Το θεατρικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς "Orpheus Descending" (γνωστό στα ελληνικά ως «Ορφέας στον Άδη») είναι μια σύγχρονη ανασύνθεση του μύθου του Ορφέα, μεταφερμένη στον καταπιεστικό αμερικανικό Νότο. Είναι μια μετατόπιση του μύθου από τον κάτω κόσμο του Άδη σε έναν «κοινωνικό Άδη»: μια μικρή πόλη γεμάτη φόβο, σεξουαλική καταπίεση και βία. Το έργο γράφτηκε το 1957 και αποτελεί ουσιαστικά τη ριζική αναδημιουργία ενός παλαιότερου δράματος του Ουίλιαμς με τίτλο «Η μάχη των Αγγέλων» (Battle of Angels, 1939). Ο συγγραφέας δούλευε αυτή την ιστορία για σχεδόν δύο δεκαετίες μέχρι να της δώσει την τελική της μορφή.
Το έργο δεν αφηγείται κυριολεκτικά τον αρχαίο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Είναι μια σύγχρονη, σκοτεινή μεταφορά του.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Βαλ Ξέβιερ, είναι ένας περιπλανώμενος μουσικός -μια σχεδόν ορφική μορφή- που φτάνει σε μια κλειστή, καταπιεστική κοινωνία του αμερικανικού Νότου. Η κιθάρα του λειτουργεί όπως η λύρα του Ορφέα: φέρνει επιθυμία, αφύπνιση, ελευθερία και αναστάτωση. Η γυναίκα που συνδέεται μαζί του, η Λέιντι Τόρανς, θυμίζει μια σύγχρονη Ευρυδίκη: μια γυναίκα παγιδευμένη σε έναν «κάτω κόσμο» κοινωνικής καταπίεσης, βίας και μοναξιάς.
Ο τίτλος "Orpheus Descending" σημαίνει ουσιαστικά: «Ο Ορφέας κατεβαίνει».
Όχι πλέον στον μυθολογικό Άδη, αλλά:
-στον ανθρώπινο σκοτεινό ψυχισμό,
-στη βία της κοινωνίας,
-στον ερωτισμό,
-στην καταπίεση,
-στον αμερικανικό Νότο που παρουσιάζεται σαν κόλαση γεμάτη φανατισμό και φόβο.
Ο μύθος του Ορφέα.
Ο μύθος του Ορφέας στον Άδη είναι ένας από τους πιο συγκλονιστικούς μύθους της ελληνικής παράδοσης, γιατί μιλά για κάτι βαθιά ανθρώπινο: την προσπάθεια να νικήσει κανείς τον θάνατο μέσω της αγάπης, της τέχνης και της μνήμης.
Ο Ορφέας ήταν ο σπουδαιότερος μουσικός και ποιητής της μυθολογίας. Με τη λύρα του μπορούσε να μαγέψει ανθρώπους, ζώα, δέντρα, ακόμα και πέτρες. Η μουσική του δεν ήταν απλώς ήχος· ήταν δύναμη που άλλαζε την ίδια τη φύση.
Αγάπησε βαθιά την Ευρυδίκη και την παντρεύτηκε. Όμως η ευτυχία κράτησε λίγο. Σύμφωνα με τον μύθο, η Ευρυδίκη πέθανε όταν τη δάγκωσε φίδι καθώς έτρεχε να ξεφύγει από έναν άντρα που την καταδίωκε. Ο Ορφέας δεν άντεξε την απώλεια.
Τότε συμβαίνει κάτι μοναδικό στη μυθολογία: δεν αποδέχεται τον θάνατο.
Κατεβαίνει ζωντανός στον Άδη -στο βασίλειο των νεκρών. Περνά τον ποταμό με τον βαρκάρη Χάρων, αποκοιμίζει με τη μουσική του τον Κέρβερος και φτάνει μπροστά στον Άδης και την Περσεφόνη.
Εκεί δεν πολεμά. Δεν απειλεί. Δεν ζητά με δύναμη.
Παίζει μουσική.
Και για πρώτη φορά στον κόσμο των νεκρών, οι σκιές κλαίνε. Οι τιμωρίες σταματούν. Ο Άδης συγκινείται. Η Περσεφόνη λυπάται τον άνθρωπο που αγάπησε τόσο βαθιά ώστε τόλμησε να κατέβει στον θάνατο.
