«Φόβος και Τρόμος»: Ο Κίρκεγκορ, η πίστη και ο έρωτας που έγινε θυσία.
Όταν η πίστη συγκρούεται με την ηθική και ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε αυτό που αγαπά και σε αυτό που θεωρεί αποστολή του.
Το 1843, ο Δανός φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκορ δημοσίευσε το έργο "Φόβος και Τρόμος", υπογράφοντάς το με το ψευδώνυμο Ιωάννης της Σιωπής (Johannes de Silentio). Στο κέντρο του βρίσκεται μια από τις πιο ανησυχητικές ιστορίες της Βίβλου: η εντολή του Θεού προς τον Αβραάμ να θυσιάσει τον γιο του, Ισαάκ.
Γιατί ένας άνθρωπος που αγαπά το παιδί του περισσότερο από καθετί θα ήταν πρόθυμος να το σκοτώσει; Και πώς μια τέτοια πράξη, η οποία από την ανθρώπινη σκοπιά μοιάζει με έγκλημα, μπορεί να θεωρηθεί έκφραση πίστης; Μπορεί η πίστη να υπερβεί την ηθική ή, όταν κάποιος επικαλείται μια ανώτερη αποστολή, κινδυνεύει να μετατρέψει την προσωπική του βεβαιότητα σε δικαιολογία για κάθε πράξη;
Ο Κίρκεγκορ δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, μας οδηγεί στο σημείο όπου η λογική αδυνατεί να καθησυχάσει τον άνθρωπο και η ηθική βεβαιότητα κλονίζεται. Εκεί αρχίζει ο φόβος. Και εκεί ακριβώς αρχίζει ο τρόμος.
✒️ Ο Αβραάμ και το παράδοξο της πίστης.
Στην ιστορία της Γένεσης, ο Αβραάμ καλείται να θυσιάσει τον Ισαάκ, τον γιο που απέκτησε σε μεγάλη ηλικία και στον οποίο είχε στηρίξει την υπόσχεση για το μέλλον του. Η δοκιμασία δεν αφορά απλώς την υπακοή. Αγγίζει την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, με την αγάπη και με την ηθική συνείδησή του.
Ο Αβραάμ δεν μπορεί να εξηγήσει την πράξη του με όρους κοινής λογικής. Αν προχωρήσει στη θυσία, παραβιάζει την ηθική υποχρέωση να προστατεύσει το παιδί του. Αν αρνηθεί, αντιστέκεται σε αυτό που πιστεύει πως είναι θεϊκή εντολή. Δεν διαθέτει έναν κοινά αποδεκτό κανόνα που να επιλύει τη σύγκρουση.
Ο Κίρκεγκορ ονομάζει αυτή την κατάσταση «τελολογική αναστολή του ηθικού»: το ενδεχόμενο το άτομο, εξαιτίας μιας απόλυτης σχέσης με τον Θεό, να βρεθεί αντιμέτωπο με μια απαίτηση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μέσα στο καθολικό πλαίσιο της ηθικής.
Εδώ βρίσκεται και η επικινδυνότητα του επιχειρήματος. Αν οποιοσδήποτε μπορούσε να επικαλεστεί μια προσωπική αποκάλυψη για να παραβιάσει την ηθική, τότε πώς θα ξεχωρίζαμε την πίστη από την αυταπάτη, τη θυσία από το έγκλημα και την πνευματική βεβαιότητα από τον φανατισμό;
Ο ίδιος ο Ιωάννης της Σιωπής, ο αφηγητής του έργου, δεν ισχυρίζεται ότι έχει κατανοήσει την πίστη του Αβραάμ. Αντίθετα, στέκεται μπροστά της με δέος και αμηχανία. Δεν παρουσιάζει τον Αβραάμ ως ένα πρότυπο που μπορεί να αντιγράψει κανείς, αλλά ως ένα παράδοξο που αδυνατεί να εξηγήσει πλήρως.
