21/10/26

«Έξοδος 1826.»


Παιδιά της Σαμαρίνας: Όταν ο δρόμος προς τον θάνατο γίνεται τραγούδι.

Η ταινία «Έξοδος 1826» του Βασίλη Τσικάρα και η μνήμη των Σαμαριναίων που έφτασαν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.

Υπάρχουν ιστορίες που δεν τελειώνουν όταν σιγήσουν τα όπλα. Συνεχίζουν να περπατούν μέσα στους αιώνες, αλλάζουν στόματα, γίνονται τραγούδια και επιστρέφουν κάθε φορά που ένας λαός αναζητά τις στιγμές εκείνες που αποκαλύπτουν τι μπορεί να σημαίνει η λέξη ελευθερία. Μια τέτοια ιστορία αφηγείται η ελληνική ταινία «Έξοδος 1826» του Βασίλη Τσικάρα, που κυκλοφόρησε το 2017, αντλώντας την έμπνευσή της από την παράδοση των Παιδιών της Σαμαρίνας.

Στον πυρήνα της βρίσκεται μια πορεία προς το πολιορκημένο Μεσολόγγι, μια διαδρομή που δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα και ημέρες, αλλά και στην απόσταση που χωρίζει την αγάπη για τη ζωή από την απόφαση να τη διακινδυνεύσεις για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου.

🌲 Από τα βουνά της Πίνδου στο Μεσολόγγι.

Τον Απρίλιο του 1826, το Μεσολόγγι βρίσκεται στο τέλος μιας μακράς και εξαντλητικής πολιορκίας. Οι πολιορκημένοι υποφέρουν από την πείνα, τις ασθένειες και την έλλειψη πολεμοφοδίων. Η πόλη, που έχει γίνει σύμβολο της Ελληνικής Επανάστασης, ετοιμάζεται για την πιο τραγική και ηρωική στιγμή της ιστορίας της.

Η Έξοδος πραγματοποιείται τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826, με το παλαιό ημερολόγιο. Χιλιάδες πολιορκημένοι, μαχητές και άμαχοι, επιχειρούν να διασπάσουν τον κλοιό των οθωμανικών και αιγυπτιακών στρατευμάτων. Το σχέδιο καταλήγει σε σφαγή, ενώ πολλοί από όσους δεν σκοτώνονται αιχμαλωτίζονται. Η θυσία του Μεσολογγίου, ωστόσο, συγκλονίζει την Ευρώπη και ενισχύει το φιλελληνικό κίνημα.

Μέσα σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα τοποθετείται η αφήγηση της «Εξόδου 1826». Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα ορεινών ανδρών από τη Σαμαρίνα των Γρεβενών και τα γύρω χωριά, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση που ενέπνευσε το έργο, αφήνουν πίσω τις οικογένειες και τον τόπο τους για να προσφέρουν βοήθεια στους πολιορκημένους.

Δεν είναι επαγγελματίες στρατιώτες που κινούνται σε έναν κόσμο βεβαιότητας. Είναι άνθρωποι της υπαίθρου, κτηνοτρόφοι και πολεμιστές, δεμένοι με τη γη, τις οικογένειες και τις κοινότητές τους. Ξέρουν τι σημαίνει να περνάς τον χειμώνα μέσα στα βουνά, να μετράς το ψωμί και να ακούς τον άνεμο να χτυπά την πόρτα. Κι όμως, επιλέγουν να φύγουν.

Ο καπετάνιος Μίχος Φλώρος συγκεντρώνει, σύμφωνα με την παράδοση που αναπαριστά η ταινία, περίπου 120 άνδρες. Αρχίζει έτσι μια επικίνδυνη πορεία μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της Πίνδου, με προορισμό το Μεσολόγγι. Το ταξίδι, όπως παρουσιάζεται στην κινηματογραφική αφήγηση, διαρκεί δέκα ημέρες. Το κρύο, η πείνα, οι κακουχίες και ο φόβος των εχθρικών περιπόλων συνοδεύουν κάθε βήμα.

Όσο πλησιάζουν στον προορισμό τους, τόσο πιο κοντά βρίσκονται σε μια πιθανότητα που κανείς δεν θέλει να ομολογήσει: μπορεί να μη γυρίσουν ποτέ.

Κι εδώ βρίσκεται η ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Το ηρωικό δεν είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν φοβούνται. Είναι ότι φοβούνται, έχουν πρόσωπα αγαπημένα να θυμηθούν, σπίτια στα οποία θα ήθελαν να επιστρέψουν, κι όμως συνεχίζουν να βαδίζουν.

📽 Η ταινία και το βάρος της μνήμης.

Ο Βασίλης Τσικάρας, με σενάριο και σκηνοθεσία δικά του, επιχείρησε να ανασυνθέσει αυτή την ιστορία μέσα από μια ανεξάρτητη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Η ταινία, διάρκειας περίπου 96 λεπτών, κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 2017, ύστερα από πολυετή έρευνα και προετοιμασία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί για την παραγωγή της.

Η σημασία μιας τέτοιας προσπάθειας δεν βρίσκεται μόνο στην αναπαράσταση μιας μάχης ή στην αναβίωση μιας εποχής με όπλα, φορεσιές και τοπία. Βρίσκεται κυρίως στην απόπειρα να επιστρέψουν στο προσκήνιο οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.

Η Ιστορία συχνά θυμάται τους στρατηγούς, τις ημερομηνίες και τις αποφάσεις. Το δημοτικό τραγούδι, αντίθετα, θυμάται τον άνθρωπο που έφυγε από το σπίτι του, τη μάνα που περίμενε, τη γυναίκα που έμεινε πίσω, το χωριό που έμαθε να ζει με την απουσία.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή και στη λαϊκή μνήμη, η κινηματογραφική αφήγηση συναντά τη συγκίνηση.




🌲 «Παιδιά της Σαμαρίνας»: Ένα τραγούδι γεννημένο από την απώλεια.

Κι ύστερα έρχεται το τραγούδι.

«Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόπουλα,

Παιδιά της Σαμαρίνας,

Μωρέ παιδιά καημένα,

Παιδιά της Σαμαρίνας,

Κι ας είστε λερωμένα.

Αν πάτε πάνω μωρέ στα βουνά,

Κατά τη Σαμαρίνα, 

Μωρέ παιδιά καημένα,

Κατά τη Σαμαρίνα, 

Κι ας είστε λερωμένα.

Τουφέκια μωρέ να μη ρίξετε,

Τραγούδια να μη πείτε,

Μωρέ παιδιά καημένα,

Τραγούδια να μη πείτε,

Κι ας είστε λερωμένα.

Κι αν σας ρωτήσει η μαύρη η μάνα μου,

κι η δόλια η αδερφή μου,

μωρέ παιδιά καημένα,

κι η δόλια η αδερφή μου,

κι ας είστε λερωμένα.

Μην πείτε μωρέ πως εχάθηκα,

πως είμαι σκοτωμένος,

μωρέ παιδιά καημένα,

πως είμαι σκοτωμένος,

κι ας είστε λερωμένα.

Μόν’ πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα,

τη μαύρη γη πως πήρα,

μωρέ παιδιά καημένα,

τη μαύρη γη πως πήρα,

κι ας είστε λερωμένα.

Πήρα την πλάκα ο μαύρος πεθερά,

τη μαύρη γης γυναίκα,

μωρέ παιδιά καημένα,

τη μαύρη γης γυναίκα,

κι ας είστε λερωμένα.

Κι αυτά μωρέ τα λιανολίθαρα,

αδέρφια κι αξαδέρφια,

μωρέ παιδιά καημένα,

αδέρφια κι αξαδέρφια,

κι ας είστε λερωμένα.»

Λίγες λέξεις αρκούν για να ανοίξει μια ολόκληρη ιστορία. Δεν χρειάζονται χρονολογίες και στρατιωτικές αναφορές. Αρκεί η φωνή που καλεί τα παιδιά, σαν να προσπαθεί να τα μετρήσει ένα ένα, να βεβαιωθεί πως επέστρεψαν όλα. Κι όμως, η επιστροφή είναι μισή. Από τους 120 άνδρες που συνδέει η παράδοση με την εκστρατεία, μόνο 33 φέρονται να γύρισαν στη Σαμαρίνα.

Η λαϊκή παράδοση θέλει τον καπετάνιο Μίχο Φλώρο να τραυματίζεται θανάσιμα κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου και να αφήνει στους συντρόφους του τα τελευταία του λόγια, που συνδέθηκαν με το τραγούδι. Οι επιζώντες, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, μετέφεραν στο χωριό τη μνήμη των νεκρών. Οι λεπτομέρειες αυτές ανήκουν στην παράδοση που συνοδεύει το δημοτικό τραγούδι και δεν είναι όλες δυνατόν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα ως ιστορικά γεγονότα.

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα πώς ακριβώς γεννήθηκε κάθε στίχος ή πότε πήρε την τελική του μορφή το τραγούδι. Η δημοτική παράδοση, άλλωστε, δεν λειτουργεί όπως ένα ιστορικό αρχείο. Διατηρεί μνήμες, τις μεταπλάθει και τις παραδίδει στις επόμενες γενιές. Το τραγούδι των Παιδιών της Σαμαρίνας είναι ακριβώς αυτό: μια λαϊκή κατάθεση μνήμης, στην οποία η ιστορία συναντά τον θρήνο.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμή του. Δεν υμνεί απλώς τους γενναίους. Θρηνεί τους απόντες.

Πίσω από τα παλικάρια υπάρχουν μανάδες που περίμεναν, γυναίκες που άκουσαν βήματα στην αυλή και παιδιά που μεγάλωσαν με μια θέση άδεια στο οικογενειακό τραπέζι. Ο ηρωισμός αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο, γιατί το τίμημά του μετριέται σε ζωές που δεν συνεχίστηκαν.

Το τραγούδι δεν αφήνει τους νεκρούς να χαθούν μέσα στην ανωνυμία της μάχης. Τους δίνει ένα όνομα κοινό, μια πατρίδα μικρή και συγκεκριμένη, ένα χωριό που τους περιμένει. Κι από εκεί, από τη Σαμαρίνα των Γρεβενών, η μνήμη τους ταξιδεύει σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Σύμφωνα με μία από τις αφηγήσεις που συνόδευσαν τη διάδοση του τραγουδιού, οι επιζώντες επέστρεψαν στον τόπο τους μεταφέροντας τα λόγια και τη μνήμη των συντρόφων τους. Η ιστορία αυτή, όπως και ο θρύλος ότι οι στίχοι διασώθηκαν γραμμένοι πάνω στις φουστανέλες τους, ανήκει στον πλούτο της λαϊκής παράδοσης. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί κάθε λεπτομέρειά της ως εξακριβωμένο γεγονός για να αναγνωριστεί η δύναμη του συμβολισμού της: οι άνθρωποι που επέζησαν έγιναν οι φορείς της μνήμης εκείνων που χάθηκαν.

Το μοιρολόι, μέσα από τη συλλογική επανάληψη και τη μετάδοσή του, απέκτησε σταδιακά ευρύτερη απήχηση. Έπαψε να αφορά μόνο ένα χωριό και έγινε μέρος της ελληνικής μουσικής και ιστορικής μνήμης. Η προσωπική απώλεια μεταμορφώθηκε σε συλλογικό τραγούδι.

Στην κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας, η μουσική ενισχύει αυτή τη μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό, από τον φόβο του πολεμιστή στη μνήμη ενός ολόκληρου τόπου. Το τραγούδι δεν αποτελεί απλώς ένα μουσικό διάλειμμα. Είναι η φωνή εκείνων που δεν μπορούν πια να μιλήσουν.




📽  Από τη Σαμαρίνα σε κάθε εποχή.

Τι απομένει, τελικά, από μια τέτοια ιστορία, σχεδόν δύο αιώνες μετά;

Ίσως το ερώτημα να μην αφορά μόνο το παρελθόν. Κάθε εποχή καλείται να αναμετρηθεί με τη δική της έννοια της ελευθερίας, με όσα είναι πρόθυμη να υπερασπιστεί και με όσα επιλέγει να ξεχάσει. Οι άνθρωποι της Σαμαρίνας δεν έζησαν για να δουν την Ελλάδα που γεννήθηκε από την Επανάσταση. Δεν γνώρισαν τις μεταγενέστερες αντιφάσεις της, τις διαψεύσεις και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της. Έφυγαν μέσα σε μια εποχή όπου η ελευθερία δεν ήταν δεδομένο δικαίωμα, αλλά ένα επικίνδυνο αίτημα που μπορούσε να κοστίσει τη ζωή.

Η μνήμη τους, ωστόσο, δεν έχει αξία μόνο ως εθνικό κειμήλιο. Έχει αξία όταν μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε μεγάλη λέξη βρίσκονται πραγματικοί άνθρωποι. Ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς μια σημαία που υψώνεται στις επετείους, αλλά μια ευθύνη που συνεχίζεται και μετά τη νίκη. Και ότι κανένας αγώνας δεν δικαιώνεται ολοκληρωτικά, αν οι επόμενες γενιές κρατήσουν μόνο τον θρύλο και ξεχάσουν το ανθρώπινο τίμημά του.

Η «Έξοδος 1826» επιστρέφει σε μια λιγότερο προβεβλημένη πτυχή της Επανάστασης και αναζητά τους αφανείς ανθρώπους πίσω από τη μεγάλη αφήγηση. Η αξία της βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την προσπάθεια: να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια ιστορία που επιβίωσε κυρίως μέσα από το δημοτικό τραγούδι, τη συλλογική μνήμη και την τοπική παράδοση.

Η ταινία δεν χρειάζεται να υποκαταστήσει την ιστορική έρευνα ούτε να μετατρέψει κάθε στοιχείο του θρύλου σε βεβαιότητα. Αρκεί να μας κάνει να σταθούμε μπροστά σε μια απλή, δύσκολη αλήθεια: πίσω από κάθε ιστορική αναμέτρηση βρίσκονται άνθρωποι με πρόσωπα, οικογένειες και μια ζωή που θα μπορούσε να είχε συνεχιστεί διαφορετικά.

