28/10/26

Η διάβαση των υπάκουων.



Οι κοινωνίες χαράζουν λευκές γραμμές στην άσφαλτο για να μπορούν οι πεζοί να περνούν απέναντι με ασφάλεια. Για τις υπόλοιπες διαβάσεις, όμως, δεν προβλέπεται καμία προστασία. Εκεί όπου περνούν οι ιδέες, οι συνειδήσεις και οι άνθρωποι που αρνούνται να βαδίσουν σύμφωνα με τις υποδείξεις της εξουσίας, ο καθένας είναι μόνος του.

Μας έμαθαν να περιμένουμε το πράσινο φως. Να σταματάμε στο κόκκινο. Να κοιτάζουμε δεξιά κι αριστερά πριν διασχίσουμε τον δρόμο. Δεν μας έμαθαν, όμως, να αναρωτιόμαστε ποιος ρυθμίζει τους φωτεινούς σηματοδότες και ποιος αποφασίζει πότε δικαιούμαστε να περάσουμε απέναντι.

Έτσι συνηθίσαμε να στεκόμαστε στις διαβάσεις της Ιστορίας και να περιμένουμε την άδεια εκείνων που έχουν ήδη καταλάβει το οδόστρωμα. Κι όταν κάποιος τολμά να περάσει με κόκκινο, τον ονομάζουμε απείθαρχο, επικίνδυνο, ανεύθυνο. Σπάνια αναρωτιόμαστε μήπως το φανάρι είναι χαλασμένο ή μήπως ο δρόμος δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να χωράει όλους.

Η εξουσία, άλλωστε, δεν χρειάζεται πάντοτε συρματοπλέγματα. Αρκούν μερικές απαγορευτικές πινακίδες, λίγος φόβος και η πεποίθηση πως η τάξη είναι σημαντικότερη από τη δικαιοσύνη.

Κι έτσι περνούν τα χρόνια. Οι δυνατοί διασχίζουν ανενόχλητοι τις λεωφόρους, ενώ οι αδύναμοι περιμένουν στη γωνία, κρατώντας σφιχτά το δικαίωμα να περάσουν απέναντι.

Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα ανάψει το πράσινο. Είναι αν θα πάψουμε κάποτε να θεωρούμε φυσιολογικό να ζητάμε άδεια για να διεκδικήσουμε όσα μας ανήκουν.


Οι πολιτικοί και οι Πολίτικοι κουραμπιέδες...



Οι πολιτικοί έχουν ένα κοινό με τους Πολίτικους κουραμπιέδες: αμφότεροι ξέρουν να κερδίζουν τις εντυπώσεις με μια γενναία δόση άχνης. Μόνο που στους δεύτερους η ζάχαρη είναι αληθινή, το βούτυρο μυρίζει παράδοση και το αμύγδαλο έχει ουσία.

Στην πολιτική, πάλι, η άχνη συχνά καλύπτει ό,τι δεν πρέπει να φαίνεται. Υποσχέσεις πασπαλισμένες με κοινωνική ευαισθησία, προεκλογικά χαμόγελα με γεύση εξουσίας και μεγάλα λόγια που λιώνουν γρηγορότερα κι από κουραμπιέ στο στόμα.

Κι όμως, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Ο Πολίτικος κουραμπιές φτιάχνεται με μεράκι, χρόνο και καλά υλικά. Η πολιτική, όταν ξεχνά τον άνθρωπο, μπορεί να φτιάχνει εντυπωσιακά περιτυλίγματα με άδειο περιεχόμενο.

Τελικά, δεν έχει σημασία πόση άχνη έχει ο κουραμπιές, αλλά τι κρύβεται από κάτω. Και στην πολιτική, το πρόβλημα δεν είναι να λερωθείς με λίγη ζάχαρη. Είναι να μας περνάς για κουραμπιέδες.


Το περιστέρι της ειρήνης και οι γλάροι της αρπαγής.



Το περιστέρι κρατούσε ένα κλαδί ελιάς. Κάποιος το ζωγράφισε, κάποιος το έκανε σύμβολο, κάποιος το έβαλε σε μια σημαία και όλοι συμφώνησαν πως η ειρήνη είναι ένα όμορφο πράγμα. Ύστερα άρχισαν οι πόλεμοι, οι εξοπλισμοί, οι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και οι διανομές του κόσμου. Το περιστέρι έμεινε στο χαρτί. Οι γλάροι βγήκαν στη θάλασσα.

