11/8/26

Τα κυπαρίσσια του Δυσάλωνα.


Φυτρωμένα στα βράχια,
τα κυπαρίσσια κρέμονται πάνω από τη θάλασσα,
σαν να αρνήθηκαν τη γη για να πλησιάσουν το πέλαγος.
Σκαρφαλωμένα στην πέτρα, στέκουν αγέρωχα,
λες και ποτίζονται όχι με νερό, αλλά με αρμύρα,
και τρέφονται με τον άνεμο και το φως.
Κι εκεί, ανάμεσα στον βράχο και τη θάλασσα,
μοιάζουν να έχουν ριζώσει στην ίδια την αιωνιότητα.



 

Άγιος Γεώργιος ο Δυσάλωνας.

 

















Άγιος Γεώργιος Δυσάλωνας: Εκεί όπου ο βράχος κρατά τη θάλασσα και τα κυπαρίσσια χορεύουν μαζι τους.

Υπάρχουν τόποι που δεν τους επισκέπτεσαι απλώς. Τους πλησιάζεις με δέος. Ο Άγιος Γεώργιος ο Δυσάλωνας στη Σύμη, είναι ένας τέτοιος τόπος. Εκεί, στην ανατολική πλευρά του νησιού, η θάλασσα μοιάζει να έχει ανοίξει μια στενή πύλη μέσα στην πέτρα, για να αποκαλύψει έναν κόσμο σχεδόν έξω από τον χρόνο.

Πάνω από τη μικρή βοτσαλωτή ακτή υψώνεται ο τεράστιος κατακόρυφος βράχος. Ένα πέτρινο τείχος που μοιάζει να μην χτίστηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά από τις αργές και αμετάκλητες κινήσεις της γης. Εδώ ο άνθρωπος αισθάνεται μικρός -όχι επειδή τον μειώνει το τοπίο, αλλά επειδή το τοπίο τού θυμίζει το πραγματικό του μέγεθος.

Και ίσως γι’ αυτό το όνομα Δυσάλωνας μοιάζει τόσο ταιριαστό. Ένας τόπος δύσκολος να αλωθεί. Ένας τόπος που αντιστάθηκε στην ευκολία, στην πρόσβαση, στην ανθρώπινη απαίτηση να μετατρέψει κάθε όμορφο σημείο σε προορισμό κατανάλωσης.

Εδώ δεν υπάρχουν ξαπλώστρες να διεκδικούν την ακτή, ούτε μουσικές να σκεπάζουν το κύμα. Δεν υπάρχει τίποτε ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση.

Μόνο ο βράχος, η θάλασσα και ο ουρανός.

Κι ύστερα, ψηλά, εκεί όπου θα περίμενε κανείς μόνο γυμνή πέτρα, εμφανίζονται τα κυπαρίσσια.

Σκαρφαλωμένα στις σχισμές του βράχου, όρθια και λεπτά, μοιάζουν σχεδόν απίστευτα. Σαν να αρνήθηκαν να δεχτούν ότι η πέτρα είναι άγονη. Σαν να είπαν στη γη πως ακόμη και μέσα στη σκληρότητά της υπάρχει χώρος για ζωή.

Τα κυπαρίσσια της Σύμης δεν μοιάζουν απλώς με δέντρα. Από μακριά μοιάζουν με κατακόρυφες γραμμές που ενώνουν τη γη με τον ουρανό. Οι άνεμοι τα έχουν λυγίσει, η αλμύρα τα έχει σημαδέψει, η ξηρασία τα έχει δοκιμάσει. Κι όμως στέκονται.

Ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη ομορφιά τους.

Δεν είναι η ομορφιά της τελειότητας. Είναι η ομορφιά της αντοχής.

Στον Δυσάλωνα η φύση δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Απλώς υπάρχει. Και ακριβώς γι’ αυτό εντυπωσιάζει.

Το νερό κάτω από τον βράχο παίρνει το χρώμα του ουρανού και το επιστρέφει βαθύτερο. Το φως πέφτει πάνω στην πέτρα και γλιστρά προς τη θάλασσα. Το κύμα ανεβαίνει στην ακτή, αγγίζει τα βότσαλα και υποχωρεί, αφήνοντας πίσω του έναν ήχο σχεδόν ψιθυριστό.

Και όταν ο ήλιος προχωρήσει, ο μεγάλος βράχος ρίχνει τη σκιά του πάνω στην παραλία.

Τότε ο τόπος αλλάζει.

Η θάλασσα μένει φωτεινή, ενώ η ακτή περνά στη σιωπή της σκιάς. Είναι σαν να τραβιέται για λίγο η αυλαία από τον κόσμο και να αποκαλύπτεται κάτι πιο αρχέγονο: η πέτρα που υπάρχει πριν από εμάς και πιθανότατα θα υπάρχει και μετά από εμάς.

Ανάμεσα στις σχισμές του βράχου, τα πουλιά διασχίζουν τον αέρα. Ψηλά, τα κυπαρίσσια επιμένουν. Κάτω, η θάλασσα συνεχίζει αδιάφορη το αιώνιο έργο της.

Και ο άνθρωπος, για μια στιγμή, σωπαίνει.

Ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο του Δυσάλωνα.

Όχι το χρώμα της θάλασσας.

Όχι το ύψος του βράχου.

Όχι η αγριάδα του τοπίου.

Η σιωπή.

Μια σιωπή που δεν είναι απουσία ήχου, αλλά παρουσία. Μια σιωπή που σε κάνει να ακούς καλύτερα το κύμα, τον άνεμο, την ανάσα σου, ακόμη και τις σκέψεις που συνήθως χάνονται μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας.

Ο Άγιος Γεώργιος Δυσάλωνας δεν είναι απλώς μια παραλία.

Είναι μια υπενθύμιση.

Ότι η ομορφιά δεν χρειάζεται να είναι εύκολη.

Ότι ό,τι αξίζει δεν είναι πάντοτε προσβάσιμο.

