπορούν να επηρεάζονται από κοινωνικούς θεσμούς, οικονομικές εξαρτήσεις και άνισες σχέσεις δύναμης.
Και εδώ η σκέψη του Λαφάργκ αποκτά μια ευρύτερη διάσταση. Γιατί η ιδιοκτησία δεν περιορίζεται στην κατοχή της γης, των επιχειρήσεων ή του πλούτου. Μπορεί να μεταφερθεί και στις ανθρώπινες σχέσεις, όταν ο ένας άνθρωπος διεκδικεί εξουσία πάνω στο σώμα, στην επιθυμία και στις επιλογές του άλλου.
Η απαίτηση να ανήκει κάποιος ολοκληρωτικά σε κάποιον άλλον μπορεί να παρουσιάζεται ως απόδειξη αγάπης. Η ζήλια μπορεί να μεταμφιέζεται σε ενδιαφέρον, ο έλεγχος σε προστασία και η υποταγή σε αφοσίωση. Η γλώσσα των συναισθημάτων γίνεται, έτσι, το άλλοθι μιας σχέσης εξουσίας.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η μονογαμία αποτελεί αναγκαστικά καταπιεστικό θεσμό ή ότι η απιστία είναι από μόνη της πράξη ελευθερίας. Μια σχέση αποκλειστικότητας μπορεί να στηρίζεται στην ισότητα και στην ελεύθερη επιλογή, όπως και μια σχέση που επικαλείται την απελευθέρωση μπορεί να κρύβει εκμετάλλευση και αδιαφορία. Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι να αντικατασταθεί ένας υποχρεωτικός κανόνας από τον αντίθετό του, αλλά να πάψει η ηθική να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με το φύλο και την κοινωνική ισχύ.
Η χειραφέτηση δεν σημαίνει να αποκτήσει η γυναίκα το ίδιο προνόμιο που είχε ο άνδρας να παραβιάζει τους κανόνες χωρίς να στιγματίζεται. Σημαίνει να καταργηθεί το προνόμιο. Δεν σημαίνει να επιβληθεί η απιστία ως υποχρεωτική πράξη ελευθερίας, αλλά να πάψει η πίστη να χρησιμοποιείται ως μηχανισμός υποταγής.
Η ελευθερία στις ανθρώπινες σχέσεις προϋποθέτει ισότητα, συναίνεση, ειλικρίνεια και αμοιβαίο σεβασμό. Δεν προϋποθέτει την κατοχή του άλλου.
📚 Η ηθική ως μηχανισμός κοινωνικής εξουσίας.
Το βιβλίο του Λαφάργκ παραμένει ενδιαφέρον επειδή μας υποχρεώνει να εξετάσουμε τις δικές μας βεβαιότητες. Πόσες από τις σημερινές αντιλήψεις για τον γάμο, τη μονογαμία, την οικογενειακή ευθύνη και τη σεξουαλική ελευθερία αποτελούν συνειδητές επιλογές και πόσες είναι κληρονομημένες συμβάσεις που εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως αυτονόητες;
Η ιστορική εξήγηση ενός θεσμού δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές του είναι εξίσου επιθυμητές, ούτε ότι η αλλαγή του είναι αναπόφευκτη. Προσφέρει, όμως, ένα ουσιαστικό εργαλείο κριτικής: μας επιτρέπει να διακρίνουμε την ανθρώπινη ανάγκη από τον κοινωνικό κανόνα που επιχειρεί να την πειθαρχήσει.
Η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τους νόμους της χωρίς να αλλάξει τις προκαταλήψεις της. Μπορεί να αναγνωρίσει τυπικά την ισότητα, διατηρώντας άθικτες τις καθημερινές σχέσεις κυριαρχίας. Μπορεί να διακηρύσσει την ελευθερία και να συνεχίζει να αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως εγγυήτρια της ανδρικής τιμής.
Η πραγματική ανατροπή αρχίζει όταν αμφισβητείται όχι μόνο ο κανόνας, αλλά και το συμφέρον που κρύβεται πίσω από αυτόν. Όταν η οικογένεια παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μηχανισμός διατήρησης της περιουσίας και αναγνωρίζεται ως πιθανός χώρος ελεύθερης συντροφικότητας. Όταν η ηθική παύει να είναι προνόμιο των ισχυρών και γίνεται κοινό μέτρο για όλους.
Η "Μητριαρχία – Η μοιχεία" δεν είναι, επομένως, μόνο μια ιστορική αναδρομή στις αντιλήψεις του 19ου αιώνα. Είναι μια πρόσκληση να ξανασκεφτούμε την οικογένεια, την εξουσία και την ελευθερία, αναγνωρίζοντας ότι οι θεσμοί που κληρονομήσαμε δεν είναι υποχρεωτικά και οι θεσμοί που πρέπει να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
📚 Ο έρωτας δεν είναι ιδιοκτησία.