Η πίστη, σε αυτή την προσέγγιση, δεν είναι μια βολική βεβαιότητα. Είναι μια υπαρξιακή δοκιμασία, στην οποία ο άνθρωπος εκτίθεται ολοκληρωτικά, χωρίς να διαθέτει την ασφάλεια μιας απόδειξης.
✒️ Ο ιππότης της άπειρης παραίτησης και ο ιππότης της πίστης.
Για να φωτίσει αυτή τη διαφορά, ο Κίρκεγκορ περιγράφει δύο μορφές ανθρώπου: τον ιππότη της άπειρης παραίτησης και τον ιππότη της πίστης.
Ο πρώτος αγαπά κάτι βαθιά, αλλά αποδέχεται ότι δεν θα το αποκτήσει ποτέ. Δεν αρνείται την επιθυμία του ούτε προσποιείται ότι δεν πονά. Αναγνωρίζει την απώλεια, την ενσωματώνει στην ύπαρξή του και συνεχίζει να ζει χωρίς να απαιτεί από τον κόσμο να του επιστρέψει αυτό που έχασε.
Ο δεύτερος προχωρά πέρα από αυτή την παραίτηση. Δεν εγκαταλείπει την αγάπη του, αλλά πιστεύει ότι μπορεί να την ξανακερδίσει, ακόμη κι όταν όλες οι ανθρώπινες πιθανότητες δείχνουν το αντίθετο. Δεν πρόκειται για αισιοδοξία ούτε για απλή επιμονή. Είναι μια πίστη που δεν στηρίζεται σε λογικές εγγυήσεις.
Ο ιππότης της πίστης μπορεί να μοιάζει με έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να επιδεικνύει τη θρησκευτική του αγωνία ούτε να αποσύρεται από την καθημερινότητα. Η διαφορά του βρίσκεται στην εσωτερική του σχέση με το αδύνατο.
Ο Αβραάμ, σύμφωνα με τον Κίρκεγκορ, δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που αποδέχεται ότι θα χάσει τον Ισαάκ. Είναι εκείνος που, παρά την επικείμενη θυσία, πιστεύει ότι θα τον ξανακερδίσει. Παραιτείται από τα πάντα και συγχρόνως δεν εγκαταλείπει την ελπίδα ότι θα λάβει τα πάντα πίσω.
Αυτό το παράδοξο είναι που καθιστά την πίστη τόσο δύσκολη να περιγραφεί. Η παραίτηση μπορεί να γίνει κατανοητή ως αποδοχή του αναπόφευκτου. Η πίστη, όμως, απαιτεί να ζει κανείς με την πιθανότητα μιας επιστροφής που δεν μπορεί να αποδείξει.
✒️ Τρία ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις.
Το έργο αναπτύσσεται μέσα από τρία φιλοσοφικά προβλήματα, τα οποία εξετάζουν διαφορετικές πλευρές της ιστορίας του Αβραάμ.
Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα μιας τελολογικής αναστολής του ηθικού. Μπορεί το άτομο να βρεθεί σε μια σχέση με το απόλυτο που υπερβαίνει τις καθολικές ηθικές υποχρεώσεις; Αν ναι, τότε πώς μπορεί αυτή η εξαίρεση να γίνει κατανοητή από τους άλλους;
Το δεύτερο αφορά το αν υπάρχει απόλυτο καθήκον προς τον Θεό. Ο Αβραάμ δεν ενεργεί ως πατέρας που υπερασπίζεται το παιδί του, αλλά ως άνθρωπος που πιστεύει ότι καλείται να υπακούσει σε μια ανώτερη απαίτηση. Η σύγκρουση δεν επιλύεται με έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις δύο υποχρεώσεις.
