13/9/26

Η αξία της ελευθερίας.




Το συρματόπλεγμα αρχίζει από τη γη και τελειώνει εκεί όπου τελειώνει η τόλμη. Τα αγκάθια του δεν χρειάζεται να πληγώσουν το σώμα· αρκεί που θυμίζουν στο βλέμμα πως υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να περάσει. Κάπως έτσι αρχίζουν τα όρια. Πρώτα είναι μια γραμμή στο χώμα, ύστερα ένας φράχτης, ύστερα μια συνήθεια, κι ύστερα μια ιδέα τόσο παλιά, ώστε κανείς πια δεν θυμάται ποιος την έβαλε εκεί.

Πάνω στο συρματόπλεγμα, ένα σπουργίτι μοιάζει σχεδόν εκ φύσεως παράταιρο. Τα λεπτά του πόδια ακουμπούν στα σύρματα, μα όλο του το σώμα μοιάζει στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σαν η φύση να το έβαλε για μια στιγμή εκεί όχι για να σταθεί, αλλά για να θυμηθεί πως μπορεί να πετάξει.

Γιατί ίσως η ελευθερία να μην είναι ένας τόπος χωρίς σύνορα, αλλά εκείνη η στιγμή που μέσα σου ο ορίζοντας παύει να υπακούει στον φράχτη. Δεν ζητά άδεια για να υπάρχει. 

Κι η κοινωνία ξέρει να φτιάχνει άδειες χωρίς να τις ονομάζει. Τι επιτρέπεται, τι ταιριάζει, τι είναι σοβαρό, τι είναι ντροπή, ποιο όνειρο αξίζει και ποιο είναι υπερβολικό. Μικρές λέξεις, καθημερινές, σχεδόν αθώες, πλέκονται μεταξύ τους όπως τα σύρματα και κάποια στιγμή βρίσκονται γύρω μας. Δεν τα βλέπουμε πια. Τα έχουμε φορέσει.

Έτσι ο άνθρωπος μαθαίνει να φυλακίζεται χωρίς να είναι κλεισμένος σε μια πραγματική φυλακή. Μαθαίνει να περιορίζει τη σκέψη πριν την περιορίσει κάποιος άλλος. Να χαμηλώνει τη φωνή πριν του ζητήσουν σιωπή. Να κόβει μόνος του τα φτερά του, για να μη χρειαστεί κανείς να τα κόψει.

Κι εκεί το συρματόπλεγμα γίνεται πιο επικίνδυνο: όταν περνά από τον χώρο στο σώμα, από το σώμα στη μνήμη, από τη μνήμη στη σκέψη. Όταν το «δεν μπορώ» παύει να είναι απαγόρευση και γίνεται πεποίθηση.

Το σπουργίτι, όμως, δεν έχει τέτοιες πεποιθήσεις. Δεν γνωρίζει τα σύνορα που σχεδιάσαμε για τον ουρανό. Δεν ξέρει ποια πλευρά θεωρείται ασφαλής. Ξέρει μόνο τον αέρα.

Και ίσως γι’ αυτό το φτερό είναι πιο παλιό από τον νόμο.

Το σύρμα επιμένει στη θέση του. Ο ουρανός επίσης.

Ανάμεσά τους ένα μικρό σώμα που για μια στιγμή μοιάζει να ζυγίζει τη βαρύτητα απέναντι στην επιθυμία.

Ύστερα ανοίγει τα φτερά.

Και ίσως τότε δεν αρκεί να πετάξει κανείς πάνω από το συρματόπλεγμα. Γιατί ένας κόσμος ελεύθερος δεν μπορεί να είναι ένας κόσμος όπου τα πουλιά μαθαίνουν να πετούν ψηλότερα από τους φράχτες. Είναι ένας κόσμος όπου δεν χρειάζεται να υπάρχουν φράχτες.

Ούτε σύρματα για να χωρίζουν τον άνθρωπο από τον άνθρωπο, ούτε αγκάθια για να υπενθυμίζουν ποιος επιτρέπεται να περάσει και ποιος πρέπει να μείνει πίσω.

Γιατί η ελευθερία δεν είναι η τέχνη να ζεις ανάμεσα στα συρματοπλέγματα.

Είναι η επιθυμία να μην υπάρχουν.

Η αξία ανεκτίμητων πραγμάτων.


Υπάρχουν πράγματα που αποκτούν αξία επειδή σπανίζουν. Και υπάρχουν άλλα που γίνονται ανεκτίμητα επειδή, όταν τα αποκτήσεις, καταλαβαίνεις πως δεν σου ανήκουν.

Ο έρωτας ανήκει στα δεύτερα.

Η αγορά γνωρίζει την τιμή των πραγμάτων επειδή τα αποσπά από τον άνθρωπο και τα μετατρέπει σε αντικείμενα. Ο έρωτας κάνει το αντίθετο: παίρνει τον άνθρωπο από τον κόσμο των αντικειμένων και τον επιστρέφει στο μυστήριο. Εκεί όπου κανένα μέτρο δεν επαρκεί, γιατί αυτό που μετριέται παύει ήδη να είναι αυτό που αισθανόμαστε.

Ένα βλέμμα δεν έχει αξία επειδή διαρκεί. Έχει αξία επειδή, για μια στιγμή, καταργεί την απόσταση. Ένα άγγιγμα δεν είναι πολύτιμο επειδή αγγίζει το σώμα, αλλά επειδή για λίγο το σώμα παύει να είναι σύνορο. Και ένα φιλί δεν είναι ανταλλαγή· είναι η παράξενη στιγμή όπου δύο υπάρξεις ξεχνούν ποια πλευρά του κόσμου κατέχει η καθεμιά.

Ίσως γι’ αυτό ο έρωτας να είναι η πιο επικίνδυνη μορφή πλούτου. Γιατί δεν συσσωρεύεται. Δεν αποθηκεύεται. Δεν ασφαλίζεται. Όσο περισσότερο προσπαθείς να τον κάνεις κτήμα, τόσο περισσότερο χάνεται. Η επιθυμία δεν γνωρίζει ιδιοκτησία· γνωρίζει μόνο παρουσία.