Ότι η φύση δεν χρειάζεται να γίνει «οργανωμένη» για να γίνει όμορφη.

Και πως μερικές φορές, για να συναντήσεις έναν πραγματικά άγριο τόπο, πρέπει πρώτα να αποδεχτείς ότι δεν σου ανήκει.

Ο Δυσάλωνας δεν καλεί τον άνθρωπο να τον κατακτήσει.

Τον καλεί να σταθεί απέναντί του, να κοιτάξει ψηλά τα κυπαρίσσια που φυτρώνουν πάνω στην πέτρα και κάτω τη θάλασσα που επιμένει να επιστρέφει στην ακτή.

Και ίσως τότε να καταλάβει πως η φύση δεν είναι τοπίο.

Είναι μνήμη.

Και πως μερικά από τα πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο υπάρχουν ακριβώς επειδή κανείς δεν κατάφερε να τα αλώσει.




Μαρμαροκάβουρας- Pachygrapsus marmoratus.

 

Υπάρχουν πλάσματα που δεν ζητούν να τα κοιτάξεις.

Ζουν στην άκρη του βλέμματος, εκεί όπου η πέτρα συναντά το νερό και η ζωή γίνεται σχεδόν αόρατη.

Εκεί κατοικεί ο μαρμαροκάβουρας. Ένα πολύ κοινό θαλάσσιο καβούρι των ελληνικών ακτών, γνωστό επίσης και ως βραχοκάβουρας. Οφείλει το όνομά του στα χαρακτηριστικά κίτρινα ή ανοιχτόχρωμα σχέδια πάνω στο σκουρόχρωμο (μοβ, καφέ ή πράσινο) καβούκι του, τα οποία θυμίζουν τα νερά του μαρμάρου. Είναι ημι-χερσαίος οργανισμός. Μπορεί να παραμείνει εκτός νερού για αρκετές ώρες, αρκεί τα βράχια να διατηρούνται υγρά.

Μικρός, σιωπηλός, με το σώμα του ζωγραφισμένο σαν παλιό μάρμαρο, μοιάζει περισσότερο με κομμάτι του βράχου παρά με ζωντανό πλάσμα. Στέκεται ακίνητος και περιμένει. Δεν βιάζεται. Ίσως γιατί γνωρίζει κάτι που εμείς ξεχάσαμε: πως η ζωή δεν είναι πάντα κίνηση· είναι και η τέχνη του να παραμένεις.

Ένα κύμα έρχεται και φεύγει. Ο κάβουρας μένει.

Ύστερα, μια σκιά περνά πάνω από την πέτρα και εκείνος χάνεται σε μια σχισμή. Όχι από φόβο, αλλά από σοφία. Μπορεί να είναι η σκιά ενός αρπακτικού, αλλά και η σκιά ενός σύννεφου. Η φύση δεν χρειάζεται να πολεμά κάθε τι που την απειλεί. Μερικές φορές αρκεί να ξέρει πότε να αποσύρεται.

Κι έτσι ο μαρμαροκάβουρας γίνεται ένας μικρός φιλόσοφος της ακτής.

Μας θυμίζει πως δεν είναι αδυναμία να κρύβεσαι. Αδυναμία είναι να πιστεύεις πως πρέπει πάντοτε να φαίνεσαι. Δεν είναι ήττα η σιωπή. Ήττα είναι να μην έχεις πια τίποτα να ακούσεις μέσα της.

Η θάλασσα τον αγγίζει αδιάκοπα χωρίς ποτέ να τον κατακτά.

Κι εκείνος, ανάμεσα στο νερό και την πέτρα, συνεχίζει τη μικρή του ζωή.

Ίσως τελικά αυτό να είναι η ελευθερία: να μπορείς να γίνεσαι ένα με τον κόσμο χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου.

Να μοιάζεις με την πέτρα, χωρίς να είσαι πέτρα.

Να ανήκεις στη θάλασσα, χωρίς να παύεις να είσαι στεριά.

Και όταν έρχεται το κύμα, να μην αντιστέκεσαι πάντα.

Να αφήνεσαι λίγο.

Γιατί ακόμη και ο πιο μικρός μαρμαροκάβουρας ξέρει πως η θάλασσα δεν νικιέται.

Μόνο ακούγεται.

Το σταυρόλεξο.


Η ζωή μοιάζει με σταυρόλεξο.

Γεμίζεις τα κενά της με λέξεις που νομίζεις πως γνωρίζεις, μα κάποτε μια μικρή λέξη, μια απρόσμενη συνάντηση, μια απώλεια ή μια σιωπή, σε αναγκάζει να ξανακοιτάξεις ολόκληρο το πλέγμα.

Κάποιες απαντήσεις έρχονται εύκολα. Άλλες μένουν για χρόνια κενές. Κι υπάρχουν εκείνες οι λέξεις που δεν χωρούν ποτέ ακριβώς στα τετράγωνα που τους προορίζεις.

Ίσως γιατί δεν είναι η ζωή που πρέπει να ταιριάξει στις λέξεις μας.

Εμείς πρέπει, κάποτε, να μάθουμε να αλλάζουμε τις λέξεις.

Και στο τέλος, όταν νομίζουμε πως το σταυρόλεξο λύθηκε, ανακαλύπτουμε πως η τελευταία λέξη δεν ήταν μια απάντηση. Ήταν η ερώτηση.

Κρινάκια της θάλασσας.

 

Στην άκρη της αμμουδιάς, εκεί όπου το κύμα αφήνει για λίγο το αποτύπωμά του, φυτρώνουν τα κρινάκια της θάλασσας.

Δεν είναι λουλούδια που φοβούνται την αλμύρα. Τη δέχονται σαν μοίρα. Ριζώνουν στην άμμο, μέσα στον άνεμο και στην ξηρασία, και ανθίζουν εκεί όπου κανείς δεν θα περίμενε ζωή.

Το λευκό τους μοιάζει με μικρή ανάσα καθαρότητας πάνω στο γαλάζιο. Κάθε άνθος, μια σιωπηλή αντίσταση. Κάθε ρίζα, μια συμφωνία με τη θάλασσα.