Το τρίτο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα του Αβραάμ να μιλήσει για τη δοκιμασία του. Γιατί δεν εξηγεί στους άλλους τι συμβαίνει; Γιατί δεν μπορεί να μετατρέψει την εμπειρία του σε κάτι που θα γίνει κατανοητό και αποδεκτό από όλους;
Η σιωπή του δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του. Αποκαλύπτει, όμως, το χάσμα ανάμεσα στην προσωπική του πίστη και στη δημόσια, ηθική γλώσσα. Ο Αβραάμ δεν μπορεί να εξηγήσει την πράξη του χωρίς να χάσει ακριβώς εκείνο που, σύμφωνα με τον ίδιο, της δίνει το νόημά της.
Η σιωπή αυτή είναι συγχρόνως η δύναμη και η αδυναμία του επιχειρήματος. Αν η πίστη δεν μπορεί να εκφραστεί με τρόπο κατανοητό στους άλλους, πώς μπορεί να διακριθεί από μια επικίνδυνη προσωπική βεβαιότητα;
✒️ Αβραάμ και Αγαμέμνονας: δύο διαφορετικές θυσίες.
Ο Κίρκεγκορ αντιπαραβάλλει τον Αβραάμ με τον Αγαμέμνονα, τον μυθικό βασιλιά που, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, θυσιάζει την Ιφιγένεια για να μπορέσει ο στόλος των Αχαιών να αποπλεύσει προς την Τροία.
Η θυσία του Αγαμέμνονα μπορεί να προκαλεί φρίκη, αλλά εντάσσεται σε ένα συλλογικό πλαίσιο. Ο βασιλιάς μπορεί να επικαλεστεί το καθήκον προς τον στρατό, την πατρίδα και την εκστρατεία. Η πράξη του μπορεί να συζητηθεί, να κριθεί και να εξηγηθεί μέσα από τις κοινές αξίες της κοινότητας.
Ο Αβραάμ, αντίθετα, δεν διαθέτει μια ανάλογη δημόσια δικαιολογία. Δεν θυσιάζει τον Ισαάκ για την πατρίδα, για τον λαό του ή για κάποιον αναγνωρίσιμο κοινό σκοπό. Η πράξη του στηρίζεται σε μια προσωπική σχέση με τον Θεό, την οποία δεν μπορεί να μετατρέψει σε καθολικά κατανοητό επιχείρημα.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον τραγικό ήρωα και στον ιππότη της πίστης. Ο πρώτος μπορεί να χάσει το αγαπημένο του πρόσωπο για έναν σκοπό που αναγνωρίζεται από τους άλλους. Ο δεύτερος βρίσκεται μόνος απέναντι σε μια απαίτηση που δεν μπορεί να δικαιολογήσει δημόσια.
Η σύγκριση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε επίκληση ενός ανώτερου σκοπού δικαιολογεί τη θυσία ενός άλλου ανθρώπου. Αντίθετα, κάνει ακόμη πιο επιτακτικό το ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ότι μια προσωπική πεποίθηση υπερισχύει της ζωής ή της ελευθερίας κάποιου άλλου;
💔 Η Ρετζίνα Όλσεν: όταν η φιλοσοφία γίνεται προσωπική πληγή.
Για να πλησιάσει κανείς τον Κίρκεγκορ, δεν αρκεί να διαβάσει το "Φόβος και Τρόμος" σαν μια αφηρημένη πραγματεία για την πίστη. Πίσω από την ένταση των ερωτημάτων του υπήρχε και μια προσωπική ιστορία, που σημάδεψε βαθιά τη ζωή του: η σχέση του με τη Ρετζίνα Όλσεν.
