Υπάρχουν πρόσωπα που η ιστορία τα θυμάται για την εξουσία τους, άλλα για τη σοφία τους και άλλα για τον πλούτο τους. Ο Ηρώδης ο Αττικός ανήκει στη σπάνια εκείνη κατηγορία που συγκέντρωσε και τα τρία. Υπήρξε ο σπουδαιότερος Έλληνας ρήτορας του 2ου αιώνα μ.Χ., Ρωμαίος ύπατος, ο μεγαλύτερος ευεργέτης της εποχής του και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κι όμως, πίσω από τη δημόσια δόξα κρυβόταν μια ζωή σημαδεμένη από απώλειες, συγκρούσεις και μια αδιάκοπη προσπάθεια να νικήσει τη λήθη μέσα από την τέχνη και τα μνημεία.
Γεννημένος στον Μαραθώνα το 101 μ.Χ., ο Λούκιος Βιβούλιος Ίππαρχος Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης καταγόταν από την πανάρχαια αθηναϊκή αριστοκρατία. Η οικογένειά του συνέδεε την καταγωγή της με τον Μιλτιάδη και τον Κίμωνα, ενώ ο πατέρας του, Τίτος Κλαύδιος Αττικός, έγινε θρύλος όταν ανακάλυψε έναν αμύθητο θαμμένο θησαυρό. Κατά τη διάρκεια ανασκαφών σε ένα από τα κτήματά του στους πρόποδες της Ακρόπολης, ο Τίτος ο Αττικός ανακάλυψε έναν βιβλικών διαστάσεων θησαυρό. Φοβούμενος την κατάσχεση από το ρωμαϊκό κράτος, έγραψε στον αυτοκράτορα Νέρουα ρωτώντας πώς να τον διαχειριστεί και έλαβε την περίφημη απάντηση: «Χρήσου οἷς εὗρες» (Χρησιμοποίησε ό,τι βρήκες). Όταν επέμεινε πως ο πλούτος ήταν υπερβολικός, ο αυτοκράτορας αποκρίθηκε με ακόμη μεγαλύτερη ειρωνεία: «Καὶ παραχρήσου» (Κάνε και κατάχρηση). Έτσι δημιουργήθηκε η οικονομική βάση που έκανε τον Ηρώδη τον πλουσιότερο άνθρωπο της ελληνικής Ανατολής.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, και παρά τις σφοδρές δικαστικές διαμάχες με τους Αθηναίους πολίτες για τους όρους της διαθήκης (ο πατέρας του είχε αφήσει ετήσιο επίδομα σε κάθε Αθηναίο, το οποίο ο Ηρώδης όμως συμψήφισε με χρέη τους), ο Ηρώδης έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος στην ανατολική επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο πλούτος, όμως, δεν έγινε μόνο μέσο πολυτέλειας. Ο Ηρώδης αφιερώθηκε στα γράμματα και αναδείχθηκε κορυφαίος εκπρόσωπος της Δεύτερης Σοφιστικής, του πνευματικού κινήματος που επανέφερε το μεγαλείο της κλασικής αττικής παιδείας. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη ώστε ανέλαβε τη μόρφωση των μελλοντικών αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Λούκιου Βέρου. Το 143 μ.Χ. έγινε ύπατος της Ρώμης, ο πρώτος Έλληνας από την κυρίως Ελλάδα που κατέκτησε το ανώτατο αυτό αξίωμα.