Κι όταν έρχεται το κύμα, δεν τα ξεριζώνει. Τα αγγίζει.

Ίσως γιατί η θάλασσα γνωρίζει πως κάποια πράγματα δεν τα κατακτάς· τα αφήνεις να ανθίζουν ελεύθερα.



10/8/26

«Πάντα Μαζί, Αιώνια Χώρια.»

Υπάρχουν ταινίες που τις θυμάσαι για την πλοκή τους. Υπάρχουν άλλες που τις θυμάσαι για μια εικόνα, ένα βλέμμα, μια μουσική. Και υπάρχουν κι εκείνες που, χρόνια μετά, μοιάζουν να έχουν εγκατασταθεί κάπου μέσα στη μνήμη σου, σαν ένα παραμύθι που δεν τελείωσε ποτέ.

Το Ladyhawke, η «Ο Λύκος και το Γεράκι» του Ρίτσαρντ Ντόνερ, είναι μία από αυτές.

Γυρισμένη το 1985, σε μια εποχή που το σινεμά αγαπούσε ακόμη τα κάστρα, τα δάση, τα ξίφη, τους καταραμένους εραστές και τα σκοτεινά παραμύθια, η ταινία δεν είναι απλώς μια περιπέτεια φαντασίας. Είναι μια ιστορία για την αγάπη που υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να αγγίξει τον εαυτό της.

Ο Ναβάρ (Ρούτγκερ Χάουερ) και η Ιζαμπώ (Μισέλ Φάιφερ)  αγαπιούνται. Και ακριβώς γι’ αυτό τιμωρούνται.

Ο ζηλόφθονος Επίσκοπος της Ακουίλα (Τζον Γουντ), ανίκανος να αποδεχθεί ότι η Ιζαμπώ δεν μπορεί να αγαπήσει αυτόν και προτίμησε τον Ναβάρ, μετατρέπει τον έρωτα των δύο νέων σε μια αιώνια καταδίκη. Τυφλωμένος από το πάθος και την ζήλια του, κάνει συμφωνία με τον διάβολο και τους ρίχνει μια φρικτή κατάρα: ο Ναβάρ γίνεται λύκος τη νύχτα και η Ιζαμπώ γεράκι την ημέρα.

Το γεράκι (Ιζαμπώ) συμβολίζει το φως, την πνευματικότητα, την αγνότητα και την ελευθερία των αιθέρων. Αντίθετα, ο λύκος (Ναβάρ) αντιπροσωπεύει τα γήινα ένστικτα, τη νυχτερινή μοναχικότητα, το σκοτάδι και τη δύναμη του πολεμιστή.

Έτσι αρχίζει η μεγάλη ειρωνεία της ταινίας: οι δυο ερωτευμένοι είναι πάντα μαζί και πάντοτε χωρισμένοι.

Όταν εκείνη είναι άνθρωπος, εκείνος είναι ζώο. Όταν εκείνος επιστρέφει στην ανθρώπινη μορφή του, εκείνη έχει ήδη γίνει πουλί. Η φύση τους έχει διαιρεθεί από μια δύναμη που δεν τους ανήκει. Μόνο για ελάχιστες στιγμές, την αυγή και το σούρουπο, οι δύο κόσμοι πλησιάζουν. Οι δύο εραστές είναι καταδικασμένοι να συνυπάρχουν χωρίς να μπορούν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Η μόνη τους επαφή είναι μια φευγαλέα, σπαρακτική ματιά κατά τη διάρκεια της αυγής και του σούρουπου. Είναι οι στιγμές του λυκόφωτος.

Και το λυκόφως είναι ίσως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας.

Δεν είναι ούτε ημέρα ούτε νύχτα. Είναι το μεταίχμιο. Ο τόπος όπου τα αντίθετα μπορούν, έστω για λίγο, να συνυπάρξουν.

Ο Ναβάρ είναι ο λύκος: νύχτα, γη, ένστικτο, μοναξιά, βία, δύναμη. Η Ιζαμπώ είναι το γεράκι: ουρανός, φως, ελευθερία, πνεύμα. Η ταινία τους τοποθετεί στα δύο άκρα μιας κοσμικής αντίθεσης.

Κι όμως, αυτοί οι δύο δεν είναι πραγματικά αντίθετοι.

Είναι δύο μισά του ίδιου έρωτα.

Η κατάρα δεν τους χωρίζει επειδή δεν αγαπιούνται. Τους χωρίζει ακριβώς επειδή αγαπιούνται.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σκοτεινές ιδέες της Ladyhawke: η εξουσία δεν χρειάζεται να καταστρέψει την αγάπη για να την νικήσει. Αρκεί να της απαγορεύσει την επαφή.

Ο Επίσκοπος δεν μπορεί να κάνει τον Ναβάρ να πάψει να αγαπά την Ιζαμπώ. Δεν μπορεί να κάνει την Ιζαμπώ να τον αγαπήσει. Μπορεί όμως να καταστρέψει την ελευθερία τους.

Γι’ αυτό και ο Επίσκοπος δεν είναι απλώς ο «κακός» του παραμυθιού. Είναι η προσωποποίηση μιας εξουσίας που θεωρεί ότι μπορεί να αποφασίζει ποιος θα αγαπήσει ποιον, ποιος θα ζήσει ελεύθερος και ποιος θα τιμωρηθεί επειδή αρνήθηκε να υποταχθεί.

