21/8/26

Η τέχνη του να μην κάνεις τίποτα.


Πώς αποφεύγουμε τη ζέστη; Απλά. Βρίσκουμε ίσκιο και δεν κάνουμε τίποτα.

Η επιστήμη μπορεί να έχει ανακαλύψει κλιματιστικά, ανεμιστήρες και χίλιους τρόπους να αντιμετωπίζουμε τον καύσωνα, αλλά εμείς επιμένουμε στην παλιά, δοκιμασμένη μέθοδο: καθόμαστε κάτω από ένα ίσκιο και περιμένουμε να βραδιάσει.

Το δύσκολο, βέβαια, δεν είναι να βρούμε τον ίσκιο. Είναι να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν έχουμε καμία δουλειά να κάνουμε. Γιατί μόλις καθίσουμε, θυμόμαστε ότι πρέπει να απαντήσουμε σε ένα μήνυμα, να τακτοποιήσουμε κάτι, να πάμε κάπου. Κι εκεί αρχίζει η πραγματική μάχη του καλοκαιριού.

Ο σοφός άνθρωπος, όμως, ξέρει: στους σαράντα βαθμούς δεν τεμπελιάζει. Αυτοπροστατεύεται.

Κάθεται στη σκιά, πίνει κάτι δροσερό και κοιτάζει τους άλλους να τρέχουν στον ήλιο.

Δεν είναι αδράνεια.

Είναι θερινή φιλοσοφία.




Αρχαιολογική Συλλογή Σερίφου.

 



























Φύκια και μεταξωτές κορδέλες.

 

Μερικές φορές η πραγματικότητα δεν χρειάζεται να αλλάξει· αρκεί να αλλάξει το περιτύλιγμά της. Εκεί αρχίζουν τα φύκια και οι μεταξωτές κορδέλες: λόγια πολλά, υποσχέσεις λαμπερές, τίτλοι εντυπωσιακοί -και από κάτω, το ίδιο παλιό πράγμα.

Η μεταξωτή κορδέλα δεν κάνει το φύκι μετάξι. Απλώς το κάνει πιο ευπαρουσίαστο.

Κι εμείς, συχνά, δεν ζητάμε την αλήθεια. Ζητάμε μια εκδοχή της που να μας βολεύει. Έτσι η αποτυχία γίνεται «πρόκληση», η αδράνεια «στρατηγική», το συμφέρον «όραμα» και το ψέμα, όταν φορέσει αρκετά ωραία λόγια, σχεδόν… αφήγημα.

Το δύσκολο δεν είναι να ξεχωρίσεις τα φύκια από τις κορδέλες. Είναι να έχεις το θάρρος να πεις πως, όσο όμορφα κι αν είναι δεμένα, φύκια παραμένουν.

Επίγνωση.

 

Η επίγνωση δεν είναι απλώς να γνωρίζεις. Είναι να βλέπεις καθαρά αυτό που συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου, χωρίς να χρειάζεσαι την παρηγοριά της αυταπάτης.

Μπορεί να γνωρίζουμε πολλά και, παρ’ όλα αυτά, να μην έχουμε επίγνωση. Να ξέρουμε ποιοι είμαστε, αλλά να αγνοούμε γιατί συμπεριφερόμαστε όπως συμπεριφερόμαστε. Να γνωρίζουμε τα λάθη μας, αλλά να τα αποδίδουμε πάντοτε στους άλλους. Να βλέπουμε τον κόσμο και να μην αντιλαμβανόμαστε τη θέση μας μέσα σε αυτόν.

Η επίγνωση αρχίζει συνήθως από μια δύσκολη στιγμή: από εκείνη τη στιγμή που σταματάμε να δικαιολογούμε τον εαυτό μας. Τότε κοιτάζουμε μέσα μας χωρίς το άλλοθι της περίστασης. Αναγνωρίζουμε τις επιθυμίες μας, τους φόβους μας, τις αδυναμίες μας, ακόμη και εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μας που θα προτιμούσαμε να μην υπάρχουν.

Γι’ αυτό η επίγνωση δεν είναι πάντα ευχάριστη. Είναι όμως απελευθερωτική. Γιατί ό,τι δεν βλέπουμε μας κυβερνά. Ό,τι αναγνωρίζουμε μπορούμε, τουλάχιστον, να το αντιμετωπίσουμε.

