Δεν συναντήθηκαν ποτέ. Κι όμως, στην ελληνική γλώσσα συναντιούνται κάθε φορά που ένας άνθρωπος κοιτάζει ταυτόχρονα το φως και τη σκιά.
Ο Ελύτης έφτασε κρατώντας ένα κοχύλι. Ο Καβάφης ένα παλιό χειρόγραφο. Ο πρώτος μιλούσε για το Αιγαίο που γεννά την ελευθερία· ο δεύτερος για την Αλεξάνδρεια που γεννά τη μνήμη. Ο ένας ύψωνε το βλέμμα προς τον ήλιο, ο άλλος το βύθιζε στους διαδρόμους της Ιστορίας.
«Το φως», είπε ο Ελύτης.
«Ο χρόνος», απάντησε ο Καβάφης.
Κανείς τους δεν είχε άδικο.
Γιατί το φως χωρίς μνήμη γίνεται τύφλωση, όπως και η μνήμη χωρίς φως γίνεται σκοτεινό μουσείο. Ανάμεσά τους απλώθηκε η ελληνική γλώσσα, όχι ως γέφυρα αλλά ως θάλασσα. Εκεί όπου κάθε λέξη μπορεί να είναι ταυτόχρονα κύμα και ερείπιο, άνοιξη και παρακμή, ελπίδα και ειρωνεία.
Στο τέλος δεν χρειάστηκε να συμφωνήσουν. Ο Ελύτης άφησε το κοχύλι πάνω στο τραπέζι. Ο Καβάφης ακούμπησε δίπλα του το χειρόγραφο. Και τότε ακούστηκε ο ίδιος ψίθυρος: πως η ποίηση δεν σώζει τον κόσμο· σώζει όμως τη δυνατότητα του ανθρώπου να τον αντικρίζει με αλήθεια.
Ίσως αυτή να ήταν η μοναδική συνάντηση που άξιζε να συμβεί.




















