Του επιτρέπουν να πάρει πίσω την Ευρυδίκη με έναν όρο:
Να περπατά εκείνη πίσω του ως την έξοδο του Άδη, χωρίς εκείνος να γυρίσει να την κοιτάξει πριν φτάσουν στο φως.
Ο Ορφέας ανεβαίνει το σκοτεινό μονοπάτι. Δεν ακούει τίποτα. Δεν ξέρει αν η Ευρυδίκη όντως τον ακολουθεί. Λίγο πριν βγουν στο φως, κυριεύεται από αμφιβολία και φόβο.
Γυρίζει.
Και τότε βλέπει για μια στιγμή την Ευρυδίκη να χάνεται ξανά μέσα στο σκοτάδι, για πάντα.
Κι εκεί βρίσκεται όλη η τραγικότητα του μύθου.
Ο Ορφέας δεν χάνει επειδή δεν αγάπησε αρκετά, αλλά επειδή ήταν άνθρωπος. Δεν άντεξε την αβεβαιότητα. Δεν μπόρεσε να εμπιστευτεί το αόρατο.
Ο μύθος εξιστορεί πολλά επίπεδα ταυτόχρονα:
-Τη δύναμη της τέχνης απέναντι στον θάνατο.
-Την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στην αμφιβολία.
-Τη μνήμη ως μορφή ανάστασης.
-Την αγάπη που θέλει να κρατήσει αυτό που χάνεται.
-Τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πίστη και τον φόβο.
Γι’ αυτό ο μύθος του Ορφέα έγινε σύμβολο για ποιητές, μουσικούς και φιλοσόφους. Ο Ορφέας είναι ο καλλιτέχνης που προσπαθεί με την τέχνη του να φέρει πίσω ό,τι ο χρόνος και ο θάνατος παίρνουν.
Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία του παραμένει τόσο σύγχρονη: όλοι κάποτε περπατάμε σε έναν προσωπικό Άδη, προσπαθώντας να μη γυρίσουμε πίσω από φόβο μήπως χάσουμε κάτι που αγαπήσαμε.
Αυτό πραγματεύεται και το έργο του Ουίλιαμς. Μεταφέροντας τον αρχαίο ελληνικό μύθο στην σύγχρονη εποχή.
Κεντρικοί χαρακτήρες του έργου.
Τα κεντρικά πρόσωπα του έργου του Ουίλιαμς είναι:
Βαλ Ξαβιέ (Val Xavier): Ο «Ορφέας»· περιπλανώμενος, αντισυμβατικός μουσικός με φιδίσιο σακάκι που φέρνει την αλλαγή.
Λέιντι Τοράνς (Lady Torrance): Η «Ευρυδίκη»· καταπιεσμένη Ιταλοαμερικανίδα, εγκλωβισμένη σε έναν δυστυχισμένο γάμο-φυλακή.
Τζέιμπ Τοράνς (Jabe Torrance): Ο «Πλούτωνας»· ο αδίστακτος, ετοιμοθάνατος σύζυγος της Λέιντι και προσωποποίηση του θανάτου.
Κάρολ Κιουτρέλ (Carol Cutrere): Η «Μαινάδα / Κασσάνδρα»· περιθωριοποιημένη, εκκεντρική ακτιβίστρια και σύμβολο της ελευθερίας.
Σερίφης Τάλμποτ (Sheriff Talbot): Ο δεσμοφύλακας του «Άδη»· αντιπροσωπεύει την εξουσία, τον ρατσισμό και τη βία της πόλης.
Βι Τάλμποτ (Vee Talbot): Η σύζυγος του σερίφη· μια ευαίσθητη, θρησκευόμενη ζωγράφος που βλέπει οράματα και αναγνωρίζει την πνευματικότητα του Βαλ.
Ντέιβιντ Κιουτρέλ (David Cutrere): Ο αδελφός της Κάρολ· ο παλιός, μεγάλος έρωτας της Λέιντι, ο οποίος την εγκατέλειψε για να παντρευτεί μια πλούσια γυναίκα.
Μπιούλα Μπινκς & Ντόλι Χάμα (Beulah Binks & Dolly Hamma): Οι κουτσομπόλες της πόλης· λειτουργούν ως ο αρνητικός «Χορός» της τραγωδίας, μεταφέροντας τα νέα και τις προκαταλήψεις.
