Υπάρχουν ταινίες που μιλούν για την ποίηση. Και υπάρχουν ταινίες που σε κάνουν να αναρωτηθείς αν η ίδια η ζωή είναι άραγε αρκετά ποιητική για να αξίζει να τη ζήσεις.
Ο «Κύκλος των Χαμένων Ποιητών» (Dead Poets Society, 1989), του Peter Weir, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Με τον Robin Williams στον ρόλο του John Keating, η ταινία δεν αφηγείται απλώς την ιστορία ενός αντισυμβατικού καθηγητή και των μαθητών του. Αφηγείται τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντίθετες αντιλήψεις για τον άνθρωπο: στον άνθρωπο ως πρόσωπο που πρέπει να ανακαλύψει τον εαυτό του και στον άνθρωπο ως ρόλο που πρέπει να εκπληρώσει.
Η Welton Academy είναι ένας κόσμος όπου όλα έχουν τη θέση τους. Η παράδοση, η πειθαρχία, η αριστεία, η υπακοή. Τέσσερις αρχές που μοιάζουν με στέρεες κολόνες, μέχρι να αντιληφθείς ότι πάνω τους μπορεί να χτιστεί ένα ολόκληρο οικοδόμημα χωρίς παράθυρα.
Τα παιδιά εκπαιδεύονται για να πετύχουν.
Κανείς, όμως, δεν τα ρωτά τι σημαίνει για εκείνα να ζήσουν.
Εκεί εμφανίζεται ο John Keating.
Δεν μπαίνει στην τάξη σαν ένας ακόμη καθηγητής που θα παραδώσει την ύλη. Μπαίνει σαν κάποιος που θέλει να διαταράξει την τάξη των πραγμάτων. Δεν τους ζητά να αποστηθίσουν περισσότερα. Τους ζητά να κοιτάξουν διαφορετικά.
Τους ανεβάζει πάνω στα θρανία.
Η κίνηση είναι απλή, σχεδόν παιδική. Αλλά η σημασία της είναι τεράστια. Από κάτω, ο κόσμος φαίνεται δεδομένος. Από πάνω, μπορεί να αποκαλυφθεί ως κατασκευή.
Κι αν είναι κατασκευή, μπορεί και να αλλάξει.
Η ποίηση, για τον Keating, δεν είναι ένα μάθημα λογοτεχνίας. Δεν είναι οι στίχοι που πρέπει να αναλυθούν, να βαθμολογηθούν και να εξεταστούν. Είναι η υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να χωρέσει σε ένα προκαθορισμένο καλούπι.
Γι' αυτό και το περίφημο Carpe Diem δεν σημαίνει απλώς «ζήσε τη στιγμή».
Σημαίνει: μην αφήσεις τη ζωή να περάσει χωρίς να έχεις αποφασίσει εσύ τι θα κάνεις μαζί της.
Κάπου εκεί αναγεννιέται και ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών. Οι μαθητές συναντιούνται κρυφά σε μια σπηλιά, διαβάζουν ποίηση, γελούν, ονειρεύονται, ερωτεύονται, φαντάζονται έναν εαυτό διαφορετικό από εκείνον που τους έχει ήδη σχεδιάσει η οικογένεια και η κοινωνία.
Η σπηλιά λειτουργεί σαν ένας μικρός χώρος ελευθερίας.
Έξω υπάρχει η Welton.
Μέσα υπάρχει η δυνατότητα.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό νόημα της ποίησης στην ταινία: να δημιουργεί έναν χώρο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί, έστω για λίγο, να μην είναι αυτό που του ζητούν να είναι.
Αλλά ο Weir δεν κάνει το λάθος να παρουσιάσει την ελευθερία ως εύκολη υπόθεση.
Ο Neil Perry θέλει να γίνει ηθοποιός. Ο πατέρας του έχει αποφασίσει διαφορετικά. Για εκείνον, το μέλλον του γιου του είναι ήδη γραμμένο. Η επιθυμία του παιδιού δεν είναι επιλογή· είναι εμπόδιο.
Και όταν η επιθυμία συγκρούεται με την εξουσία, η σύγκρουση δεν είναι θεωρητική.
Έχει κόστος.
Η τραγωδία του Neil είναι η σκοτεινή καρδιά της ταινίας. Γιατί αποκαλύπτει ότι δεν αρκεί να πεις σε έναν άνθρωπο «να είσαι ελεύθερος». Πρέπει να υπάρχει και ένας κόσμος που να αντέχει την ελευθερία του.
Ο Keating μπορεί να ανοίξει μια πόρτα.