Η δημόσια επιτυχία, όμως, δεν είχε αντίστοιχο αντίκρισμα στην οικογενειακή του ζωή. Ο γάμος του 40χρόνου πλέον Ηρώδη με την 14χρονη Αππία Άννια Ρηγίλλα, στενή συγγενή της αυτοκράτειρας Φαουστίνας και θεία του Μάρκου Αυρήλιου, μία από τις επιφανέστερες έφηβες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, έμοιαζε να ενώνει δύο από τους ισχυρότερους κόσμους της εποχής. Η Ρηγίλλα μετακόμισε στην Ελλάδα φέρνοντας μια κολοσσιαία προίκα και ανέπτυξε αυτόνομη δημόσια δράση. Έγινε ιέρεια της Δήμητρας στην Ολυμπία, όντας έτσι η μόνη γυναίκα που της επιτρεπόταν να παρακολουθεί τους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες και απέκτησε σημαντική δημόσια παρουσία. Το 160 μ.Χ., όμως κι ενώ διένυε τον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της, η Ρηγίλλα πέθανε ξαφνικά μετά από έναν σφοδρό ξυλοδαρμό. Ο αδελφός της, Βραδούας, κατήγγειλε επίσημα τον Ηρώδη για τον θάνατό της, ισχυριζόμενος ότι ο Αλκιμέδοντας ένας απελεύθερος του Ηρώδη την χτύπησε κατόπιν δικής του εντολής. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε μια συγκλονιστική δίκη στη Ρώμη το 160 μ.Χ. Ο Ηρώδης τελικά αθωώθηκε, κυρίως λόγω της παρέμβασης του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου και με πρόσχημα την έλλειψη ακλόνητων αποδείξεων, παρόλο που ακόμη και ο ίδιος ο γιος του κατέθεσε εναντίον του. Και παρότι ο Αλκιμέδων κρίθηκε ένοχος για φόνο, απέφυγε την τιμωρία χάρη στην προστασία του Ηρώδη.
Μετά την αθώωσή του, ο Ηρώδης επέδειξε ένα σχεδόν υστερικό πένθος (που πολλοί απέδωσαν σε ενοχές). Διέταξε να βαφτούν μαύροι οι τοίχοι σε όλες τις επαύλεις του και αφιέρωσε στη μνήμη της το παγκοσμίου φήμης Ωδείο στην Ακρόπολη, το οποίο ονομάστηκε επίσημα «Ωδείον της Ρηγίλλης». Το σημερινό Ηρώδειο δεν αποτελεί μόνο ένα αριστούργημα της αρχαίας αρχιτεκτονικής· είναι και ένα μνημείο προσωπικής οδύνης.

Οι συμφορές όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Τα περισσότερα παιδιά του πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Μαζί με τη Ρηγίλλα είχαν αποκτήσει πέντε παιδιά, αλλά η μοίρα τους υπήρξε τραγική Ο μοναδικός γιος που έφτασε στην ενηλικίωση, ο Αττικός Βραδούας, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απογοήτευση του πατέρα του. Ο Ηρώδης τον θεωρούσε διανοητικά ανεπαρκή, νωθρό και ατάλαντο (λέγεται μάλιστα πως ο Ηρώδης εξοργιζόταν επειδή ο γιος του δεν μπορούσε να μάθει ούτε το αλφάβητο. Για να τον βοηθήσει, είχε αγοράσει 24 νεαρούς σκλάβους, δίνοντας στον καθένα το όνομα ενός γράμματος της αλφαβήτου, ώστε ο γιος του να τα μάθει παίζοντας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα). Κατά τη διάρκεια της δίκης για τον θάνατο της μητέρας του, ο 15χρονος Βραδούας τάχθηκε με τον θείο του και κατηγόρησε τον πατέρα του για φόνο. Ο Ηρώδης δεν τον συγχώρησε ποτέ και τον απέκλεισε ολοκληρωτικά από τη διαθήκη του. (Η ειρωνεία είναι ότι ο Βραδούας έγινε αργότερα Ύπατος της Ρώμης το 185 μ.Χ.). Ο μικρότερος και αγαπημένος του γιος, ο Ρηγίλλος ήταν μεν χαρισματικός, αλλά πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία. Η πρωτότοκη κόρη του, η Ελπινίκη πέθανε επίσης σε νεαρή ηλικία γύρω στο 160 μ.