Ίσως τελικά η ωριμότητα να μην είναι να έχουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά να έχουμε επίγνωση των ερωτήσεων. Να ξέρουμε πότε μιλάμε και πότε πρέπει να σωπαίνουμε· πότε επιμένουμε και πότε πρέπει να φύγουμε· πότε αγαπάμε και πότε απλώς φοβόμαστε να μείνουμε μόνοι.

Η επίγνωση είναι ένα είδος εσωτερικού φωτός. Δεν αλλάζει απαραίτητα τον κόσμο. Αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουμε.

Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα κάθε πραγματικής αλλαγής: όχι να γίνουμε αμέσως διαφορετικοί, αλλά να δούμε επιτέλους καθαρά ποιοι είμαστε.

Κώστας Βιδάλης.


Κώστας Βιδάλης: Ο Ρεπόρτερ που Πλήρωσε την Αλήθεια με τη Ζωή του.

Τον Αύγουστο του 1946, η ελληνική επαρχία φλεγόταν. Η περίοδος της «Λευκής Τρομοκρατίας» βρισκόταν στο απόγειό της, με παρακρατικές δεξιές συμμορίες να λυμαίνονται τα χωριά, σκορπίζοντας τον φόβο και τον θάνατο σε αριστερούς πολίτες και πρώην αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, ένας δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη αποφάσισε να μην κοιτάξει από μακριά. Ο Κώστας Βιδάλης επέλεξε να πάει στην «καρδιά του κτήνους», στη Θεσσαλία, για να καταγράψει την αλήθεια.

Ένας Ταμένος της Ελευθεροτυπίας.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1904, ο Βιδάλης γνώρισε από νωρίς τη βιοπάλη. Αν και ξεκίνησε σπουδές στη Νομική, τον κέρδισε η μάχη της ενημέρωσης. Από το 1936, ως πολιτικός συντάκτης του «Ριζοσπάστη», ξεχώρισε για το ήθος, το θάρρος και τη μαχητικότητά του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τάχθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υπερασπιζόμενος τα ιδανικά της ελευθερίας.

Για τον Βιδάλη, η δημοσιογραφία δεν ήταν ένα απλό επάγγελμα, αλλά μια κοινωνική αποστολή. Όταν οι συνάδελφοί του στην Αθήνα προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από το να ταξιδέψει στη Θεσσαλία, προειδοποιώντας τον για τους θανάσιμους κινδύνους, εκείνος απάντησε κοφτά: «Πρέπει να κάμω τη δουλειά μου».

Η Τελευταία Αποστολή στον Θεσσαλικό Κάμπο.

Φτάνοντας στη Λάρισα, ο Βιδάλης άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει στοιχεία, να παίρνει συνεντεύξεις από θύματα και να καταγράφει τις λεηλασίες και τις βιαιοπραγίες των παρακρατικών. Το υλικό που μάζευε ήταν αποκαλυπτικό. Σε μια από τις τελευταίες του επικοινωνίες, γεμάτος αποφασιστικότητα, ανέφερε: «Έχω μαζέψει φοβερό υλικό».

Δεν πρόλαβε ποτέ να το δημοσιεύσει.

Η Ενέδρα και το Μαρτυρικό Τέλος.

Στις 11 Αυγούστου 1946, ο Βιδάλης επιβιβάστηκε στο τρένο με προορισμό τον Βόλο. Στον σταθμό του Πλατυκάμπου, μέλη της διαβόητης παρακρατικής συμμορίας του Αντώνη Σούρλα τον κατέβασαν με τη βία. Παρά την παρουσία κρατικών αρχών και στρατιωτών, κανείς δεν επενέβη για να τον προστατεύσει.

Ο δημοσιογράφος μεταφέρθηκε στο χωριό Μελία της Λάρισας. Εκεί, σε ένα αυτοσχέδιο «κρατητήριο», υπέστη απάνθρωπα βασανιστήρια για να λυγίσει. Ο Βιδάλης παρέμεινε όρθιος, αρνούμενος να αποκηρύξει τις ιδέες του. Στις 13 Αυγούστου 1946, οι βασανιστές του τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ και εγκατέλειψαν το σώμα του άταφο στην ύπαιθρο, να το φάνε τα άγρια ζώα.

Μια Κληρονομιά που Δεν Σβήνει.