Το 1840, ο Κίρκεγκορ αρραβωνιάστηκε τη Ρετζίνα, μια νεαρή γυναίκα που αγαπούσε με πάθος. Όμως, σχεδόν αμέσως, κυριεύτηκε από μελαγχολία και θρησκευτικές αμφιβολίες. Πίστευε ότι η εσωτερική του σκοτεινιά και η «θεϊκή του κλήση» ως μοναχικού φιλοσόφου θα κατέστρεφαν την αθωότητα και την ευτυχία της Ρετζίνα σε έναν συμβατικό γάμο. Έναν χρόνο αργότερα, διέλυσε τον αρραβώνα. Για να κάνει μάλιστα τη Ρετζίνα να τον ξεπεράσει πιο εύκολα, προσποιήθηκε τον αναίσθητο και τον παλιάνθρωπο, ώστε να τον μισήσει και να μην υποφέρει σκεπτόμενη ότι την άφησε ενώ την αγαπούσε. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με απόλυτη βεβαιότητα από ένα μόνο κίνητρο. Στα γραπτά του και στις μεταγενέστερες ερμηνείες της ζωής του διακρίνονται η βαθιά μελαγχολία του, η δυσκολία του να μοιραστεί τον εσωτερικό του κόσμο και η πεποίθηση ότι η φιλοσοφική και θρησκευτική του αποστολή απαιτούσε μια ζωή διαφορετική από εκείνη που θα μπορούσε να έχει δίπλα της.
Το γεγονός είναι πως επέλεξε να απομακρυνθεί από τη γυναίκα με την οποία είχε δεσμευτεί, αφήνοντας πίσω του μια σχέση που δεν έπαψε να έχει σημασία για εκείνον. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια βιογραφική λεπτομέρεια. Φωτίζει, χωρίς να εξηγεί πλήρως, το προσωπικό υπόβαθρο των ερωτημάτων που τον απασχολούσαν: τι σημαίνει να αγαπάς κάτι και να το εγκαταλείπεις; Μπορεί η παραίτηση να είναι πράξη ελευθερίας; Και πότε η θυσία που θεωρείς αναγκαία για τον εαυτό σου γίνεται πόνος που επιβάλλεις σε κάποιον άλλον;
Το "Φόβος και Τρόμος" δημοσιεύθηκε το 1843, δύο χρόνια μετά τον χωρισμό, και Κίρκεγκορ το χρησιμοποίησε ως έναν κρυπτογραφημένο τρόπο για να μιλήσει στη Ρετζίνα και να της εξηγήσει την πράξη του. Είναι εύλογο να διαβάσει κανείς τη φιλοσοφία του Κίρκεγκορ υπό το φως αυτής της εμπειρίας. Δεν είναι, όμως, ορθό να θεωρήσει το βιβλίο μια απλή κρυπτογραφημένη αφήγηση της σχέσης του με τη Ρετζίνα ή να ταυτίσει κυριολεκτικά τη γυναίκα με τον Ισαάκ.
Η σύνδεση βρίσκεται βαθύτερα. Όπως ο Αβραάμ καλείται να αντιμετωπίσει την πιθανότητα να χάσει εκείνο που αγαπά περισσότερο, έτσι και ο Κίρκεγκορ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια επιλογή ανάμεσα στην προσωπική ευτυχία και σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως βαθύτερη υποχρέωση απέναντι στον εαυτό του και στο έργο του. Οι δύο περιπτώσεις, βέβαια, δεν είναι ισοδύναμες: ο Αβραάμ βρίσκεται μέσα στη βιβλική αφήγηση μιας θεϊκής δοκιμασίας, ενώ ο Κίρκεγκορ αποφασίζει ο ίδιος να διακόψει μια ανθρώπινη σχέση.
Εδώ, ωστόσο, η διάκριση ανάμεσα στον ιππότη της άπειρης παραίτησης και στον ιππότη της πίστης αποκτά προσωπική ένταση. Ο άνθρωπος που παραιτείται αποδέχεται την απώλεια και μαθαίνει να ζει μαζί της. Εκείνος που πιστεύει διατηρεί, πέρα από την παραίτηση, την ελπίδα ότι μπορεί να ξανακερδίσει αυτό που αγαπά, ακόμη κι όταν αυτό μοιάζει αδύνατο.