Χ. Για να τιμήσει τη μνήμη της, ο Ηρώδης τοποθέτησε ένα μεγαλοπρεπές άγαλμά της στο περίφημο Νυμφαίο της Ολυμπίας (την πολυτελή κρήνη που χρηματοδότησε ο ίδιος, γνωστή και ως Εξέδρα του Ηρώδη του Αττικούδεν και η οποία δεν ήταν απλώς μια διακοσμητική κρήνη, αλλά η απόληξη ενός σπουδαιότερου υδραγωγείου που έλυσε το πρόβλημα της λειψυδρίας κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων). Το άγαλμα την απεικόνιζε ως ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης, έναν εξαιρετικά τιμητικό τίτλο που κατείχε η ίδια στην Ολυμπία. Αργότερα έχασε και την κόρη του Αθηναΐδα, η οποία ήταν η μόνη από τις κόρες του που πρόλαβε να παντρευτεί. Σύζυγός της έγινε ο Αθηναίος αριστοκράτης Λούκιος Βιβούλιος Ρούφος. Η Αθηναΐδα χάρισε στον Ηρώδη έναν εγγονό, τον Λούκιο Βιβούλιο Ιπποθάωντα. Δυστυχώς, λίγο μετά τη γέννηση του παιδιού, γύρω στο 161 μ.Χ., η Αθηναΐς πέθανε ξαφνικά. Ο Ηρώδης, απαρηγόρητος, ήθελε να κρατήσει τον εγγονό του κοντά του. Όταν ο γαμπρός του προσπάθησε να πάρει το παιδί, ο Ηρώδης χρησιμοποίησε την εξουσία του για να κρατήσει το βρέφος υπό την προστασία του, ενώ παράλληλα γέμισε την έπαυλή του στον Μαραθώνα με μνημεία αφιερωμένα στην κόρη του. Ήταν σαν κάθε δεσμός αίματος του Ηρώδη να κατέληγε αναπόφευκτα σε τραγωδία. Τα αγάλματα όμως της Ελπινίκης και της Αθηναΐδος που είχαν τοποθετηθεί στο Νυμφαίο της Ολυμπίας έμειναν στην αιωνιότητα. Αποτελούν σήμερα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Αρχαίας Ολυμπίας. Οι προτομές τους έχουν διασωθεί και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας, προσφέροντας στους σύγχρονους μελετητές μια καθαρή εικόνα για τη μόδα, τα χτενίσματα και την αριστοκρατική αισθητική των γυναικών της ελληνορωμαϊκής ελίτ του 2ου αιώνα μ.Χ.

Άτυχος στα οικογενειακά του ο Ηρώδης στράφηκε στους νεαρούς τροφίμους του, τον Πολυδευκίωνα, τον Αχιλλέα και τον Μέμνονα. Τους ανέθρεψε, τους μόρφωσε και τους αγάπησε σαν παιδιά του. Όταν και αυτοί πέθαναν πρόωρα, ο Ηρώδης ανήγειρε αγάλματα, ηρώα και επιτύμβια μνημεία σε όλη την Ελλάδα, συνοδεύοντάς τα ακόμη και με κατάρες εναντίον όποιου τολμούσε να τα βεβηλώσει.
Αυτή η ακραία εκδήλωση πένθους δεν έμεινε ασχολίαστη από τους συγχρόνους του. Πολλοί Αθηναίοι και φιλόσοφοι της εποχής κατηγόρησαν τον Ηρώδη για θεατρινισμό, υπεροψία και έλλειψη στωικότητας.
Ο διάσημος κυνικός φιλόσοφος Δημώναξ τον ειρωνεύτηκε δημόσια. Όταν ο Ηρώδης αποσύρθηκε στο σκοτάδι θρηνώντας τον Πολυδευκίωνα, ο Δημώναξ του παρουσίασε μια υποτιθέμενη «επιστολή» από τον πεθαμένο νέο. Όταν ο Ηρώδης τον ρώτησε γεμάτος ελπίδα τι έγραφε το γράμμα, ο Δημώναξ απάντησε: «Παραπονιέται γιατί δεν έχεις πάει ακόμα να τον βρεις!». Σε μια άλλη περίπτωση, όταν ο Ηρώδης διέταξε να στρωθούν τραπέζια και να προσφέρεται φαγητό μπροστά στα αγάλματα των τροφίμων, ο Δημώναξ σχολίασε ότι τα αγάλματα πράγματι «έτρωγαν», αφού η μυρωδιά του φαγητού έφτανε σε αυτά, αλλά οι μόνοι που χόρταιναν ήταν οι υπηρέτες.
Παρά την κριτική, η ιστορία των τροφίμων παραμένει μια από τις πιο ανθρώπινες και ταυτόχρονα αλαζονικές πτυχές του Ηρώδη: η προσπάθεια ενός ανθρώπου με απεριόριστη οικονομική ισχύ να νικήσει τη λήθη και τον θάνατο μέσω της τέχνης.