Ντογκ Χάμα & Πι-Βι Μπινκς (Dog Hamma & Pee-Wee Binks): Οι σύζυγοι των δύο γυναικών· βίαιοι άνδρες της πόλης που συμμετέχουν στον ρατσιστικό όχλο.
Κόντζα (Conjure Man): Ένας ηλικιωμένος, περιπλανώμενος άνδρας (Ινδιάνος ή Μαύρος) που πουλάει φυλαχτά και βγάζει μια απόκοσμη κραυγή, συμβολίζοντας το άγριο, πρωτόγονο πνεύμα της φύσης
Δομή του έργου.
Το έργο του Ουίλιαμς χωρίζεται σε τρεις πράξεις, με έντονη θεατρική οικονομία και σχεδόν μουσική ρυθμικότητα:
Πράξη Ι: Η είσοδος του «ξένου» στον κλειστό κόσμο της πόλης.- Η Άφιξη στον «Άδη».
Σκηνή 1: Οι κουτσομπόλες της πόλης (Beulah και Dolly) παρουσιάζουν το σκοτεινό ιστορικό της περιοχής και τον γάμο της Λέιντι. Εμφανίζεται η Κάρολ, η οποία προκαλεί αναστάτωση.
Σκηνή 2: Ο Βαλ (Ορφέας) φτάνει στην πόλη με το σακάκι από δέρμα φιδιού και την κιθάρα του, αναζητώντας εργασία.
Σκηνή 3: Η Λέιντι, που μόλις επέστρεψε από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται ο άντρας της Τζέιμπ, γοητεύεται από την ειλικρίνεια του Βαλ και τον προσλαμβάνει ως υπάλληλο στο παντοπωλείο.
Πράξη ΙΙ: Ο Έρωτας και η Αναγέννηση.
Σκηνή 1: Λίγες εβδομάδες μετά, ο Βαλ εργάζεται στο κατάστημα. Η Κάρολ προσπαθεί να τον πείσει να φύγουν μαζί, αλλά εκείνος αρνείται.
Σκηνή 2: Ο Τζέιμπ επιστρέφει στο σπίτι (στον πάνω όροφο) βαριά άρρωστος. Ο Βαλ εξομολογείται στη Λέιντι τη φιλοσοφία του για τη ζωή και την ελευθερία.
Σκηνή 3: Η Λέιντι αποκαλύπτει στον Βαλ το σχέδιό της να ανοίξει ξανά το ζαχαροπλαστείο. Οι δυο τους έρχονται κοντά και γίνονται εραστές, βρίσκοντας καταφύγιο ο ένας στον άλλον.
Πράξη ΙΙΙ: Η σύγκρουση, η αποκάλυψη των επιθυμιών, η τραγική κορύφωση και η τελική καταστροφή.
Σκηνή 1: Το ζαχαροπλαστείο ανοίγει, αλλά ο σερίφης απειλεί τον Βαλ να φύγει από την πόλη. Η Λέιντι ανακαλύπτει ότι ο σύζυγός της, ο Τζέιμπ, ήταν ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του πατέρα της.
Σκηνή 2: Η Λέιντι ανακοινώνει στον Βαλ ότι είναι έγκυος. Ο Τζέιμπ κατεβαίνει έξαλλος, πυροβολεί θανάσιμα τη Λέιντι και κατηγορεί τον Βαλ.
Σκηνή 3: Ο μαινόμενος όχλος συλλαμβάνει τον Βαλ και τον καίει ζωντανό. Το έργο κλείνει με την Κάρολ να παίρνει το φιδίσιο σακάκι του ως σύμβολο αθάνατης ελευθερίας.
Η δομή είναι κυκλική και αναπόφευκτη: από την άφιξη του Ορφέα-ξένου οδηγούμαστε σταδιακά στη θυσία του.