Και τότε το σώμα γίνεται νόμισμα χωρίς αξία αγοράς, αλλά με ανυπολόγιστη αξία ανταλλαγής: δίνεις τον εαυτό σου χωρίς να μικραίνεις και παίρνεις έναν άλλον χωρίς να τον κατέχεις.

Ίσως αυτό να είναι τελικά το ανεκτίμητο: όχι εκείνο που κοστίζει περισσότερο, αλλά εκείνο που, αν προσπαθήσεις να του βάλεις τιμή, το έχεις ήδη χάσει.

Ο έρωτας δεν έχει αξία.

Είναι εκείνος που μας θυμίζει τι σημαίνει αξία.

Η αξία των συμβουλών.

 


Οι συμβουλές έχουν μια παράξενη αξία: συνήθως τις καταλαβαίνουμε όταν πια δεν τις χρειαζόμαστε.

Έρχονται από ανθρώπους που έχουν περπατήσει λίγο περισσότερο στον ίδιο δρόμο και μας δείχνουν μια λακκούβα που εκείνοι δεν πρόσεξαν εγκαίρως. Μα ο δρόμος δεν είναι ποτέ ακριβώς ο ίδιος. Αυτό που για τον έναν ήταν λάθος, για τον άλλον μπορεί να είναι η αναγκαία παράκαμψη προς κάτι που ακόμη δεν γνωρίζει.

Γι’ αυτό μια συμβουλή δεν είναι οδηγία χρήσης της ζωής. Είναι περισσότερο ένα ίχνος. Μια εμπειρία που προσφέρεται χωρίς να μπορεί να μεταβιβάσει μαζί της το τίμημα που την γέννησε. Κι ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αξία της: όχι στο να την ακολουθήσεις, αλλά στο να σε κάνει να σκεφτείς πριν αποφασίσεις.

Υπάρχουν, βέβαια, συμβουλές που μοιάζουν περισσότερο με διαταγές. Άνθρωποι που μιλούν για τη ζωή των άλλων με την ασφάλεια εκείνου που δεν χρειάζεται να ζήσει τις συνέπειες των λόγων του. Η συμβουλή τότε παύει να είναι προσφορά και γίνεται εξουσία· ένας μικρός τρόπος να τακτοποιούμε τον κόσμο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα.

Η καλή συμβουλή, αντίθετα, αφήνει χώρο. Δεν σου λέει «κάνε αυτό». Σου θυμίζει πως υπάρχει και το «σκέψου το». Δεν παίρνει την απόφαση από τα χέρια σου. Σου επιστρέφει τα χέρια σου λίγο πιο σταθερά.

Ίσως τελικά η αξία μιας συμβουλής να μη βρίσκεται στο αν θα την ακολουθήσουμε, αλλά στο αν θα μας βοηθήσει να ακούσουμε καθαρότερα τη δική μας φωνή.

Γιατί η ζωή δεν χρειάζεται πάντοτε κάποιον να μας δείξει τον δρόμο. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς κάποιον να μας θυμίσει ότι ο δρόμος είναι ακόμη δικός μας.





Τα μπαλκόνια της πόλης.


Τα μπαλκόνια είναι οι ρωγμές της πόλης.

Μέσα από αυτές τις μικρές προεξοχές των σπιτιών, το ιδιωτικό βγαίνει στον δρόμο χωρίς να γίνεται ακόμη δημόσιο. Μια καρέκλα στον ήλιο, ένα ποτήρι στο τραπέζι, ένα σεντόνι που ανεμίζει, ένα χέρι που ακουμπά για λίγο στο κάγκελο. Η ζωή αφήνει εκεί τα ίχνη της, σαν να χρειάζεται λίγο αέρα πριν επιστρέψει στους τοίχους της.

Στα μπαλκόνια η πόλη αποκτά ανθρώπινη κλίμακα. Οι ψηλοί όγκοι των κτιρίων σπάνε σε μικρές καθημερινές σκηνές. Κάποιος ποτίζει βασιλικό, κάποιος καπνίζει σιωπηλός, κάποιος κοιτάζει απέναντι. Κι ανάμεσα σε δύο μπαλκόνια μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη ζωή που δεν θα γνωριστεί ποτέ.

Ίσως γι’ αυτό τα μπαλκόνια έχουν κάτι παράξενα δημοκρατικό. Δεν καταργούν την απόσταση· την κάνουν ορατή. Όλοι βγαίνουν λίγο προς τα έξω, όλοι κοιτούν την ίδια πόλη, αλλά ο καθένας από τη δική του μικρή εξέδρα.

Γιατί η πόλη δεν κατοικείται μόνο μέσα στα σπίτια της. Κατοικείται και σε εκείνο το λίγο έξω, όπου ο άνθρωπος αφήνει για μια στιγμή ανοιχτή την πόρτα της ζωής του.

Η αξία της Αρχιτεκτονικής.



Η αρχιτεκτονική αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη για ένα απλό καταφύγιο. Γιατί ο άνθρωπος δεν χτίζει μόνο για να προστατευτεί από τη βροχή και τον ήλιο· χτίζει για να δώσει μορφή στον χρόνο που θα περάσει μέσα στους τοίχους. Ένα σπίτι είναι χώρος, αλλά μπορεί να γίνει μνήμη. Ένα παράθυρο είναι άνοιγμα, αλλά μπορεί να γίνει τρόπος να βλέπεις τον κόσμο.

Η αξία ενός κτιρίου, λοιπόν, δεν μετριέται μόνο σε τετραγωνικά μέτρα, κόστος κατασκευής ή εμπορική τιμή. Μετριέται και από αυτό που αφήνει στον άνθρωπο όταν βγαίνει από μέσα του. Υπάρχουν κτίρια που καταλαμβάνουν χώρο και άλλα που δημιουργούν χώρο μέσα μας. Το πρώτο είναι κατασκευή· το δεύτερο αρχιτεκτονική.