Απέναντί του βρίσκεται ο Ιμπέριους (Λέο ΜακΚέρν) ένας μοναχός που έχει γνωρίσει τη διαφθορά, την αδυναμία και τη μετάνοια. Αν ο Επίσκοπος εκπροσωπεί τη θρησκεία ως εξουσία, ο Ιμπέριους εκπροσωπεί την πίστη ως λύτρωση. Ο Ιμπέριους είναι ένας ηλικιωμένος, εκκεντρικός μοναχός που ζει απομονωμένος σε ένα ερειπωμένο κάστρο. Στο παρελθόν ήταν ο εξομολογητής της Ιζαμπώ. Ωστόσο, σε μια στιγμή μέθης, πρόδωσε κατά λάθος το μυστικό του ζευγαριού στον Επίσκοπο, γεγονός που οδήγησε στην καταδίκη τους. Σε αντίθεση με τον Επίσκοπο που χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως εργαλείο τυραννίας, ο Ιμπέριους κουβαλάει ένα τεράστιο βάρος ενοχής και αναζητά τη συγχώρεση μέσα από την αυτοθυσία. Είναι ο άνθρωπος-κλειδί για την εξέλιξη της πλοκής. Χάρη στις αστρονομικές του γνώσεις, ανακαλύπτει ότι η κατάρα μπορεί να σπάσει μόνο κατά τη διάρκεια της επικείμενης ολικής έκλειψης ηλίου. Παρά την αρχική δυσπιστία και την οργή του Ναβάρ απέναντί του, ο Ιμπέριους ρισκάρει τα πάντα για να καθοδηγήσει και να σώσει τους δύο εραστές.

Καταλύτης στην εξέλιξη της ιστορίας είναι ο Φίλιπ Γκαστόν (Μάθιου Μπρόντερικ), ο «Ποντικός». Ένας μικρός κλέφτης, ένας άνθρωπος των δρόμων, φαινομενικά ασήμαντος μέσα σε έναν κόσμο ιπποτών, επισκόπων και καταραμένων εραστών. Κι όμως, αυτός είναι εκείνος που θα αλλάξει την ιστορία.

Γιατί τα μεγάλα παραμύθια συχνά δεν σώζονται από τους ισχυρούς. Σώζονται από εκείνον που κανείς δεν υπολογίζει.

Ο Φίλιπ γίνεται ο μεσάζων ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, ανάμεσα στην απόγνωση και την ελπίδα.

Και τότε έρχεται η έκλειψη.

Η μοναδική στιγμή όπου η ημέρα παύει προσωρινά να είναι ημέρα και η νύχτα δεν έχει ακόμη γίνει νύχτα.

Το φως συναντά το σκοτάδι.

Ο ήλιος κρύβεται.

Ο κόσμος μοιάζει να σταματά.

Και μέσα σε αυτή τη ρωγμή της φύσης, η κατάρα μπορεί να σπάσει.

Δεν είναι τυχαίο ότι η λύτρωση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία καταρρέει η ίδια η τάξη των αντιθέσεων που τους κρατούσε χωρισμένους.

Η έκλειψη γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από ένα θεαματικό εύρημα.

Είναι ο γάμος των αντιθέτων.

Η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πια να επιλέξει ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Γιατί ίσως αυτό είναι τελικά το βαθύτερο νόημα του Ladyhawke: η αγάπη δεν είναι η κατάργηση των αντιθέσεων· είναι η δυνατότητα να συνυπάρχουν.

Γι’ αυτό και η ταινία εξακολουθεί να συγκινεί.

Όχι επειδή μας υπόσχεται έναν τέλειο κόσμο.

Αλλά επειδή μιλά για όλους εκείνους τους ανθρώπους που κάποτε βρέθηκαν πολύ κοντά σε κάτι που αγαπούσαν και, για κάποιον λόγο, δεν μπόρεσαν να το αγγίξουν.

Για τους έρωτες που έζησαν στο λυκόφως.

Για τις ζωές που χωρίστηκαν από λάθος αποφάσεις, κοινωνικούς κανόνες, φόβους, εξουσίες ή απλώς από τον χρόνο.

Και ίσως γι’ αυτό η εικόνα της Ιζαμπώ ως γερακιού και του Ναβάρ ως λύκου έχει μείνει τόσο έντονα στη συλλογική μνήμη.

Γιατί μέσα τους αναγνωρίζουμε κάτι από τον εαυτό μας.

Άλλοτε είμαστε το γεράκι που θέλει να πετάξει.

Άλλοτε ο λύκος που περιπλανιέται μέσα στη νύχτα.

Και κάποιες φορές περιμένουμε μια έκλειψη- μια σπάνια στιγμή όπου ο κόσμος, για λίγο, θα πάψει να είναι όπως ήταν.

Η Ladyhawke δεν είναι απλώς μια ταινία για μια κατάρα.

Είναι μια ταινία για τα σύνορα.

Ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο.

Στη μέρα και τη νύχτα.

Στην πίστη και την εξουσία.

Στην ελευθερία και την υποταγή.

Στον έρωτα και την απώλεια.

Και πάνω απ’ όλα, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που, ενώ ολόκληρος ο κόσμος προσπαθεί να τους κρατήσει χωρισμένους, εξακολουθούν να κοιτάζονται.

Ίσως γι’ αυτό το Ladyhawke δεν γέρασε πραγματικά.

Γιατί κάποια παραμύθια δεν ανήκουν στην εποχή τους.

Ανήκουν σε εκείνο το παράξενο λυκόφως όπου η μνήμη συναντά την επιθυμία και ο άνθρωπος συνεχίζει να περιμένει -όχι επειδή είναι βέβαιος πως θα λυθεί η κατάρα, αλλά επειδή αρνείται να πιστέψει ότι η αγάπη μπορεί να νικηθεί.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο τελευταίο φως της ημέρας και στην πρώτη σκιά της νύχτας, ένα γεράκι κατεβαίνει από τον ουρανό και ένας λύκος σηκώνει το κεφάλι. Για μια στιγμή, ο κόσμος τους επιτρέπει να είναι πάλι άνθρωποι.




Πρόσωπο δικό μου.


"Εσύ ‘σαι πρόσωπο δικό μου,

Εσένα έχω για άνθρωπό μου, μικρό μου.

Και εγώ άμα δεν τα πω σε σένα,

Δεν έχει γιατρικό κανένα.

Και ξετυλίγουμε ένα-ένα,

Του πόνου, φυλακτά κρυμμένα.