Τι συνέβη, λοιπόν, με τον ίδιο τον Κίρκεγκορ; Μπόρεσε να παραιτηθεί από την επίγεια ευτυχία, αλλά δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι θα μπορούσε να την ξανακερδίσει; Ή μήπως θεωρούσε ότι η συγγραφική και θρησκευτική του αποστολή απαιτούσε πράγματι αυτή την απώλεια;
Δεν διαθέτουμε μια οριστική απάντηση. Και ίσως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Κίρκεγκορ υπήρξε ο ιππότης της πίστης της δικής του φιλοσοφίας, αλλά αν μπόρεσε να συμφιλιώσει την πίστη του με την ανθρώπινη ανάγκη να αγαπά και να αγαπιέται.
Η σιωπή του απέναντι στη Ρετζίνα παρουσιάζει μια ομοιότητα με τη σιωπή του Αβραάμ, αλλά η διαφορά είναι καθοριστική. Ο Αβραάμ, μέσα στο παράδοξο της βιβλικής ιστορίας, αδυνατεί να εξηγήσει την εντολή που πιστεύει ότι έλαβε από τον Θεό. Ο Κίρκεγκορ, αντίθετα, δεν είχε μπροστά του μια θεϊκή εντολή που να αποδεικνύει πως η απομάκρυνσή του ήταν αναγκαία. Είχε τη δική του κρίση, τους φόβους του και την αντίληψή του για την αποστολή του.
Αυτό δεν ακυρώνει τη γνησιότητα του διλήμματός του. Μας υπενθυμίζει, όμως, ότι η εσωτερική βεβαιότητα ενός ανθρώπου δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιώσει τον πόνο που προκαλεί στους άλλους.
Η Ρετζίνα τελικά παντρεύτηκε τον Γιόχαν Φρέντερικ Σλέγκελ το 1847. Ο Κίρκεγκορ συντετρίμμενος συνειδητοποίησε ότι η θυσία του ήταν οριστική. Το βιβλίο παραμένει ένα μνημείο της προσπάθειάς του να δικαιολογήσει στον εαυτό του και σε εκείνη γιατί επέλεξε τον δρόμο του «φόβου και τρόμου» αντί για την ευτυχία. Η Ρετζίνα Όλσεν διάβασε τα έργα του Κίρκεγκορ, συμπεριλαμβανομένου του «Φόβος και Τρόμος» και του «Είτε/Είτε». Ζώντας στην ίδια μικρή κοινωνία της Κοπεγχάγης, ήταν αδύνατον να αγνοήσει τον θόρυβο γύρω από το όνομά του, ενώ αναγνώριζε αμέσως τον εαυτό της πίσω από τις γραμμές των βιβλίων του. Μπορεί αρχικά να ενιωσε βαθιά πληγωμένη από τον τρόπο που ο Κίρκεγκορ την εγκατέλειψε, παριστάνοντας τον αναίσθητο, ωστόσο, διαβάζοντας τα βιβλία του τα επόμενα χρόνια, άρχισε να ενώνει τα κομμάτια του παζλ. Κατάλαβε ότι ο Κίρκεγκορ δεν την άφησε επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά επειδή ένιωθε μια «θεϊκή κλήση» που τον ανάγκαζε να τη θυσιάσει. Το 1855, λίγο πριν η Ρετζίνα αναχωρήσει με τον σύζυγό της για την Καραϊβική (όπου εκείνος διορίστηκε κυβερνήτης), συνάντησε τυχαία τον Κίρκεγκορ στον δρόμο. Τον πλησίασε και του ψιθύρισε: «Ο Θεός να σε ευλογεί -είθε να σου έρθουν όλα δεξιά!». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ειδώθηκαν, μια έμμεση συγχώρεση για τη «θυσία» της.