Οι γλάροι δεν έχουν ιδεολογία. Αρπάζουν την τροφή γιατί έτσι επιβιώνουν. Ο άνθρωπος, όμως, ανακάλυψε την ιδεολογία για να κάνει την αρπαγή αξιοπρεπή. Δεν παίρνει απλώς το ψάρι του άλλου· μιλά για γεωπολιτική σταθερότητα, εθνική ασφάλεια, ελεύθερες αγορές. Κι αν χρειαστεί να βυθίσει το καΐκι, θα το ονομάσει αναγκαία παρέμβαση.

Παράξενο ζώο ο άνθρωπος. Σηκώνει περιστέρια στον αέρα για να φωτογραφηθεί με την ειρήνη και κατεβάζει γλάρους στη θάλασσα για να μαζέψει τα λάφυρα. Οι ίδιοι που μιλούν για την αξία της ανθρώπινης ζωής υπογράφουν αποφάσεις που την κοστολογούν. Κάποιοι άλλοι, πιο διακριτικοί, δεν υπογράφουν τίποτε. Πουλούν όπλα και περιμένουν να τελειώσει το πρώτο φορτίο για να ετοιμάσουν το δεύτερο.

Κι εμείς παρακολουθούμε. Με την ευπρέπεια του θεατή, την αγανάκτηση της στιγμής και την καταναλωτική συνείδηση ανθρώπων που θέλουν έναν καλύτερο κόσμο, αρκεί να μην ακριβύνει το πετρέλαιο. Έχουμε μάθει να καταδικάζουμε τον πόλεμο και να αποδεχόμαστε τις αιτίες του, να θρηνούμε τα θύματα και να χειροκροτούμε τους νικητές. Η υποκρισία δεν χρειάζεται πια μάσκα· κυκλοφορεί με κοστούμι και κάνει δηλώσεις.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στα συντρίμμια, ένα παιδί κοιτάζει ένα περιστέρι. Δεν ξέρει από σφαίρες επιρροής, στρατηγικούς διαδρόμους και ενεργειακά συμφέροντα. Ξέρει μόνο πως ο ουρανός δεν θα έπρεπε να σκοτώνει: κι ίσως αυτό το παιδί να καταλαβαίνει περισσότερα από τους "κυρίους" που τον μοιράζουν.

Γιατί το περιστέρι δεν ευθύνεται που έγινε σύμβολο. Ούτε ο γλάρος που αρπάζει την τροφή του. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αρπαγή γίνεται σύστημα, η βία επάγγελμα και η ειρήνη διαφημιστικό σύνθημα.

Δεν χρειαζόμαστε περισσότερα περιστέρια στις τελετές. Χρειαζόμαστε λιγότερους γλάρους στην εξουσία και λιγότερους ανθρώπους πρόθυμους να τους χειροκροτούν.


«Στους τοίχους γράφουμε όσα δεν αντέχουν να ακούσουν οι πλατείες.»


 

Ναυτικό μουσείο Καβάλας.

 























Καθαρό βλέμμα στη σημερινή ημέρα...



Σήμερα, 28η Οκτωβρίου, το καθαρό βλέμμα αποκτά ένα ιδιαίτερο νόημα. Η επέτειος του «Όχι» δεν είναι απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν ούτε μια ευκαιρία να στεφανώσουμε την ιστορία με λόγια και σημαίες. Είναι μια υπενθύμιση πως υπάρχουν στιγμές που η αξιοπρέπεια απαιτεί να βλέπεις καθαρά ποιος απειλεί την ελευθερία σου και να αποφασίζεις αν θα σκύψεις το κεφάλι ή θα αντισταθείς.

Όμως κάθε εποχή έχει τις δικές της σκοτεινές πλευρές. Άλλοτε η απειλή φοράει στολή κι άλλοτε κοστούμι. Άλλοτε επιβάλλεται με όπλα κι άλλοτε με φόβο, προπαγάνδα, κοινωνικές ανισότητες και την εξοικείωση με το άδικο.

Το δύσκολο δεν είναι να τιμάς εκείνους που είπαν «Όχι» πριν από δεκαετίες. Είναι να αναγνωρίζεις πότε το σημερινό «Ναι» στην υποταγή βαφτίζεται ρεαλισμός, πότε η αδιαφορία παρουσιάζεται ως ουδετερότητα και πότε η σιωπή γίνεται συνενοχή.

Γιατί οι επέτειοι δεν δικαιώνουν από μόνες τους κανέναν. Η ιστορία δεν ζητά χειροκροτητές, αλλά ανθρώπους που μαθαίνουν από αυτήν.

Καθαρό βλέμμα, λοιπόν. Για να μη χρησιμοποιούμε το χθες ως άλλοθι για να αποδεχόμαστε το σήμερα. Για να καταλαβαίνουμε πως η ελευθερία δεν κληρονομείται ως παράσημο· κατακτάται ξανά, κάθε φορά που αρνούμαστε να θεωρήσουμε το άδικο φυσιολογικό.


Τα σύννεφα αποχωρούν.



Η σημερινή ημέρα, 28η Οκτωβρίου, κουβαλά τη μνήμη μιας άρνησης που έγινε σύμβολο αντίστασης. Ένα «Όχι» απέναντι στον φασισμό, στον πόλεμο, στην υποταγή. Μια μικρή λέξη που όρθωσε το ανάστημά της απέναντι σε έναν σκοτεινό ουρανό.

Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, τα σύννεφα δεν έχουν πάψει να μαζεύονται πάνω από τον κόσμο. Οι πόλεμοι συνεχίζονται, η βία αλλάζει πρόσωπα και οι ελευθερίες δοκιμάζονται. Κάθε εποχή έχει τις δικές της συννεφιές και τους δικούς της ανθρώπους που καλούνται να αποφασίσουν αν θα σκύψουν το κεφάλι ή θα σταθούν όρθιοι.

Τα σύννεφα, όμως, κάποτε αποχωρούν. Όχι από μόνα τους, ούτε επειδή το επιθυμούμε. Αποχωρούν όταν οι άνθρωποι αρνούνται να συνηθίσουν το σκοτάδι, όταν η μνήμη γίνεται συνείδηση και η συνείδηση πράξη.

Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι μόνο μια επέτειος. Είναι μια υπενθύμιση πως κανένα σκοτάδι δεν νικιέται από την αναμονή της λιακάδας. Χρειάζεται να κρατάμε ζωντανό το «Όχι» σε κάθε μορφή καταπίεσης, σε κάθε πόλεμο, σε κάθε προσπάθεια να γίνει ο άνθρωπος υποχείριο του ανθρώπου.

Γιατί τα σύννεφα μπορεί να αποχωρούν. Το αν θα ξαναγεμίσει ο ουρανός φως, όμως, εξαρτάται κι από εμάς.


Το «Όχι» δεν είναι για τις παρελάσεις.

 


28 Οκτωβρίου 1940.

Κάθε επέτειος έχει τους ήρωές της, τις σημαίες της και τους πανηγυρικούς της. Έχει και μια παράξενη ικανότητα: να συμφιλιώνει προσωρινά ακόμη και εκείνους που, στην καθημερινή ζωή, δεν συμφωνούν ούτε στα στοιχειώδη. Στις 28 Οκτωβρίου όλοι αγαπούν την ελευθερία, όλοι τιμούν την αντίσταση, όλοι αισθάνονται κληρονόμοι του μεγάλου «Όχι». Την επόμενη ημέρα, επιστρέφουν στις συνήθειές τους.

Τα ξημερώματα του 1940, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με το τελεσίγραφο της φασιστικής Ιταλίας. Ακολούθησε η εισβολή, η επιστράτευση, το μέτωπο, ο χειμώνας, οι νεκροί. Άνθρωποι απλοί, με τις αγωνίες και τις ανάγκες τους, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και βρέθηκαν να υπερασπίζονται τον τόπο τους. Δεν γνώριζαν ότι κάποτε τα ονόματά τους θα γίνονταν μέρος μιας εθνικής αφήγησης. Γνώριζαν μόνο πως ο πόλεμος είχε φτάσει στην πόρτα τους.