Γιατί οι λαοί δεν θυμούνται μόνο με τα βιβλία τους. Θυμούνται με τις φωνές τους, με τα τραγούδια που περνούν από στόμα σε στόμα, με τους στίχους που επιμένουν ακόμη κι όταν εκείνοι που τους πρωτοείπαν έχουν γίνει χώμα.



🎵 Όσο υπάρχει ένα τραγούδι...

Στη Σαμαρίνα, τα βουνά εξακολουθούν να στέκουν εκεί όπου στέκονταν και τότε. Ο άνεμος περνά από τις πλαγιές, οι εποχές αλλάζουν και τα χρόνια σωρεύονται πάνω στις πέτρες. Το Μεσολόγγι, μακριά από εκεί, εξακολουθεί να κουβαλά τη δική του πληγή και τη δική του δόξα.

Ανάμεσα στα δύο, ένας δρόμος που κάποτε περπάτησαν άνθρωποι με όπλα, λίγα εφόδια και την αγωνία της επιστροφής. Δεν γνωρίζουμε όλα τα ονόματά τους. Δεν μπορούμε να ανασυνθέσουμε κάθε στιγμή της πορείας τους ούτε να ξεχωρίσουμε με βεβαιότητα κάθε ιστορική λεπτομέρεια από τον θρύλο. Ξέρουμε, όμως, ότι η ιστορία τους απέκτησε μια δεύτερη ζωή μέσα από το τραγούδι.

Κι εκεί συμβαίνει κάτι παράξενο: οι νεκροί δεν επιστρέφουν, αλλά δεν χάνονται οριστικά. Κάθε φορά που κάποιος τραγουδά για τα Παιδιά της Σαμαρίνας, οι απόντες βρίσκουν ξανά τον δρόμο προς το χωριό τους. Κάθε φωνή γίνεται μια μικρή επιστροφή, μια υπόσχεση πως ο χρόνος μπορεί να σβήνει τα ίχνη των ανθρώπων, όχι όμως πάντα και τη μνήμη τους.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της ιστορίας τους. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να νικήσουν τον θάνατο. Είναι ότι μπορούν να αφήσουν πίσω τους κάτι που ο θάνατος δεν καταφέρνει να σωπάσει.

Γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν δύο φορές: την πρώτη όταν σταματά η καρδιά τους και τη δεύτερη όταν κανείς πια δεν θυμάται το όνομά τους.

Τα Παιδιά της Σαμαρίνας, όμως, εξακολουθούν να τραγουδιούνται.

Και όσο ακούγεται εκείνο το τραγούδι, όσο μια φωνή θα το παραδίδει στην επόμενη κι όσο κάποιος θα σταματά για λίγο ό,τι κάνει για να ακούσει την ιστορία του, οι 33 που γύρισαν και οι υπόλοιποι που χάθηκαν δεν θα είναι απλώς αριθμοί μιας παλιάς μάχης.

Θα είναι οι άνθρωποι που άφησαν πίσω τους ένα τραγούδι για να τους θυμόμαστε.

Κι ίσως αυτή να είναι η μόνη επιστροφή που μπορεί να νικήσει τον χρόνο.





Αιτωλικό, ένα όνομα χίλιες λέξεις.


«Αιτωλικό, ένα όνομα χίλιες λέξεις»: όσα η λιμνοθάλασσα θυμάται. 

Το βιβλίο της Μαρίας-Μαρκέλλας Γαλάνη, «Αιτωλικό ένα όνομα χίλιες λέξεις», που εκδόθηκε το 2008, αποτελεί ένα αφιέρωμα στο Αιτωλικό, έναν τόπο όπου η ιστορία, η λαϊκή παράδοση και η ζωή των ανθρώπων είναι άρρηκτα δεμένες με τη λιμνοθάλασσα. Μέσα από την ιστορική και λαογραφική καταγραφή, αναδεικνύεται η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του μικρού νησιωτικού οικισμού, τα ίχνη του παρελθόντος και οι μνήμες που διαμόρφωσαν την ταυτότητά του.

Ο τίτλος του βιβλίου συμπυκνώνει εύστοχα τον πλούτο ενός τόπου που δεν χωρά σε μία μόνο αφήγηση. Γιατί το Αιτωλικό δεν είναι απλώς ένας γεωγραφικός προσδιορισμός στον χάρτη της Αιτωλοακαρνανίας. Είναι οι άνθρωποί του, οι ιστορίες τους, οι παραδόσεις, οι εικόνες της λιμνοθάλασσας και οι μνήμες που περνούν από γενιά σε γενιά.

Η έκδοση αποτελεί μια προσπάθεια διαφύλαξης αυτής της συλλογικής μνήμης, υπενθυμίζοντας πως κάθε τόπος κρύβει μέσα στο όνομά του έναν ολόκληρο κόσμο, που αξίζει να γνωρίσουμε και να διασώσουμε. Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και όλα όσα θυμάται. Το βιβλίο λειτουργεί ως ένα οδοιπορικό μνήμης για το «νησάκι» του Αιτωλικού, αποτυπώνοντας την καθημερινότητα, τα ήθη, τα έθιμα και την ιδιαίτερη σχέση των κατοίκων με το περιβάλλον της λιμνοθάλασσας. Μέσα από τις 232 σελίδες του, η συγγραφέας συγκεντρώνει στοιχεία για το παρελθόν της περιοχής, αναδεικνύοντας πτυχές της ναυτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Ο τίτλος «ένα όνομα χίλιες λέξεις» αντικατοπτρίζει την προσπάθεια να χωρέσουν σε έναν τόμο οι αμέτρητες αναμνήσεις, οι εικόνες και οι ιστορίες που κουβαλάει το όνομα του Αιτωλικού για όσους κατάγονται ή ζουν εκεί.

Και το Αιτωλικό δεν είναι μόνο ένας τόπος ανάμεσα στα νερά της λιμνοθάλασσας. Είναι ο απόηχος μιας φωνής που ταξιδεύει στον χρόνο, το αλάτι που μένει στο δέρμα, το φως που καθρεφτίζεται στα ήρεμα νερά, οι άνθρωποι που έφυγαν αλλά άφησαν πίσω τους τις ιστορίες τους. Κι όσο υπάρχουν λέξεις να τις αφηγούνται, το Αιτωλικό θα συνεχίζει να ζει, όχι μόνο στη γεωγραφία, αλλά στη βαθύτερη γεωγραφία της μνήμης, εκεί όπου οι τόποι γίνονται πατρίδες και οι αναμνήσεις νερό που δεν στερεύει ποτέ.


Ο άνθρωπος και το κτήνος.



Ο άνθρωπος πέρασε αιώνες προσπαθώντας να ξεχωρίσει τον εαυτό του από το κτήνος. Έχτισε πολιτισμούς, έγραψε φιλοσοφίες, επινόησε θεούς, θέσπισε νόμους και ονόμασε όλα αυτά πρόοδο. Έμαθε να μιλά για την ηθική, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αγάπη. Κι ύστερα, όταν βρέθηκε μπροστά στον ανυπεράσπιστο, στον διαφορετικό, στον αδύναμο, συχνά ξέχασε όλα όσα είχε μάθει.

Το κτήνος σκοτώνει για να επιβιώσει. Ο άνθρωπος, τις περισσότερες φορές, σκοτώνει για να κυριαρχήσει. Το κτήνος υπερασπίζεται την επικράτειά του. Ο άνθρωπος χαράζει σύνορα, υψώνει σημαίες και στέλνει άλλους να πεθάνουν για λίγα μέτρα γης. Το κτήνος δεν γνωρίζει την έννοια της εκδίκησης όπως την οικοδόμησαν οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ο άνθρωπος, αντίθετα, μπορεί να οργανώσει το μίσος, να το νομιμοποιήσει και να το παραδώσει ως κληρονομιά στα παιδιά του.

Κι όμως, θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τα ζώα για τη δική μας αγριότητα. Ο λύκος δεν προσποιείται πως είναι άγγελος. Δεν γράφει διακηρύξεις για την ειρήνη και δεν υπογράφει συμφωνίες που σκοπεύει να παραβιάσει. Δεν κατασκευάζει στρατόπεδα εξόντωσης ούτε εφευρίσκει ιδεολογίες για να μετατρέψει τον γείτονά του σε εχθρό. Αυτά είναι κατορθώματα ενός είδους που καμαρώνει για τη λογική του.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του ένα κτήνος. Είναι ότι διαθέτει τη νοημοσύνη για να το εξοπλίσει, τη φαντασία για να το δικαιολογήσει και τη γλώσσα για να το παρουσιάσει ως αρετή.

Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το χέρι που περιθάλπει τον τραυματία, εκείνο που σηκώνει τον πεσμένο, που προστατεύει το άγριο ζώο από την καταστροφή του δάσους του, που στέκεται απέναντι στην αδικία χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Είναι η δυνατότητά του να αναγνωρίζει τον πόνο ενός άλλου πλάσματος ως κάτι περισσότερο από έναν θόρυβο που ενοχλεί την ησυχία του.

Ίσως, τελικά, ο πολιτισμός να μην κρίνεται από τους ουρανοξύστες, τα πανεπιστήμια και τις μηχανές που κατασκευάζουμε. Ίσως κρίνεται από το τι κάνουμε όταν έχουμε δύναμη πάνω σε κάποιον που δεν μπορεί να μας αντισταθεί.

Γιατί το κτήνος δεν χρειάζεται να αποδείξει πως είναι άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που πρέπει καθημερινά να αποδεικνύει πως αξίζει το όνομά του.


Γιατί φοβόμαστε την αποτυχία;


Ο φόβος της αποτυχίας αρχίζει συνήθως πολύ πριν από την ίδια την αποτυχία. Γεννιέται όταν μαθαίνουμε να μετράμε την αξία μας με το βλέμμα των άλλων, όταν ο έπαινος γίνεται επιβεβαίωση και η αποδοκιμασία μοιάζει με καταδίκη. Από μικροί εκπαιδευόμαστε να κερδίζουμε, να ξεχωρίζουμε, να ανεβαίνουμε. Κανείς δεν μας εξηγεί τι να κάνουμε όταν δεν θέλουμε πια να ανεβαίνουμε, ούτε αν η κορυφή στην οποία μας σπρώχνουν είναι πράγματι εκείνη που επιθυμούμε.

Έτσι περνούν τα χρόνια κυνηγώντας επιτυχίες που συχνά δεν επιλέξαμε. Φοβόμαστε να αλλάξουμε δουλειά, μήπως αποτύχουμε. Να εγκαταλείψουμε μια σχέση, μήπως μετανιώσουμε. Να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο, μήπως γελοιοποιηθούμε. Και μέσα σε αυτή την αδιάκοπη πρόβα μιας μελλοντικής καταστροφής, ξεχνάμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο πως η μεγαλύτερη αποτυχία μπορεί να είναι να παραμείνουμε εκεί όπου δεν θέλουμε να βρισκόμαστε.

Ίσως γι’ αυτό οι παλιές λαϊκές παροιμίες διαθέτουν μια σοφία που δεν χρειάζεται πτυχία και πιστοποιήσεις. 

«Από πίτα που δεν τρως, μην σε νοιάζει κι αν καεί». 

Μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής χωράει σε αυτή την κουβέντα. Γιατί η πίτα που καίγεται δεν είναι πάντοτε μια χαμένη ευκαιρία. Μπορεί να είναι μια επιτυχία που δεν μας αφορά, ένας αγώνας στον οποίο δεν έχουμε κανέναν λόγο να συμμετέχουμε, μια προσδοκία που μας φόρτωσαν άλλοι κι εμείς τη φυλάμε σαν να εξαρτάται από αυτήν η επιβίωσή μας.

Κι όμως, πόση ενέργεια ξοδεύουμε για να μη χαλάσει κάτι που δεν επιθυμούμε; Πόσες φορές υπερασπιζόμαστε επιλογές που μας κάνουν δυστυχισμένους μόνο και μόνο επειδή έχουμε ήδη επενδύσει σε αυτές χρόνο, κόπο και αξιοπρέπεια; Σαν να είναι μεγαλύτερη ντροπή να παραδεχτούμε ότι αλλάξαμε γνώμη από το να συνεχίσουμε να ζούμε με μια γνώμη που δεν μας ανήκει πια.

Η αποτυχία, βέβαια, πονάει. Καμιά φιλοσοφία δεν ακυρώνει την απογοήτευση ούτε μετατρέπει αυτομάτως την ήττα σε μάθημα. Μερικές φορές χάνουμε κάτι που αγαπήσαμε πραγματικά. Άλλες φορές πληρώνουμε ακριβά ένα λάθος μας. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην αποτυχία που μας βρίσκει ενώ προσπαθούμε να ζήσουμε και στην αποτυχία που μας περιμένει επειδή δεν τολμήσαμε ποτέ να δοκιμάσουμε.

Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι πώς θα αποφύγουμε την αποτυχία, αλλά πώς θα ξεχωρίσουμε τις δικές μας επιθυμίες από εκείνες που μας εμφύτευσαν οι άλλοι. Να πάψουμε να θεωρούμε κάθε κλειστή πόρτα προσωπική προσβολή και κάθε χαμένη ευκαιρία το τέλος του κόσμου. Να καταλάβουμε πως δεν είναι υποχρεωτικό να συμμετέχουμε σε όλους τους αγώνες, ούτε να διεκδικούμε όλα τα βραβεία.

Γιατί, στο τέλος, δεν μας βασανίζει τόσο η πίτα που κάηκε όσο η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει κάτι που ποτέ δεν θελήσαμε πραγματικά.

Και η ζωή, όσο κι αν επιμένουμε να την αντιμετωπίζουμε σαν εξετάσεις, δεν έχει εξεταστές που πρέπει διαρκώς να εντυπωσιάζουμε.