Και φεύγουνε και πάνε πέρα,

Σαν πεταλούδες στον αέρα.

Φωτιά δροσιά που έχω νιώσει,

Να ‘σαι καλά, που μου χεις δώσει.

Και γίνονται όλα αυτά που ζούμε,

Μέρος για να συναντηθούμε, 

Να βρεθούμε.

Εσύ ‘σαι πρόσωπο δικό μου,

Εσένα έχω για άνθρωπό μου, μικρό μου,

Και εγώ άμα δεν τα πω σε σένα,

Δεν έχει γιατρικό κανένα."



«Πρόσωπο δικό μου», ερμηνεία Νεφέλη Φασούλη, μουσική-στίχοι Αντώνης Απέργης.


Το πάθος του φλογισμένου ουρανού.

 

Υπάρχουν απογεύματα που ο ουρανός δεν δύει· φλέγεται.

Σαν να μαζεύει όλο το φως που περίσσεψε από τη μέρα και, πριν το παραδώσει στη νύχτα, το μετατρέπει σε πάθος. Κόκκινο βαθύ, πορτοκαλί, χρυσό, πορφυρό -χρώματα που δεν περιγράφουν τον ουρανό, αλλά μοιάζουν να αποκαλύπτουν κάτι κρυμμένο μέσα του.

Ο φλογισμένος ουρανός δεν είναι απλώς ένα θέαμα. Είναι μια υπενθύμιση πως η ομορφιά δεν χρειάζεται διάρκεια για να είναι αιώνια.

Καίγεται για λίγο.

Και ακριβώς γι’ αυτό μας μένει.

Ίσως έτσι είναι και τα μεγάλα πάθη της ζωής. Δεν έρχονται για να κατοικήσουν για πάντα μέσα μας. Έρχονται για να μας αλλάξουν. Να μας κάψουν λίγο, να μας φωτίσουν πολύ, και ύστερα να χαθούν πίσω από έναν ορίζοντα που δεν μπορούμε να διασχίσουμε.

Κι εμείς στεκόμαστε απέναντί τους σιωπηλοί.

Δεν προσπαθούμε να τα κρατήσουμε.

Γιατί γνωρίζουμε πως υπάρχουν στιγμές που η ομορφιά δεν ζητά κατοχή· ζητά μόνο να την κοιτάξεις.

Και ο ουρανός, φλογισμένος ως την τελευταία του άκρη, μοιάζει να μας ψιθυρίζει: «Ό,τι αγαπάς πραγματικά, άφησέ το να καεί ελεύθερο μέσα στο φως.»

Το πάθος του μπλε.

 

Το μπλε δεν είναι χρώμα. Είναι μια κατάσταση της ψυχής.

Έχει μέσα του την απόσταση του ουρανού, τη σιωπή της θάλασσας, το βάθος εκείνων που δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις. Είναι το χρώμα που δεν κραυγάζει· σε τραβάει προς το μέρος του ακριβώς επειδή απομακρύνεται.

Κοιτάζεις τη θάλασσα και νομίζεις πως βλέπεις ένα χρώμα. Μα στην πραγματικότητα βλέπεις μια υπόσχεση: πως υπάρχει πάντα κάτι πέρα από τον ορίζοντα. Κάτι που δεν κατακτιέται, δεν περιφράσσεται, δεν φυλακίζεται.

Ίσως γι’ αυτό το μπλε έχει πάθος.

Γιατί το πάθος του δεν είναι η κατοχή αλλά η ελευθερία.

Το κόκκινο καίει για να σε κρατήσει.

Το μαύρο σε βυθίζει.

Το λευκό σε αφοπλίζει.

Το μπλε, όμως, σε αφήνει να φύγεις.

Και ενώ φεύγεις, σε καλεί να επιστρέψεις.

Ίσως αυτή να είναι η πιο παράξενη δύναμή του: να μπορεί να γίνει ταυτόχρονα απόσταση και επιστροφή, μοναξιά και πληρότητα, σιωπή και κάλεσμα.

Το μπλε δεν έχει τέλος. Γι’ αυτό και δεν τελειώνει μέσα μας.

Όσο το κοιτάζεις, τόσο βαθύτερα ταξιδεύεις.

Και κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως δεν κοιτούσες τη θάλασσα.

Κοιτούσες μέσα σου.

Όταν ο Έρωτας γίνεται φυλακή.

 

Ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του στο «Act of Passion» του Ζωρζ Σιμενόν.

Υπάρχουν εγκλήματα που τελειώνουν τη στιγμή που διαπράττονται. Και υπάρχουν εγκλήματα που αρχίζουν πολύ νωρίτερα, μέσα σε μια σκέψη, σε μια σιωπή, σε μια καταπίεση που συσσωρεύεται αθόρυβα μέχρι να γίνει πράξη.

Στο «Act of Passion», ο Ζωρζ Σιμενόν δεν ενδιαφέρεται τόσο για το έγκλημα όσο για τη διαδρομή που οδηγεί έναν άνθρωπο μέχρι αυτό. Δεν στέκεται απέναντι στον δολοφόνο με την ασφάλεια του παρατηρητή. Μπαίνει μέσα στη συνείδησή του και την αφήνει να μιλήσει.

Το «Act of Passion» πρωτοκυκλοφόρησε αρχικά στα γαλλικά το 1947 με τον τίτλο "Lettre à mon juge". Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί ως "Γράμμα στον δικαστή μου". Ανήκει στην κατηγορία των «σκληρών μυθιστορημάτων» (romans durs) του συγγραφέα, όπου δεν υπάρχει ο επιθεωρητής Μαιγκρέ- ο κλασικός ήρωας των μυθιστορημάτων του Σιμενόν, αλλά η εστίαση στρέφεται αποκλειστικά στα σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ολόκληρο το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με τη μορφή μιας μακροσκελούς επιστολής που στέλνει μέσα από τη φυλακή ο γιατρός Σαρλ Αλαβουάν (Charles Alavoine) στον ανακριτή/δικαστή του. Ο Αλαβουάν έχει ήδη δικαστεί και καταδικαστεί για τη δολοφονία της ερωμένης του, Μαρτίν. Δεν γράφει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά επειδή θέλει έστω ένας άνθρωπος να καταλάβει τα πραγματικά, βαθύτερα κίνητρα του εγκλήματός του. Περιγράφει πώς ένας αξιοπρεπής, αστός οικογενειάρχης, καταπιεσμένος από μια αυταρχική μητέρα και έναν συμβατικό γάμο, παγιδεύεται σε ένα καταστροφικό, εμμονικό πάθος που τον οδηγεί σταδιακά στην τρέλα και το έγκλημα.

