21/8/26

Βάρκα στον γιαλό.


Η βάρκα στον γιαλό μοιάζει με σκέψη που ξέχασε να φύγει, με άνθρωπο που επέστρεψε.

Ακουμπισμένη στο νερό, ανάμεσα στη στεριά και το πέλαγος, δεν ανήκει πια ολοκληρωτικά πουθενά. Κι ίσως γι’ αυτό εκπέμπει μια παράξενη γαλήνη.

Δεν ξέρουμε αν τελείωσε το ταξίδι της ή αν απλώς πήρε μια ανάσα. Ίσως, τελικά, κάθε ταξίδι να έχει δύο προορισμούς: εκείνον που αναζητούμε κι εκείνον που μας περιμένει.

Κι ο γιαλός είναι πάντα εκεί, ήσυχος, να μας θυμίζει πως η ζωή δεν είναι μόνο το ταξίδι. Είναι και η στιγμή που αφήνεσαι, χωρίς την ανάγκη να πας πιο πέρα.





Ψάχνοντας μονοπάτι.

 

Ψάχνουμε μονοπάτια όταν ο δρόμος που ξέρουμε δεν μας χωράει πια.

Άλλοτε είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα δέντρα, άλλοτε μια αδιόρατη κατεύθυνση μέσα μας. Δεν ξέρουμε πού οδηγεί· απλώς προχωράμε. Με μικρά βήματα, με αμφιβολίες, με εκείνη την παράξενη βεβαιότητα πως κάπου πρέπει να βγάλει.

Κι ύστερα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, το μονοπάτι ανοίγει. Τα δέντρα αραιώνουν, ο ορίζοντας μεγαλώνει, κι εκεί που περιμέναμε έναν ακόμη δρόμο, εμφανίζεται η θάλασσα.

Στο τέλος του δρόμου, μια προκυμαία.

Στεκόμαστε εκεί και κοιτάμε πίσω. Τότε καταλαβαίνουμε πως δεν ψάχναμε απλώς ένα μονοπάτι. Ψάχναμε έναν τρόπο να φτάσουμε εκεί όπου μπορούμε, επιτέλους, να σταθούμε και να κοιτάξουμε μακριά.

Και ίσως αυτό να είναι το νόημα κάθε διαδρομής: να χάνεσαι λίγο, για να βρεις στο τέλος την προκυμαία σου.



Η τέχνη του να μην κάνεις τίποτα.


Πώς αποφεύγουμε τη ζέστη; Απλά. Βρίσκουμε ίσκιο και δεν κάνουμε τίποτα.

Η επιστήμη μπορεί να έχει ανακαλύψει κλιματιστικά, ανεμιστήρες και χίλιους τρόπους να αντιμετωπίζουμε τον καύσωνα, αλλά εμείς επιμένουμε στην παλιά, δοκιμασμένη μέθοδο: καθόμαστε κάτω από ένα ίσκιο και περιμένουμε να βραδιάσει.

Το δύσκολο, βέβαια, δεν είναι να βρούμε τον ίσκιο. Είναι να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν έχουμε καμία δουλειά να κάνουμε. Γιατί μόλις καθίσουμε, θυμόμαστε ότι πρέπει να απαντήσουμε σε ένα μήνυμα, να τακτοποιήσουμε κάτι, να πάμε κάπου. Κι εκεί αρχίζει η πραγματική μάχη του καλοκαιριού.

Ο σοφός άνθρωπος, όμως, ξέρει: στους σαράντα βαθμούς δεν τεμπελιάζει. Αυτοπροστατεύεται.

Κάθεται στη σκιά, πίνει κάτι δροσερό και κοιτάζει τους άλλους να τρέχουν στον ήλιο.

Δεν είναι αδράνεια.

Είναι θερινή φιλοσοφία.




Αρχαιολογική Συλλογή Σερίφου.

 



























Φύκια και μεταξωτές κορδέλες.