Κάθε πόλη είναι, κατά κάποιον τρόπο, η αυτοβιογραφία της εξουσίας, της οικονομίας και των κατοίκων της. Οι δρόμοι της, οι πλατείες, οι πολυκατοικίες, τα εγκαταλειμμένα κτίρια και τα καινούργια γυάλινα μέτωπα μαρτυρούν τι θεωρήθηκε κάποτε σημαντικό και τι αποφασίστηκε να ξεχαστεί. Η αρχιτεκτονική γίνεται έτσι πολιτική χωρίς να χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της. Αρκεί ένα τείχος, μια περίφραξη, μια πλατεία χωρίς παγκάκια ή ένα σπίτι που κοιτάζει προς τη θάλασσα αλλά δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να τη δει.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αξία της: στο ποιον αφήνει να κατοικήσει έναν τόπο και με ποιον τρόπο. Γιατί ο χώρος δεν είναι ουδέτερος. Μπορεί να σε χωρέσει, να σε αποκλείσει, να σε κατευθύνει, να σε κάνει να συναντήσεις τον άλλον ή να σε κρατήσει μόνο απέναντί του, πίσω από μια πόρτα ασφαλείας.

Η καλή αρχιτεκτονική δεν επιδεικνύεται απαραίτητα. Μπορεί να είναι ένα φως που πέφτει σωστά σε έναν τοίχο, μια αυλή όπου οι άνθρωποι κάθονται χωρίς να χρειάζεται να αγοράσουν τίποτα, ένα παράθυρο στο ύψος του βλέμματος, μια σκάλα που σε κάνει να συναντήσεις κάποιον στον δρόμο προς τα πάνω. Είναι η τέχνη να οργανώνεις τον χώρο χωρίς να φυλακίζεις τη ζωή μέσα του.

Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν κατοικεί απλώς σε κτίρια. Κατοικεί στις σχέσεις που αυτά επιτρέπουν, στις μνήμες που κρατούν, στις σιωπές που φιλοξενούν και στα βλέμματα που αφήνουν να συναντηθούν.

Και ίσως η αξία της αρχιτεκτονικής να αρχίζει ακριβώς εκεί όπου το κτίριο παύει να είναι ακίνητη ύλη και γίνεται τρόπος ζωής.

Τα γλυκόπικρα αισθήματα.


Τα αισθήματα σπάνια έρχονται μόνα τους. Η χαρά κουβαλάει κάπου μέσα της τη σκιά της λύπης, όπως η πίκρα κρατάει στο βάθος μια μικρή επιθυμία για γλύκα. Ίσως γι’ αυτό ορισμένες στιγμές δεν μπορούμε να τις ονομάσουμε ούτε ευτυχισμένες ούτε δυστυχισμένες. Είναι γλυκόπικρες· σαν κάτι που τελείωσε αλλά δεν έπαψε να υπάρχει.

Υπάρχουν άνθρωποι που τους θυμόμαστε όχι επειδή έμειναν, αλλά επειδή έφυγαν. Δρόμοι που πονάνε επειδή κάποτε τους περπατήσαμε με χαρά. Τραγούδια που μας γυρίζουν πίσω όχι στην εποχή τους, αλλά στον άνθρωπο που ήμασταν όταν τα ακούσαμε για πρώτη φορά. Η μνήμη έχει αυτή την παράξενη οικονομία: δεν κρατάει τα πράγματα όπως έγιναν, αλλά όπως χρειάζεται να τα θυμόμαστε για να συνεχίσουμε.

Κι έτσι η ζωή προχωράει ανάμεσα σε δύο γεύσεις. Στη γλύκα αυτού που υπήρξε και στην πίκρα αυτού που δεν μπορεί να ξαναγίνει. Ίσως όμως εκεί, ακριβώς ανάμεσα στις δύο, να βρίσκεται η πιο αληθινή γεύση της ζωής: εκείνη που δεν ζητά να ξεχάσει ούτε να επιστρέψει, μόνο να θυμάται χωρίς να σταματά.




Η κίνηση της επιστροφής.

Το συντριβάνι δεν οδηγεί το νερό πουθενά. Το σηκώνει μόνο για να το αφήσει να επιστρέψει. Μια μικρή εξέγερση απέναντι στη βαρύτητα, ένας κύκλος που μοιάζει με κίνηση ενώ στην πραγματικότητα είναι επιστροφή.

Το νερό ανεβαίνει, λάμπει για μια στιγμή στον αέρα και ύστερα πέφτει στη λεκάνη του, ξαναγίνεται νερό, ξανασηκώνεται. Δεν υπάρχει αρχή ούτε τέλος· μόνο η επανάληψη της ροής. Κι όμως, κάθε σταγόνα που πέφτει είναι διαφορετική, όπως διαφορετική είναι κάθε στιγμή που νομίζουμε πως επαναλαμβάνεται.

Γύρω του οι άνθρωποι περνούν, βιάζονται, χάνονται στους δρόμους. Το συντριβάνι μένει στη μέση, σαν ένα ήσυχο κέντρο μέσα στην αδιάκοπη μετακίνηση της πόλης. Δεν ταξιδεύει, αλλά κινείται. Δεν φεύγει, αλλά αλλάζει.

Ίσως έτσι να είναι και η ζωή: όχι ένας δρόμος προς τα εμπρός, αλλά μια συνεχής επιστροφή στον εαυτό μας, με κάτι κάθε φορά να έχει αλλάξει.

Και το νερό συνεχίζει να πέφτει. Σαν να ξέρει πως η επιστροφή δεν είναι το αντίθετο της πορείας· είναι η μορφή που παίρνει η πορεία όταν δεν έχει πια πού αλλού να πάει.

Τα χαλινάρια.


Το άλογο της άμαξας δεν διάλεξε ποτέ τον δρόμο. Τον έμαθε.

Προχωρούσε εκεί όπου έδειχναν τα χαλινάρια, με τον ρυθμό που επέτρεπε το φορτίο και μέχρι εκεί που άντεχαν τα πόδια του. Πίσω του η άμαξα, μπροστά του ο δρόμος, κι ανάμεσά τους εκείνο το λεπτό δέρμα των λουριών που έκανε την υποταγή να μοιάζει με καθήκον.

Ίσως έτσι αρχίζει η συνήθεια του ανθρώπου να θεωρεί φυσιολογικό αυτό που τον δεσμεύει. Δεν χρειάζονται πάντα αλυσίδες. Αρκεί ένα λουρί που το φοράς τόσο καιρό, ώστε κάποτε να ξεχνάς πως είναι λουρί.

Κι η άμαξα γεμίζει. Με υποχρεώσεις, φόβους, λογαριασμούς, προσδοκίες, μικρές ανάγκες που έγιναν μεγάλες και μεγάλες ανάγκες που βαφτίστηκαν επιθυμίες. Το άλογο συνεχίζει. Δεν ρωτά πόσο βαριά είναι η άμαξα. Ρωτά μόνο αν πρέπει ακόμη να προχωρήσει.