Ο Σαρλ Αλαβουάν είναι ένας γιατρός. Ένας άνθρωπος κοινωνικά αποδεκτός, τακτοποιημένος, ενταγμένος σε μια ζωή που μοιάζει φυσιολογική. Κι όμως, κάτω από αυτή την επιφάνεια υπάρχει ένας άνθρωπος που ασφυκτιά.

Η ζωή του έχει γίνει μια σειρά από ρόλους που εκπληρώνει χωρίς να τους έχει επιλέξει πραγματικά. Οικογένεια, κοινωνική θέση, επάγγελμα, υποχρεώσεις. Όλα είναι στη θέση τους, εκτός από τον ίδιο.

Και τότε εμφανίζεται η Μαρτίν.

Δεν είναι απλώς μια γυναίκα που ερωτεύεται. Γίνεται για εκείνον η πιθανότητα μιας άλλης ζωής. Η έξοδος από τον εαυτό που είχε μάθει να υποδύεται.

Εδώ αρχίζει η μεγάλη παγίδα.

Γιατί όταν ένας άνθρωπος φορτώνει σε έναν άλλον άνθρωπο όλη την ανάγκη του για ελευθερία, ο έρωτας παύει να είναι συνάντηση δύο ελεύθερων υπάρξεων. Ο άλλος μετατρέπεται σε σωτήρα. Και όποιος γίνεται σωτήρας, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να γίνει ιδιοκτησία.

Ο Αλαβουάν δεν αγαπά πλέον μόνο τη Μαρτίν. Αγαπά αυτό που εκείνη αντιπροσωπεύει μέσα του.

Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή έρωτα: όταν δεν ερωτευόμαστε τον άνθρωπο, αλλά την εικόνα που έχουμε κατασκευάσει γι' αυτόν.

Τότε η ελευθερία του άλλου γίνεται απειλή.

Η απόσταση γίνεται απόρριψη.

Η ανεξαρτησία γίνεται προδοσία.

Η επιθυμία γίνεται απαίτηση.

Και η αγάπη, χωρίς να το αντιληφθούμε, μεταμορφώνεται σε κατοχή.

Ο Σιμενόν δεν εξιδανικεύει τίποτε από αυτά. Δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τον Αλαβουάν. Η κατανόηση δεν είναι συγχώρεση. Και η ψυχολογική εξήγηση δεν καταργεί την ευθύνη.

Αυτό ακριβώς κάνει το βιβλίο τόσο βαθύ.

Μας υποχρεώνει να δεχτούμε δύο αλήθειες ταυτόχρονα: ο άνθρωπος μπορεί να είναι θύμα της εσωτερικής του ιστορίας και ταυτόχρονα απόλυτα υπεύθυνος για τις πράξεις του.

Ο δικαστής μπορεί να κρίνει το έγκλημα.

Ο Σιμενόν θέλει να κοιτάξει τον άνθρωπο.

Και ίσως γι' αυτό ο Αλαβουάν γράφει. Επειδή η δικαστική απόφαση μπορεί να πει τι έκανε, αλλά δεν μπορεί να περιγράψει ολόκληρο το «γιατί».

Υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «τι συνέβη» και στο «πώς έφτασε ένας άνθρωπος να το κάνει».

Μέσα σε αυτή την απόσταση κατοικεί η λογοτεχνία.

Ο Αλαβουάν δεν ζητά απαραίτητα αθώωση. Ζητά να ακουστεί. Θέλει ο δικαστής να δει πίσω από την πράξη τον άνθρωπο που προηγήθηκε της πράξης.

Κι εδώ το βιβλίο αποκτά μια ευρύτερη, σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.

Πόσο ελεύθερος είναι πραγματικά ένας άνθρωπος όταν ζει μια ζωή που δεν επέλεξε;

Πόσο καιρό μπορεί να καταπιέζει τον εαυτό του χωρίς να διαλυθεί;

Και πότε η καταπιεσμένη επιθυμία παύει να είναι απλώς επιθυμία και γίνεται εμμονή;

Ο Σιμενόν δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Ίσως επειδή γνωρίζει πως ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ τόσο απλός όσο η ετικέτα που του κολλάμε.

Κανείς δεν γεννιέται δολοφόνος μέσα σε μία στιγμή.

Υπάρχουν προηγουμένως μικρές παραχωρήσεις στον εαυτό, μικρές αυταπάτες, φόβοι, εξαρτήσεις, σιωπές. Υπάρχει η σταδιακή εγκατάλειψη της εσωτερικής ισορροπίας. Υπάρχει η στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να πιστεύει πως χωρίς τον άλλον δεν υπάρχει.

Και τότε ο έρωτας γίνεται φυλακή.

Το πιο τραγικό όμως είναι ότι η φυλακή αυτή δεν έχει πάντα κάγκελα. Μπορεί να είναι μια σκέψη. Μια ανάγκη. Μια ανάμνηση. Ένα πρόσωπο που έχουμε τοποθετήσει στο κέντρο του κόσμου μας.

Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάποιον άλλον, κινδυνεύει κάποτε να μην επιτρέπει ούτε στον άλλον να υπάρξει χωρίς αυτόν.

Εκεί βρίσκεται το σκοτάδι του Σιμενόν.

Όχι στο αίμα.

Αλλά στην αργή εξαφάνιση της ελευθερίας.