 

Μερικές φορές η πραγματικότητα δεν χρειάζεται να αλλάξει· αρκεί να αλλάξει το περιτύλιγμά της. Εκεί αρχίζουν τα φύκια και οι μεταξωτές κορδέλες: λόγια πολλά, υποσχέσεις λαμπερές, τίτλοι εντυπωσιακοί -και από κάτω, το ίδιο παλιό πράγμα.

Η μεταξωτή κορδέλα δεν κάνει το φύκι μετάξι. Απλώς το κάνει πιο ευπαρουσίαστο.

Κι εμείς, συχνά, δεν ζητάμε την αλήθεια. Ζητάμε μια εκδοχή της που να μας βολεύει. Έτσι η αποτυχία γίνεται «πρόκληση», η αδράνεια «στρατηγική», το συμφέρον «όραμα» και το ψέμα, όταν φορέσει αρκετά ωραία λόγια, σχεδόν… αφήγημα.

Το δύσκολο δεν είναι να ξεχωρίσεις τα φύκια από τις κορδέλες. Είναι να έχεις το θάρρος να πεις πως, όσο όμορφα κι αν είναι δεμένα, φύκια παραμένουν.

Επίγνωση.

 

Η επίγνωση δεν είναι απλώς να γνωρίζεις. Είναι να βλέπεις καθαρά αυτό που συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου, χωρίς να χρειάζεσαι την παρηγοριά της αυταπάτης.

Μπορεί να γνωρίζουμε πολλά και, παρ’ όλα αυτά, να μην έχουμε επίγνωση. Να ξέρουμε ποιοι είμαστε, αλλά να αγνοούμε γιατί συμπεριφερόμαστε όπως συμπεριφερόμαστε. Να γνωρίζουμε τα λάθη μας, αλλά να τα αποδίδουμε πάντοτε στους άλλους. Να βλέπουμε τον κόσμο και να μην αντιλαμβανόμαστε τη θέση μας μέσα σε αυτόν.

Η επίγνωση αρχίζει συνήθως από μια δύσκολη στιγμή: από εκείνη τη στιγμή που σταματάμε να δικαιολογούμε τον εαυτό μας. Τότε κοιτάζουμε μέσα μας χωρίς το άλλοθι της περίστασης. Αναγνωρίζουμε τις επιθυμίες μας, τους φόβους μας, τις αδυναμίες μας, ακόμη και εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μας που θα προτιμούσαμε να μην υπάρχουν.

Γι’ αυτό η επίγνωση δεν είναι πάντα ευχάριστη. Είναι όμως απελευθερωτική. Γιατί ό,τι δεν βλέπουμε μας κυβερνά. Ό,τι αναγνωρίζουμε μπορούμε, τουλάχιστον, να το αντιμετωπίσουμε.

Ίσως τελικά η ωριμότητα να μην είναι να έχουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά να έχουμε επίγνωση των ερωτήσεων. Να ξέρουμε πότε μιλάμε και πότε πρέπει να σωπαίνουμε· πότε επιμένουμε και πότε πρέπει να φύγουμε· πότε αγαπάμε και πότε απλώς φοβόμαστε να μείνουμε μόνοι.

Η επίγνωση είναι ένα είδος εσωτερικού φωτός. Δεν αλλάζει απαραίτητα τον κόσμο. Αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουμε.

Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα κάθε πραγματικής αλλαγής: όχι να γίνουμε αμέσως διαφορετικοί, αλλά να δούμε επιτέλους καθαρά ποιοι είμαστε.

Κώστας Βιδάλης.


Κώστας Βιδάλης: Ο Ρεπόρτερ που Πλήρωσε την Αλήθεια με τη Ζωή του.

Τον Αύγουστο του 1946, η ελληνική επαρχία φλεγόταν. Η περίοδος της «Λευκής Τρομοκρατίας» βρισκόταν στο απόγειό της, με παρακρατικές δεξιές συμμορίες να λυμαίνονται τα χωριά, σκορπίζοντας τον φόβο και τον θάνατο σε αριστερούς πολίτες και πρώην αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, ένας δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη αποφάσισε να μην κοιτάξει από μακριά. Ο Κώστας Βιδάλης επέλεξε να πάει στην «καρδιά του κτήνους», στη Θεσσαλία, για να καταγράψει την αλήθεια.