Και η Ιστορία προχώρησε. Ήρθαν η Κατοχή, η πείνα, οι εκτελέσεις, η Αντίσταση. Το «Όχι» δεν ήταν το τέλος μιας ιστορίας ηρωισμού, αλλά η αρχή μιας μακράς δοκιμασίας. Γιατί η αντίσταση δεν εξαντλείται σε μια αρχική άρνηση. Δοκιμάζεται στην πείνα, στον φόβο, στην απώλεια, όταν η επιβίωση γίνεται καθημερινός αγώνας και η ελπίδα μοιάζει με πολυτέλεια.

Υπάρχει, όμως, μια ευκολία στον τρόπο που θυμόμαστε. Επιλέγουμε τις ένδοξες στιγμές, αφαιρούμε τις αντιφάσεις, αποφεύγουμε τις δύσκολες ερωτήσεις. Κάνουμε την Ιστορία τελετή, επειδή η τελετή δεν απαιτεί τίποτε περισσότερο από την παρουσία μας. Η πραγματική μνήμη, αντίθετα, είναι απαιτητική. Δεν μας αφήνει να στεκόμαστε απλώς απέναντι στο παρελθόν και να χειροκροτούμε. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε τον εαυτό μας.

Τι σημαίνει, λοιπόν, να τιμάς το «Όχι» σήμερα; Να καταδικάζεις τον φασισμό μόνο όταν έχει ηττηθεί; Να υπερασπίζεσαι τη δημοκρατία μόνο όταν δεν αμφισβητεί τα συμφέροντά σου; Να μιλάς για αξιοπρέπεια και να προσπερνάς εκείνον που την έχει χάσει; Ή μήπως η επέτειος αποκτά νόημα όταν μας υπενθυμίζει ότι κανένα δικαίωμα δεν είναι αυτονόητο και καμία ελευθερία δεν διατηρείται χωρίς συμμετοχή και ευθύνη;

Το «Όχι» δεν χρειάζεται ιδιοκτήτες, πολιτικούς κληρονόμους ή αποκλειστικούς ερμηνευτές. Χρειάζεται ανθρώπους που κατανοούν την ιστορική του σημασία και δεν το χρησιμοποιούν σαν διακοσμητικό στοιχείο της δημόσιας ζωής. Γιατί η αντίσταση δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο που το ξεσκονίζουμε μια φορά τον χρόνο. Είναι μια διαρκής δυνατότητα του ανθρώπου να αρνείται την αδικία και να υπερασπίζεται την ελευθερία του άλλου.

Το πρόβλημα με τις επετείους δεν είναι ότι θυμόμαστε υπερβολικά το παρελθόν. Είναι ότι συχνά το θυμόμαστε με τρόπο που μας απαλλάσσει από τις ευθύνες του παρόντος.

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τη σημαία ψηλά. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως η αξία της δεν βρίσκεται στο ύφασμα, αλλά στους ανθρώπους που συμβολίζει. Και πως καμία παρέλαση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνία που οφείλουμε να οικοδομήσουμε: μια κοινωνία χωρίς φόβο, χωρίς ταπείνωση, χωρίς ανθρώπους καταδικασμένους να ζουν λιγότερο ελεύθεροι από τους άλλους.

Γιατί η 28η Οκτωβρίου δεν είναι μόνο μια ημέρα μνήμης.

Είναι μια ερώτηση που επιστρέφει κάθε χρόνο: τι αξία έχει το «Όχι» που φωνάζουμε για το χθες, αν δεν έχουμε το θάρρος να υπερασπιστούμε την ελευθερία στο σήμερα;


Οι δύο 28ες Οκτωβρίου.

 


Η περιβόητη Πορεία προς τη Ρώμη, στις 28 Οκτωβρίου 1922, άνοιξε τον δρόμο για την εξουσία στον Μπενίτο Μουσολίνι. Δεν ήταν, όμως, έργο μόνο των μελανοχιτώνων. Τον φασισμό τον εξέθρεψαν οι οικονομικές ελίτ που φοβούνταν την εργατική διεκδίκηση, οι συντηρητικοί πολιτικοί που τον θεώρησαν ανάχωμα στην Αριστερά και μια μοναρχία που προτίμησε να του παραδώσει την κυβέρνηση αντί να τον σταματήσει. Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ αρνήθηκε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο ώστε να προστατεύσει την Ρώμη και ανέθεσε στον Μουσολίνι τον σχηματισμό κυβέρνησης. Οι ισχυροί πίστεψαν πως θα χρησιμοποιούσαν τον φασισμό. Τελικά, ο φασισμός χρησιμοποίησε το κράτος για να εδραιωθεί.