Και ίσως τελικά αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου: όχι αν μπορούμε να αγαπήσουμε, αλλά αν μπορούμε να αγαπήσουμε χωρίς να φυλακίσουμε.

Γιατί η αληθινή αγάπη δεν λέει «είσαι δικός μου». Λέει: «Είσαι ελεύθερος να φύγεις -κι εγώ θα συνεχίσω να σε αγαπώ χωρίς να σε κάνω ιδιοκτησία μου.»

Ο Αλαβουάν δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει εκεί.

Και η αποτυχία του δεν βρίσκεται μόνο στον φόνο που διέπραξε.

Βρίσκεται πολύ νωρίτερα, στη στιγμή που μπέρδεψε την αγάπη με την ανάγκη, την ανάγκη με την κατοχή και την κατοχή με το δικαίωμα.

Ο Σιμενόν μάς αφήνει έτσι μπροστά σε έναν καθρέφτη.

Δεν μας ζητά να γίνουμε Αλαβουάν.

Μας ζητά να αναρωτηθούμε πόσα πράγματα μέσα μας, όταν δεν τα κοιτάμε έγκαιρα, μπορούν να γίνουν φυλακές.

Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνει πάντοτε την ελευθερία του όταν κάποιος άλλος τον φυλακίζει.

Μερικές φορές την παραδίδει μόνος του.

Και τότε ο πιο δύσκολος δικαστής δεν είναι εκείνος που κάθεται στην έδρα.

Είναι ο άνθρωπος που, όταν μείνει μόνος με τον εαυτό του, δεν μπορεί πια να αποφύγει την αλήθεια του.

Θετή ταυτότης.


"Με την αλληγορία των αλόγων

και με την λογική των παραλόγων

λέω εκείνα που 'θελε να πει ο καθένας

και υπογράφω εγώ

για όλους ο κανένας

λέω εκείνα που 'θελε να πει ο καθένας

και υπογράφω εγώ

για όλους ο κανένας.

Εγώ είμαι εγώ, εγώ είμαι κι ο άλλος

εγώ ο μικρός, εγώ και ο μεγάλος

βαρώ τα όργανα και τραγουδάω στους δρόμους

με τους ελεύθερους

και με τους παρανόμους

βαρώ τα όργανα και τραγουδάω στους δρόμους

με τους ελεύθερους

και με τους παρανόμους.

Εγώ αϊτός, εγώ και Προμηθέας

εγώ ο τρελός της διπλανής παρέας

λέω αυτά που δε τολμάτε εσείς να πείτε

και χαρμοκλαίω που

στο βάθος συμφωνείτε

λέω αυτά που δε τολμάτε εσείς να πείτε

και χαρμοκλαίω που

στο βάθος συμφωνείτε.

Τα όνειρα εκδίκηση γυρεύουν.

Πετούμενα στον ουρανό χορεύουν.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε

ρε όλοι τρελαθείτε.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε

ρε όλοι τρελαθείτε."

Νίκος Καλογερόπουλος, "Ο Κανένας."




Ελεύθερη Θάλασσα.

Η θάλασσα δεν ζητά διαβατήριο, δεν αναγνωρίζει σύνορα, δεν υπογράφει συνθήκες. Απλώνεται εκεί όπου τελειώνει η στεριά και αρχίζει το άγνωστο, σαν μια παλιά, αδιάκοπη υπόσχεση ελευθερίας.

Ο άνθρωπος προσπάθησε πολλές φορές να τη μετρήσει, να τη χαρτογραφήσει, να τη μοιράσει. Έβαλε γραμμές πάνω στους χάρτες και ονόματα πάνω στα νερά. Μα η θάλασσα, κάθε φορά που σηκώνει κύμα, σβήνει για λίγο τα όρια που σχεδιάσαμε.

Ίσως γι’ αυτό την αγαπάμε.

Γιατί μπροστά της καταλαβαίνουμε πως ελευθερία δεν είναι να έχεις έναν τόπο χωρίς σύνορα. Είναι να μπορείς να κοιτάζεις πέρα από αυτά.

Να μπαίνεις στο νερό και, για λίγες στιγμές, να μην ανήκεις πουθενά.

Ούτε στη στεριά.

Ούτε στον χρόνο.

Ούτε στους φόβους σου.

Μόνο στο κύμα.

Η ελεύθερη θάλασσα δεν μας υπόσχεται ασφάλεια. Μας προσφέρει κάτι δυσκολότερο και πολυτιμότερο: χώρο για να υπάρξουμε χωρίς να μας ορίζει κανείς.

Κι όταν βγαίνουμε πάλι στην ακτή, ίσως να μην έχουμε αλλάξει τον κόσμο.

Έχουμε όμως θυμηθεί κάτι που η στεριά συχνά μας κάνει να ξεχνάμε:

πως ο άνθρωπος γεννήθηκε για να ανοίγει ορίζοντες, όχι για να ζει μέσα σε όρια.

Η πραγματική ελευθερία της θάλασσας.

Η θάλασσα αρχίζει ίσως εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη να κρυβόμαστε.

Μπροστά στη θάλασσα το σώμα επιστρέφει στην απλότητά του. Χωρίς ρούχα, χωρίς τίτλους, χωρίς κοινωνικούς ρόλους. Μένει μόνο το σώμα απέναντι στο νερό, στον αέρα, στον ήλιο.

Η θάλασσα δεν γνωρίζει ντροπή. Δεν κρίνει το σώμα που μπαίνει μέσα της. Δεν ενδιαφέρεται για την ηλικία, την ομορφιά, τις ατέλειες. Τα σβήνει όλα για λίγο μέσα στην ίδια αλμύρα.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ελεύθερο πράγμα στην θάλασσα: όχι η γύμνια του σώματος, αλλά η απουσία της ανάγκης να απολογηθείς γι’ αυτό.

Να στέκεσαι γυμνός και να μην αισθάνεσαι εκτεθειμένος.

Να κολυμπάς χωρίς τίποτε ανάμεσα στο δέρμα και στο νερό.