Παρά τις προσωπικές του δοκιμασίες, άφησε πίσω του ένα ανυπέρβλητο έργο. Το Ωδείο της Αθήνας, το μαρμάρινο Παναθηναϊκό Στάδιο, το Νυμφαίο της Ολυμπίας, το στάδιο των Δελφών, θέατρα, υδραγωγεία και δεκάδες ακόμη κοινωφελή έργα μεταμόρφωσαν τον ελληνικό κόσμο. Ο πλούτος του έγινε δημόσιο αγαθό και η αρχιτεκτονική το μέσο με το οποίο αναζητούσε την αθανασία.
Ωστόσο, ούτε οι δωρεές ούτε η δόξα τον προστάτευσαν από τις συγκρούσεις με τους συμπολίτες του. Οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν για αυταρχισμό και τυραννική συμπεριφορά, οδηγώντας τον ακόμη και σε δίκη ενώπιον του Μάρκου Αυρηλίου. Οι Αθηναίοι, με την υποστήριξη του Ρωμαίου διοικητή της επαρχίας, έστειλαν επίσημη αντιπροσωπεία στο Σίρμιο (σημερινή Σερβία), όπου βρισκόταν το στρατιωτικό αρχηγείο του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου λόγω των πολέμων στον Δούναβη. Κατηγόρησαν τον Ηρώδη ότι κυβερνούσε την Αθήνα σαν σκληρός τύραννος. Η αλαζονεία, η αυταρχικότητα και οι οικονομικές πιέσεις που ασκούσε ο Ηρώδης στην Αθήνα είχαν οδηγήσει τους πολίτες στα όριά τους. Η δίκη διεξήχθη στο Σίρμιο το 174 μ.Χ. μπροστά στον αυτοκράτορα και χαρακτηρίστηκε από ακραία ένταση. Ο Ηρώδης, συνηθισμένος να του συμπεριφέρονται με δέος, έχασε εντελώς την ψυχραιμία του. Επιτέθηκε φραστικά στον Μάρκο Αυρήλιο, κατηγορώντας τον για μεροληψία, και φώναξε: «Αυτή είναι η ανταμοιβή για τη φιλοξενία που σου πρόσφερα;». Στη συνέχεια, αποχώρησε επιδεικτικά από την αίθουσα. Οποιοσδήποτε άλλος θα είχε εκτελεστεί για προσβολή του αυτοκράτορα. Όμως ο Μάρκος Αυρήλιος, εφαρμόζοντας τη Στωική του φιλοσοφία, διατήρησε απόλυτη ψυχραιμία και μάλιστα δάκρυσε από τη συναισθηματική φόρτιση. Ο αυτοκράτορας αθωώθηκε και πάλι τον Ηρώδη, τιμωρώντας με ελαφρά εξορία μόνο ορισμένους από τους απελευθέρους του, προκειμένου να ικανοποιήσει εν μέρει το περί δικαίου αίσθημα των Αθηναίων.
Μετά την δίκη και παρά και την νέα του αθώωση, ο Ηρώδης ο Αττικός, βαθύτατα πικραμένος και συναισθηματικά φορτισμένος, αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική και δημόσια δράση. Επέστρεψε στην Αττική, αλλά απέφευγε το κέντρο της Αθήνας, καθώς οι σχέσεις του με τους Αθηναίους πολίτες είχαν διαρρηχθεί οριστικά. Αποσύρθηκε στις δύο αγαπημένες του επαύλεις, στον Μαραθώνα (τη γενέτειρά του) και στην Κηφισιά.
Εκεί, δημιούργησε ένα κλειστό, απομονωμένο περιβάλλον, μακριά από τα κοινά. Περιέβαλλε τον εαυτό του με τους λιγοστούς πιστούς μαθητές του και τους εναπομείναντες «τροφίμους» του. Αφιερώθηκε στη μελέτη, τη συγγραφή και τη φιλοσοφία, προσπαθώντας να βρει πνευματική γαλήνη. Παρά το απίστευτο ξέσπασμα του Ηρώδη κατά του αυτοκράτορα κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Μάρκος Αυρήλιος δεν κράτησε κακία, επιδεικνύοντας τη στωική του ανωτερότητα. Λίγο μετά τη δίκη, ο αυτοκράτορας έστειλε μια διάσημη επιστολή στον Ηρώδη, γραμμένη με απέραντο σεβασμό, με την οποία τον προσκαλούσε να αποκαταστήσουν τη φιλία τους.
Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα κείμενα της αρχαιότητας. Αναδεικνύει τη στωική ανωτερότητα του αυτοκράτορα, ο οποίος, αντί να τιμωρήσει τον Ηρώδη για την υβριστική του συμπεριφορά στο δικαστήριο, επέλεξε να του τείνει χείρα φιλίας. Το περιεχόμενο της επιστολής διασώθηκε από τον αρχαίο βιογράφο Φιλόστρατο στο έργο του "Βίοι Σοφιστών". Ο αυτοκράτορας ξεκινά το γράμμα απευθυνόμενος στον Ηρώδη με απέραντο σεβασμό και τρυφερότητα, αποκαλώντας τον «φίλο» και «δάσκαλο». Ξεκαθαρίζει από την πρώτη στιγμή ότι δεν κρατά καμία κακία για τις φωνές και τις προσβολές που εκστόμισε ο Ηρώδης μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, αποδίδοντας το ξέσπασμα αυτό στην ψυχική του ταραχή και το πένθος του. Ο Μάρκος Αυρήλιος τον παρακαλεί να σταματήσει την αυτοεξορία του και να επιστρέψει στην Αθήνα, την πόλη που τον είχε ανάγκη. Του γράφει χαρακτηριστικά:
«Σου εύχομαι να συνεχίσεις να διδάσκεις και να προσφέρεις τις γνώσεις σου στους νέους, γιατί η Αθήνα χωρίς τη δική σου πνευματική παρουσία στερείται τη μεγαλύτερη λάμψη της».
Ο αυτοκράτορας κάνει μια θερμή παράκληση στον Ηρώδη να δείξει μεγαλοθυμία. Του ζητά να συγχωρέσει τους Αθηναίους πολίτες που τον κατήγγειλαν, υπενθυμίζοντάς του ότι ένας πραγματικός φιλόσοφος πρέπει να είναι ανεκτικός με τα ανθρώπινα λάθη. Τον συμβουλεύει να αφήσει πίσω του τις δικαστικές διαμάχες και να ξανακερδίσει την αγάπη της πόλης του μέσω της σοφίας του. Θέλοντας να απαλύνει τον πόνο του Ηρώδη για το γεγονός ότι το δικαστήριο είχε καταδικάσει σε εξορία ορισμένους από τους απελευθέρους (υπηρέτες) του, ο Μάρκος Αυρήλιος του εξηγεί με διπλωματικό τρόπο ότι έπρεπε να τηρηθούν τα προσχήματα της ρωμαϊκής δικαιοσύνης, ώστε να μην φανεί ότι ο αυτοκράτορας μεροληπτεί ολοκληρωτικά υπέρ του φίλου του. Η επιστολή αυτή συγκίνησε βαθύτατα τον Ηρώδη. Ήταν η αφορμή που τον έπεισε να τερματίσει την απομόνωσή του, να επιστρέψει στην Αθήνα και έτσι όταν ο Μάρκος Αυρήλιος επισκέφθηκε την Αθήνα το 176 μ.Χ. για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, ο Ηρώδης τον υποδέχθηκε επίσημα. Η συνάντησή τους σφράγισε δημόσια τη συμφιλίωσή τους και επανέφερε μέρος του χαμένου κύρους του σοφιστή.
Βλέποντας όμως το τέλος του να πλησιάζει καθώς ήταν ήδη 76 ετών και υπέφερε από βαριά φθίση (προχωρημένη φυματίωση), η οποία τον εξασθενούσε σταδιακά, ο Ηρώδης επικεντρώθηκε στη διαχείριση της αμύθητης περιουσίας του. Το μίσος για τον μοναδικό επιζώντα γιο του, τον Βραδούα (ο οποίος είχε ταχθεί εναντίον του στη δίκη για τον φόνο της Ρηγίλλης), παρέμενε άσβεστο. Ο Ηρώδης συνέταξε μια διαθήκη με την οποία αποκλήρωσε πλήρως τον Βραδούα. Αντί για τον γιο του, κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, των εκτάσεων και των επαύλεών του στον υιοθετημένο του γιο (Λούκιο Βιβούλιο Κλαύδιο Ηρώδη), σε άλλους μακρινούς συγγενείς, αλλά και στην ίδια την πόλη της Αθήνας (παρά την κόντρα τους), εξασφαλίζοντας ότι το όνομά του θα έμενε αιώνιο.