Ένας Ταμένος της Ελευθεροτυπίας.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1904, ο Βιδάλης γνώρισε από νωρίς τη βιοπάλη. Αν και ξεκίνησε σπουδές στη Νομική, τον κέρδισε η μάχη της ενημέρωσης. Από το 1936, ως πολιτικός συντάκτης του «Ριζοσπάστη», ξεχώρισε για το ήθος, το θάρρος και τη μαχητικότητά του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τάχθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υπερασπιζόμενος τα ιδανικά της ελευθερίας.

Για τον Βιδάλη, η δημοσιογραφία δεν ήταν ένα απλό επάγγελμα, αλλά μια κοινωνική αποστολή. Όταν οι συνάδελφοί του στην Αθήνα προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από το να ταξιδέψει στη Θεσσαλία, προειδοποιώντας τον για τους θανάσιμους κινδύνους, εκείνος απάντησε κοφτά: «Πρέπει να κάμω τη δουλειά μου».

Η Τελευταία Αποστολή στον Θεσσαλικό Κάμπο.

Φτάνοντας στη Λάρισα, ο Βιδάλης άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει στοιχεία, να παίρνει συνεντεύξεις από θύματα και να καταγράφει τις λεηλασίες και τις βιαιοπραγίες των παρακρατικών. Το υλικό που μάζευε ήταν αποκαλυπτικό. Σε μια από τις τελευταίες του επικοινωνίες, γεμάτος αποφασιστικότητα, ανέφερε: «Έχω μαζέψει φοβερό υλικό».

Δεν πρόλαβε ποτέ να το δημοσιεύσει.

Η Ενέδρα και το Μαρτυρικό Τέλος.

Στις 11 Αυγούστου 1946, ο Βιδάλης επιβιβάστηκε στο τρένο με προορισμό τον Βόλο. Στον σταθμό του Πλατυκάμπου, μέλη της διαβόητης παρακρατικής συμμορίας του Αντώνη Σούρλα τον κατέβασαν με τη βία. Παρά την παρουσία κρατικών αρχών και στρατιωτών, κανείς δεν επενέβη για να τον προστατεύσει.

Ο δημοσιογράφος μεταφέρθηκε στο χωριό Μελία της Λάρισας. Εκεί, σε ένα αυτοσχέδιο «κρατητήριο», υπέστη απάνθρωπα βασανιστήρια για να λυγίσει. Ο Βιδάλης παρέμεινε όρθιος, αρνούμενος να αποκηρύξει τις ιδέες του. Στις 13 Αυγούστου 1946, οι βασανιστές του τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ και εγκατέλειψαν το σώμα του άταφο στην ύπαιθρο, να το φάνε τα άγρια ζώα.

Μια Κληρονομιά που Δεν Σβήνει.

Η δολοφονία του Κώστα Βιδάλη προκάλεσε πανελλήνιο σοκ και κατακραυγή. Ήταν το ξεκάθαρο μήνυμα ότι η ελευθερία του τύπου και η ανθρώπινη ζωή είχαν πάψει να υφίστανται. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1946, χιλιάδες πολίτες πλημμύρισαν το πολιτικό του μνημόσυνο στην Αθήνα, μετατρέποντάς το σε μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στον επερχόμενο αδελφοκτόνο σπαραγμό.

Ογδόντα χρόνια μετά, η μνήμη του παραμένει ζωντανή. Ο Κώστας Βιδάλης δεν είναι απλώς ένα όνομα στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, αλλά το αιώνιο σύμβολο της έντιμης δημοσιογραφίας. Μιας δημοσιογραφίας που δεν λυγίζει μπροστά στις απειλές και δεν φοβάται να αναζητήσει την αλήθεια, ακόμα και όταν το τίμημα είναι η ίδια η ζωή.

Μονή Ταξιαρχών, Γαλανή, Σερίφου.