Η δολοφονία του Κώστα Βιδάλη προκάλεσε πανελλήνιο σοκ και κατακραυγή. Ήταν το ξεκάθαρο μήνυμα ότι η ελευθερία του τύπου και η ανθρώπινη ζωή είχαν πάψει να υφίστανται. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1946, χιλιάδες πολίτες πλημμύρισαν το πολιτικό του μνημόσυνο στην Αθήνα, μετατρέποντάς το σε μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στον επερχόμενο αδελφοκτόνο σπαραγμό.

Ογδόντα χρόνια μετά, η μνήμη του παραμένει ζωντανή. Ο Κώστας Βιδάλης δεν είναι απλώς ένα όνομα στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, αλλά το αιώνιο σύμβολο της έντιμης δημοσιογραφίας. Μιας δημοσιογραφίας που δεν λυγίζει μπροστά στις απειλές και δεν φοβάται να αναζητήσει την αλήθεια, ακόμα και όταν το τίμημα είναι η ίδια η ζωή.

Μονή Ταξιαρχών, Γαλανή, Σερίφου.

 
















Η ορθότητα της θάλασσας.

 

Η θάλασσα δεν ορθώνεται ποτέ.

Απλώνεται.

Δεν κρατά το σώμα της ακίνητο,

δεν υπερασπίζεται μια σταθερή γραμμή.

Σηκώνεται, λυγίζει, υποχωρεί,

επιστρέφει.

Κάθε κύμα είναι μια μικρή παρέκκλιση

κι όμως κανένα κύμα δεν είναι λάθος.

Ίσως γιατί η θάλασσα γνωρίζει κάτι

που εμείς ξεχάσαμε:

πως η ζωή δεν χρειάζεται να είναι ευθεία

για να είναι σωστή.

Ο ορίζοντας είναι ίσιος.

Η θάλασσα όμως όχι.

Κι ανάμεσά τους

γεννιέται όλη η ποίηση του κόσμου.

Άλλο η πολιτική ορθότητα κι άλλο η ορθότητα.

Η πολιτική ορθότητα παρουσιάζεται συχνά σαν μια διαμάχη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά: ποιος μιλά σωστά, ποιος προσβάλλει, ποιος αποκλείει, ποιος υπερασπίζεται την ελευθερία. Ίσως όμως έτσι χάνουμε το σημαντικότερο ερώτημα: Ποιος καθορίζει τελικά τι θεωρείται «ορθό» και ποιος καθορίζει την ίδια την ατζέντα της συζήτησης;

Γιατί η πολιτική ορθότητα δεν είναι μόνο θέμα λέξεων. Είναι και θέμα εξουσίας.

Ξεκινά από μια θεμιτή ανάγκη. Η γλώσσα μπορεί να προσβάλει, να ταπεινώσει και να αποκλείσει. Η προσπάθεια να απαλλαγούμε από τον ρατσισμό, τον σεξισμό και τις διακρίσεις είναι αναμφισβήτητα στοιχείο κοινωνικής προόδου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ευαισθησία μετατρέπεται σε μηχανισμό συμμόρφωσης: όταν δεν αρκεί να σέβεσαι τον άλλον, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείς το «σωστό» λεξιλόγιο, να έχεις τη «σωστή» άποψη και, τελικά, να σκέφτεσαι μέσα στα όρια που έχουν ήδη οριστεί.

Εδώ η σκέψη του Νόαμ Τσόμσκι είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν απορρίπτει την ηθική ευαισθησία που βρίσκεται πίσω από την πολιτική ορθότητα. Αντιθέτως, αναγνωρίζει τη διεύρυνση της ηθικής ανησυχίας ως θετική εξέλιξη. Η αντίρρησή του αρχίζει όταν η πολιτική ορθότητα γίνεται εργαλείο φίμωσης και δογματισμού. Η ελευθερία του λόγου δοκιμάζεται ακριβώς όταν προστατεύει απόψεις που μας ενοχλούν, όχι όταν προστατεύει μόνο τις δικές μας.

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Βλέπει στην πολιτική ορθότητα έναν πιθανό νέο τύπο ιδεολογικής πειθαρχίας. Δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει μια εμφανής απαγόρευση. Αρκεί να δημιουργηθεί ένα κλίμα στο οποίο ο άνθρωπος αυτολογοκρίνεται, επειδή γνωρίζει ποια άποψη μπορεί να τον καταστήσει κοινωνικά ύποπτο. Η εξουσία δεν λέει πάντοτε «μη μιλήσεις». Μπορεί να σου λέει: «Μίλησε ελεύθερα, αλλά να ξέρεις ότι υπάρχει ένας σωστός τρόπος να μιλήσεις».