Μέχρι που κάποια στιγμή ο δρόμος τελειώνει ή, ίσως, αρχίζει να φαίνεται πως δεν ήταν ποτέ ο δικός του δρόμος.

Τότε δεν χρειάζεται να σπάσει την άμαξα. Χρειάζεται μόνο να σταθεί.

Γιατί η πιο δύσκολη εξέγερση δεν είναι να τρέξεις προς την ελευθερία.

Είναι να πάψεις να τραβάς αυτό που κάποιος άλλος αποφάσισε ότι πρέπει να κουβαλάς.

12/9/26

Μήπως τ’ αύριο ξυπνήσει το σήμερα.


"Κατεβάστε, επιτέλους, ταχύτητα

εξηγήστε μου, ποια τα ανεξήγητα;

Μου ζητάτε καρδιά και σας δίνω καρδιά

και μετά την πετάτε στα αζήτητα.


Ανεβάστε τα γέλια στα story σας

δακρυσμένοι από το σαλόνι σας.

Μου ζητάτε ζωή και σας δίνω ζωή

μεγαλύτερη κι από το μπόι σας.


Πόση μοναξιά χωράει σε μια οθόνη

κι ας μαζεύεστε να φαίνεστε πολλοί;

Δυστυχώς η μπαταρία μας τελειώνει,

όσο οι άνθρωποι δεν έχουν επαφή…


Πόσοι ακολουθούνε πια τα όνειρά σας

και ποια όνειρα εσείς ακολουθείτε;

Πόσα “σ’ αγαπώ” χωρούν στα κινητά σας

κι έτσι ακίνητα αγαπάτε ό,τι βρείτε;


Πόση μοναξιά χωράει σε μια οθόνη

κι ας μαζεύεστε να φαίνεστε πολλοί;


Κατεβάστε, επιτέλους, ταχύτητα.

Η αγκαλιά έχει άλλη βαρύτητα.

Μου ζητάτε καρδιά και σας δίνω καρδιά,

μήπως δείτε μια λάμψη στο τίποτα.


Ανεβάστε τα μάτια απ’ το μήνυμα

και κοιτάξτε το ηλιοβασίλεμα.

Μου ζητάτε σιωπή και σας δίνω κραυγή,

μήπως τ’ αύριο ξυπνήσει το σήμερα."



🎶 Στέλιος Ρόκκος, "Πόση Μοναξιά."
Στίχοι: Θάνος Παπανικολάου.
Μουσική: Στέλιος Ρόκκος.


Περηφάνια και προκατάληψη.

 


Η περηφάνια αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη να αποδείξεις ποιος είσαι. Η προκατάληψη αρχίζει σχεδόν αντίστροφα: όταν αποφασίζεις ποιος είναι ο άλλος πριν προλάβεις να τον γνωρίσεις.

Ίσως γι’ αυτό οι δύο λέξεις να συναντιούνται τόσο εύκολα. Η μία κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και η άλλη κοιτάζει τον κόσμο μέσα από έναν καθρέφτη που έχει ήδη ραγίσει.

Κρίνουμε πριν ακούσουμε, ονομάζουμε πριν γνωρίσουμε, ταξινομούμε για να μη χρειαστεί να συναντήσουμε. Ο άνθρωπος γίνεται κατηγορία, η κατηγορία γίνεται απόσταση και η απόσταση, με τον καιρό, μοιάζει φυσική. Έτσι γεννιούνται οι βεβαιότητες: όχι από όσα γνωρίζουμε, αλλά από όσα δεν μπήκαμε ποτέ στον κόπο να μάθουμε.

Κι όμως, η περηφάνια που αξίζει δεν χρειάζεται βάθρο. Δεν λέει «είμαι καλύτερος». Λέει μόνο «δεν θα γίνω μικρότερος για να με αποδεχτούν». Είναι μια σιωπηλή στάση απέναντι στον κόσμο, όχι ένα μέτρο για τους άλλους.

Η προκατάληψη, αντίθετα, χρειάζεται μέτρο. Μετρά τον άνθρωπο από το πρόσωπο, το ρούχο, την καταγωγή, το χρήμα, τη θέση, τη φήμη. Και ύστερα τον βάζει σε ένα συρτάρι για να μη χρειαστεί να τον κοιτάξει ξανά.

Ίσως τελικά η διαφορά να βρίσκεται στο βλέμμα.

Η περηφάνια κρατά το βλέμμα όρθιο. Η προκατάληψη το κλείνει.

Και η πιο μεγάλη περηφάνια ίσως είναι να αφήσεις το βλέμμα σου να αλλάξει γνώμη.

Η αξία του περήφανου και αξιοπρεπούς βλέμματος.



Υπάρχουν πράγματα που έχουν τιμή και πράγματα που έχουν αξία. Η διαφορά τους φαίνεται συνήθως αργά, όταν έρχεται η στιγμή να πληρώσεις για όσα απέκτησες και ανακαλύπτεις πως μερικά από αυτά τα έχεις ήδη πληρώσει με τον εαυτό σου.




Έτσι αρχίζουν οι μικρές εκπτώσεις. Ένα βλέμμα που χαμηλώνει, μια κουβέντα που καταπίνεται, ένα «ναι» εκεί που μέσα σου υπάρχει ένα καθαρό «όχι». Τίποτε σπουδαίο, θα πεις. Μια δουλειά, μια ανάγκη, ένας λογαριασμός, μια θέση, η επιθυμία να μη μείνεις μόνος. Η ζωή έχει τις τιμές της και ο άνθρωπος μαθαίνει να τις πληρώνει. Μόνο που κάποτε, ανάμεσα στις αποδείξεις και τα ρέστα, μπορεί να έχει χαθεί κάτι που δεν αγοράζεται ξανά.



Ίσως γι’ αυτό η αξιοπρέπεια να μην είναι τόσο μια αρετή όσο ένα όριο. Εκείνη η αόρατη γραμμή όπου σταματά η ανάγκη να αρέσεις και αρχίζει η ανάγκη να μη ντρέπεσαι τον εαυτό σου. Και τότε η υπερηφάνεια δεν χρειάζεται ούτε θόρυβο ούτε επίδειξη. Είναι απλώς η πλάτη που μένει όρθια όταν όλα γύρω έχουν μάθει να σκύβουν.