Δεν μπορεί να εγγυηθεί τι βρίσκεται από την άλλη πλευρά.
Και τότε το σχολείο, αντί να κοιτάξει τη βαθύτερη σύγκρουση, αναζητά έναν ένοχο. Ο Keating γίνεται ο εύκολος στόχος. Το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο πικρά σημεία της ταινίας: όταν μια κοινωνία δεν θέλει να αντιμετωπίσει τις δικές της ευθύνες, συχνά τιμωρεί εκείνον που τόλμησε να κάνει την ερώτηση.
Κι ύστερα έρχεται η τελευταία σκηνή.
Ο Keating αποχωρεί από την τάξη. Η εξουσία έχει επιστρέψει στη θέση της. Τα βιβλία είναι ανοιχτά. Οι μαθητές καθισμένοι. Η σιωπή αποκαθίσταται.
Μόνο που κάτι έχει ήδη αλλάξει.
Ο Todd Anderson σηκώνεται πάνω στο θρανίο.
«O Captain! My Captain!»
Και ένας-ένας οι υπόλοιποι τον ακολουθούν.
Δεν αλλάζουν τον κόσμο.
Δεν ανατρέπουν το σχολείο.
Δεν κερδίζουν.
Απλώς σηκώνονται.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή συμβαίνει η σημαντικότερη πράξη της ταινίας: ένας άνθρωπος που μέχρι τότε φοβόταν τη φωνή του αποφασίζει να τη χρησιμοποιήσει.
Το θρανίο δεν είναι πλέον έπιπλο.
Είναι θέση.
Θέση απέναντι στη σιωπή.
Και ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών αποκτά τότε το πραγματικό του νόημα.
Γιατί ποιοι είναι οι «χαμένοι»;
Δεν είναι μόνο όσοι πέθαναν. Δεν είναι μόνο ο Neil. Δεν είναι μόνο οι νέοι που συνθλίβονται από τις προσδοκίες των άλλων.
Χαμένος είναι και εκείνος που κάποτε είχε ένα όνειρο και το εγκατέλειψε τόσο αθόρυβα, ώστε στο τέλος ξέχασε ότι ήταν δικό του.
Χαμένος είναι εκείνος που έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει και ποτέ δεν πρόλαβε να γίνει αυτό που ήθελε.
Χαμένος είναι εκείνος που πέρασε τη ζωή του παίρνοντας άριστα σε ένα μάθημα που δεν διάλεξε ποτέ.
Και έτσι ο κύκλος δεν βρίσκεται μόνο στη σπηλιά της Welton.
Βρίσκεται παντού.
Στα σχολεία που μαθαίνουν στα παιδιά να επιτυγχάνουν πριν μάθουν να επιθυμούν. Στις οικογένειες που μπερδεύουν την αγάπη με τον έλεγχο. Στις κοινωνίες που ανταμείβουν την προσαρμογή και αντιμετωπίζουν την αμφισβήτηση σαν αποτυχία. Στους ενήλικες που κάποτε είχαν φωνή και σήμερα έχουν μόνο βιογραφικό.
Γι' αυτό η ταινία εξακολουθεί να πονά.
Γιατί δεν μιλά μόνο για εκείνους τους μαθητές.
Μιλά για εμάς.
Για τις στιγμές που καθίσαμε επειδή μας είπαν να καθίσουμε. Για τις επιθυμίες που αναβάλαμε μέχρι να πάψουν να μας περιμένουν. Για τις ζωές που αφήσαμε να σχεδιαστούν από άλλους και ύστερα ονομάσαμε την παραίτηση «ωριμότητα».
Το Carpe Diem τότε παύει να είναι σύνθημα.
Γίνεται προειδοποίηση.
Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνεται μόνο όταν πεθαίνει.
Μπορεί να χαθεί πολύ νωρίτερα.
Τη μέρα που σταματά να ρωτά ποιος είναι.
Τη μέρα που παύει να επιθυμεί.
Τη μέρα που κάθεται ξανά στο θρανίο και δεν σκέφτεται καν να σηκωθεί.
Και ίσως γι' αυτό ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών να είναι ένας κύκλος που δεν έκλεισε ποτέ.
Γιατί οι πραγματικά χαμένοι ποιητές δεν βρίσκονται μόνο στους νεκρούς.
Είναι ανάμεσά μας.
Και το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι χάθηκαν.
Είναι ότι πολλοί από αυτούς ζουν ακόμη -και κανείς δεν τους είπε ποτέ πως μπορούν να σηκωθούν.




