Για τον Ζίζεκ, η πολιτική ορθότητα μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως προοδευτικό άλλοθι του καπιταλισμού. Οι επιχειρήσεις μπορούν να μιλούν για συμπερίληψη, διαφορετικότητα και κοινωνική ευαισθησία, ενώ οι οικονομικές ανισότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες. Αλλάζουμε το λεξιλόγιο χωρίς να αλλάζουμε τις κοινωνικές σχέσεις.

Ο Τομά Πικετί μεταφέρει το ζήτημα στο πεδίο της κοινωνικής τάξης. Η έννοια της «Βραχμανικής Αριστεράς» περιγράφει τη μετατόπιση της δυτικής Αριστεράς από την παραδοσιακή εργατική της βάση προς τους περισσότερο μορφωμένους και εκπαιδευμένους ψηφοφόρους.

Έτσι η πολιτική της αναδιανομής μπορεί να υποχωρεί μπροστά στην πολιτική της πολιτισμικής αναγνώρισης. Οι ταυτότητες, η γλώσσα και η πολιτισμική συμπερίληψη αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ ζητήματα όπως ο πλούτος, η ιδιοκτησία, η φορολογία, οι μισθοί και η κοινωνική ανισότητα περνούν σε δεύτερο πλάνο.

Δεν σημαίνει ότι οι διακρίσεις ή οι ταυτότητες δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι η αναγνώριση δεν αρκεί χωρίς αναδιανομή.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το κοινό σημείο των τριών.

Μπορούμε να αλλάξουμε τις λέξεις χωρίς να αλλάξουμε την πραγματικότητα.

Και πραγματικότητα είναι η κυρίαρχη Δεξιά πολιτική ορθότητα.

Η Δεξιά έχει τα δικά της ταμπού: το έθνος, η παράδοση, η θρησκεία, η οικογένεια, η ασφάλεια, η ελεύθερη αγορά. Η κριτική στο κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί «αντιπατριωτική». Η αμφισβήτηση μιας εθνικής αφήγησης μπορεί να θεωρηθεί «προδοσία». Η κριτική στη θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί προσβολή της παράδοσης. Η αμφισβήτηση της οικονομικής ορθοδοξίας μπορεί να βαφτιστεί «κομμουνιστική προπαγάνδα» ή και «φθόνος για τους πλούσιους».

Η Δεξιά ορίζει σήμερα τα όρια του επιτρεπτού λόγου. Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Γιατί σε αυτή βρίσκει την απόλυτη έκφραση ο λόγος της Κυρίαρχης  Αστικής Τάξης.

Η Κυρίαρχη Τάξη δεν χρειάζεται πάντοτε να μας υπαγορεύει τι θα πιστέψουμε. Της αρκεί συχνά να καθορίσει για ποια πράγματα θα συζητήσουμε.

Αυτή είναι μια πολύ βαθύτερη μορφή εξουσίας.

Μπορούμε να διαφωνούμε ατελείωτα για τις λέξεις, τις ταυτότητες, τα σύμβολα, τα αγάλματα, τις αντωνυμίες και τα αστεία. Μπορούμε να συγκρουόμαστε για το ποιος είναι αρκετά προοδευτικός ή αρκετά πατριώτης.

Αλλά ποιος αποφασίζει πόσο θα μιλήσουμε για τον πλούτο;

Ποιος αποφασίζει πόσο θα συζητήσουμε για τη συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης;

Ποιος αποφασίζει ποιοι πόλεμοι θα παρουσιαστούν ως άμυνα και ποιοι ως επιθετικότητα;

Ποιος αποφασίζει ποια κρατική βία είναι νόμιμη και ποια εγκληματική;

Εδώ η πολιτική ορθότητα συναντά την ιδεολογική ηγεμονία.

Το κράτος, για την Κυρίαρχη Τάξη, μπορεί να είναι ιερό -όταν είναι το δικό της κράτος. Το αντίπαλο κράτος, όμως, δεν απολαμβάνει πάντοτε την ίδια ιερότητα.

Η δική μας στρατιωτική επέμβαση μπορεί να ονομαστεί «άμυνα» ή «ανθρωπιστική δράση». Η αντίστοιχη πράξη του αντιπάλου «επιθετικότητα».

Η δική μας κρατική βία μπορεί να ονομαστεί «ασφάλεια». Η δική του «καταστολή».

Η δική μας προπαγάνδα μπορεί να ονομαστεί «ενημέρωση». Η δική του «προπαγάνδα».

Έτσι η πολιτική ορθότητα δεν αφορά μόνο το τι λέμε, αλλά και το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζει τα πράγματα.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη εξουσία: όχι να σου απαγορεύει μια ερώτηση, αλλά να σε κάνει να πιστεύεις ότι η ερώτηση δεν χρειάζεται καν να τεθεί.

Η πραγματική σύγκρουση, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο ανάμεσα στην «αριστερή» και τη «δεξιά» πολιτική ορθότητα. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την ατζέντα και σε εκείνους που προσπαθούν να την αμφισβητήσουν.

Γι' αυτό χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα:

Άλλο η πολιτική ορθότητα κι άλλο η ορθότητα.

Η πολιτική ορθότητα αφορά συχνά το πώς μιλάμε.

Η ορθότητα αφορά το πώς κρίνουμε.

Να μην προσβάλλεις τον άλλον είναι πολιτισμός.

Να εφαρμόζεις όμως το ίδιο μέτρο στον εαυτό σου και στον αντίπαλό σου είναι δικαιοσύνη.

Το δικό μας κράτος δεν μπορεί να είναι ιερό και το αντίπαλο βέβηλο.

Η δική μας βία δεν μπορεί να είναι πάντοτε άμυνα και η απέναντι πάντοτε έγκλημα.

Η δική μας προπαγάνδα δεν μπορεί να είναι ενημέρωση και η απέναντι πάντοτε ψέμα.

Και η δική μας ιδεολογία δεν μπορεί να είναι «η πραγματικότητα», ενώ η αντίθετη άποψη «παρέκκλιση».

Ίσως λοιπόν η πραγματική ελευθερία της σκέψης να μην είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιούμε όλες τις λέξεις που θέλουμε. Είναι η δυνατότητα να αμφισβητούμε την ίδια την ατζέντα.

Να ρωτάμε όχι μόνο «τι επιτρέπεται να πω;», αλλά: «Γιατί αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»

Και ακόμη:

«Ποιος κερδίζει επειδή αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»

Εκεί αρχίζει η πραγματική ορθότητα.

Όχι στην τελειότητα των λέξεων, αλλά στην εντιμότητα του μέτρου.

Όχι στο να φαίνεσαι σωστός, αλλά στο να προσπαθείς να είσαι δίκαιος.

Γιατί μια κοινωνία μπορεί να γίνει ολοένα και πιο πολιτικά ορθή και να παραμένει βαθιά άδικη.

Μπορεί να αλλάξει το λεξιλόγιό της χωρίς να αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας.

Μπορεί να μάθει να μιλά καλύτερα για τον άνθρωπο χωρίς να μάθει να φέρεται καλύτερα στον άνθρωπο.

Και τότε η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι αν είμαστε πολιτικά ορθοί.

Είναι αν είμαστε πραγματικά ορθοί απέναντι στη ζωή.

Η ορθότητα της καμπύλης.

Το σώμα έχει τη δική του ορθότητα· όχι εκείνη του χάρακα, αλλά εκείνη της επιθυμίας.

Μια καμπύλη της μέσης, ένας ώμος που γέρνει ανεπαίσθητα, ο αυχένας που αφήνεται για λίγο να χαλαρώσει. Η ομορφιά δεν βρίσκεται στην τελειότητα της στάσης, αλλά στον τρόπο που ένα σώμα προσφέρεται στο βλέμμα χωρίς να προσπαθεί να εξηγηθεί.

Υπάρχει μια στιγμή που δύο σώματα πλησιάζουν και η γεωμετρία παύει να είναι επιστήμη. Οι αποστάσεις μικραίνουν, οι καμπύλες αποκτούν νόημα και η σιωπή γίνεται πιο εύγλωττη από κάθε άγγιγμα.

Ίσως η πραγματική ορθότητα του σώματος να είναι αυτή: να βρίσκει απέναντι σε ένα άλλο σώμα τη θέση όπου δεν χρειάζεται πια να κρατιέται όρθιο.