Αλλά ακόμη κι αυτό φαίνεται πρώτα στο βλέμμα. Γιατί το σώμα μπορεί να υπακούσει, το στόμα μπορεί να συμφωνήσει, τα χέρια μπορεί να υπογράψουν· το βλέμμα όμως προδίδει πάντα το τίμημα. Υπάρχουν βλέμματα που ζητούν, που φοβούνται, που υπολογίζουν, που αγοράζουν. Και υπάρχουν εκείνα που δεν χρειάζονται τίποτε. Συναντούν έναν άνθρωπο και, για μια στιγμή, δεν βλέπουν τη θέση του, τα χρήματά του, τη χρησιμότητά του, το σώμα του, την εικόνα του. Βλέπουν μόνο έναν άνθρωπο.



Ίσως εκεί να βρίσκεται και η πιο δύσκολη μορφή ελευθερίας: να μπορείς να κοιτάζεις χωρίς να θέλεις να αποκτήσεις και να μπορείς να σε κοιτούν χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις την αξία σου.

Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνει την αξία του όταν φτωχαίνει, όταν αποτυγχάνει ή όταν κανείς δεν τον χειροκροτεί. Τη χάνει λίγο λίγο όταν συνηθίζει να μετρά τον εαυτό του με το μέτρο των άλλων.



Και ίσως η αξιοπρέπεια να είναι τελικά αυτό: να μπορείς, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου έχουν μια τιμή, να κρατάς το βλέμμα σου εκεί όπου δεν υπάρχει ταμπέλα.









Η αξία της αξιοπρέπειας.


Η αξιοπρέπεια είναι ίσως το μόνο πράγμα που δεν έχει τιμή, κι ακριβώς γι’ αυτό η αγορά δυσκολεύεται να την καταλάβει. Δεν μετριέται σε χρήματα, σε αξιώματα, σε χειροκροτήματα ούτε σε αριθμούς. Δεν βρίσκεται σε μια βιτρίνα, αν και ολόκληρη η ζωή μοιάζει όλο και περισσότερο με βιτρίνα όπου ο άνθρωπος καλείται να παρουσιάσει τον εαυτό του ως προϊόν.

Κάποτε πουλά κανείς τη δουλειά του και παίρνει μισθό. Πουλά τον χρόνο του και παίρνει χρήματα. Εκεί η συναλλαγή είναι καθαρή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν, μαζί με τον χρόνο, αρχίζει να παραδίδει και τον εαυτό του. Όταν μαθαίνει να χαμογελά εκεί που θα ήθελε να φωνάξει, να σιωπά εκεί που πρέπει να μιλήσει, να σκύβει εκεί που θα μπορούσε να σταθεί όρθιος. Τότε η τιμή δεν γράφεται πια σε ένα συμβόλαιο. Γράφεται πάνω στο σώμα.

Η αξιοπρέπεια δεν είναι υπερηφάνεια. Δεν είναι η ανάγκη να φανούμε ανώτεροι από τους άλλους. Είναι το ελάχιστο δικαίωμα να μη χρειάζεται να μικρύνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στη ζωή που μας προσφέρουν.

Και ίσως γι’ αυτό η αξιοπρέπεια είναι τόσο ακριβή. Γιατί δεν αγοράζεται· μόνο παραχωρείται. Κι όταν παραχωρείται λίγο λίγο, σχεδόν ανεπαίσθητα, κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε πως έχουμε κρατήσει όλα όσα αποκτήσαμε και έχουμε χάσει εκείνο που δεν μπορεί να αντικατασταθεί.

Ίσως τότε καταλαβαίνουμε πως η μεγαλύτερη αξία ενός ανθρώπου δεν είναι όσα μπορεί να πουλήσει, αλλά όσα αρνείται να πουλήσει.

Και ανάμεσα σε όλα τα πράγματα που έχουν την τιμή τους, υπάρχει ακόμη κάτι που επιμένει να μην έχει τιμή.

Η αξία των πραγμάτων.



Η αξία των πραγμάτων δεν βρίσκεται πάντοτε πάνω τους. Δεν είναι χαραγμένη στην ετικέτα, ούτε μετριέται αποκλειστικά από το ποσό που ζητά η αγορά για να τα παραδώσει. Ένα πράγμα μπορεί να κοστίζει λίγο και να αξίζει μια ζωή· μπορεί να κοστίζει μια περιουσία και να μην αξίζει ούτε μια ανάμνηση.

Η αγορά, όμως, έχει τον δικό της τρόπο να τακτοποιεί τον κόσμο. Βάζει αριθμούς εκεί όπου κάποτε υπήρχαν αισθήματα, ανάγκες, χρόνος, κόπος. Μετατρέπει το σπάνιο σε ακριβό, το χρήσιμο σε προϊόν, ακόμη και το ανθρώπινο σώμα σε επιφάνεια προς κατανάλωση. Κι έτσι μαθαίνουμε σιγά σιγά να ρωτάμε όχι «τι σημαίνει;», αλλά «πόσο κάνει;».

Ίσως γι’ αυτό τα πιο πολύτιμα πράγματα να είναι εκείνα που αντιστέκονται στην τιμή. Ένα βλέμμα, ένα τραγούδι, ένα απόγευμα χωρίς σκοπό, ένα χέρι που μένει όταν όλα τα άλλα φεύγουν. Δεν έχουν χρηματιστηριακή αξία. Κι όμως, όταν χαθούν, κανένα νόμισμα δεν μπορεί να τα αγοράσει πίσω.

Κάπου ανάμεσα στην τιμή και στην αξία βρίσκεται ο άνθρωπος. Και ίσως εκεί αρχίζει το πραγματικό παζάρι: τη στιγμή που κάποιος προσπαθεί να μας πείσει πως ό,τι μπορεί να πουληθεί αξίζει περισσότερο από ό,τι δεν μπορεί να αγοραστεί.

Η ακρίβεια της αγοράς.