Ο Ηρώδης ο Αττικός πέθανε τελικά στο 177/178 μ.Χ. στην έπαυλή του στον Μαραθώνα από την φθίση που πλέον τον είχε ολοκληρωτικά καταβάλει. Γνωρίζοντας ότι πεθαίνει, είχε δώσει ρητές και ξεκάθαρες εντολές στους απελευθέρους και τους πιστούς του υπηρέτες: ήθελε να ταφεί εκεί, στον Μαραθώνα, τη γη των προγόνων του, αρνούμενος να αναπαυθεί στην πόλη της Αθήνας, με την οποία είχε συγκρουστεί τόσο έντονα στα δικαστήρια.
Όταν ο Ηρώδης ξεψύχησε, οι υπηρέτες του άρχισαν να προετοιμάζουν την κηδεία του στον Μαραθώνα σύμφωνα με τη διαθήκη του. Μόλις όμως η είδηση του θανάτου έφτασε στην Αθήνα, το κλίμα άλλαξε ακαριαία. Οι Αθηναίοι, ξεχνώντας τις παλιές δικαστικές διαμάχες και το μίσος, συνειδητοποίησαν τη βιβλικών διαστάσεων απώλεια του μεγαλύτερου ευεργέτη τους. Μια ομάδα Αθηναίων εφήβων στάλθηκε αμέσως στον Μαραθώνα. Άρπαξαν τη σορό του Ηρώδη από τα χέρια των υπηρετών του, αρνούμενοι να επιτρέψουν την ταφή του στην επαρχία. Μετέφεραν το φέρετρο στους ώμους τους σε μια συγκλονιστική πομπή μέχρι το κέντρο της Αθήνας. Ολόκληρη η πόλη, κάθε ηλικίας, βγήκε στους δρόμους για να προϋπαντήσει τη σορό με δάκρυα και θρήνους, συμπεριφερόμενοι στον Ηρώδη σαν παιδιά που έχασαν τον πατέρα τους. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να του προσφέρουν την ύστατη τιμή: τον έθαψαν με "πάνδημες τιμές ηρώου" μέσα στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ήταν το πιο ταιριαστό μέρος, καθώς ο ίδιος ο Ηρώδης είχε ξοδέψει ένα τεράστιο μέρος της περιουσίας του για να το ανακατασκευάσει εξολοκλήρου με λευκό πεντελικό μάρμαρο. Πάνω στον τάφο του (ο οποίος τοποθετήθηκε στον περίβολο ή στον λόφο πάνω από το στάδιο) χαράχτηκε το περίφημο δίστιχο επιτύμβιο επίγραμμα:
«Ἀττικοῦ Ἡρώδης Μαραθώνιος, οὗ τάδε πάντα κκεῖται τῷδε τάφῳ, πάντοθεν εὐδόκιμος.»
(Εδώ κείτεται ο Ηρώδης του Αττικού, ο Μαραθώνιος, του οποίου όλα αυτά τα έργα τον περιβάλλουν, ένας άνθρωπος ένδοξος από κάθε άποψη).
Ο Ηρώδης ο Αττικός παραμένει μια από τις πιο αντιφατικές μορφές της αρχαιότητας. Ήταν ένας άνθρωπος που κατείχε σχεδόν τα πάντα - πλούτο, αξιώματα, δόξα και παιδεία - αλλά δεν κατάφερε να προστατεύσει όσους αγαπούσε. Ίσως γι' αυτό ύψωσε θέατρα, στάδια, ναούς και αγάλματα. Όχι μόνο για να δοξάσει την πόλη του, αλλά και για να αντισταθεί στη μεγαλύτερη δύναμη που γνώριζε: τον χρόνο. Και τελικά, αν κάτι απέδειξε η ζωή του, είναι πως τα μάρμαρα αντέχουν περισσότερο από τους ανθρώπους, αλλά κουβαλούν για πάντα τις ιστορίες και τα δάκρυα εκείνων που τα δημιούργησαν.