Το δύσκολο δεν είναι να αποτύχεις. Είναι να περάσεις μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να πετύχεις σε πράγματα που δεν σε αφορούν.


«Φόβος και Τρόμος.»


«Φόβος και Τρόμος»: Ο Κίρκεγκορ, η πίστη και ο έρωτας που έγινε θυσία.

Όταν η πίστη συγκρούεται με την ηθική και ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε αυτό που αγαπά και σε αυτό που θεωρεί αποστολή του.

Το 1843, ο Δανός φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκορ δημοσίευσε το έργο "Φόβος και Τρόμος", υπογράφοντάς το με το ψευδώνυμο Ιωάννης της Σιωπής (Johannes de Silentio). Στο κέντρο του βρίσκεται μια από τις πιο ανησυχητικές ιστορίες της Βίβλου: η εντολή του Θεού προς τον Αβραάμ να θυσιάσει τον γιο του, Ισαάκ.

Γιατί ένας άνθρωπος που αγαπά το παιδί του περισσότερο από καθετί θα ήταν πρόθυμος να το σκοτώσει; Και πώς μια τέτοια πράξη, η οποία από την ανθρώπινη σκοπιά μοιάζει με έγκλημα, μπορεί να θεωρηθεί έκφραση πίστης; Μπορεί η πίστη να υπερβεί την ηθική ή, όταν κάποιος επικαλείται μια ανώτερη αποστολή, κινδυνεύει να μετατρέψει την προσωπική του βεβαιότητα σε δικαιολογία για κάθε πράξη;

Ο Κίρκεγκορ δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, μας οδηγεί στο σημείο όπου η λογική αδυνατεί να καθησυχάσει τον άνθρωπο και η ηθική βεβαιότητα κλονίζεται. Εκεί αρχίζει ο φόβος. Και εκεί ακριβώς αρχίζει ο τρόμος.

✒️ Ο Αβραάμ και το παράδοξο της πίστης.

Στην ιστορία της Γένεσης, ο Αβραάμ καλείται να θυσιάσει τον Ισαάκ, τον γιο που απέκτησε σε μεγάλη ηλικία και στον οποίο είχε στηρίξει την υπόσχεση για το μέλλον του. Η δοκιμασία δεν αφορά απλώς την υπακοή. Αγγίζει την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, με την αγάπη και με την ηθική συνείδησή του.

Ο Αβραάμ δεν μπορεί να εξηγήσει την πράξη του με όρους κοινής λογικής. Αν προχωρήσει στη θυσία, παραβιάζει την ηθική υποχρέωση να προστατεύσει το παιδί του. Αν αρνηθεί, αντιστέκεται σε αυτό που πιστεύει πως είναι θεϊκή εντολή. Δεν διαθέτει έναν κοινά αποδεκτό κανόνα που να επιλύει τη σύγκρουση.

Ο Κίρκεγκορ ονομάζει αυτή την κατάσταση «τελολογική αναστολή του ηθικού»: το ενδεχόμενο το άτομο, εξαιτίας μιας απόλυτης σχέσης με τον Θεό, να βρεθεί αντιμέτωπο με μια απαίτηση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μέσα στο καθολικό πλαίσιο της ηθικής.

Εδώ βρίσκεται και η επικινδυνότητα του επιχειρήματος. Αν οποιοσδήποτε μπορούσε να επικαλεστεί μια προσωπική αποκάλυψη για να παραβιάσει την ηθική, τότε πώς θα ξεχωρίζαμε την πίστη από την αυταπάτη, τη θυσία από το έγκλημα και την πνευματική βεβαιότητα από τον φανατισμό;

Ο ίδιος ο Ιωάννης της Σιωπής, ο αφηγητής του έργου, δεν ισχυρίζεται ότι έχει κατανοήσει την πίστη του Αβραάμ. Αντίθετα, στέκεται μπροστά της με δέος και αμηχανία. Δεν παρουσιάζει τον Αβραάμ ως ένα πρότυπο που μπορεί να αντιγράψει κανείς, αλλά ως ένα παράδοξο που αδυνατεί να εξηγήσει πλήρως.

Η πίστη, σε αυτή την προσέγγιση, δεν είναι μια βολική βεβαιότητα. Είναι μια υπαρξιακή δοκιμασία, στην οποία ο άνθρωπος εκτίθεται ολοκληρωτικά, χωρίς να διαθέτει την ασφάλεια μιας απόδειξης.

✒️ Ο ιππότης της άπειρης παραίτησης και ο ιππότης της πίστης.

Για να φωτίσει αυτή τη διαφορά, ο Κίρκεγκορ περιγράφει δύο μορφές ανθρώπου: τον ιππότη της άπειρης παραίτησης και τον ιππότη της πίστης.

Ο πρώτος αγαπά κάτι βαθιά, αλλά αποδέχεται ότι δεν θα το αποκτήσει ποτέ. Δεν αρνείται την επιθυμία του ούτε προσποιείται ότι δεν πονά. Αναγνωρίζει την απώλεια, την ενσωματώνει στην ύπαρξή του και συνεχίζει να ζει χωρίς να απαιτεί από τον κόσμο να του επιστρέψει αυτό που έχασε.

Ο δεύτερος προχωρά πέρα από αυτή την παραίτηση. Δεν εγκαταλείπει την αγάπη του, αλλά πιστεύει ότι μπορεί να την ξανακερδίσει, ακόμη κι όταν όλες οι ανθρώπινες πιθανότητες δείχνουν το αντίθετο. Δεν πρόκειται για αισιοδοξία ούτε για απλή επιμονή. Είναι μια πίστη που δεν στηρίζεται σε λογικές εγγυήσεις.

Ο ιππότης της πίστης μπορεί να μοιάζει με έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να επιδεικνύει τη θρησκευτική του αγωνία ούτε να αποσύρεται από την καθημερινότητα. Η διαφορά του βρίσκεται στην εσωτερική του σχέση με το αδύνατο.

Ο Αβραάμ, σύμφωνα με τον Κίρκεγκορ, δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που αποδέχεται ότι θα χάσει τον Ισαάκ. Είναι εκείνος που, παρά την επικείμενη θυσία, πιστεύει ότι θα τον ξανακερδίσει. Παραιτείται από τα πάντα και συγχρόνως δεν εγκαταλείπει την ελπίδα ότι θα λάβει τα πάντα πίσω.

Αυτό το παράδοξο είναι που καθιστά την πίστη τόσο δύσκολη να περιγραφεί. Η παραίτηση μπορεί να γίνει κατανοητή ως αποδοχή του αναπόφευκτου. Η πίστη, όμως, απαιτεί να ζει κανείς με την πιθανότητα μιας επιστροφής που δεν μπορεί να αποδείξει.

✒️ Τρία ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις.

Το έργο αναπτύσσεται μέσα από τρία φιλοσοφικά προβλήματα, τα οποία εξετάζουν διαφορετικές πλευρές της ιστορίας του Αβραάμ.

Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα μιας τελολογικής αναστολής του ηθικού. Μπορεί το άτομο να βρεθεί σε μια σχέση με το απόλυτο που υπερβαίνει τις καθολικές ηθικές υποχρεώσεις; Αν ναι, τότε πώς μπορεί αυτή η εξαίρεση να γίνει κατανοητή από τους άλλους;

Το δεύτερο αφορά το αν υπάρχει απόλυτο καθήκον προς τον Θεό. Ο Αβραάμ δεν ενεργεί ως πατέρας που υπερασπίζεται το παιδί του, αλλά ως άνθρωπος που πιστεύει ότι καλείται να υπακούσει σε μια ανώτερη απαίτηση. Η σύγκρουση δεν επιλύεται με έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις δύο υποχρεώσεις.

Το τρίτο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα του Αβραάμ να μιλήσει για τη δοκιμασία του. Γιατί δεν εξηγεί στους άλλους τι συμβαίνει; Γιατί δεν μπορεί να μετατρέψει την εμπειρία του σε κάτι που θα γίνει κατανοητό και αποδεκτό από όλους;

Η σιωπή του δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του. Αποκαλύπτει, όμως, το χάσμα ανάμεσα στην προσωπική του πίστη και στη δημόσια, ηθική γλώσσα. Ο Αβραάμ δεν μπορεί να εξηγήσει την πράξη του χωρίς να χάσει ακριβώς εκείνο που, σύμφωνα με τον ίδιο, της δίνει το νόημά της.

Η σιωπή αυτή είναι συγχρόνως η δύναμη και η αδυναμία του επιχειρήματος. Αν η πίστη δεν μπορεί να εκφραστεί με τρόπο κατανοητό στους άλλους, πώς μπορεί να διακριθεί από μια επικίνδυνη προσωπική βεβαιότητα;

✒️ Αβραάμ και Αγαμέμνονας: δύο διαφορετικές θυσίες.

Ο Κίρκεγκορ αντιπαραβάλλει τον Αβραάμ με τον Αγαμέμνονα, τον μυθικό βασιλιά που, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, θυσιάζει την Ιφιγένεια για να μπορέσει ο στόλος των Αχαιών να αποπλεύσει προς την Τροία.

Η θυσία του Αγαμέμνονα μπορεί να προκαλεί φρίκη, αλλά εντάσσεται σε ένα συλλογικό πλαίσιο. Ο βασιλιάς μπορεί να επικαλεστεί το καθήκον προς τον στρατό, την πατρίδα και την εκστρατεία. Η πράξη του μπορεί να συζητηθεί, να κριθεί και να εξηγηθεί μέσα από τις κοινές αξίες της κοινότητας.

Ο Αβραάμ, αντίθετα, δεν διαθέτει μια ανάλογη δημόσια δικαιολογία. Δεν θυσιάζει τον Ισαάκ για την πατρίδα, για τον λαό του ή για κάποιον αναγνωρίσιμο κοινό σκοπό. Η πράξη του στηρίζεται σε μια προσωπική σχέση με τον Θεό, την οποία δεν μπορεί να μετατρέψει σε καθολικά κατανοητό επιχείρημα.

Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον τραγικό ήρωα και στον ιππότη της πίστης. Ο πρώτος μπορεί να χάσει το αγαπημένο του πρόσωπο για έναν σκοπό που αναγνωρίζεται από τους άλλους. Ο δεύτερος βρίσκεται μόνος απέναντι σε μια απαίτηση που δεν μπορεί να δικαιολογήσει δημόσια.

Η σύγκριση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε επίκληση ενός ανώτερου σκοπού δικαιολογεί τη θυσία ενός άλλου ανθρώπου. Αντίθετα, κάνει ακόμη πιο επιτακτικό το ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ότι μια προσωπική πεποίθηση υπερισχύει της ζωής ή της ελευθερίας κάποιου άλλου;



💔 Η Ρετζίνα Όλσεν: όταν η φιλοσοφία γίνεται προσωπική πληγή.

Για να πλησιάσει κανείς τον Κίρκεγκορ, δεν αρκεί να διαβάσει το "Φόβος και Τρόμος" σαν μια αφηρημένη πραγματεία για την πίστη. Πίσω από την ένταση των ερωτημάτων του υπήρχε και μια προσωπική ιστορία, που σημάδεψε βαθιά τη ζωή του: η σχέση του με τη Ρετζίνα Όλσεν.

Το 1840, ο Κίρκεγκορ αρραβωνιάστηκε τη Ρετζίνα, μια νεαρή γυναίκα που αγαπούσε με πάθος. Όμως, σχεδόν αμέσως, κυριεύτηκε από μελαγχολία και θρησκευτικές αμφιβολίες. Πίστευε ότι η εσωτερική του σκοτεινιά και η «θεϊκή του κλήση» ως μοναχικού φιλοσόφου θα κατέστρεφαν την αθωότητα και την ευτυχία της Ρετζίνα σε έναν συμβατικό γάμο. Έναν χρόνο αργότερα, διέλυσε τον αρραβώνα. Για να κάνει μάλιστα τη Ρετζίνα να τον ξεπεράσει πιο εύκολα, προσποιήθηκε τον αναίσθητο και τον παλιάνθρωπο, ώστε να τον μισήσει και να μην υποφέρει σκεπτόμενη ότι την άφησε ενώ την αγαπούσε. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με απόλυτη βεβαιότητα από ένα μόνο κίνητρο. Στα γραπτά του και στις μεταγενέστερες ερμηνείες της ζωής του διακρίνονται η βαθιά μελαγχολία του, η δυσκολία του να μοιραστεί τον εσωτερικό του κόσμο και η πεποίθηση ότι η φιλοσοφική και θρησκευτική του αποστολή απαιτούσε μια ζωή διαφορετική από εκείνη που θα μπορούσε να έχει δίπλα της.

Το γεγονός είναι πως επέλεξε να απομακρυνθεί από τη γυναίκα με την οποία είχε δεσμευτεί, αφήνοντας πίσω του μια σχέση που δεν έπαψε να έχει σημασία για εκείνον. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια βιογραφική λεπτομέρεια. Φωτίζει, χωρίς να εξηγεί πλήρως, το προσωπικό υπόβαθρο των ερωτημάτων που τον απασχολούσαν: τι σημαίνει να αγαπάς κάτι και να το εγκαταλείπεις; Μπορεί η παραίτηση να είναι πράξη ελευθερίας; Και πότε η θυσία που θεωρείς αναγκαία για τον εαυτό σου γίνεται πόνος που επιβάλλεις σε κάποιον άλλον;

Το "Φόβος και Τρόμος" δημοσιεύθηκε το 1843, δύο χρόνια μετά τον χωρισμό, και Κίρκεγκορ  το χρησιμοποίησε ως έναν κρυπτογραφημένο τρόπο για να μιλήσει στη Ρετζίνα και να της εξηγήσει την πράξη του. Είναι εύλογο να διαβάσει κανείς τη φιλοσοφία του Κίρκεγκορ υπό το φως αυτής της εμπειρίας. Δεν είναι, όμως, ορθό να θεωρήσει το βιβλίο μια απλή κρυπτογραφημένη αφήγηση της σχέσης του με τη Ρετζίνα ή να ταυτίσει κυριολεκτικά τη γυναίκα με τον Ισαάκ.