 


Η ακρίβεια δεν μπαίνει στο σπίτι με θόρυβο. Έρχεται λίγο λίγο, κρυμμένη μέσα στις αποδείξεις, στις μικρότερες συσκευασίες, στις λέξεις «προσφορά» και «νέα τιμή». Δεν είναι μόνο ότι πληρώνεις περισσότερο. Είναι ότι αρχίζεις να αγοράζεις λιγότερη ζωή με τα ίδια χρήματα.

Στην αγορά όλα έχουν μια τιμή, ακόμη κι εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητα. Το ψωμί, ο καφές, το ρεύμα, η μετακίνηση, ο χρόνος. Και κάπου ανάμεσα στις ετικέτες των προϊόντων, η ανάγκη συναντά την τιμή και η ανάγκη, συνήθως, υποχωρεί.

Η ακρίβεια δεν είναι απλώς ένας αριθμός που ανεβαίνει. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να κάνει λογαριασμό πριν από κάθε επιθυμία. Να σκέφτεται αν μπορεί να αντέξει αυτό που μέχρι χθες θεωρούσε καθημερινό. Κι όταν η αγορά ακριβαίνει περισσότερο από τη ζωή, τότε δεν ακριβαίνουν μόνο τα πράγματα.

Φτηναίνει ο άνθρωπος.

Η αξία ενός ποιήματος.

 


Η αξία ενός ποιήματος δεν βρίσκεται στις λέξεις του, αλλά σε εκείνο που οι λέξεις κατορθώνουν να αφήσουν πίσω τους. Ένα ποίημα μπορεί να είναι μικρό σαν ανάσα και να χωράει μέσα του μια ολόκληρη ζωή. Μπορεί να μιλά για ένα δέντρο, έναν άνθρωπο, ένα παράθυρο, κι όμως να μιλά για τον χρόνο που περνά και για όσα δεν προλάβαμε να πούμε.

Δεν μετριέται με το πόσοι το διάβασαν ούτε με το πόσοι το κατάλαβαν. Ίσως μάλιστα ένα ποίημα να αρχίζει να αποκτά την πραγματική του αξία ακριβώς εκεί όπου παύει να εξηγείται. Όταν μια λέξη μένει μέσα σου και επιστρέφει χρόνια αργότερα, σε μια άσχετη στιγμή, σαν κάτι που είχες ξεχάσει αλλά εκείνο δεν σε είχε ξεχάσει.

Γιατί το ποίημα δεν είναι μόνο αυτό που γράφτηκε. Είναι κι αυτό που γεννιέται μέσα στον αναγνώστη. Η ίδια φράση μπορεί για έναν να είναι ανάμνηση, για άλλον απώλεια, για κάποιον έρωτας και για κάποιον άλλο μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ.

Κι ίσως τελικά η αξία ενός ποιήματος να είναι αυτή: να μη σου δίνει μια απάντηση, αλλά να σου αλλάζει για λίγο το βάρος της ερώτησης.

Η αξία του γεύματος.

 


Υπάρχουν γεύματα που τελειώνουν όταν αδειάσει το πιάτο και άλλα που συνεχίζονται για χρόνια, κάπου μέσα στη μνήμη, με τη μυρωδιά ενός φαγητού, έναν ήχο από πιρούνια, μια καρέκλα που τραβήχτηκε λίγο πιο κοντά στο τραπέζι. Ίσως γιατί το γεύμα δεν αρχίζει πραγματικά με την πρώτη μπουκιά. Αρχίζει νωρίτερα, όταν κάποιος λέει «έλα να φάμε» και μέσα σε αυτή τη μικρή φράση χωράει, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μια πρόσκληση στη συντροφικότητα.

Το φαγητό έχει αυτή την παράξενη ιδιότητα να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Ίσως επειδή μπροστά στην πείνα όλοι θυμόμαστε κάτι πολύ παλιό. Το σώμα ζητά, ο άνθρωπος κάθεται, το ψωμί κόβεται, το κρασί γεμίζει τα ποτήρια και ξαφνικά η καθημερινότητα αποκτά ένα κέντρο. Δεν είναι πια ο καθένας μόνος του μέσα στις σκέψεις του. Υπάρχει ένα τραπέζι ανάμεσα στους ανθρώπους, κι αυτό το τραπέζι, αντί να τους χωρίζει, τους ενώνει.

Από εκεί ξεκινούν οι κουβέντες. Από ένα «βάλε μου λίγο ακόμη» μπορεί να φτάσεις στα παιδικά χρόνια, από μια ερώτηση για το αλάτι σε μια εξομολόγηση που περίμενε χρόνια να ειπωθεί. Οι μεγάλες αλήθειες σπάνια ανακοινώνονται επίσημα. Συνήθως ξεφεύγουν ανάμεσα σε δυο μπουκιές, όταν κανείς δεν τις περιμένει. Κι ύστερα έρχεται η σιωπή. Όχι η αμήχανη σιωπή, αλλά εκείνη που μπορεί να μοιραστεί ένα τραπέζι χωρίς να χρειάζεται να γεμίσει.

Ίσως γι’ αυτό θυμόμαστε τόσο έντονα ορισμένα γεύματα. Όχι για το τι φάγαμε, αλλά για το ποιοι κάθονταν μαζί μας. Το φαγητό χάνεται μέσα στο σώμα, όπως χάνονται τόσα πράγματα μέσα στον χρόνο. Αυτό όμως που συνέβη γύρω από το πιάτο μένει. Μια φωνή, ένα γέλιο, ένα χέρι που έκοψε το ψωμί στη μέση για να δώσει το μισό στον άλλον.

Και τότε καταλαβαίνεις πως η αξία του γεύματος δεν βρίσκεται στην αφθονία του τραπεζιού. Μπορεί να είναι ένα απλό φαγητό, σχεδόν φτωχό, κι όμως να περισσεύει κάτι που δεν αγοράζεται: η παρουσία. Γιατί άλλο είναι να τρως και άλλο να τρως μαζί με κάποιον. Το πρώτο χορταίνει το σώμα. Το δεύτερο θυμίζει στον άνθρωπο πως δεν φτιάχτηκε μόνο για να επιβιώνει.

Ίσως τελικά το τραπέζι να είναι ένας από τους τελευταίους τόπους όπου η ζωή δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Καθόμαστε, τρώμε, μιλάμε, σωπαίνουμε. Κι όταν κάποτε σηκωθούμε, τα πιάτα θα μείνουν άδεια. 