Στην πορεία του, ο Ντούτσε βρήκε και θεσμικούς συμμάχους. Οι Συνθήκες του Λατερανού, το 1929, αποκατέστησαν τις σχέσεις με το Βατικανό και πρόσφεραν στο καθεστώς σημαντική πολιτική νομιμοποίηση. Οι συμβιβασμοί με τον αυταρχισμό σπάνια παρουσιάζονται ως συνενοχή. Συνήθως βαφτίζονται πολιτικός ρεαλισμός.

Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Μουσολίνι έστειλε το τελεσίγραφο στην Ελλάδα. Απέναντί του βρέθηκε ο Ιωάννης Μεταξάς, ένας άλλος δικτάτορας, που είχε καταλύσει τις πολιτικές ελευθερίες και είχε εγκαθιδρύσει το δικό του αυταρχικό καθεστώς. Η ιστορική ειρωνεία είναι προφανής: ο φασίστας της Ρώμης συγκρούστηκε με τον δικτάτορα της Αθήνας. Όμως το «Όχι» δεν ανήκει στην προσωπική δόξα του Μεταξά. Το βάρος του πολέμου και της αντίστασης το σήκωσε ο ελληνικός λαός.

Οι δύο 28ες Οκτωβρίου δεν θυμίζουν μόνο την άνοδο και την πολεμική επιθετικότητα του φασισμού. Θυμίζουν και εκείνους που τον ανέδειξαν, τον υπέθαλψαν και πίστεψαν πως μπορούσαν να τον ελέγξουν.

Οι δικτάτορες δεν ανεβαίνουν πάντοτε στην εξουσία πολεμώντας όλους τους θεσμούς. Τις περισσότερες φορές ανεβαίνουν με τη βοήθεια εκείνων που πιστεύουν ότι μπορούν να συνεννοηθούν μαζί τους.

Το πραγματικό δίδαγμα δεν βρίσκεται στην υποτιθέμενη σύγκρουση Θεού και Διαβόλου, Καλού και Κακού, αλλά στην ανθρώπινη ευθύνη. Στους ανθρώπους και στους θεσμούς που κάνουν επιλογές, στους συμβιβασμούς που αποκτούν πολιτικό κόστος και στις ελευθερίες που χάνονται όταν η ισχύς γίνεται σημαντικότερη από την αξιοπρέπεια. Γιατί η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από εκείνους που κρατούν τα όπλα. Γράφεται κι από εκείνους που τους τα δίνουν, από εκείνους που τους ανοίγουν τις πόρτες και από εκείνους που, βλέποντας τον κίνδυνο, προτιμούν να κοιτάξουν αλλού.

Γι’ αυτό οι δύο 28ες Οκτωβρίου δεν είναι απλώς δύο ημερομηνίες ενός σχολικού ημερολογίου. Η πρώτη μάς θυμίζει πόσο εύκολα οι δημοκρατίες υπονομεύονται όταν οι θεσμοί τους φοβούνται περισσότερο την κοινωνική αλλαγή από τον αυταρχισμό. Η δεύτερη μάς θυμίζει ότι κάποτε έρχεται η στιγμή που οι δικαιολογίες τελειώνουν και ο καθένας καλείται να διαλέξει πλευρά.

Δεν αρκεί, λοιπόν, να βρίζουμε τον Μουσολίνι εβδομήντα ή εκατό χρόνια αργότερα. Οι νεκροί δικτάτορες είναι οι ευκολότεροι εχθροί. Δεν απαντούν, δεν απειλούν, δεν ζητούν την ψήφο μας. Το δύσκολο είναι να αναγνωρίζουμε τους μηχανισμούς που τους γεννούν: τον φόβο, την κοινωνική ανισότητα, την περιφρόνηση της δημοκρατίας, την υποταγή των θεσμών στο συμφέρον και την αιώνια δικαιολογία ότι «έτσι είναι τα πράγματα».