Να θυμάσαι πως πριν γίνουμε πρόσωπα, επαγγέλματα, ηλικίες και κοινωνικές ταυτότητες, υπήρξαμε απλώς σώματα.

Και η θάλασσα, όταν μας δέχεται έτσι μοιάζει να μας επιστρέφει για λίγο σε αυτή την αρχή.

Στον άνθρωπο πριν από την ντροπή.

Στο σώμα πριν από το βλέμμα των άλλων.

Στην ελευθερία πριν αποκτήσει όνομα.

Έχει σύνορα το πέλαγος;

 


Έχει σύνορα το πέλαγος;

Το κοιτάζεις από την ακτή και μοιάζει απέραντο. Καμία γραμμή δεν το διασχίζει, κανένα σημάδι δεν λέει εδώ τελειώνει η θάλασσα κι εδώ αρχίζει μια άλλη. Μόνο ο ορίζοντας στέκεται απέναντί μας, όχι σαν σύνορο, αλλά σαν μια υπόσχεση που συνεχώς απομακρύνεται.

Τα σύνορα τα χρειάζεται ο άνθρωπος. Τα χαράζει στη γη, τα σχεδιάζει στους χάρτες, τα υπερασπίζεται με σημαίες και κάποτε με αίμα. Η θάλασσα όμως δεν ξέρει από σημαίες. Το κύμα που γεννιέται στη μια πλευρά δεν σταματά μπροστά σε μια νοητή γραμμή για να ρωτήσει αν επιτρέπεται να περάσει.

Κι όμως, έχουμε χωρίσει και τη θάλασσα.

Της δώσαμε ονόματα, χωρικά ύδατα, οικονομικές ζώνες, όρια και δικαιώματα. Χρειαζόμαστε τους χάρτες για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Μα υπάρχει μια παράξενη αντίφαση: ενώ εμείς διαιρούμε τη θάλασσα, εκείνη εξακολουθεί να μας ενώνει.

Πάνω της ταξίδεψαν πολιτισμοί, άνθρωποι, γλώσσες και ιδέες. Πάνω της έφυγαν όσοι αναζητούσαν μια άλλη ζωή και πάνω της γύρισαν όσοι δεν μπόρεσαν να ξεχάσουν την πρώτη. Το πέλαγος έγινε δρόμος, όχι τείχος.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό του σύνορο να μην βρίσκεται στο νερό, αλλά μέσα μας.

Είναι εκείνη η γραμμή που χαράζουμε όταν φοβόμαστε το άγνωστο. Όταν λέμε «εδώ είμαι εγώ και εκεί αρχίζει ο άλλος». Όταν ξεχνάμε πως, κάτω από τις διαφορετικές σημαίες, όλοι στεκόμαστε απέναντι στην ίδια αχανή θάλασσα και κοιτάζουμε τον ίδιο ορίζοντα.

Το πέλαγος δεν έχει σύνορα.

Έχει ακτές, έχει βάθη, έχει καταιγίδες, έχει μνήμη. Έχει όμως και μια σιωπηλή σοφία: μας θυμίζει πως κάθε γραμμή που χαράζουμε στον κόσμο είναι ανθρώπινη -και πως το νερό, αργά ή γρήγορα, θα την αγγίξει.

Κι όταν ένα κύμα σπάσει πάνω στην ακτή, δεν ρωτά σε ποια πλευρά βρίσκεται.

Απλώς επιστρέφει.

Γιατί ίσως η θάλασσα να γνωρίζει κάτι που εμείς ξεχάσαμε: πως τα σύνορα υπάρχουν μόνο όσο τα πιστεύουμε.

Ακολουθώντας τα δελφίνια.

 

Όταν εμφανίζονται τα δελφίνια, αλλάζει ο προορισμός.

Δεν τα κοιτάμε απλώς.

Τα ακολουθούμε.

Η βάρκα γλιστρά πίσω τους και εκείνα προχωρούν μπροστά, πότε κοντά, πότε μακριά, σαν να γνωρίζουν έναν δρόμο που δεν υπάρχει στους χάρτες. Βουτούν στο βαθύ νερό και ύστερα αναδύονται ξανά, αφήνοντας πίσω τους μικρές λευκές γραμμές αφρού.

Κι εμείς ακολουθούμε.

Όχι γιατί ξέρουμε πού πηγαίνουν, αλλά γιατί, για λίγο, δεν έχει σημασία ο προορισμός.

Η θάλασσα ανοίγεται γύρω μας. Ο ορίζοντας απομακρύνεται, ο άνεμος περνά από το πρόσωπο και τα δελφίνια συνεχίζουν μπροστά, ελεύθερα, σαν να ξέρουν πως η ζωή δεν χρειάζεται πάντα έναν χάρτη.

Ίσως γι’ αυτό τα ακολουθούμε.

Γιατί μέσα στην κίνησή τους υπάρχει κάτι που έχουμε ξεχάσει: η χαρά του να πηγαίνεις χωρίς να χρειάζεται να ξέρεις πού θα φτάσεις.

Κάθε άλμα τους είναι μια μικρή υπενθύμιση πως η ζωή δεν είναι μόνο οι προορισμοί της. Είναι και εκείνες οι στιγμές που αφήνεσαι στο κύμα, στον άνεμο, στο απρόβλεπτο.


Κάποια στιγμή τα δελφίνια απομακρύνονται.

Η θάλασσα ξαναγίνεται ήσυχη.

Κι όμως, δεν νιώθουμε πως χάθηκαν.

Γιατί τα ακολουθήσαμε.

Και για όσο κράτησε εκείνο το ταξίδι, δεν ήμασταν απλώς επιβάτες μιας βάρκας.

Ήμασταν μέρος της θάλασσας.

Και ίσως αυτό να είναι το δώρο τους:

να μας θυμίζουν πως μερικές φορές δεν χρειάζεται να ξέρεις πού πηγαίνεις.

Αρκεί να ακολουθείς αυτό που κινείται ελεύθερα μπροστά σου.





Ανάφη.