Αυτό που μοιράστηκε όμως δεν θα βρίσκεται πάνω στο τραπέζι.

Θα έχει ήδη περάσει στους ανθρώπους.

Πότε πουλιέται ο άνθρωπος;


Πότε πουλιέται ο άνθρωπος;

Ίσως το ερώτημα να είναι λάθος. Γιατί ο άνθρωπος σπάνια πουλιέται σε μια στιγμή. Πουλιέται λίγο λίγο, κάθε φορά που παραχωρεί κάτι από εκείνο που τον κάνει άνθρωπο.

Πουλά τη σιωπή του για να κρατήσει τη θέση του, την αλήθεια του για να κερδίσει την αποδοχή, την ελευθερία του για να αισθανθεί ασφαλής. Και κάθε φορά η συναλλαγή μοιάζει μικρή. Τόσο μικρή, ώστε να μην αντιλαμβάνεται πως δεν χάνει απλώς ένα κομμάτι του εαυτού του· παραχωρεί σιγά σιγά το δικαίωμα να αποφασίζει ο ίδιος για την αξία του.

Ώσπου η αγορά παύει να βρίσκεται απέναντί του και μετακομίζει μέσα του. Εκεί αρχίζει να ζυγίζει τα πάντα: τι αξίζει, τι συμφέρει, τι κοστίζει η αντίσταση. Ακόμη και η συνείδηση μπαίνει στη ζυγαριά, ακόμη και η αξιοπρέπεια αποκτά διαπραγματεύσιμη αξία. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να διατάζει· αρκεί να κάνει την ανάγκη όρο της ελευθερίας.

Κι έτσι το «πότε» γίνεται πιο δύσκολο από το «πόσο». Γιατί το πόσο μπορεί να μετρηθεί. Το πότε όχι. Δεν υπάρχει ταμείο για την ελευθερία ούτε απόδειξη για την αξιοπρέπεια. Υπάρχει μόνο εκείνη η αδιόρατη στιγμή που ο άνθρωπος συνηθίζει να παραχωρεί και παύει να αισθάνεται ότι παραχωρεί.

Ίσως λοιπόν ο άνθρωπος να πουλιέται όχι όταν αποκτά τιμή, αλλά όταν η ανάγκη του αποκτά τιμή και η αξιοπρέπειά του κόστος.

Και τότε η τελευταία πράξη της συναλλαγής δεν γίνεται στο ταμείο. Γίνεται μέσα του: όταν ξεχνά πως υπάρχουν πράγματα που δεν αγοράζονται, επειδή ακριβώς από αυτά αρχίζει η ελευθερία.

Το θηρίο μέσα μας.

 


Έχει άραγε νόημα να τιθασεύεις τα συναισθήματά σου; Η ίδια η λέξη μοιάζει να προδίδει μια παλιά αντίληψη για τον άνθρωπο: πως μέσα του κατοικεί ένα θηρίο που πρέπει να δεθεί, να υπακούσει, να μπει σε κλουβί. Κι όμως, ίσως το θηρίο αυτό να μην είναι ο εχθρός μας. Ίσως να είναι εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που θυμάται όσα εμείς προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

Ο φόβος, ο θυμός, η ζήλια, η επιθυμία, η θλίψη δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Είναι ίχνη. Σαν πατημασιές πάνω στο χιόνι, δείχνουν ότι κάτι πέρασε από μέσα μας. Κι όταν τις σβήνουμε βιαστικά, δεν εξαφανίζουμε αυτό που τις άφησε. Απλώς χάνουμε τον δρόμο που θα μπορούσε να μας οδηγήσει πίσω στην πηγή τους.

Ο άνθρωπος έφτιαξε πολιτισμούς δαμάζοντας τη φύση και, κάποτε, στράφηκε στην ίδια του την εσωτερική φύση με την ίδια λογική. Έβαλε φράχτες στη θάλασσα, χαλινάρια στη φωτιά, κανόνες στην επιθυμία. Μα ό,τι κλείνεται δεν παύει να υπάρχει. Η θάλασσα συνεχίζει να πιέζει τα τείχη της, η φωτιά ψάχνει μια χαραμάδα, και το συναίσθημα περιμένει.

Γι’ αυτό ίσως η αυτοκυριαρχία να μην είναι φυλακή αλλά σχέση. Να μπορείς να στέκεσαι απέναντι στον θυμό σου χωρίς να του παραδίδεις το σώμα σου. Να αφήνεις τον φόβο να μιλήσει χωρίς να του παραδίδεις τον δρόμο. Να ακούς την επιθυμία χωρίς να της παραχωρείς το τιμόνι. Όχι να σκοτώνεις το θηρίο, αλλά να μαθαίνεις τη γλώσσα του.

Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στο «δεν αισθάνομαι» και στο «αισθάνομαι, αλλά επιλέγω». Στο πρώτο υπάρχει καταστολή. Στο δεύτερο υπάρχει ελευθερία.

Ίσως, τελικά, ο ώριμος άνθρωπος να μην είναι εκείνος που έχει εξημερώσει τα μέσα του, αλλά εκείνος που μπορεί να περπατά μαζί τους χωρίς να τα φοβάται. Να γνωρίζει πως μέσα του υπάρχουν άνεμοι που δεν ελέγχονται, θάλασσες που δεν ησυχάζουν κατ’ εντολή και φωτιές που δεν ζητούν άδεια για να ανάψουν.

Δεν χρειάζεται να κλείσουμε το θηρίο σε κλουβί.

Χρειάζεται μόνο να μη γίνουμε εμείς το κλουβί του.

«Μια καφέ και μια ζάχαρη...»

 


«Μια καφέ και μια ζάχαρη».

Έτσι αρχίζει το πρωί. Με μια μικρή παραγγελία που μοιάζει ασήμαντη, αλλά κρύβει μέσα της ολόκληρη τη διαπραγμάτευση του ανθρώπου με τη ζωή.

Ο καφές είναι η πίκρα της πραγματικότητας. Η ζάχαρη, η επιμονή μας να μην την πιούμε ακριβώς όπως μας προσφέρεται.