Η σύνδεση βρίσκεται βαθύτερα. Όπως ο Αβραάμ καλείται να αντιμετωπίσει την πιθανότητα να χάσει εκείνο που αγαπά περισσότερο, έτσι και ο Κίρκεγκορ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια επιλογή ανάμεσα στην προσωπική ευτυχία και σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως βαθύτερη υποχρέωση απέναντι στον εαυτό του και στο έργο του. Οι δύο περιπτώσεις, βέβαια, δεν είναι ισοδύναμες: ο Αβραάμ βρίσκεται μέσα στη βιβλική αφήγηση μιας θεϊκής δοκιμασίας, ενώ ο Κίρκεγκορ αποφασίζει ο ίδιος να διακόψει μια ανθρώπινη σχέση.

Εδώ, ωστόσο, η διάκριση ανάμεσα στον ιππότη της άπειρης παραίτησης και στον ιππότη της πίστης αποκτά προσωπική ένταση. Ο άνθρωπος που παραιτείται αποδέχεται την απώλεια και μαθαίνει να ζει μαζί της. Εκείνος που πιστεύει διατηρεί, πέρα από την παραίτηση, την ελπίδα ότι μπορεί να ξανακερδίσει αυτό που αγαπά, ακόμη κι όταν αυτό μοιάζει αδύνατο.

Τι συνέβη, λοιπόν, με τον ίδιο τον Κίρκεγκορ; Μπόρεσε να παραιτηθεί από την επίγεια ευτυχία, αλλά δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι θα μπορούσε να την ξανακερδίσει; Ή μήπως θεωρούσε ότι η συγγραφική και θρησκευτική του αποστολή απαιτούσε πράγματι αυτή την απώλεια;

Δεν διαθέτουμε μια οριστική απάντηση. Και ίσως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Κίρκεγκορ υπήρξε ο ιππότης της πίστης της δικής του φιλοσοφίας, αλλά αν μπόρεσε να συμφιλιώσει την πίστη του με την ανθρώπινη ανάγκη να αγαπά και να αγαπιέται.

Η σιωπή του απέναντι στη Ρετζίνα παρουσιάζει μια ομοιότητα με τη σιωπή του Αβραάμ, αλλά η διαφορά είναι καθοριστική. Ο Αβραάμ, μέσα στο παράδοξο της βιβλικής ιστορίας, αδυνατεί να εξηγήσει την εντολή που πιστεύει ότι έλαβε από τον Θεό. Ο Κίρκεγκορ, αντίθετα, δεν είχε μπροστά του μια θεϊκή εντολή που να αποδεικνύει πως η απομάκρυνσή του ήταν αναγκαία. Είχε τη δική του κρίση, τους φόβους του και την αντίληψή του για την αποστολή του.

Αυτό δεν ακυρώνει τη γνησιότητα του διλήμματός του. Μας υπενθυμίζει, όμως, ότι η εσωτερική βεβαιότητα ενός ανθρώπου δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιώσει τον πόνο που προκαλεί στους άλλους.

Η Ρετζίνα τελικά παντρεύτηκε τον Γιόχαν Φρέντερικ Σλέγκελ το 1847. Ο Κίρκεγκορ συντετρίμμενος συνειδητοποίησε ότι η θυσία του ήταν οριστική. Το βιβλίο παραμένει ένα μνημείο της προσπάθειάς του να δικαιολογήσει στον εαυτό του και σε εκείνη γιατί επέλεξε τον δρόμο του «φόβου και τρόμου» αντί για την ευτυχία. Η Ρετζίνα Όλσεν διάβασε τα έργα του Κίρκεγκορ, συμπεριλαμβανομένου του «Φόβος και Τρόμος» και του «Είτε/Είτε». Ζώντας στην ίδια μικρή κοινωνία της Κοπεγχάγης, ήταν αδύνατον να αγνοήσει τον θόρυβο γύρω από το όνομά του, ενώ αναγνώριζε αμέσως τον εαυτό της πίσω από τις γραμμές των βιβλίων του. Μπορεί αρχικά να ενιωσε βαθιά πληγωμένη από τον τρόπο που ο Κίρκεγκορ την εγκατέλειψε, παριστάνοντας τον αναίσθητο, ωστόσο, διαβάζοντας τα βιβλία του τα επόμενα χρόνια, άρχισε να ενώνει τα κομμάτια του παζλ. Κατάλαβε ότι ο Κίρκεγκορ δεν την άφησε επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά επειδή ένιωθε μια «θεϊκή κλήση» που τον ανάγκαζε να τη θυσιάσει. Το 1855, λίγο πριν η Ρετζίνα αναχωρήσει με τον σύζυγό της για την Καραϊβική (όπου εκείνος διορίστηκε κυβερνήτης), συνάντησε τυχαία τον Κίρκεγκορ στον δρόμο. Τον πλησίασε και του ψιθύρισε: «Ο Θεός να σε ευλογεί -είθε να σου έρθουν όλα δεξιά!». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ειδώθηκαν, μια έμμεση συγχώρεση για τη «θυσία» της.

Όταν ο Κίρκεγκορ πέθανε το 1855, άφησε με τη διαθήκη του όλη την περιουσία και τα προσωπικά του έγγραφα στη Ρετζίνα, αποκαλώντας την «χήρα» του, παρόλο που εκείνη ήταν παντρεμένη με άλλον. Αν και εκείνη αρνήθηκε τα χρήματα, κράτησε όλα τα γράμματα και τα χειρόγραφά του. Στο τέλος της ζωής της, έγινε η πιο πιστή προστάτιδα της μνήμης του, παραδίδοντας το αρχείο του σε μελετητές για να διασωθεί το έργο του.

Η Ρετζίνα παρέμεινε, με τον τρόπο της, μέρος της ιστορίας του Κίρκεγκορ, και ο Κίρκεγκορ άφησε πίσω του ένα έργο που μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν η θυσία είναι πάντοτε απόδειξη αγάπης ή αν, κάποιες φορές, γίνεται το όνομα που δίνουμε στην αδυναμία μας να αντέξουμε την οικειότητα.

✒️ Η πίστη δεν είναι άλλοθι.

Η σκέψη του Κίρκεγκορ δεν προσφέρεται για εύκολη μετατροπή σε κανόνα ζωής. Το "Φόβος και Τρόμος" δεν μας διδάσκει ότι πρέπει να υπακούμε τυφλά σε όποια φωνή θεωρούμε ανώτερη ούτε ότι η προσωπική πίστη μάς απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στους άλλους.

Αντίθετα, αποκαλύπτει το βάρος μιας πίστης που δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποδείξεις και το τρομακτικό ενδεχόμενο να βρεθεί ο άνθρωπος μόνος απέναντι σε μια απόφαση που κανείς άλλος δεν μπορεί να κατανοήσει.

Στην καθημερινή ζωή, η επίκληση μιας ανώτερης αποστολής μπορεί να γίνει εύκολα άλλοθι. Πολιτικοί, θρησκευτικοί ηγέτες και ιδεολόγοι συχνά ισχυρίζονται ότι υπηρετούν έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον άνθρωπο, ζητώντας από τους άλλους να δεχτούν θυσίες που οι ίδιοι αποφασίζουν. Η περίπτωση του Αβραάμ, όπως την εξετάζει ο Κίρκεγκορ, δεν προσφέρει μια απλή νομιμοποίηση αυτής της συμπεριφοράς. Αναδεικνύει το παράδοξο και το βάρος μιας μοναδικής θρησκευτικής ιστορίας, το οποίο δεν μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε γενικό κανόνα.

Η πίστη, εφόσον γίνεται κατανοητή ως υπαρξιακή σχέση, δεν εξαλείφει τον φόβο ούτε μετατρέπει την αβεβαιότητα σε βεβαιότητα. Τον κάνει αναπόφευκτο σύντροφο της απόφασης. Και η αγωνία δεν είναι απαραίτητα σημάδι αδυναμίας. Μπορεί να είναι η επίγνωση ότι οι επιλογές μας έχουν κόστος, ότι δεν μπορούμε πάντοτε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την απώλεια και ότι η ευθύνη δεν εξαφανίζεται επειδή πιστεύουμε πως υπηρετούμε έναν ανώτερο σκοπό.

✒️ Από τον Κίρκεγκορ στον υπαρξισμό.

Η σημασία του Κίρκεγκορ ξεπερνά το θεολογικό πλαίσιο του έργου του. Η έμφαση στην ατομική ύπαρξη, στην αγωνία, στην επιλογή και στην ευθύνη επηρέασε βαθιά τη μεταγενέστερη υπαρξιστική σκέψη.

Ο Κίρκεγκορ θεωρείται ο «πατέρας του υπαρξισμού». Αν και ο ίδιος ήταν βαθιά θρησκευόμενος (χριστιανός υπαρξιστής), οι ιδέες του στο «Φόβος και Τρόμος» επηρέασαν καθοριστικά τους άθεους υπαρξιστές του 20ού αιώνα, όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Αλμπέρ Καμύ.

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ ανέπτυξε μια διαφορετική, άθεη φιλοσοφία, στην οποία ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε μια προκαθορισμένη θεϊκή τάξη. Ο Αλμπέρ Καμύ, από τη δική του πλευρά, στοχάστηκε πάνω στο παράλογο, στην ανθρώπινη εξέγερση και στην ανάγκη να ζει κανείς χωρίς εγγυήσεις για ένα τελικό νόημα.

Δεν πρόκειται για ταυτόσημες φιλοσοφίες. Ο Κίρκεγκορ θεμελιώνει την προβληματική του στη σχέση του ατόμου με τον Θεό, ενώ οι μεταγενέστεροι στοχαστές αναπτύσσουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα της ύπαρξης. Εκείνο που τους συνδέει είναι η άρνηση να αντιμετωπίσουν τον άνθρωπο ως ένα απλό γρανάζι ενός συστήματος και η επιμονή τους ότι η ζωή δεν μπορεί να εξαντληθεί σε αφηρημένους κανόνες.

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που γνωρίζει. Είναι και αυτό που επιλέγει, αυτό που φοβάται, αυτό που χάνει και αυτό που εξακολουθεί να ελπίζει, παρά την απουσία εγγυήσεων.

✒️ Ο φόβος, ο τρόμος και η ανθρώπινη μοναξιά.

Το "Φόβος και Τρόμος" παραμένει ένα δύσκολο βιβλίο, επειδή δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να κρυφτεί πίσω από μια εύκολη ηθική απάντηση. Μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και στην ηθική, ανάμεσα στην προσωπική αποστολή και στην ανθρώπινη αγάπη, ανάμεσα στην παραίτηση και στην ελπίδα.

Η ιστορία του Αβραάμ μάς ρωτά αν υπάρχει μια σχέση με το απόλυτο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με ανθρώπινους όρους. Η ιστορία του Κίρκεγκορ και της Ρετζίνα μάς φέρνει πιο κοντά στο τίμημα που μπορεί να έχει μια απόφαση όταν ο άνθρωπος πιστεύει ότι οφείλει να εγκαταλείψει εκείνο που αγαπά.

Δεν είναι βέβαιο ότι κάθε παραίτηση κρύβει πίστη. Ούτε ότι κάθε θυσία είναι αναγκαία. Μερικές φορές η παραίτηση είναι γενναιότητα· άλλες φορές είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε καθήκον. Και κάποιες φορές η επιμονή σε μια αποστολή μπορεί να γίνει τρόπος να αποφύγουμε τη δυσκολότερη ευθύνη: να μείνουμε κοντά σε έναν άλλον άνθρωπο και να αποδεχτούμε την ατέλεια της κοινής μας ζωής.

Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο ερώτημα του Κίρκεγκορ να μην είναι αν ο άνθρωπος μπορεί να θυσιάσει τα πάντα για την πίστη του. Είναι αν μπορεί να αναγνωρίσει πότε η πίστη του τον οδηγεί πέρα από τα όρια της λογικής και πότε ο ίδιος χρησιμοποιεί το απόλυτο για να δικαιολογήσει μια επιλογή που φοβάται να εξετάσει κατάματα.

Γιατί ο φόβος δεν γεννιέται μόνο μπροστά σε όσα μπορεί να χάσουμε. Γεννιέται και μπροστά στην πιθανότητα να ανακαλύψουμε ότι η θυσία μας δεν ήταν αναπόφευκτη.

Και ο τρόμος αρχίζει όταν, έχοντας εγκαταλείψει εκείνο που αγαπάμε, δεν μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε αν το κάναμε από πίστη ή επειδή δεν τολμήσαμε να πιστέψουμε πως θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε.




Γιατί φοβόμαστε τις ενέσεις;



Ο φόβος της ένεσης είναι ένα παράξενο παιχνίδι του μυαλού: γνωρίζουμε ότι μια μικρή βελόνα μπορεί να μας βοηθήσει, κι όμως, μόλις τη δούμε, το σώμα μας συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται μπροστά σε απειλή.

Δεν φοβόμαστε πάντα τον πόνο. Φοβόμαστε την προσμονή του. Εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τσίμπημα, όταν η φαντασία προλαβαίνει την πραγματικότητα και μετατρέπει μια μικρή ενόχληση σε ολόκληρη περιπέτεια. Η βελόνα δεν έχει ακόμη αγγίξει το δέρμα και ο εγκέφαλος έχει ήδη σκηνοθετήσει την καταστροφή.

Για κάποιους, ο φόβος ξεκινά από μια δυσάρεστη παιδική ανάμνηση. Για άλλους, από την εικόνα του αίματος, την αίσθηση ότι χάνουν τον έλεγχο ή την αδυναμία να γνωρίζουν ακριβώς τι θα αισθανθούν. Το σώμα αντιδρά αυτόματα: η καρδιά επιταχύνει, οι μύες σφίγγονται, οι παλάμες ιδρώνουν. Σε ορισμένους ανθρώπους, μάλιστα, η αρτηριακή πίεση πέφτει απότομα και εμφανίζεται τάση λιποθυμίας.

Κι εδώ βρίσκεται η ειρωνεία: πολλές φορές υποφέρουμε περισσότερο από την αναμονή της ένεσης παρά από την ίδια την ένεση.

Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο. Η ένεση είναι μια μικρή εισβολή στο σώμα μας. Ένα ξένο αντικείμενο διαπερνά το δέρμα, αυτό το όριο που μας χωρίζει από τον κόσμο. Ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε σε ασφαλή χέρια, ένα αρχέγονο ένστικτο αυτοπροστασίας μπορεί να ενεργοποιηθεί. Η λογική λέει «δεν κινδυνεύεις», αλλά το ένστικτο δεν περιμένει πάντα να ακούσει τις εξηγήσεις.

Γι’ αυτό και το «μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα» σπάνια βοηθά. Ο φόβος δεν υπακούει σε διαταγές. Χρειάζεται χρόνο, εμπιστοσύνη και την αίσθηση ότι έχουμε κάποιον έλεγχο πάνω σε αυτό που πρόκειται να συμβεί.

Μερικές φορές αρκεί να κοιτάξουμε αλλού, να αναπνεύσουμε αργά, να χαλαρώσουμε το χέρι μας και να ενημερώσουμε τον επαγγελματία υγείας για τον φόβο μας. Αν υπάρχει τάση λιποθυμίας, βοηθά να γίνει η ένεση ξαπλωμένοι. Όταν ο φόβος είναι έντονος, η σταδιακή εξοικείωση και η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά.

Ίσως, τελικά, να μη φοβόμαστε τόσο τη βελόνα όσο την αδυναμία μας να ελέγξουμε αυτό που έρχεται. Η ένεση διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα. Ο φόβος, όμως, μπορεί να αρχίσει ώρες ή και ημέρες νωρίτερα.

Η βελόνα τρυπά το δέρμα. Η φαντασία, όμως, μπορεί να τρυπά την ηρεμία μας πολύ πριν από εκείνη.


Γιατί οι άνθρωποι φοβούνται το αίμα...


Το αίμα είναι ίσως το πιο παράξενο υγρό του ανθρώπινου σώματος. Όσο κυκλοφορεί μέσα μας, δεν το σκεφτόμαστε. Είναι η αθέατη εργασία της ζωής, ένας κόκκινος ποταμός που μεταφέρει οξυγόνο, θρέφει τα όργανα και κρατά τον οργανισμό σε λειτουργία. Αρκεί όμως να εμφανιστεί έξω από το σώμα, για να αλλάξει η σημασία του. Εκεί που πριν υπήρχε ζωή, ξαφνικά βλέπουμε τον τραυματισμό, τον πόνο, τον θάνατο.

Ίσως γι’ αυτό φοβόμαστε το αίμα. Όχι μόνο επειδή μας θυμίζει ότι είμαστε ευάλωτοι, αλλά επειδή μας αποκαλύπτει κάτι που συνήθως προσπαθούμε να ξεχάσουμε: ότι το σώμα μας δεν είναι άτρωτο. Η λεπτή επιφάνεια του δέρματος, που μας χωρίζει από τον κόσμο, μπορεί να σκιστεί μέσα σε μια στιγμή. Και τότε η ασφάλεια γίνεται αβεβαιότητα.

Υπάρχει, βέβαια, και η βιολογία. Η θέα του αίματος μπορεί να προκαλέσει μια απότομη σωματική αντίδραση: ζάλη, ναυτία, πτώση της αρτηριακής πίεσης, ακόμη και λιποθυμία. Σε ορισμένους ανθρώπους, το νευρικό σύστημα αντιδρά με έναν ιδιότυπο συνδυασμό συναγερμού και ακινητοποίησης. Είναι ένας μηχανισμός που δεν υπακούει πάντα στη λογική ούτε υποχωρεί με μια απλή προτροπή του τύπου «μη φοβάσαι».

Όμως το αίμα έχει και μια βαθύτερη, συμβολική δύναμη. Είναι το σημάδι της γέννησης, της συγγένειας, της θυσίας, της βίας. Με το αίμα συνδέουμε την οικογένεια, αλλά και τον πόλεμο· τη ζωή που έρχεται στον κόσμο, αλλά και τη ζωή που χάνεται. Είναι ταυτόχρονα οικείο και τρομακτικό, δικό μας και ξένο.

Κι εδώ βρίσκεται η αντίφαση: μπορούμε να παρακολουθούμε καθημερινά εικόνες πολέμου στις οθόνες μας, να βλέπουμε την ανθρώπινη δυστυχία σαν ένα ακόμη επεισόδιο της επικαιρότητας, αλλά να αποστρέφουμε το βλέμμα μπροστά σε μια πραγματική σταγόνα αίματος. Ίσως επειδή η εικόνα μάς επιτρέπει να κρατάμε απόσταση, ενώ το πραγματικό αίμα καταργεί την απόσταση. Δεν μας αφήνει να παραμείνουμε απλοί θεατές.

Ο φόβος του αίματος, τελικά, δεν είναι πάντοτε φόβος για το ίδιο το αίμα. Είναι φόβος για όσα φανερώνει: την ευθραυστότητα της σάρκας, την απώλεια του ελέγχου, τον πόνο του άλλου και, πίσω από όλα αυτά, τη δική μας θνητότητα.

Το αίμα δεν μας τρομάζει όταν κυκλοφορεί μέσα μας. Μας τρομάζει όταν μας θυμίζει πόσο εύκολα μπορεί να πάψει να κυκλοφορεί.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ανθρώπινη αντίφαση: κουβαλάμε μέσα μας, κάθε στιγμή, το ίδιο πράγμα που φοβόμαστε να αντικρίσουμε έξω από εμάς.


Τι φοβάται ο άνθρωπος;



Ο άνθρωπος φοβάται τον θάνατο, αλλά συχνά ξεχνά να ζήσει. Φοβάται τη μοναξιά, μα συμβιβάζεται με ανθρώπους που τον κάνουν να αισθάνεται μόνος. Φοβάται την αποτυχία και γι’ αυτό εγκαταλείπει τα όνειρά του πριν ακόμη δοκιμάσει. Φοβάται την αλλαγή, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα που γνωρίζει τον πνίγει.

Πάνω απ’ όλα, όμως, φοβάται την ελευθερία. Γιατί η ελευθερία απαιτεί αποφάσεις, ρήξεις και ευθύνη. Είναι ευκολότερο να κατηγορείς τις συνθήκες, την κοινωνία, τους άλλους, παρά να αναρωτηθείς τι έκανες εσύ με τις δυνατότητές σου.

Ίσως, τελικά, ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου να μην είναι το τέλος της ζωής, αλλά η στιγμή που θα καταλάβει πως έζησε σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων και όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες.

Φοβάται να χάσει όσα έχει, χωρίς να υποψιάζεται πόσα δεν τόλμησε ποτέ να αποκτήσει.


20/10/26

Ποιος φοβάται τις εκλογές;



Οι εκλογές είναι μια παράξενη υπόθεση. Κάθε τέσσερα χρόνια, περίπου, οι κυβερνώντες θυμούνται ότι η εξουσία ανήκει στον λαό. Στο μεταξύ, κάνουν ό,τι μπορούν για να τον πείσουν πως δεν υπάρχει λόγος να την πάρει πίσω: την εξουσία εννοείται- που ο λαός τους την παραχώρησε με την ψήφο του. Γιατί την ψήφο άπαξ και ο λαός την ρίξει στην κάλπη με τίποτα δεν την παίρνει πίσω. 

Τον καλούν να ψηφίσει, αρκεί να μην αμφισβητήσει όσα έχουν ήδη αποφασιστεί. Του ζητούν να επιλέξει, αρκεί να μην επιλέξει κάτι που θα ανατρέψει τις ισορροπίες. Του μιλούν για τη δημοκρατία, αλλά συχνά συμπεριφέρονται σαν να είναι μια ενοχλητική διαδικασία που πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.

Και τότε αρχίζει η γνωστή συζήτηση: Είναι η κατάλληλη στιγμή; Είναι ώριμες οι συνθήκες; Αντέχει η οικονομία; Μήπως χρειάζεται σταθερότητα;

Η σταθερότητα, βέβαια, είναι υπέροχο πράγμα. Ιδίως για εκείνους που βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Για τους υπόλοιπους, μπορεί να σημαίνει απλώς ότι πρέπει να συνηθίσουν τη θέση τους.

Αλλά ποιος φοβάται πραγματικά τις εκλογές; Εκείνος που κυβερνά και θέλει να συνεχίσει να κυβερνά χωρίς να ενοχλείται; Εκείνος που έχει επενδύσει στην πολιτική του επιβίωση; Εκείνος που συγχέει το κράτος με το κόμμα του, τους θεσμούς με τους μηχανισμούς του και την κοινωνική συναίνεση με τη σιωπή;

Ή μήπως τις φοβούνται όσοι έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως θεατές μιας παράστασης, στην οποία οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κοστούμια, αλλά το έργο παραμένει το ίδιο;

Οι εκλογές, ασφαλώς, δεν λύνουν από μόνες τους τα προβλήματα. Δεν καταργούν την ανισότητα, δεν εξαφανίζουν τη διαφθορά, δεν εξασφαλίζουν ότι οι υποσχέσεις θα γίνουν πράξεις. Προσφέρουν, όμως, κάτι θεμελιώδες: τη δυνατότητα του πολίτη να κρίνει, να αποδοκιμάσει, να επιβραβεύσει ή να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Κι αυτό είναι που κάνει την κάλπη τόσο ενοχλητική για όποιον θεωρεί την εξουσία προσωπική ιδιοκτησία.

Γιατί στη δημοκρατία η κυβέρνηση δεν έχει ιδιοκτήτη. Έχει ημερομηνία λήξης και οφείλει να λογοδοτεί. Δεν δικαιούται να απαιτεί την εμπιστοσύνη των πολιτών ως λευκή επιταγή ούτε να επικαλείται διαρκώς τον φόβο της επόμενης ημέρας για να αποφεύγει την κρίση της κοινωνίας.

Οι εκλογές δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία. Είναι η δοκιμασία της.

Και αν κάποιος τις φοβάται, το ερώτημα δεν είναι γιατί ο λαός θέλει να ψηφίσει.

Το ερώτημα είναι γιατί ορισμένοι θέλουν τόσο πολύ να αποφασίζουν εκείνοι πότε δικαιούται να μιλήσει.





«Οι Σουφραζέτες.»


Suffragette: Η ισότητα δεν χαρίστηκε, κατακτήθηκε.

📽 «Οι Σουφραζέτες»: Η ταινία της Sarah Gavron φωτίζει τον αγώνα των γυναικών για το δικαίωμα ψήφου και μας θυμίζει πως πολλά από όσα σήμερα θεωρούμε αυτονόητα κατακτήθηκαν μέσα από διώξεις, φυλακίσεις και προσωπικές θυσίες.

Υπάρχουν δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, ξεχνώντας πως κάποτε αποτελούσαν προνόμια λίγων. Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών είναι ένα από αυτά. Η ταινία "Suffragette" («Οι Σουφραζέτες»), παραγωγής 2015, σε σκηνοθεσία της Sarah Gavron και σενάριο της Abi Morgan, μας μεταφέρει στη Βρετανία των αρχών του 20ού αιώνα, αναδεικνύοντας τον αγώνα για την πολιτική ισότητα.

Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορική ταινία, αλλά για μια ιστορία αντίστασης απέναντι σε μια κοινωνία που αντιμετώπιζε τις γυναίκες ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

💃 Από την υποταγή στην αντίσταση.

Η πρωταγωνίστρια, Maud Watts, την οποία υποδύεται η Carey Mulligan, είναι μια νεαρή εργάτρια σε βιομηχανικό πλυντήριο του Λονδίνου. Εργάζεται από παιδί, βιώνει την εκμετάλλευση και τη σεξουαλική παρενόχληση, ενώ στο σπίτι της αντιμετωπίζει τους περιορισμούς μιας βαθιά πατριαρχικής κοινωνίας.

Η Maud είναι φανταστικό πρόσωπο, αλλά η ιστορία της αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες ζωής πολλών γυναικών της εργατικής τάξης. Όταν έρχεται σε επαφή με το κίνημα των σουφραζετών, η προσωπική της αγανάκτηση μετατρέπεται σε πολιτική συνείδηση.

Σημαντική μορφή της ταινίας είναι η Emmeline Pankhurst, την οποία υποδύεται η Meryl Streep. Ιδρύτρια της Women's Social and Political Union το 1903, η Pankhurst υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ηγέτιδες του μαχητικού κινήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών.

Το σύνθημα «Πράξεις, όχι λόγια» εκφράζει την απογοήτευση ενός τμήματος του κινήματος απέναντι στην αργή πρόοδο των διεκδικήσεων. Ορισμένες ακτιβίστριες στράφηκαν σε παράνομες και δυναμικές ενέργειες, αντιμετωπίζοντας συλλήψεις, φυλακίσεις και καταστολή. Άλλες συνέχισαν να υποστηρίζουν ειρηνικές μορφές διαμαρτυρίας. Το γυναικείο κίνημα δεν υπήρξε ενιαίο ως προς τις μεθόδους του, είχε όμως κοινό αίτημα την πολιτική ισότητα.

✊️ Το προσωπικό τίμημα της ελευθερίας.

Η Maud πληρώνει ακριβά την απόφασή της να αγωνιστεί. Φυλακίζεται, υφίσταται αναγκαστική σίτιση κατά τη διάρκεια απεργίας πείνας και έρχεται αντιμέτωπη με τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η σύγκρουση με τον σύζυγό της οδηγεί στην απομάκρυνσή της από το σπίτι και στην απώλεια της καθημερινής επαφής με τον γιο της.

Η ιστορία της είναι μυθοπλαστική, αλλά φωτίζει μια πραγματικότητα της εποχής: οι γυναίκες που αμφισβητούσαν τους κοινωνικούς κανόνες κινδύνευαν να χάσουν όχι μόνο την κοινωνική τους θέση, αλλά και την οικογενειακή τους ασφάλεια και την ατομική τους ελευθερία.

Η ταινία αναδεικνύει έτσι μια ουσιαστική αντίφαση. Οι γυναίκες εργάζονταν, συντηρούσαν οικογένειες και συμμετείχαν στην οικονομική ζωή, αλλά δεν διέθεταν ίσα πολιτικά δικαιώματα. Η απαίτηση για ψήφο ήταν επομένως κάτι περισσότερο από μια θεσμική διεκδίκηση: ήταν αμφισβήτηση μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

🏇 Η Emily Davison και το τραγικό γεγονός του Epsom.

Στην κορύφωση της ταινίας παρουσιάζεται ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός. Στις 4 Ιουνίου 1913, κατά τη διάρκεια του Derby στο Epsom, η ακτιβίστρια Emily Wilding Davison βρέθηκε μπροστά στο άλογο Anmer, ιδιοκτησίας του βασιλιά Γεωργίου Ε΄, και τραυματίστηκε θανάσιμα. Πέθανε τέσσερις ημέρες αργότερα.

Η Davison είχε αφιερώσει τη ζωή της στον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών και είχε φυλακιστεί επανειλημμένα. Το γεγονός προκάλεσε διεθνή δημοσιότητα, ενώ η κηδεία της εξελίχθηκε σε μεγάλη δημόσια εκδήλωση του κινήματος. Η ιστορία της συμβολίζει το υψηλό τίμημα που κατέβαλαν πολλές γυναίκες για να ακουστούν σε μια κοινωνία που αρνιόταν να αναγνωρίσει τα δικαιώματά τους.

✊️ Από τη Βρετανία στην Ελλάδα και στον Κόσμο.

Η κατάκτηση της εκλογικής ισότητας υπήρξε σταδιακή. Στη Βρετανία, το 1918 το δικαίωμα ψήφου δόθηκε σε γυναίκες άνω των 30 ετών που πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πλήρης εκλογική ισότητα με τους άνδρες κατοχυρώθηκε το 1928.

Στην Ελλάδα, οι γυναίκες για  πρώτη  φορά συμμετείχαν στις εκλογές του Εθνικού Συμβουλίου που οργάνωσε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης το 1944. Τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε εθνικό επίπεδο κατοχυρώθηκαν το 1952, ενώ οι Ελληνίδες συμμετείχαν σε βουλευτικές εκλογές με γενικευμένο δικαίωμα ψήφου το 1956.  Υπήρξαν χώρες που καθυστέρησαν ακόμη περισσότερο (όπως η Ελβετία το 1971). Η Σαουδική Αραβία ήταν η τελευταία χώρα του κόσμου που επέκτεινε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες στις δημοτικές εκλογές του 2015.  Το Βατικανό είναι η μόνη επικράτεια στον κόσμο όπου οι γυναίκες δεν ψηφίζουν. Αυτό συμβαίνει επειδή το κράτος αποτελεί απόλυτη θεοκρατική μοναρχία. Η μόνη εκλογική διαδικασία που πραγματοποιείται είναι για την ανάδειξη του Πάπα. Δικαίωμα ψήφου σε αυτήν έχουν αποκλειστικά οι Καρδινάλιοι της Καθολικής Εκκλησίας, ένα αξίωμα που παραμένει κλειστό για τις γυναίκες.

Σε ορισμένα κράτη βέβαια με απολυταρχικά καθεστώτα, οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα ψήφου ακόμη και σήμερα επειδή δεν διεξάγονται καθόλου εθνικές εκλογές ή επειδή το δικαίωμα ψήφου είναι εξαιρετικά περιορισμένο για ολόκληρο τον πληθυσμό, ανεξαρτήτως φύλου. Στο Μπρουνέι δεν έχουν διεξαχθεί εθνικές εκλογές από το 1962. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορούν να ψηφίσουν μόνο σε τοπικό επίπεδο για την εκλογή ηγετών των χωριών. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα & στο Κατάρ, οι εκλογικές διαδικασίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες ή έχουν ανασταλεί, περιορίζοντας τα πολιτικά δικαιώματα και των δύο φύλων.




📽 Γιατί αξίζει να δει κανείς την ταινία σήμερα;

Με τις ερμηνείες της Carey Mulligan, της Helena Bonham Carter και της Meryl Streep, η ταινία αποφεύγει να παρουσιάσει τον αγώνα των γυναικών ως μια εύκολη πορεία προς τη δικαίωση. Αναδεικνύει τον φόβο, τις απώλειες και τις συγκρούσεις που συνόδευσαν μια βαθιά κοινωνική αλλαγή.

Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ: η Maud είναι φανταστική και ορισμένα γεγονότα έχουν δραματοποιηθεί. Η ιστορική της βάση, ωστόσο, μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο αυτονόητη μπορεί να είναι μια ελευθερία, όταν χρειάστηκαν δεκαετίες αγώνων για να αναγνωριστεί;

Η ιστορία των σουφραζετών δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Μας θυμίζει ότι οι κοινωνίες αλλάζουν όταν κάποιοι αρνούνται να αποδεχθούν την αδικία ως φυσική τάξη πραγμάτων.

Η ισότητα δεν χαρίστηκε από την εξουσία. Κατακτήθηκε από ανθρώπους που τόλμησαν να αμφισβητήσουν όσα οι άλλοι θεωρούσαν αμετάβλητα. Και κάθε δικαίωμα που κατακτήθηκε με αγώνες αξίζει να προστατεύεται, όχι να θεωρείται δεδομένο.





Τα δικαιώματα του καπνιστή...

 


Ο καπνιστής είναι ένας άνθρωπος υπό διωγμό. Κάποτε τον έβλεπες να ανάβει τσιγάρο στο καφενείο, στο γραφείο, στο μπαλκόνι, ακόμη και σε φωτογραφίες όπου οι διανοούμενοι έμοιαζαν να σκέφτονται βαθύτερα επειδή έβγαζαν καπνό από το στόμα. Σήμερα, πριν ανάψει τσιγάρο, πρέπει να κάνει τοπογραφική μελέτη, να εντοπίσει τον πλησιέστερο επιτρεπόμενο χώρο και να βεβαιωθεί ότι δεν ενοχλεί κανέναν σε ακτίνα τριών οικοδομικών τετραγώνων.

Το δικαίωμα του καπνιστή, βεβαίως, δεν είναι δικαίωμα να καπνίζει πάνω από το πιάτο του διπλανού, στο πρόσωπο ενός παιδιού ή στα πνευμόνια κάποιου που δεν κάπνισε ποτέ. Η ελευθερία του ενός σταματά εκεί όπου αρχίζει η αναγκαστική εισπνοή του άλλου. Αλλά κάπου ανάμεσα στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην ηθική σταυροφορία, ο καπνιστής μετατρέπεται συχνά από άνθρωπο με μια κακή συνήθεια σε δημόσιο κατηγορούμενο.

Δεν φτάνει που πληρώνει για να αγοράσει τα τσιγάρα του. Πληρώνει και φόρους για να τα αγοράσει, ενώ το κράτος εισπράττει και ταυτόχρονα του εξηγεί πόσο κακό κάνει στον εαυτό του. Μια ιδιότυπη σχέση: ο ένας πουλάει, ο άλλος αγοράζει, και στο τέλος ο ένας συμβουλεύει τον άλλον να σταματήσει. Ο καπνιστής, πάντως, δεν ζητά να του απονεμηθεί παράσημο αυτοκαταστροφής. Ζητά απλώς να μην αντιμετωπίζεται σαν να διέπραξε έγκλημα επειδή άναψε ένα τσιγάρο στον επιτρεπόμενο χώρο.

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράδοξο. Ζούμε σε μια κοινωνία που ανέχεται την εξάντληση στη δουλειά, την αγωνία για το νοίκι, το άγχος της επιβίωσης, την ατμοσφαιρική ρύπανση και την καθημερινή κατανάλωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όλα αυτά θεωρούνται λίγο-πολύ φυσιολογικά. Για ένα τσιγάρο, όμως, μπορεί να στηθεί ολόκληρο ηθικό δικαστήριο.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία και η διακοπή του είναι σημαντική. Αλλά η ενημέρωση δεν χρειάζεται περιφρόνηση, ούτε η πρόληψη απαιτεί εξευτελισμό. Ο καπνιστής δικαιούται σεβασμό, όπως δικαιούται και ο μη καπνιστής καθαρό αέρα. Η πολιτισμένη κοινωνία δεν χρειάζεται ούτε να κυνηγά ανθρώπους με αναπτήρες ούτε να τους επιτρέπει να καπνίζουν παντού.

Το πραγματικό δικαίωμα του καπνιστή είναι να παραμένει άνθρωπος και όχι να γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Να μπορεί να ανάψει το τσιγάρο του εκεί όπου επιτρέπεται, χωρίς να θεωρείται λεπρός, και να μπορεί κάποτε να το σβήσει οριστικά χωρίς να αισθάνεται ότι έχασε ένα κομμάτι της ελευθερίας του.

Γιατί ελευθερία δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις αδιαφορώντας για τους άλλους. Είναι να μη χρειάζεται να απαγορεύσουμε την ανθρωπιά για να προστατεύσουμε την υγεία.

Και, μεταξύ μας, αν μπορούσαμε να απαγορεύσουμε όλα όσα μας κάνουν κακό, θα έπρεπε να κλείσουμε πρώτα τα χρηματιστήρια, μερικά τηλεοπτικά στούντιο και αρκετά κοινοβούλια. Το τσιγάρο θα μπορούσε να περιμένει στην ουρά.


Τα αντρικά δικαιώματα και άλλα ανέκδοτα...


Ο άντρας είναι ένα παρεξηγημένο πλάσμα. Από μικρό παιδί τον εκπαιδεύουν για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. «Οι άντρες δεν κλαίνε», του λένε, κι εκείνος μεγαλώνει και κλαίει κρυφά μπροστά στον λογαριασμό της ΔΕΗ. «Ο άντρας πρέπει να είναι κυνηγός», του λένε, κι εκείνος περνάει τρεις ώρες στο σούπερ μάρκετ ψάχνοντας τη μάρκα γιαουρτιού που του υπέδειξε η γυναίκα του.

Το δικαίωμα στην ισότητα αρχίζει από το σπίτι. Να μπορεί να πει «σήμερα μαγειρεύω εγώ» χωρίς να χρειαστεί να κληθεί η Πυροσβεστική. Να έχει δικαίωμα επιλογής στην τηλεόραση, έστω για ένα ημίχρονο, χωρίς να ακούσει την ιστορική φράση «καλά, δεν βλέπεις ότι δεν έχει τίποτα;». Να μπορεί να αγοράσει ένα εργαλείο που δεν χρειάζεται, επειδή κάποτε μπορεί να χρειαστεί να επισκευάσει κάτι που δεν έχει χαλάσει ακόμη.

Και βέβαια, υπάρχει το δικαίωμα στην ασθένεια. Ο άντρας με 38 πυρετό θεωρεί ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της διαθήκης. Η γυναίκα με 39 μαγειρεύει, πλένει, φροντίζει τα παιδιά και στο τέλος ρωτάει αν θέλει να του φτιάξει και μια σουπίτσα. Εδώ η ισότητα έχει ακόμη δρόμο. Κυρίως μέχρι το φαρμακείο.

Αλλά και το δικαίωμα στην επικοινωνία είναι σοβαρή υπόθεση. Όταν η γυναίκα ρωτάει «τι έχεις;», ο άντρας απαντά «τίποτα». Όταν εκείνη ξαναρωτάει, απαντά πάλι «τίποτα». Όταν μετά από δύο ώρες εκείνη ανακαλύπτει τι έχει, εκείνος απορεί πώς το κατάλαβε. Η αντρική ψυχολογία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της επιστήμης, μαζί με το πού εξαφανίζονται οι κάλτσες μέσα στο πλυντήριο.

Και φυσικά, υπάρχει το δικαίωμα στην τελευταία λέξη. Ένα δικαίωμα που ο άντρας πιστεύει ότι διαθέτει συνταγματικά, μέχρι να ακούσει το «εντάξει, κάνε ό,τι θέλεις». Τότε αντιλαμβάνεται ότι το Σύνταγμα έχει ανασταλεί και ότι η δημοκρατία λειτουργεί με ειδικές διατάξεις.

Ας σοβαρευτούμε, όμως. 

Ο άντρας δικαιούται να μαγειρεύει, να καθαρίζει, να κλαίει, να φοβάται, να μεγαλώνει παιδιά και να μην ξέρει να αλλάζει λάστιχο. Δικαιούται ακόμη να παραδεχτεί ότι η γυναίκα του έχει δίκιο, χωρίς να θεωρηθεί ότι απειλείται η εθνική κυριαρχία.

Το δικαίωμα στην ισότητα είναι ιερό. Αρκεί να μη χρειαστεί να σιδερώσουμε το πουκάμισο μόνοι μας για να το υπερασπιστούμε.


Το δικαίωμα της γυναίκας στην ψήφο.

Υπήρξε μια εποχή που η γυναίκα μπορούσε να γεννά τους πολίτες, να μεγαλώνει τους αυριανούς ψηφοφόρους, να εργάζεται, να πληρώνει φόρους, να υπομένει τους πολέμους και να θρηνεί τους νεκρούς τους, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει την κοινωνία στην οποία ζούσε. Η κοινωνία τής αναγνώριζε σχεδόν όλες τις υποχρεώσεις και της αρνούνταν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα: την πολιτική της φωνή.

Η ιστορία του δικαιώματος ψήφου των γυναικών είναι η ιστορία μιας μεγάλης κοινωνικής σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούσαν την πολιτική προνόμιο των ανδρών και σε εκείνες που αρνήθηκαν να αποδεχτούν ότι η ιδιότητα του πολίτη καθορίζεται από το φύλο. Δεν ήταν μια αυτονόητη εξέλιξη της προόδου ούτε ένα δώρο που προσφέρθηκε από την καλή θέληση της εξουσίας. Ήταν μια κατάκτηση, αποτέλεσμα αγώνων, διεκδικήσεων, φυλακίσεων και κοινωνικής αμφισβήτησης.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το κίνημα των σουφραζέτων στη Βρετανία έδωσε στον αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση των γυναικών μια δυναμική και μαχητική μορφή. Με πρωταγωνίστρια την Έμελιν Πάνκχερστ και την οργάνωση Women's Social and Political Union, που ιδρύθηκε το 1903, γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, οργάνωσαν διαδηλώσεις, αμφισβήτησαν δημόσια την ανδρική κυριαρχία στην πολιτική και αντιμετώπισαν την αστυνομική καταστολή και τη φυλάκιση. Το σύνθημά τους, «Πράξεις, όχι λόγια», συμπύκνωνε την αγανάκτησή τους απέναντι σε μια κοινωνία που μπορούσε να συζητά ατελείωτα για την ισότητα, χωρίς να είναι πρόθυμη να την εφαρμόσει.

Οι σουφραζέτες δεν ήταν οι μοναδικές γυναίκες που αγωνίστηκαν για την ψήφο. Άλλες σουφραζίστριες επέλεξαν ειρηνικές και θεσμικές μορφές διεκδίκησης, ενώ ευρύτερα γυναικεία κινήματα συνέδεσαν την πολιτική ισότητα με την εκπαίδευση, την εργασία, την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική αξιοπρέπεια. Παρά τις διαφορές στις μεθόδους τους, όλες αυτές οι διεκδικήσεις έθεταν το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: με ποιο δικαίωμα μια κοινωνία απαιτεί από τις γυναίκες να υπακούουν στους νόμους της, όταν τους αρνείται τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους;

Η κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου στη Βρετανία ήρθε σταδιακά. Το 1918 δόθηκε δικαίωμα ψήφου σε ορισμένες κατηγορίες γυναικών, με περιορισμούς ηλικίας και άλλες προϋποθέσεις, ενώ το 1928 εξισώθηκαν οι όροι ψήφου ανδρών και γυναικών. Η αλλαγή αυτή δεν υπήρξε απλώς μια θεσμική μεταρρύθμιση. Αποτέλεσε ρήγμα σε μια αντίληψη αιώνων, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα μπορούσε να θεωρείται υπεύθυνη για την οικογένεια, αλλά όχι ισότιμη συμμέτοχος στη δημόσια ζωή.

Στην Ελλάδα, η ιστορία του γυναικείου δικαιώματος ψήφου έχει μια ιδιαίτερη διαδρομή, καθώς συνδέεται και με την περίοδο της Κατοχής. Τον Απρίλιο του 1944, μέσα στις συνθήκες της γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Εθνικό Συμβούλιο, με πρωτοβουλία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της γνωστής ΠΕΕΑ, που αποκαλούνταν και «Κυβέρνηση του Βουνού».

Σε αυτή την εκλογική διαδικασία συμμετείχαν και γυναίκες, αποκτώντας τη δυνατότητα να ψηφίσουν και να συμμετάσχουν σε μια πολιτική διαδικασία που το επίσημο ελληνικό κράτος εξακολουθούσε να τους αρνείται. Ήταν μια στιγμή ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας: την ώρα που η χώρα βρισκόταν υπό κατοχή, μέσα στην πείνα, στις διώξεις και στον αγώνα για την απελευθέρωση, η πολιτική ισότητα εντασσόταν σε ένα ευρύτερο όραμα κοινωνικής συμμετοχής.

Η συμμετοχή των γυναικών στις εκλογές του 1944 και η Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα το 1948, οδήγησαν εξ ανάγκης στην μεταγενέστερη επίσημη κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών από το ελληνικό κράτος: το 1952 αναγνωρίστηκε νομοθετικά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στις βουλευτικές εκλογές, ενώ η πρώτη συμμετοχή τους σε εθνικές βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκε το 1956. Η απόσταση ανάμεσα στο 1944 και στο 1952 αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική δυνατότητα που ασκήθηκε μέσα στην Αντίσταση και στην κατοπινή θεσμική της αναγνώριση.

Ωστόσο, το δικαίωμα ψήφου δεν εξάλειψε αυτομάτως τις κοινωνικές ανισότητες. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να ψηφίζει δεν εξασφάλισε από μόνη της ίση αμοιβή, επαγγελματική ισότητα, οικονομική ανεξαρτησία, προστασία από τη βία ή ισότιμη παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η κάλπη άνοιξε μια πόρτα, αλλά δεν γκρέμισε όλους τους τοίχους.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Τα δικαιώματα δεν είναι φυσικά δώρα της εξουσίας προς τους ανθρώπους. Είναι κοινωνικές κατακτήσεις, που χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση. Κάθε φορά που μια γυναίκα αποκλείεται, υποτιμάται ή αντιμετωπίζεται ως λιγότερο ικανή εξαιτίας του φύλου της, η δημοκρατία αποκαλύπτει τις εκκρεμότητές της.

Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών δεν αφορά, άλλωστε, μόνο τις γυναίκες. Αφορά την ίδια την έννοια της δημοκρατίας. Ποια δημοκρατία μπορεί να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την κοινωνία, όταν αποκλείει από τις αποφάσεις της τον μισό πληθυσμό; Και πόσο καθολικό μπορεί να είναι ένα δικαίωμα όταν η εφαρμογή του εξαρτάται από το φύλο εκείνου που το διεκδικεί;

Οι σουφραζέτες, οι γυναίκες της Αντίστασης και οι γενιές των γυναικών που διεκδίκησαν την πολιτική ισότητα μάς υπενθυμίζουν ότι η ιστορία δεν προχωρά μόνο με νόμους και διακηρύξεις. Προχωρά όταν άνθρωποι που έχουν αποκλειστεί αρνούνται να αποδεχτούν τον αποκλεισμό τους. Όταν εκείνοι που θεωρούνται υπήκοοι απαιτούν να αναγνωριστούν ως πολίτες. Όταν το αυτονόητο παύει να είναι προνόμιο και γίνεται δικαίωμα.

Η ισότητα δεν αρχίζει όταν επιτρέπεται σε όλους να ψηφίζουν, αλλά όταν κανείς δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να έχει φωνή.

Γιατί η δημοκρατία δεν είναι ανδρική ή γυναικεία ιδιοκτησία. Είναι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να συμμετέχει ισότιμα στη διαμόρφωση του κοινού κόσμου. Και αυτό το δικαίωμα δεν παραχωρείται από εκείνους που κατέχουν την εξουσία. Κατακτάται από εκείνους που αρνούνται να ζουν χωρίς αυτό.


Το δικαίωμα της γυναίκας να ορίζει το σώμα της.




Υπάρχει μια παράξενη κοινωνία που μιλά αδιάκοπα για την ελευθερία, αρκεί να μπορεί να καθορίζει τα όριά της. Μια κοινωνία που διακηρύσσει πως το σώμα είναι προσωπική υπόθεση, μέχρι τη στιγμή που το γυναικείο σώμα εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο και τότε όλοι αποκτούν μια γνώμη, μια απαίτηση, μια ηθική να επιβάλουν.

Η γυναίκα μπορεί να ντυθεί όπως θέλει, αρκεί να μη ντυθεί τόσο ώστε να προκαλέσει και να θεωρηθεί προκλητική. Να είναι όμορφη, αλλά όχι να το επιδεικνύει. Να είναι σεμνή, αλλά όχι συντηρητική. Να είναι ελκυστική, αλλά να μην προκαλεί επιθυμίες. Να έχει προσωπικότητα, αρκεί να μην ενοχλεί την αισθητική και τις αντιλήψεις εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους αρμόδιο να την κρίνει. Ένας ατελείωτος κατάλογος αντιφάσεων, γραμμένος πάνω στο ύφασμα μιας κοινωνικής υποκρισίας.

Από το μήκος της φούστας μέχρι το βάθος του ντεκολτέ, από το στενό παντελόνι μέχρι το κοντό σορτς, τα ρούχα μιας γυναίκας μετατρέπονται συχνά σε δημόσιο κατηγορητήριο. Κάποιοι θα μιλήσουν για αξιοπρέπεια, άλλοι για ηθική, άλλοι για οικογενειακές αξίες. Και πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται συχνά η ίδια παλιά αντίληψη: ότι η γυναίκα οφείλει να διαχειρίζεται την εμφάνισή της με γνώμονα όχι τη δική της επιθυμία, αλλά την γνώμη των άλλων.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο αν μια γυναίκα επιλέγει ένα μακρύ φόρεμα ή ένα κοντό σορτς. Δεν βρίσκεται στο αν προτιμά να καλύπτει το σώμα της ή να το αναδεικνύει. Βρίσκεται στην πεποίθηση ότι κάποιος άλλος δικαιούται να αποφασίζει για εκείνη. Η ελευθερία δεν μετριέται με τα εκατοστά του υφάσματος. Δεν υπάρχει ηθικόμετρο ραμμένο στην ετικέτα ενός φορέματος ούτε η αξιοπρέπεια κρύβεται στις ραφές μιας μπλούζας.

Και βέβαια, η πατριαρχία δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή μιας απαγόρευσης. Μερικές φορές εμφανίζεται ως συμβουλή: «Μην προκαλείς». Ως δήθεν ενδιαφέρον: «Τι θα πει ο κόσμος;». Ως προειδοποίηση: «Έτσι όπως ντύνεσαι, δίνεις δικαιώματα». Μια γλωσσική κατασκευή που μεταφέρει την ευθύνη από εκείνον που παρενοχλεί σε εκείνη που υφίσταται την παρενόχληση. Σαν να είναι το ρούχο μια σιωπηλή συναίνεση, σαν να μπορεί η εμφάνιση να υποκαταστήσει τη θέληση.

Όμως, κανένα ρούχο δεν αποτελεί πρόσκληση για παρενόχληση. Κανένα ντεκολτέ δεν είναι συγκατάθεση. Κανένα γυμνό γόνατο δεν αφαιρεί από μια γυναίκα το δικαίωμα να κινείται με ασφάλεια στον δρόμο, στην εργασία, στην παραλία, στη νυχτερινή ζωή. Η ευθύνη για την προσβολή, την παρενόχληση και τη βία ανήκει σε εκείνον που τις ασκεί, όχι σε εκείνη που επιλέγει τι θα φορέσει.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά του ζητήματος. Η ελευθερία δεν είναι υποχρέωση να ντύνεσαι προκλητικά, όπως ακριβώς δεν είναι υποχρέωση να ντύνεσαι συντηρητικά. Μια γυναίκα έχει δικαίωμα να φορά μίνι, αλλά έχει το ίδιο δικαίωμα να φορά μακριά φούστα. Να επιλέγει το μακιγιάζ της ή να το απορρίπτει. Να ακολουθεί τη μόδα ή να αδιαφορεί γι’ αυτήν. Να ντύνεται για να αρέσει στον εαυτό της, για να εκφράσει την αισθητική της ή απλώς επειδή αυτό την κάνει να αισθάνεται άνετα.

Γιατί η πραγματική χειραφέτηση δεν αντικαθιστά έναν κανόνα με έναν άλλον. Δεν καταργεί τη συντηρητική επιταγή για να επιβάλει μια νέα επιταγή περί εμφάνισης, ομορφιάς και διαρκούς σεξουαλικής απελευθέρωσης. Καταργεί την ίδια την υποχρέωση να απολογείται μια γυναίκα για τις επιλογές της.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση: μια κοινωνία που έχει μετατρέψει το γυναικείο σώμα σε διαφημιστικό προϊόν, σε εμπορικό θέαμα και σε αντικείμενο αδιάκοπης αξιολόγησης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία τη γυναίκα που διεκδικεί να αποφασίζει η ίδια πώς θα εμφανίζεται. Το σώμα της είναι παντού στις διαφημίσεις, στις οθόνες, στις βιτρίνες, αλλά η αυτονομία της εξακολουθεί να ενοχλεί.

Η απάντηση δεν είναι να διδάξουμε στις γυναίκες πώς να ντύνονται για να αποφεύγουν τα βλέμματα. Είναι να μάθουμε στους ανθρώπους ότι το βλέμμα τους δεν αποτελεί εξουσία πάνω στους άλλους. Να πάψουμε να συγχέουμε την προσωπική αισθητική με τη δημόσια ηθική και την επιθυμία με το δικαίωμα κατοχής.

Το δικαίωμα της γυναίκας να ντύνεται όπως θέλει δεν είναι μια επιφανειακή διεκδίκηση της μόδας. Είναι μέρος του δικαιώματός της να ορίζει τον εαυτό της. Είναι το δικαίωμα να υπάρχει στον δημόσιο χώρο χωρίς να ζητά άδεια, να εκφράζεται χωρίς να φοβάται την καταδίκη και να επιλέγει χωρίς να μετατρέπεται σε κατηγορούμενη.

Γιατί η ελευθερία μιας γυναίκας αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η αξίωση των άλλων να αποφασίζουν για το σώμα της.

Και αν μια κοινωνία εξακολουθεί να μετρά την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας με το μήκος της φούστας της, ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη φούστα.

Βρίσκεται στο μυαλό εκείνων που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να τη μετρούν.


Το δικαίωμα στο χαμόγελο.



Το χαμόγελο είναι μια μικρή πράξη ελευθερίας. Δεν κοστίζει τίποτα, κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται ακόμη και τις προϋποθέσεις για να το χαρίσουν. Άνθρωποι που παλεύουν με την ανέχεια, την ανασφάλεια, τη μοναξιά, την καθημερινή εξάντληση ενός κόσμου που απαιτεί συνεχώς περισσότερα και προσφέρει όλο και λιγότερα.

Κι ύστερα υπάρχουν εκείνοι που αντιμετωπίζουν την ευτυχία σαν ατομική υπόθεση, λες και αρκεί μια θετική σκέψη για να εξαφανιστούν οι κοινωνικές ανισότητες, η αδικία και ο φόβος για το αύριο. Μα το χαμόγελο δεν είναι διαταγή, ούτε υποχρέωση. Κανείς δεν οφείλει να προσποιείται πως είναι ευτυχισμένος για να κάνει τους άλλους να αισθάνονται καλύτερα.

Το δικαίωμα στο χαμόγελο αρχίζει από το δικαίωμα σε μια ζωή με αξιοπρέπεια. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα ξυπνά κάθε πρωί με την αγωνία της επιβίωσης, όπου η εργασία δεν θα εξαντλεί τη ζωή και όπου η χαρά δεν θα αποτελεί προνόμιο όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν.

Γιατί το χαμόγελο είναι κάτι περισσότερο από μια έκφραση του προσώπου. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αισθάνεται πως μπορεί να ανασάνει, να αγαπήσει, να ονειρευτεί, να υπάρξει χωρίς να απολογείται.

Μια κοινωνία που δεν μπορεί να χαρίσει στους ανθρώπους της λόγους να χαμογελούν, δεν έχει ανάγκη από περισσότερες συμβουλές αισιοδοξίας. Έχει ανάγκη να αλλάξει.


Τα δικαιώματα των ζώων.



Για τα δικαιώματα των ζώων: Όταν ο άνθρωπος αυτοανακηρύσσεται ιδιοκτήτης της ζωής.

Υπάρχουν βιβλία που γράφονται για να περιγράψουν τον κόσμο και βιβλία που γράφονται για να αμφισβητήσουν τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν. Το βιβλίο του Κώστα Στεφ. Τσίπηρα "Για τα δικαιώματα των ζώων", που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Λιβάνη το 1994, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στρέφει το βλέμμα σε μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες αντιφάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού: την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, επειδή διαθέτει λογική, τεχνολογία και εξουσία, δικαιούται να ορίζει την τύχη κάθε άλλου ζωντανού πλάσματος.

Η ιδέα μοιάζει αυτονόητη όσο παραμένει ανεξέταστη. Ο άνθρωπος βρίσκεται στην κορυφή μιας φανταστικής πυραμίδας και όλα τα υπόλοιπα είδη τοποθετούνται χαμηλότερα, σαν να αποτελούν ένα τεράστιο απόθεμα τροφής, εργασίας, πειραματικού υλικού και εμπορεύσιμης ύλης. Η φύση μετατρέπεται σε αποθήκη πρώτων υλών και τα ζώα σε μονάδες παραγωγής. Η ζωή αποκτά τιμή, η ύπαρξη μεταφράζεται σε χρησιμότητα και η οδύνη γίνεται αποδεκτή εφόσον αποφέρει κέρδος.

Απέναντι σ’ αυτή την αντίληψη, η συζήτηση για τα δικαιώματα των ζώων θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: χρειάζεται ένα πλάσμα να μοιάζει στον άνθρωπο για να αξίζει τον σεβασμό του; Χρειάζεται να μιλά, να γράφει, να δημιουργεί πολιτισμό ή να υπερασπίζεται νομικά τον εαυτό του για να μην υποφέρει; Το γεγονός ότι ένα ζώο δεν μπορεί να διατυπώσει τις ανάγκες του στη δική μας γλώσσα δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκες. Η αδυναμία του να αντισταθεί στην ανθρώπινη εξουσία δεν αποτελεί δικαιολογία για την άσκησή της.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς συμπεριφερόμαστε στα ζώα, αλλά με ποιο δικαίωμα θεωρούμε ότι μας ανήκουν.

🐂 Η βιομηχανία της ζωής.

Η βιομηχανική κτηνοτροφία αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο τι συμβαίνει όταν η οικονομική αποτελεσματικότητα αποσυνδέεται από την ηθική ευθύνη. Ζωντανοί οργανισμοί περιορίζονται σε αριθμούς, η αναπαραγωγή και η ανάπτυξή τους υπάγονται στις ανάγκες της παραγωγής και ο θάνατός τους εντάσσεται σε μια οργανωμένη διαδικασία, σχεδιασμένη να εξυπηρετεί την αγορά.

Η γλώσσα βοηθά να διατηρείται η απόσταση. Δεν βλέπουμε το ζώο που υποφέρει, αλλά το προϊόν στο ράφι. Δεν συναντάμε τη ζωή που αφαιρέθηκε, αλλά ένα συσκευασμένο τρόφιμο. Ανάμεσα στο πλάσμα και στην κατανάλωση παρεμβάλλεται μια ολόκληρη βιομηχανία αορατότητας. Το αίμα εξαφανίζεται από το οπτικό μας πεδίο, η οδύνη απομακρύνεται από τη συνείδηση και η καθημερινότητά μας συνεχίζεται χωρίς ενοχλητικές ερωτήσεις.

Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στα εργαστήρια, όπου η χρήση ζώων για πειράματα προκαλεί δύσκολα ηθικά διλήμματα. Η επιστημονική έρευνα έχει συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση ασθενειών και στην κατανόηση της ζωής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε πείραμα είναι αυτομάτως δικαιολογημένο ή ότι η επιστημονική πρόοδος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξετάζει τα μέσα που χρησιμοποιεί. Η αναζήτηση εναλλακτικών μεθόδων, ο περιορισμός της οδύνης και η αυστηρή αξιολόγηση της αναγκαιότητας αποτελούν μέρος μιας επιστήμης που αναγνωρίζει τα όρια της εξουσίας της.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να βελτιώσει τη ζωή του. Είναι αν η βελτίωση αυτή μπορεί να θεωρείται πρόοδος όταν στηρίζεται στην αδιαφορία για τον πόνο άλλων έμβιων όντων.

🍖 Η ηθική αρχίζει από τις καθημερινές επιλογές.

Η σχέση μας με τα ζώα δεν καθορίζεται μόνο από τους νόμους και τις βιομηχανίες. Αποκαλύπτεται και στις καθημερινές μας συνήθειες, στις καταναλωτικές μας επιλογές, στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την τροφή και στην ευκολία με την οποία αποδεχόμαστε όσα δεν βλέπουμε.

Η οικολογική συνείδηση και ο ακτιβισμός, στο πλαίσιο της συζήτησης για τα δικαιώματα των ζώων, δεν αποτελούν απλώς διαφορετικά διατροφικά πρότυπα. Για πολλούς ανθρώπους εκφράζουν μια συνειδητή προσπάθεια περιορισμού της συμμετοχής τους στην εκμετάλλευση των ζώων. Δεν λύνουν από μόνα τους όλα τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, ούτε η ηθική αξία ενός ανθρώπου μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά από το περιεχόμενο του πιάτου του. Ανοίγουν, ωστόσο, έναν χώρο κριτικής απέναντι σε συνήθειες που θεωρούνται φυσιολογικές μόνο και μόνο επειδή είναι παλιές και ευρέως διαδεδομένες.

Κάθε πραγματική αλλαγή αρχίζει όταν το αυτονόητο παύει να είναι αδιαμφισβήτητο. Όταν ο καταναλωτής αναρωτιέται τι κρύβεται πίσω από ένα προϊόν. Όταν η κοινωνία εξετάζει αν η ευκολία της δικαιολογεί το κόστος που μεταφέρει σε άλλα πλάσματα. Όταν η οικονομία υποχρεώνεται να λογοδοτήσει για όσα η τιμή ενός προϊόντος δεν αποτυπώνει: την οδύνη, την καταστροφή των οικοσυστημάτων και την εξάντληση των φυσικών πόρων.

🐇 Το κυνήγι της ανθρώπινης υπεροψίας.

Το κυνήγι αποτελεί ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανθρώπινης αντίφασης απέναντι στη φύση: ο άνθρωπος που διαθέτει άφθονη τροφή, τεχνολογία και μέσα επιβίωσης εξακολουθεί να αφαιρεί ζωές ζώων συχνά για αναψυχή, επικαλούμενος μια παράδοση που προηγήθηκε της ίδιας της κοινωνίας του. Άλλο ήταν το κυνήγι όταν αποτελούσε όρο επιβίωσης και άλλο όταν μετατρέπεται σε χόμπι, σε επίδειξη δύναμης ή σε τρόπαιο. Το άγριο ζώο δεν είναι αντίπαλος που πρέπει να νικηθεί ούτε κινούμενος στόχος που προσφέρει συγκινήσεις· είναι ένας ζωντανός οργανισμός με τη δική του θέση στο οικοσύστημα, με ένστικτα, φόβο και την ανάγκη να συνεχίσει να υπάρχει. Η επίκληση της παράδοσης δεν αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε πρακτική, όπως και η διαχείριση της άγριας πανίδας δεν μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με τη θανάτωση. Το πραγματικό μέτρο του ανθρώπου δεν είναι η ικανότητά του να σκοτώνει ό,τι μπορεί να σκοτώσει, αλλά η ωριμότητά του να προστατεύει ό,τι μπορεί να εξουσιάσει.

🦅 Από τη φιλοζωία στην οικολογική συνείδηση.

Η σημασία ενός τέτοιου βιβλίου βρίσκεται και στο ότι διευρύνει τα όρια της συζήτησης. Η προστασία των ζώων δεν περιορίζεται στη φροντίδα ενός τραυματισμένου αδέσποτου ή στην καταδίκη μιας μεμονωμένης πράξης κακοποίησης. Αυτά είναι απαραίτητα, αλλά δεν αρκούν. Το βαθύτερο ερώτημα αφορά ένα ολόκληρο σύστημα σχέσεων, μέσα στο οποίο η ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στη φύση θεωρείται δικαίωμα και η οικονομική εκμετάλλευση παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη αναγκαιότητα.

Εδώ η συζήτηση συναντά την πολιτική οικολογία και την κοινωνική οικολογία. Η οικολογική κρίση δεν είναι απλώς μια διαταραχή στην ισορροπία των φυσικών συστημάτων. Συνδέεται και με τις κοινωνικές δομές, τις σχέσεις εξουσίας και την αντίληψη ότι ορισμένοι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή και το μέλλον άλλων χωρίς να λογοδοτούν για τις συνέπειες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εκμετάλλευση των ζώων και η εκμετάλλευση των ανθρώπων είναι ταυτόσημα φαινόμενα. Σημαίνει ότι αξίζει να εξετάζουμε κριτικά τις αντιλήψεις που επιτρέπουν την υποτίμηση του άλλου και μετατρέπουν την κυριαρχία σε κάτι φυσικό, αυτονόητο και δικαιολογημένο.

Η υπεράσπιση των ζώων, επομένως, δεν είναι μια πολυτέλεια για όσους έχουν λύσει όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά προβλήματα. Είναι μέρος της αναζήτησης ενός πολιτισμού που δεν ταυτίζει τη δύναμη με το δικαίωμα και την τεχνολογική δυνατότητα με την ηθική νομιμοποίηση.

🦉 Ένα βιβλίο που θέτει ερωτήματα και σήμερα.

Από την έκδοσή του το 1994 μέχρι σήμερα, η συζήτηση για τα δικαιώματα των ζώων έχει διευρυνθεί σημαντικά. Η επιστημονική γνώση για τις αισθήσεις και τις συμπεριφορές πολλών ειδών έχει εμπλουτιστεί, η δημόσια ευαισθητοποίηση έχει αυξηθεί και η ευζωία των ζώων έχει αποκτήσει ισχυρότερη θέση στον δημόσιο διάλογο. Παρ' όλα αυτά, η απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση της ικανότητας των ζώων να υποφέρουν και στην πραγματική αλλαγή των συνθηκών ζωής τους παραμένει μεγάλη.

Το βιβλίο του Κώστα Στεφ. Τσίπηρα μπορεί να διαβαστεί μέσα σ’ αυτή την ιστορική διαδρομή ως μια αφορμή για να αναμετρηθούμε με τα όρια του ανθρωποκεντρισμού και να επανεξετάσουμε την ηθική μας ευθύνη απέναντι στα άλλα είδη. Η ουσία της προβληματικής του δεν εξαντλείται σε μια έκκληση για περισσότερη ευαισθησία. Αγγίζει το βαθύτερο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην εξουσία, την οικονομία και τη ζωή.

Ίσως τελικά ο πολιτισμός να μη μετριέται μόνο από τα επιτεύγματα που επιδεικνύει, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται σε εκείνους που δεν μπορούν να απαιτήσουν δικαιοσύνη με ανθρώπινα λόγια. Από το αν αναγνωρίζει όρια στη δύναμή του. Από το αν μπορεί να συνυπάρχει χωρίς να χρειάζεται να μετατρέπει κάθε διαφορετική μορφή ζωής σε ιδιοκτησία, εμπόρευμα ή μέσο για την ικανοποίηση των αναγκών του.

Γιατί το δικαίωμα στη ζωή δεν γίνεται λιγότερο σημαντικό επειδή το πλάσμα που το έχει δεν είναι άνθρωπος. Και η ηθική μιας κοινωνίας δεν δοκιμάζεται μόνο όταν υπερασπίζεται τους ισχυρούς ή τους ομοίους της. Δοκιμάζεται κυρίως όταν καλείται να προστατεύσει εκείνους που βρίσκονται ολοκληρωτικά στο έλεός της.

Η πραγματική απελευθέρωση αρχίζει όταν ο άνθρωπος πάψει να θεωρεί ότι το γεγονός πως μπορεί να εξουσιάζει τη ζωή, του δίνει και το δικαίωμα να την εξουσιάζει.