Οι επέτειοι περνούν. Οι σημαίες διπλώνονται. Οι εξέδρες αδειάζουν. Κι εκεί, έξω από τις παρελάσεις, αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της μνήμης. Γιατί η Ιστορία δεν ζητά να πιστέψουμε σε κανέναν "σωτήρα". Μας ζητά να εξετάζουμε ποιος ωφελείται από τη σωτηρία που υπόσχεται.


Το «Όχι», η επέτειος και η σημασία της.


Κάθε χρόνο, στις 28 Οκτωβρίου, η Ιστορία βγαίνει από τα βιβλία, οι σημαίες ανεμίζουν στα μπαλκόνια και οι δρόμοι γεμίζουν παρελάσεις. Για λίγες ώρες, όλοι θυμόμαστε το «Όχι». Ύστερα, η καθημερινότητα επιστρέφει στη θέση της και η επέτειος παίρνει τη θέση της στο ημερολόγιο, μέχρι να ξαναέρθει η σειρά της.

Τι ακριβώς, όμως, γιορτάζουμε;

Το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η φασιστική Ιταλία απαίτησε από την Ελλάδα να αποδεχτεί την είσοδο των στρατευμάτων της στο έδαφός της. Η ελληνική άρνηση ακολουθήθηκε από την εισβολή και τον πόλεμο. Οι άνθρωποι που μέχρι την προηγούμενη ημέρα αγωνίζονταν για την επιβίωσή τους βρέθηκαν στα βουνά της Αλβανίας, αντιμέτωποι με το κρύο, την πείνα και τον θάνατο. Άλλοι πολέμησαν, άλλοι περίμεναν, άλλοι δεν ξαναγύρισαν ποτέ.

Η Ιστορία, ωστόσο, δεν είναι μια ακίνδυνη αφήγηση ηρωικών κατορθωμάτων. Είναι και το πεδίο όπου συγκρούονται συμφέροντα, ιδεολογίες και κοινωνικές δυνάμεις. Το «Όχι» δεν μπορεί να αποκοπεί από την εποχή του, από τη δικτατορία του Μεταξά, από τον φασισμό που απλωνόταν στην Ευρώπη και από τους ανθρώπους που κλήθηκαν να υπερασπιστούν τη χώρα τους, χωρίς να έχουν οι ίδιοι αποφασίσει για το πολιτικό καθεστώς μέσα στο οποίο ζούσαν.

Κι εδώ αρχίζει η ουσία της επετείου. Γιατί άλλο πράγμα είναι η ιστορική μνήμη και άλλο η εθνική μυθολογία. Η πρώτη απαιτεί γνώση, κριτική σκέψη και σεβασμό στην αλήθεια. Η δεύτερη προτιμά τις βολικές αφηγήσεις, τους αψεγάδιαστους ήρωες και τις τελετές που δεν ενοχλούν κανέναν.

Είναι εύκολο να μιλάς για ελευθερία όταν αναφέρεσαι σε ανθρώπους που έζησαν πριν από ογδόντα έξι χρόνια. Δυσκολότερο είναι να την υπερασπίζεσαι όταν απειλείται ο διπλανός σου. Εύκολο να καταδικάζεις τον φασισμό του παρελθόντος, δυσκολότερο να αναγνωρίζεις τις σύγχρονες μορφές αυταρχισμού, τον ρατσισμό, την περιφρόνηση του αδύναμου και την απαίτηση για τυφλή υπακοή. Εύκολο να τιμάς εκείνους που αντιστάθηκαν, δυσκολότερο να αντιστέκεσαι όταν η αδικία δεν αφορά εσένα.

Η επέτειος δεν αποκτά νόημα επειδή κλείνουν τα σχολεία, επειδή παρελαύνουν τα παιδιά ή επειδή εκφωνούνται πανηγυρικοί λόγοι. Αποκτά νόημα όταν η μνήμη γίνεται συνείδηση και η συνείδηση στάση ζωής.

Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε το παρελθόν σε σημαία για κάθε σημερινή μας επιθυμία. Χρειάζεται να καταλάβουμε γιατί οι άνθρωποι εκείνης της εποχής βρέθηκαν μπροστά σε διλήμματα ζωής και θανάτου, τι υπερασπίστηκαν και ποιο τίμημα πλήρωσαν. Και κυρίως, να μην ξεχνάμε ότι οι λαοί δεν είναι πιόνια στις σκακιέρες των ισχυρών, ακόμη κι όταν οι αποφάσεις των τελευταίων τούς αντιμετωπίζουν ως τέτοια.

Το «Όχι» δεν είναι μια λέξη που κληρονομήσαμε για να την επαναλαμβάνουμε. Είναι μια ευθύνη που καλούμαστε να αναλαμβάνουμε.

Γιατί η ελευθερία δεν διασφαλίζεται με τις επετείους, όπως ακριβώς η δημοκρατία δεν εξασφαλίζεται με τις εκλογές ούτε η δικαιοσύνη με τις διακηρύξεις. Χρειάζονται καθημερινή υπεράσπιση, κοινωνική συμμετοχή και η διάθεση να αμφισβητούμε κάθε εξουσία που θεωρεί πως μπορεί να αποφασίζει για τη ζωή μας χωρίς εμάς.

Στις 28 Οκτωβρίου, λοιπόν, ας τιμήσουμε εκείνους που αντιστάθηκαν. Όχι για να αισθανθούμε κληρονόμοι μιας δόξας που δεν μας ανήκει αυτομάτως, αλλά για να αναρωτηθούμε αν σταθήκαμε αντάξιοι της ελευθερίας που εκείνοι υπερασπίστηκαν.

Η μεγαλύτερη τιμή στους νεκρούς δεν είναι να τους χειροκροτούμε μία ημέρα τον χρόνο. Είναι να μη συνηθίσουμε ποτέ την αδικία, να μη θεωρήσουμε φυσιολογική την υποταγή και να μην παραδώσουμε αδιαμαρτύρητα στους επόμενους έναν κόσμο λιγότερο ελεύθερο από αυτόν που παραλάβαμε.

Γιατί το «Όχι» ανήκει στην Ιστορία.

Το νόημά του, όμως, κρίνεται στο παρόν.


27/10/26

Η Ιστορία δεν τελειώνει στις παρελάσεις...



28 Οκτωβρίου 1940.

Εκείνο το ξημέρωμα, κανείς δεν ρώτησε τους ανθρώπους αν ήθελαν να γίνουν ήρωες. Η Ιστορία δεν συνηθίζει να ζητά την άδειά μας. Ένα τελεσίγραφο, λίγες λέξεις, κι ύστερα ο πόλεμος. Οι μηχανές πήραν μπρος, τα τρένα γέμισαν στρατιώτες, οι μάνες έσφιξαν τα παιδιά τους και οι σταθμοί γέμισαν αποχαιρετισμούς.

Οι πόλεμοι, όμως, δεν είναι όπως τους περιγράφουν οι στρατηγοί και οι πολιτικοί στις επετειακές ομιλίες. Δεν αποτελούνται από χάρτες, σημαίες και βέλη που δείχνουν νικηφόρες προελάσεις. Αποτελούνται από παγωμένα πόδια, άδεια στομάχια, ακρωτηριασμένα σώματα και γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Από ανθρώπους που δεν επέστρεψαν και από εκείνους που επέστρεψαν χωρίς να μπορέσουν ποτέ να γυρίσουν πραγματικά στη ζωή τους.

Το «Όχι» έγινε σύμβολο. Και τα σύμβολα είναι χρήσιμα, αρκεί να μην τα μετατρέπουμε σε άλλοθι. Γιατί είναι εύκολο να τιμάς την αντίσταση όταν έχει περάσει ο κίνδυνος, να υψώνεις τη σημαία όταν δεν απειλείσαι και να μιλάς για ελευθερία όταν δεν χρειάζεται να πληρώσεις το τίμημά της.

Δυσκολότερο είναι να αναγνωρίζεις την αξία της στην καθημερινότητα. Να αντιστέκεσαι στην αυθαιρεσία, στην κοινωνική αδικία, στην ταπείνωση του αδύναμου. Να αρνείσαι την υποταγή όχι μόνο σε ξένους κατακτητές, αλλά και σε κάθε μηχανισμό που απαιτεί από τον άνθρωπο να σκύβει το κεφάλι για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του.