Κάθε πρωί ξυπνάμε και ο κόσμος είναι πάλι εκεί, πριν ακόμη προλάβουμε να τον κρίνουμε. Οι ίδιες εκκρεμότητες, οι ίδιες απουσίες, οι ίδιες μικρές χαρές που επιμένουν παράλογα να υπάρχουν. Κι εμείς, ανάμεσα στη νύχτα που τελείωσε και στη μέρα που ανοίγει, ρίχνουμε μια κουταλιά ζάχαρη μέσα στην πίκρα και ανακατεύουμε.

Ίσως αυτό να είναι το πρωινό: όχι μια καινούργια αρχή, αλλά μια δεύτερη ευκαιρία να συμφιλιωθούμε με όσα ήδη γνωρίζουμε.

Το κουταλάκι γυρίζει στο φλιτζάνι και για λίγο όλα αναμειγνύονται. Το πικρό με το γλυκό, το χθες με το σήμερα, η απώλεια με την προσδοκία. Δεν εξαφανίζεται τίποτα. Απλώς αλλάζει η αναλογία.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ανθρώπινη ελευθερία: όχι στο να διαλέγουμε πάντα τι θα μας συμβεί, αλλά στο να αποφασίζουμε τι θα προσθέσουμε σε αυτό που μας δόθηκε.

Το πρωί, λοιπόν, δεν ζητάμε έναν καφέ για να ξυπνήσουμε.

Ζητάμε "μια καφέ και μια ζάχαρη" για να μπορέσουμε να ξαναρχίσουμε.

Και καθώς η πρώτη γουλιά περνά από τα χείλη, η μέρα αρχίζει να παίρνει τη γεύση της.

Όχι επειδή έγινε πιο γλυκιά.

Αλλά επειδή την ανακατέψαμε λίγο εμείς.




Ώρες μικρές στα σκοτεινά.

 


Από παιδιά, ίσως, μαθαίνουμε να φεύγουμε. Μερικοί φεύγουν με το σώμα, άλλοι με τη σκέψη, άλλοι μένουν ακίνητοι και αφήνουν μόνο την ψυχή τους να ταξιδεύει. Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν ρίζα στον αέρα· δεν ανήκουν πουθενά ολόκληροι, γιατί μέσα τους κάτι αναζητά πάντοτε έναν τόπο που δεν πρόλαβε να υπάρξει.

Κι ύστερα έρχεται ο έρωτας και κάνει αυτή την αδυναμία βαθύτερη. Γιατί ο άλλος μπορεί να φύγει, αλλά δεν φεύγει πάντοτε από μέσα μας. Μένει εκεί όπου κάποτε κατοίκησε. Όχι σαν ανάμνηση μόνο, αλλά σαν μια ανοιχτή δυνατότητα. Σαν πόρτα που κανείς δεν έκλεισε επειδή κανείς δεν κατάφερε να πει με βεβαιότητα πως τελείωσε.

Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο στον έρωτα: όχι η απώλεια, αλλά η εκκρεμότητα. Το τελειωμένο πονά, όμως κάποτε καταλαγιάζει. Το ανοιχτό τραύμα, αντίθετα, συνεχίζει να ζητά απάντηση. Κάθε νύχτα επιστρέφει με άλλη μορφή. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, ένα γνώριμο φως σε ένα άδειο δωμάτιο αρκούν για να ξαναρχίσει η αναζήτηση.

Και τότε έρχονται οι μικρές ώρες.

Όχι οι μεγάλες νύχτες των δραμάτων, αλλά εκείνες οι παράξενες ώρες λίγο πριν ξημερώσει, όταν η πόλη έχει σωπάσει και ο άνθρωπος μένει μόνος με όσα δεν κατάφερε να ξεχάσει. Εκεί ο πόνος αποκτά σχεδόν τη δική του συχνότητα. Δεν χρειάζεται να φωνάξει. Αρκεί που υπάρχει.

Η επιθυμία, τότε, δεν είναι πια μόνο επιθυμία για το σώμα του άλλου. Είναι επιθυμία να επιστρέψει ο χρόνος σε ένα σημείο όπου κάτι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. Να ειπωθεί μια λέξη που δεν ειπώθηκε. Να μείνει κάποιος που έφυγε. Να μη γίνει η απόσταση οριστική.

Μα ο χρόνος δεν γυρίζει. Κι έτσι ο άνθρωπος αρχίζει να κατοικεί στις αναμνήσεις του, όπως το κερί κατοικεί μέσα στη φλόγα του: φωτίζεται και ταυτόχρονα χάνεται. Όσο περισσότερο θυμάται, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει πως η μνήμη δεν είναι επιστροφή. Είναι ένας τρόπος να συνεχίζει η απουσία να υπάρχει.

Κάποτε θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε. Τον άλλον, τον εαυτό μας, τις περιστάσεις, εκείνη την παλιά εκδοχή της ζωής που δεν άντεξε. Όμως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για τη συγχώρεση. Κάποιοι κρατούν μέσα τους το κεντρί. Όχι επειδή αγαπούν τον πόνο, αλλά επειδή φοβούνται πως αν τον αφήσουν να φύγει, θα φύγει μαζί του και ο τελευταίος δεσμός με εκείνον που έχασαν.

Έτσι ο έρωτας γίνεται παράξενο είδος μνήμης. Δεν θυμόμαστε μόνο τον άνθρωπο. Θυμόμαστε ποιοι ήμασταν όταν τον αγαπούσαμε. Και ίσως αυτό να είναι που πραγματικά πονά περισσότερο: πως μαζί με τον άλλον χάθηκε και μια εκδοχή του εαυτού μας που δεν θα ξαναγίνει.

Γι’ αυτό υπάρχουν οι ώρες μικρές στα σκοτεινά.

Για να επιστρέφει, χωρίς να επιστρέφει κανείς.

Για να ανοίγει μέσα μας η πόρτα εκείνη που δεν κλείσαμε ποτέ.

Και κάπου ανάμεσα στη μνήμη και την επιθυμία, ανάμεσα σε αυτόν που έμεινε και σε εκείνον που πήγε πιο πέρα, ο έρωτας εξακολουθεί να αναπνέει αθόρυβα.

Όχι επειδή περιμένει.

Αλλά επειδή κάποια πράγματα, όταν κατοικήσουν μέσα μας, δεν χρειάζονται πια την παρουσία του άλλου για να συνεχίσουν να υπάρχουν.