Όταν ο Κίρκεγκορ πέθανε το 1855, άφησε με τη διαθήκη του όλη την περιουσία και τα προσωπικά του έγγραφα στη Ρετζίνα, αποκαλώντας την «χήρα» του, παρόλο που εκείνη ήταν παντρεμένη με άλλον. Αν και εκείνη αρνήθηκε τα χρήματα, κράτησε όλα τα γράμματα και τα χειρόγραφά του. Στο τέλος της ζωής της, έγινε η πιο πιστή προστάτιδα της μνήμης του, παραδίδοντας το αρχείο του σε μελετητές για να διασωθεί το έργο του.
Η Ρετζίνα παρέμεινε, με τον τρόπο της, μέρος της ιστορίας του Κίρκεγκορ, και ο Κίρκεγκορ άφησε πίσω του ένα έργο που μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν η θυσία είναι πάντοτε απόδειξη αγάπης ή αν, κάποιες φορές, γίνεται το όνομα που δίνουμε στην αδυναμία μας να αντέξουμε την οικειότητα.
✒️ Η πίστη δεν είναι άλλοθι.
Η σκέψη του Κίρκεγκορ δεν προσφέρεται για εύκολη μετατροπή σε κανόνα ζωής. Το "Φόβος και Τρόμος" δεν μας διδάσκει ότι πρέπει να υπακούμε τυφλά σε όποια φωνή θεωρούμε ανώτερη ούτε ότι η προσωπική πίστη μάς απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στους άλλους.
Αντίθετα, αποκαλύπτει το βάρος μιας πίστης που δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποδείξεις και το τρομακτικό ενδεχόμενο να βρεθεί ο άνθρωπος μόνος απέναντι σε μια απόφαση που κανείς άλλος δεν μπορεί να κατανοήσει.
Στην καθημερινή ζωή, η επίκληση μιας ανώτερης αποστολής μπορεί να γίνει εύκολα άλλοθι. Πολιτικοί, θρησκευτικοί ηγέτες και ιδεολόγοι συχνά ισχυρίζονται ότι υπηρετούν έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον άνθρωπο, ζητώντας από τους άλλους να δεχτούν θυσίες που οι ίδιοι αποφασίζουν. Η περίπτωση του Αβραάμ, όπως την εξετάζει ο Κίρκεγκορ, δεν προσφέρει μια απλή νομιμοποίηση αυτής της συμπεριφοράς. Αναδεικνύει το παράδοξο και το βάρος μιας μοναδικής θρησκευτικής ιστορίας, το οποίο δεν μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε γενικό κανόνα.
Η πίστη, εφόσον γίνεται κατανοητή ως υπαρξιακή σχέση, δεν εξαλείφει τον φόβο ούτε μετατρέπει την αβεβαιότητα σε βεβαιότητα. Τον κάνει αναπόφευκτο σύντροφο της απόφασης. Και η αγωνία δεν είναι απαραίτητα σημάδι αδυναμίας. Μπορεί να είναι η επίγνωση ότι οι επιλογές μας έχουν κόστος, ότι δεν μπορούμε πάντοτε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την απώλεια και ότι η ευθύνη δεν εξαφανίζεται επειδή πιστεύουμε πως υπηρετούμε έναν ανώτερο σκοπό.
✒️ Από τον Κίρκεγκορ στον υπαρξισμό.
Η σημασία του Κίρκεγκορ ξεπερνά το θεολογικό πλαίσιο του έργου του. Η έμφαση στην ατομική ύπαρξη, στην αγωνία, στην επιλογή και στην ευθύνη επηρέασε βαθιά τη μεταγενέστερη υπαρξιστική σκέψη.
Ο Κίρκεγκορ θεωρείται ο «πατέρας του υπαρξισμού». Αν και ο ίδιος ήταν βαθιά θρησκευόμενος (χριστιανός υπαρξιστής), οι ιδέες του στο «Φόβος και Τρόμος» επηρέασαν καθοριστικά τους άθεους υπαρξιστές του 20ού αιώνα, όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Αλμπέρ Καμύ.
Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ ανέπτυξε μια διαφορετική, άθεη φιλοσοφία, στην οποία ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε μια προκαθορισμένη θεϊκή τάξη. Ο Αλμπέρ Καμύ, από τη δική του πλευρά, στοχάστηκε πάνω στο παράλογο, στην ανθρώπινη εξέγερση και στην ανάγκη να ζει κανείς χωρίς εγγυήσεις για ένα τελικό νόημα.
Δεν πρόκειται για ταυτόσημες φιλοσοφίες. Ο Κίρκεγκορ θεμελιώνει την προβληματική του στη σχέση του ατόμου με τον Θεό, ενώ οι μεταγενέστεροι στοχαστές αναπτύσσουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα της ύπαρξης. Εκείνο που τους συνδέει είναι η άρνηση να αντιμετωπίσουν τον άνθρωπο ως ένα απλό γρανάζι ενός συστήματος και η επιμονή τους ότι η ζωή δεν μπορεί να εξαντληθεί σε αφηρημένους κανόνες.
Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που γνωρίζει. Είναι και αυτό που επιλέγει, αυτό που φοβάται, αυτό που χάνει και αυτό που εξακολουθεί να ελπίζει, παρά την απουσία εγγυήσεων.
✒️ Ο φόβος, ο τρόμος και η ανθρώπινη μοναξιά.
Το "Φόβος και Τρόμος" παραμένει ένα δύσκολο βιβλίο, επειδή δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να κρυφτεί πίσω από μια εύκολη ηθική απάντηση. Μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και στην ηθική, ανάμεσα στην προσωπική αποστολή και στην ανθρώπινη αγάπη, ανάμεσα στην παραίτηση και στην ελπίδα.
Η ιστορία του Αβραάμ μάς ρωτά αν υπάρχει μια σχέση με το απόλυτο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με ανθρώπινους όρους. Η ιστορία του Κίρκεγκορ και της Ρετζίνα μάς φέρνει πιο κοντά στο τίμημα που μπορεί να έχει μια απόφαση όταν ο άνθρωπος πιστεύει ότι οφείλει να εγκαταλείψει εκείνο που αγαπά.
Δεν είναι βέβαιο ότι κάθε παραίτηση κρύβει πίστη. Ούτε ότι κάθε θυσία είναι αναγκαία. Μερικές φορές η παραίτηση είναι γενναιότητα· άλλες φορές είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε καθήκον. Και κάποιες φορές η επιμονή σε μια αποστολή μπορεί να γίνει τρόπος να αποφύγουμε τη δυσκολότερη ευθύνη: να μείνουμε κοντά σε έναν άλλον άνθρωπο και να αποδεχτούμε την ατέλεια της κοινής μας ζωής.
Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο ερώτημα του Κίρκεγκορ να μην είναι αν ο άνθρωπος μπορεί να θυσιάσει τα πάντα για την πίστη του. Είναι αν μπορεί να αναγνωρίσει πότε η πίστη του τον οδηγεί πέρα από τα όρια της λογικής και πότε ο ίδιος χρησιμοποιεί το απόλυτο για να δικαιολογήσει μια επιλογή που φοβάται να εξετάσει κατάματα.
Γιατί ο φόβος δεν γεννιέται μόνο μπροστά σε όσα μπορεί να χάσουμε. Γεννιέται και μπροστά στην πιθανότητα να ανακαλύψουμε ότι η θυσία μας δεν ήταν αναπόφευκτη.
Και ο τρόμος αρχίζει όταν, έχοντας εγκαταλείψει εκείνο που αγαπάμε, δεν μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε αν το κάναμε από πίστη ή επειδή δεν τολμήσαμε να πιστέψουμε πως θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε.