Η πολιτική ορθότητα παρουσιάζεται συχνά σαν μια διαμάχη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά: ποιος μιλά σωστά, ποιος προσβάλλει, ποιος αποκλείει, ποιος υπερασπίζεται την ελευθερία. Ίσως όμως έτσι χάνουμε το σημαντικότερο ερώτημα: Ποιος καθορίζει τελικά τι θεωρείται «ορθό» και ποιος καθορίζει την ίδια την ατζέντα της συζήτησης;
Γιατί η πολιτική ορθότητα δεν είναι μόνο θέμα λέξεων. Είναι και θέμα εξουσίας.
Ξεκινά από μια θεμιτή ανάγκη. Η γλώσσα μπορεί να προσβάλει, να ταπεινώσει και να αποκλείσει. Η προσπάθεια να απαλλαγούμε από τον ρατσισμό, τον σεξισμό και τις διακρίσεις είναι αναμφισβήτητα στοιχείο κοινωνικής προόδου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ευαισθησία μετατρέπεται σε μηχανισμό συμμόρφωσης: όταν δεν αρκεί να σέβεσαι τον άλλον, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείς το «σωστό» λεξιλόγιο, να έχεις τη «σωστή» άποψη και, τελικά, να σκέφτεσαι μέσα στα όρια που έχουν ήδη οριστεί.
Εδώ η σκέψη του Νόαμ Τσόμσκι είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν απορρίπτει την ηθική ευαισθησία που βρίσκεται πίσω από την πολιτική ορθότητα. Αντιθέτως, αναγνωρίζει τη διεύρυνση της ηθικής ανησυχίας ως θετική εξέλιξη. Η αντίρρησή του αρχίζει όταν η πολιτική ορθότητα γίνεται εργαλείο φίμωσης και δογματισμού. Η ελευθερία του λόγου δοκιμάζεται ακριβώς όταν προστατεύει απόψεις που μας ενοχλούν, όχι όταν προστατεύει μόνο τις δικές μας.
Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Βλέπει στην πολιτική ορθότητα έναν πιθανό νέο τύπο ιδεολογικής πειθαρχίας. Δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει μια εμφανής απαγόρευση. Αρκεί να δημιουργηθεί ένα κλίμα στο οποίο ο άνθρωπος αυτολογοκρίνεται, επειδή γνωρίζει ποια άποψη μπορεί να τον καταστήσει κοινωνικά ύποπτο. Η εξουσία δεν λέει πάντοτε «μη μιλήσεις». Μπορεί να σου λέει: «Μίλησε ελεύθερα, αλλά να ξέρεις ότι υπάρχει ένας σωστός τρόπος να μιλήσεις».
Για τον Ζίζεκ, η πολιτική ορθότητα μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως προοδευτικό άλλοθι του καπιταλισμού. Οι επιχειρήσεις μπορούν να μιλούν για συμπερίληψη, διαφορετικότητα και κοινωνική ευαισθησία, ενώ οι οικονομικές ανισότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες. Αλλάζουμε το λεξιλόγιο χωρίς να αλλάζουμε τις κοινωνικές σχέσεις.
Ο Τομά Πικετί μεταφέρει το ζήτημα στο πεδίο της κοινωνικής τάξης. Η έννοια της «Βραχμανικής Αριστεράς» περιγράφει τη μετατόπιση της δυτικής Αριστεράς από την παραδοσιακή εργατική της βάση προς τους περισσότερο μορφωμένους και εκπαιδευμένους ψηφοφόρους.
Έτσι η πολιτική της αναδιανομής μπορεί να υποχωρεί μπροστά στην πολιτική της πολιτισμικής αναγνώρισης. Οι ταυτότητες, η γλώσσα και η πολιτισμική συμπερίληψη αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ ζητήματα όπως ο πλούτος, η ιδιοκτησία, η φορολογία, οι μισθοί και η κοινωνική ανισότητα περνούν σε δεύτερο πλάνο.
Δεν σημαίνει ότι οι διακρίσεις ή οι ταυτότητες δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι η αναγνώριση δεν αρκεί χωρίς αναδιανομή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το κοινό σημείο των τριών.
Μπορούμε να αλλάξουμε τις λέξεις χωρίς να αλλάξουμε την πραγματικότητα.
Και πραγματικότητα είναι η κυρίαρχη Δεξιά πολιτική ορθότητα.
Η Δεξιά έχει τα δικά της ταμπού: το έθνος, η παράδοση, η θρησκεία, η οικογένεια, η ασφάλεια, η ελεύθερη αγορά. Η κριτική στο κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί «αντιπατριωτική». Η αμφισβήτηση μιας εθνικής αφήγησης μπορεί να θεωρηθεί «προδοσία». Η κριτική στη θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί προσβολή της παράδοσης. Η αμφισβήτηση της οικονομικής ορθοδοξίας μπορεί να βαφτιστεί «κομμουνιστική προπαγάνδα» ή και «φθόνος για τους πλούσιους».
Η Δεξιά ορίζει σήμερα τα όρια του επιτρεπτού λόγου. Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Γιατί σε αυτή βρίσκει την απόλυτη έκφραση ο λόγος της Κυρίαρχης Αστικής Τάξης.
Η Κυρίαρχη Τάξη δεν χρειάζεται πάντοτε να μας υπαγορεύει τι θα πιστέψουμε. Της αρκεί συχνά να καθορίσει για ποια πράγματα θα συζητήσουμε.
Αυτή είναι μια πολύ βαθύτερη μορφή εξουσίας.
Μπορούμε να διαφωνούμε ατελείωτα για τις λέξεις, τις ταυτότητες, τα σύμβολα, τα αγάλματα, τις αντωνυμίες και τα αστεία. Μπορούμε να συγκρουόμαστε για το ποιος είναι αρκετά προοδευτικός ή αρκετά πατριώτης.
Αλλά ποιος αποφασίζει πόσο θα μιλήσουμε για τον πλούτο;
Ποιος αποφασίζει πόσο θα συζητήσουμε για τη συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης;
Ποιος αποφασίζει ποιοι πόλεμοι θα παρουσιαστούν ως άμυνα και ποιοι ως επιθετικότητα;
Ποιος αποφασίζει ποια κρατική βία είναι νόμιμη και ποια εγκληματική;
Εδώ η πολιτική ορθότητα συναντά την ιδεολογική ηγεμονία.
Το κράτος, για την Κυρίαρχη Τάξη, μπορεί να είναι ιερό -όταν είναι το δικό της κράτος. Το αντίπαλο κράτος, όμως, δεν απολαμβάνει πάντοτε την ίδια ιερότητα.
Η δική μας στρατιωτική επέμβαση μπορεί να ονομαστεί «άμυνα» ή «ανθρωπιστική δράση». Η αντίστοιχη πράξη του αντιπάλου «επιθετικότητα».
Η δική μας κρατική βία μπορεί να ονομαστεί «ασφάλεια». Η δική του «καταστολή».
Η δική μας προπαγάνδα μπορεί να ονομαστεί «ενημέρωση». Η δική του «προπαγάνδα».
Έτσι η πολιτική ορθότητα δεν αφορά μόνο το τι λέμε, αλλά και το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζει τα πράγματα.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη εξουσία: όχι να σου απαγορεύει μια ερώτηση, αλλά να σε κάνει να πιστεύεις ότι η ερώτηση δεν χρειάζεται καν να τεθεί.
Η πραγματική σύγκρουση, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο ανάμεσα στην «αριστερή» και τη «δεξιά» πολιτική ορθότητα. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την ατζέντα και σε εκείνους που προσπαθούν να την αμφισβητήσουν.
Γι' αυτό χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα:
Άλλο η πολιτική ορθότητα κι άλλο η ορθότητα.
Η πολιτική ορθότητα αφορά συχνά το πώς μιλάμε.
Η ορθότητα αφορά το πώς κρίνουμε.
Να μην προσβάλλεις τον άλλον είναι πολιτισμός.
Να εφαρμόζεις όμως το ίδιο μέτρο στον εαυτό σου και στον αντίπαλό σου είναι δικαιοσύνη.
Το δικό μας κράτος δεν μπορεί να είναι ιερό και το αντίπαλο βέβηλο.
Η δική μας βία δεν μπορεί να είναι πάντοτε άμυνα και η απέναντι πάντοτε έγκλημα.
Η δική μας προπαγάνδα δεν μπορεί να είναι ενημέρωση και η απέναντι πάντοτε ψέμα.
Και η δική μας ιδεολογία δεν μπορεί να είναι «η πραγματικότητα», ενώ η αντίθετη άποψη «παρέκκλιση».
Ίσως λοιπόν η πραγματική ελευθερία της σκέψης να μην είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιούμε όλες τις λέξεις που θέλουμε. Είναι η δυνατότητα να αμφισβητούμε την ίδια την ατζέντα.
Να ρωτάμε όχι μόνο «τι επιτρέπεται να πω;», αλλά: «Γιατί αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»
Και ακόμη:
«Ποιος κερδίζει επειδή αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»
Εκεί αρχίζει η πραγματική ορθότητα.
Όχι στην τελειότητα των λέξεων, αλλά στην εντιμότητα του μέτρου.
Όχι στο να φαίνεσαι σωστός, αλλά στο να προσπαθείς να είσαι δίκαιος.
Γιατί μια κοινωνία μπορεί να γίνει ολοένα και πιο πολιτικά ορθή και να παραμένει βαθιά άδικη.
Μπορεί να αλλάξει το λεξιλόγιό της χωρίς να αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας.
Μπορεί να μάθει να μιλά καλύτερα για τον άνθρωπο χωρίς να μάθει να φέρεται καλύτερα στον άνθρωπο.
Και τότε η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι αν είμαστε πολιτικά ορθοί.
Είναι αν είμαστε πραγματικά ορθοί απέναντι στη ζωή.