Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποτελούν παραχώρηση της εξουσίας, προνόμιο των ισχυρών ή ανταμοιβή για την κοινωνική συμμόρφωση. Ανήκουν σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την καταγωγή, το φύλο, τη θρησκεία, τις πολιτικές πεποιθήσεις, την οικονομική κατάσταση ή την κοινωνική του θέση. Είναι δικαιώματα που απορρέουν από την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση και θεμελιώνουν την ελευθερία, την ισότητα και την αξιοπρέπεια.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1948, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ύστερα από τη φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα εγκλήματα του ναζισμού, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη μαζική εξόντωση ανθρώπων, η διεθνής κοινότητα επιχείρησε να θέσει ένα κοινό θεμέλιο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Τα τριάντα άρθρα της Διακήρυξης αποτέλεσαν μια ιστορική διακήρυξη αρχών: κανένας άνθρωπος δεν είναι λιγότερο άνθρωπος από κάποιον άλλον και κανένα κράτος δεν δικαιούται να μετατρέπει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η Διακήρυξη καλύπτει ένα ευρύ πεδίο δικαιωμάτων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και συγκροτούν ένα ενιαίο πλαίσιο ανθρώπινης ελευθερίας.
Πρώτα έρχονται τα "ατομικά και πολιτικά δικαιώματα". Το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην προσωπική ασφάλεια, η απαγόρευση της δουλείας και των βασανιστηρίων, η ισότητα ενώπιον του νόμου, η δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις απέναντι στην αυθαιρεσία. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής, η ελευθερία μετακίνησης, το δικαίωμα αναζήτησης ασύλου, η ιθαγένεια, η ελευθερία σκέψης και θρησκείας, η ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης και η συμμετοχή στην πολιτική ζωή κατοχυρώνουν την αυτονομία του ανθρώπου απέναντι σε κάθε μορφή αυθαίρετης εξουσίας.
Δεν αρκεί, ωστόσο, να αναγνωρίζεται θεωρητικά η ελευθερία της γνώμης, όταν ο πολίτης φοβάται να εκφραστεί. Δεν αρκεί να προβλέπεται η ισότητα ενώπιον του νόμου, όταν η πρόσβαση στη δικαιοσύνη εξαρτάται στην πράξη από την οικονομική επιφάνεια. Και δεν αρκεί να κατοχυρώνεται η προστασία της ιδιωτικής ζωής, όταν η τεχνολογία και οι μηχανισμοί επιτήρησης διευρύνουν διαρκώς τις δυνατότητες παρακολούθησης του ανθρώπου.
Η ελευθερία δεν εξαντλείται στην απουσία απαγορεύσεων. Προϋποθέτει τη δυνατότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να επιλέγει, να διαφωνεί και να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνίας στην οποία ζει.
Εξίσου σημαντικά είναι τα "οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα". Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, στην εργασία υπό δίκαιες συνθήκες, στην ίση αμοιβή για ίση εργασία, στη συνδικαλιστική δράση, στην ανάπαυση και στον ελεύθερο χρόνο, σε ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, στην εκπαίδευση και στη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή αναγνωρίζουν μια ουσιαστική αλήθεια: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν προστατεύεται μόνο απέναντι στην κρατική βία, αλλά και απέναντι στην εξαθλίωση, την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Τι σημαίνει, άλλωστε, ελευθερία για έναν άνθρωπο που δεν έχει εξασφαλισμένη τροφή, κατοικία ή πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη; Ποια πραγματική δυνατότητα επιλογής διαθέτει εκείνος που αναγκάζεται να αποδέχεται οποιαδήποτε εργασία, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, επειδή η άρνησή του ισοδυναμεί με απώλεια των στοιχειωδών μέσων επιβίωσης; Και πόσο ελεύθερος είναι κάποιος που εργάζεται αδιάκοπα, χωρίς επαρκή χρόνο για ανάπαυση, οικογένεια, δημιουργία και προσωπική ζωή;
Η κοινωνική διάσταση των δικαιωμάτων υπενθυμίζει ότι η ελευθερία χρειάζεται υλικές προϋποθέσεις για να γίνει πραγματικότητα. Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά μέσο χειραφέτησης. Η υγειονομική περίθαλψη δεν είναι προνόμιο για όσους μπορούν να πληρώσουν, αλλά κρίσιμο στοιχείο μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η ανάπαυση και ο ελεύθερος χρόνος δεν αποτελούν περιττές πολυτέλειες, αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις για να μην περιορίζεται ο άνθρωπος στον ρόλο του εργαζομένου και του καταναλωτή.