Η 28η Οκτωβρίου δεν μας καλεί να αγαπήσουμε τον πόλεμο επειδή κάποτε τον κερδίσαμε. Μας καλεί να καταλάβουμε τι μπορεί να αναγκαστεί να κάνει ένας λαός όταν του στερούν το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή του. Η γενναιότητα εκείνων που πολέμησαν δεν αποτελεί δικαίωση του πολέμου. Αποτελεί κατηγορία εναντίον ενός κόσμου που εξακολουθεί να τον γεννά.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη παρακαταθήκη εκείνης της ημέρας: να μη χρειαζόμαστε άλλους νεκρούς για να θυμηθούμε την αξία της ζωής.

Γιατί η Ιστορία δεν μας ζητά μονάχα να θυμόμαστε ποιοι είπαν «Όχι» τότε. Μας ρωτά τι ανεχόμαστε σήμερα, σε ποιον σκύβουμε το κεφάλι και πόσο από την ελευθερία μας είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσουμε για λίγη ασφάλεια, λίγη βολή, λίγη σιωπή.

Οι επέτειοι περνούν. Οι σημαίες διπλώνονται. Οι εξέδρες αδειάζουν.

Κι εκεί, έξω από τις παρελάσεις, αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της μνήμης.


Από δήμαρχος, κλητήρας και από καπετάνιος, μούτσος...



Η θάλασσα δεν αναγνωρίζει αξιώματα, ούτε υπογράφει συμβόλαια αιώνιας κυριαρχίας. Εκείνος που κάποτε κρατούσε το τιμόνι ενός μεγάλου καραβιού, έδινε διαταγές και όριζε πορεία, μπορεί αύριο να βρεθεί να κουμαντάρει μια μικρή βάρκα. Κι αν έχει μυαλό, ίσως τότε καταλάβει πως άλλο η τέχνη της ναυτοσύνης κι άλλο η μέθη της εξουσίας.

Γιατί το αξίωμα είναι ένα καπέλο που μπορεί να το πάρει ο άνεμος. Η αξία, όμως, φαίνεται όταν το χάσεις. Τότε ξεχωρίζει ο καπετάνιος από εκείνον που απλώς είχε συνηθίσει να τον αποκαλούν έτσι.

Κι η ζωή, που δεν συγκινείται από γαλόνια και παράσημα, έχει τον δικό της τρόπο να μοιράζει ρόλους. Σήμερα στο κατάστρωμα, αύριο στη βάρκα, μεθαύριο ίσως στην ακτή, να κοιτάζεις τα καράβια που κάποτε θεωρούσες δικά σου.

Γιατί δεν είναι ντροπή να γίνεις από καπετάνιος βαρκάρης. Ντροπή είναι να χρειάζεσαι πάντα ένα καράβι για να αισθάνεσαι μεγάλος.

Κι από δήμαρχος, κλητήρας...



Η ζωή έχει έναν παράξενο τρόπο να αποκαθιστά την τάξη της. Εκεί που κάποιος συνήθισε να δίνει εντολές, μπορεί να βρεθεί να εκτελεί εντολές άλλων. Από την καρέκλα της εξουσίας στο σκαμνί της αναμονής, από το χειροκρότημα στην αδιαφορία. Γιατί η εξουσία είναι δανεική, η κοινωνική καταξίωση εφήμερη και η αλαζονεία κακός σύμβουλος.

Το «κι από δήμαρχος κλητήρας» δεν περιγράφει απλώς μια κοινωνική πτώση. Περιγράφει την εκδίκηση της πραγματικότητας απέναντι σε όσους μπέρδεψαν το αξίωμα με την αξία τους. Κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος ώστε να μην μπορεί να μικρύνει, ούτε τόσο ασήμαντος ώστε να μην αξίζει τον σεβασμό.

Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν είναι να γίνεις από δήμαρχος κλητήρας. Είναι να πιστέψεις πως, επειδή έγινες δήμαρχος, οι υπόλοιποι γεννήθηκαν για να είναι κλητήρες σου.


Βόσπορος: Εκεί όπου οι ήπειροι γίνονται ένα.

 












Βόσπορος: Το πέρασμα των ονείρων και των πολιτισμών. 






Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού, Καβάλας.