Το πιο ενοχλητικό ερώτημα που αφήνει πίσω του ο Λαφάργκ δεν είναι αν η μοιχεία αποτελεί αμάρτημα. Είναι ποιος αποφάσισε ότι αποτελεί αμάρτημα, ποιος έχει το δικαίωμα να το διαπράττει χωρίς να στιγματίζεται και ποιος καλείται να πληρώσει το κοινωνικό τίμημα.
Η ιστορία της σεξουαλικής ηθικής είναι και ιστορία της εξουσίας που επιχείρησε να οργανώσει τις ανθρώπινες επιθυμίες. Η οικογένεια υπήρξε χώρος αγάπης και αλληλεγγύης, αλλά και μηχανισμός μεταβίβασης περιουσίας, διατήρησης προνομίων και εξασφάλισης της κληρονομικής διαδοχής. Η γυναίκα κλήθηκε να εγγυηθεί την πατρότητα των παιδιών της, ενώ ο άνδρας διατήρησε συχνά την ελευθερία να παραβιάζει τους κανόνες που επέβαλλε στην ίδια.
Η κοινωνία κατασκεύασε μια ηθική που παρουσίαζε τις ανισότητες ως φυσικές διαφορές και τα προνόμια ως δικαιώματα. Η ανδρική κυριαρχία απέκτησε το λεξιλόγιο της τιμής, η γυναικεία υποταγή βαφτίστηκε αρετή και η πειθαρχία του σώματος μετατράπηκε σε απόδειξη ηθικής ανωτερότητας.
Το πρόβλημα, όμως, δεν εξαντλείται στην οικονομική ιδιοκτησία. Υπάρχει και η ιδιοκτησία που διεκδικεί ο ένας άνθρωπος πάνω στον άλλον. Η απαίτηση να ανήκει κάποιος ολοκληρωτικά σε κάποιον άλλο, όχι ως ελεύθερη και ανανεούμενη επιλογή, αλλά ως δικαίωμα κατοχής.
Ο έρωτας, ωστόσο, δεν είναι συμβόλαιο μεταβίβασης κυριότητας. Η δέσμευση μπορεί να είναι βαθιά και η αφοσίωση ουσιαστική ακριβώς επειδή επιλέγονται ελεύθερα. Όταν, αντίθετα, η πίστη επιβάλλεται με τον φόβο, την οικονομική εξάρτηση ή την κοινωνική κατακραυγή, παύει να αποτελεί έκφραση ελευθερίας και γίνεται υποχρέωση προς τον ιδιοκτήτη.
Η απελευθέρωση δεν βρίσκεται στην κατάργηση κάθε δέσμευσης, αλλά στην κατάργηση της εξουσίας που μετατρέπει τη δέσμευση σε υποταγή. Δεν βρίσκεται στην αντικατάσταση της πατριαρχικής κυριαρχίας από μια αντίστροφη κυριαρχία, αλλά στην αναγνώριση ότι κανένα φύλο δεν έχει περισσότερα δικαιώματα πάνω στην επιθυμία και στη ζωή του άλλου.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη κοινωνική υποκρισία να βρίσκεται στην απαίτηση να αποδεικνύει ο άνθρωπος την αγάπη του υποχωρώντας από την ελευθερία του. Μια κοινωνία που υπερασπίζεται την ιδιοκτησία με μεγαλύτερο πάθος από την ισότητα θα βρίσκει πάντοτε λόγους να ελέγχει τα σώματα, να ταξινομεί τις επιθυμίες και να καταδικάζει επιλεκτικά τις παραβάσεις.
Η σκέψη του Λαφάργκ μάς βοηθά να καταλάβουμε ότι οι θεσμοί έχουν ιστορία. Το ερώτημα είναι αν έχουμε το θάρρος να τους αλλάξουμε όταν η ιστορία τους αποκαλύπτει την αδικία τους.
Η ιδιοκτησία θέλει εγγυήσεις. Η εξουσία θέλει υπακοή. Ο έρωτας, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει ως ιδιοκτησία χωρίς να ακυρώσει τον ίδιο του τον εαυτό. Κι αν η κοινωνία χρειάστηκε αιώνες για να μετατρέψει την κατοχή σε ηθική, ίσως η πραγματική της πρόοδος αρχίσει όταν πάψει να θεωρεί την ελευθερία του άλλου απειλή για τα δικαιώματά της. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι περιουσία. Ούτε καν όταν τον αγαπάς.