Στο ίδιο πλαίσιο, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, η προστασία της οικογένειας και η ελεύθερη συμμετοχή στον πολιτισμό αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όταν εντάσσονται σε μια κοινωνία που σέβεται την ισότητα και δεν αφήνει την οικονομική ανισότητα να καθορίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η Διακήρυξη αναγνωρίζει, επίσης, ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει απομονωμένος από τους άλλους. Το άρθρο 29 αναφέρεται στα καθήκοντα του ατόμου απέναντι στην κοινότητα, ενώ το άρθρο 28 κατοχυρώνει το δικαίωμα σε μια κοινωνική και διεθνή τάξη μέσα στην οποία τα δικαιώματα και οι ελευθερίες μπορούν να πραγματώνονται πλήρως. Η ελευθερία του ενός δεν μπορεί να θεμελιώνεται στην καταπάτηση της ελευθερίας του άλλου. Η προσωπική αυτονομία προϋποθέτει τον σεβασμό της ισότιμης υπόστασης όλων.
Ωστόσο, ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην πραγματικότητα παραμένει ένα βαθύ χάσμα.
Οι πόλεμοι εξακολουθούν να αφαιρούν ζωές και να εκτοπίζουν πληθυσμούς. Άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους αναζητώντας ασφάλεια, ενώ συχνά αντιμετωπίζονται ως απειλή αντί ως φορείς δικαιωμάτων. Η φτώχεια στερεί από εκατομμύρια ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η παιδική εργασία, η εμπορία ανθρώπων, οι διακρίσεις, η έμφυλη βία, οι διώξεις και οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης αποδεικνύουν ότι η ιστορική κατοχύρωση των δικαιωμάτων δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους.
Ακόμη και στις δημοκρατικές κοινωνίες, όπου οι θεσμοί και οι νόμοι προβλέπουν εγγυήσεις προστασίας, τα δικαιώματα δοκιμάζονται καθημερινά. Η ανοχή απέναντι στις διακρίσεις, η κοινωνική αδιαφορία για την ανέχεια, η απαξίωση των ευάλωτων ανθρώπων και η αντιμετώπιση της διαφορετικότητας ως προβλήματος υπονομεύουν τις αρχές που υποτίθεται ότι αποτελούν κοινό τόπο.
Η μεγαλύτερη αντίφαση βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανθρωπότητα έχει διατυπώσει με σαφήνεια τις αρχές που οφείλουν να διέπουν τη συνύπαρξή της, αλλά εξακολουθεί να ανέχεται συνθήκες που τις ακυρώνουν. Τα ανθρώπινα δικαιώματα τιμώνται στις επίσημες ομιλίες, στα συντάγματα και στις διεθνείς συμβάσεις, αλλά συχνά υποχωρούν όταν συγκρούονται με πολιτικά συμφέροντα, οικονομικές επιδιώξεις ή γεωπολιτικούς υπολογισμούς.
Γι' αυτό η υπεράσπισή τους δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές αναφορές ή σε γενικές διακηρύξεις καλών προθέσεων. Απαιτεί θεσμούς που λειτουργούν, δικαιοσύνη ανεξάρτητη από πιέσεις, κοινωνικές πολιτικές που περιορίζουν τον αποκλεισμό, εκπαίδευση που καλλιεργεί την κριτική σκέψη και πολίτες που δεν αντιμετωπίζουν την αδικία ως κάτι φυσιολογικό, εφόσον δεν αφορά τους ίδιους.
Απαιτεί, επίσης, συνέπεια. Δεν μπορεί κάποιος να υπερασπίζεται την ελευθερία όταν αφορά τους ομοϊδεάτες του και να την αρνείται στους αντιπάλους του. Δεν μπορεί να καταγγέλλει τις διακρίσεις σε μία χώρα και να τις δικαιολογεί σε μια άλλη. Δεν μπορεί να επικαλείται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια επιλεκτικά, ανάλογα με την εθνικότητα, τη θρησκεία, την κοινωνική θέση ή την πολιτική ταυτότητα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί του.
Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν υπόσχεται έναν κόσμο χωρίς συγκρούσεις και αντιθέσεις. Θέτει, όμως, ένα κοινό μέτρο με το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τις κοινωνίες, τις κυβερνήσεις και τις δικές μας πράξεις. Μας υπενθυμίζει ότι η αξία μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από τον πλούτο της, την τεχνολογική της πρόοδο ή την ισχύ της, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνους που διαθέτουν τη μικρότερη δύναμη να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Τελικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι απλώς τριάντα άρθρα σε ένα ιστορικό κείμενο. Είναι το καθημερινό ερώτημα αν κάθε άνθρωπος μπορεί να ζει χωρίς φόβο, να εργάζεται χωρίς εξευτελισμό, να εκφράζεται χωρίς διώξεις, να μορφώνεται χωρίς αποκλεισμούς, να απολαμβάνει τα στοιχειώδη αγαθά της ζωής και να αντιμετωπίζεται ως ισότιμο μέλος της ανθρώπινης κοινότητας.
Γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν κρίνονται από το πόσο εύκολα τα αναγνωρίζουμε στα λόγια, αλλά από το πόσο αποφασιστικά τα υπερασπιζόμαστε στην πράξη. Και η πραγματική τους αξία αποκαλύπτεται κάθε φορά που καλούμαστε να προστατεύσουμε τα δικαιώματα ενός ανθρώπου που δεν έχει τη δύναμη, τη φωνή ή την εξουσία να τα διεκδικήσει μόνος του.