Πλοκή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Βαλ Ξέβιερ, ένας περιπλανώμενος μουσικός που φτάνει σε μια μικρή πόλη του Μισισίπι. Φορά σακάκι από δέρμα φιδιού και κρατά μια κιθάρα στο χέρι. Το φιδίσιο σακάκι αποτελεί το κεντρικό σύμβολο της ελευθερίας, της άγριας φύσης και της σεξουαλικής έλξης, λειτουργώντας ως η «πανοπλία» του απέναντι στον κομφορμισμό της κοινωνίας. Η κιθάρα του αποτελεί τη σύγχρονη εκδοχή της λύρας του αρχαίου Ορφέα και φέρει βαθύτατους συμβολισμούς. Ο Βαλ την αποκαλεί «σύντροφο της ζωής του». Δηλώνει ότι η μουσική τον «ξεπλένει και τον καθαρίζει» από οτιδήποτε μιαρό συναντά στον διεφθαρμένο κόσμο. Πάνω στην κιθάρα είναι χαραγμένες υπογραφές θρυλικών μουσικών των blues (όπως του Woody Guthrie), συνδέοντας τον Βαλ με την παράδοση των κυνηγημένων, περιπλανώμενων καλλιτεχνών της Αμερικής.
Πιάνει δουλειά σε ένα παλιό μαγαζί, ένα παντοπωλείο που ανήκει στον Τζέιμπ Τοράνς και την σύζυγό του Λέιντι (Κυρία/ Πριγκίπισσα). Η παρουσία του λειτουργεί σαν "διαταραχή": φέρνει μουσική, επιθυμία και μια αίσθηση ελευθερίας σε έναν κόσμο παγωμένο από φόβο και κοινωνική βία.
Ο Βαλ συνδέεται ερωτικά με τη Λέιντι, τη γυναίκα του ιδιοκτήτη του καταστήματος. Η Λέιντι είναι παγιδευμένη σε έναν γάμο χωρίς αγάπη, σε ένα σπίτι που μοιάζει με φυλακή. Ο Βαλ γίνεται για εκείνη κάτι περισσότερο από εραστής: γίνεται πιθανότητα διαφυγής.
Ο σκληρός σύζυγος της Λέιντι, ο Τζέιμπ Τοράνς, λειτουργεί ως η απόλυτη προσωποποίηση του Πλούτωνα, του θεού του Κάτω Κόσμου, μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία:
-Ο Άρχοντας του Θανάτου: Ο Τζέιμπ είναι βαριά άρρωστος, πεθαίνει από καρκίνο και εκπέμπει μια «μυρωδιά θανάτου». Συμβολίζει τον μαρασμό, τη στειρότητα και το σκοτάδι.
-Ο Δεσμοφύλακας του Άδη: Κατοικεί στον πάνω όροφο του σπιτιού και ελέγχει τα πάντα χτυπώντας το μπαστούνι του στο πάτωμα. Το σκοτεινό του παντοπωλείο είναι ο «Άδης» όπου κρατά φυλακισμένη και αποκομμένη τη Λέιντι (την Ευρυδίκη του), την οποία ουσιαστικά «αγόρασε».
-Η εκδικητική του μανία: Όπως ο Πλούτωνας αρνείται να αφήσει την Ευρυδίκη να επιστρέψει στο φως, έτσι και ο Τζέιμπ, όταν αντιλαμβάνεται ότι η γυναίκα του ξαναβρήκε τη ζωή και την ελπίδα (είναι έγκυος από τον Βαλ), προτιμά να καταστρέψει τα πάντα. Στο τέλος, γίνεται ο ηθικός αυτουργός της άγριας δολοφονίας του ζευγαριού.
Η «Ευρυδίκη» του Αμερικανικού Νότου.
Η Λέιντι είναι μια Ιταλοαμερικανίδα γυναίκα, παγιδευμένη σε έναν συναισθηματικό και κοινωνικό «Άδη». Η ζωή της ορίζεται από δύο μεγάλα τραύματα:
-Η απώλεια του πατέρα της: ο πατέρας της κάηκε ζωντανός μέσα στο μικρό του μαγαζί από έναν ρατσιστικό όχλο, επειδή πουλούσε κρασί σε μαύρους.
-Ένας γάμος-φυλακή: μετά την καταστροφή, αναγκάστηκε να παντρευτεί τον Τζέιμπ Τοράνς -τον άνθρωπο που, χωρίς εκείνη να το γνωρίζει αρχικά, ήταν στην πραγματικότητα ο αρχηγός της συμμορίας που σκότωσε τον πατέρα της.
Όταν ξεκινά το έργο, η Λέιντι είναι μια γυναίκα πικραμένη, σκληρή και συναισθηματικά νεκρή. Έχει θάψει τις επιθυμίες της και διοικεί το παντοπωλείο σαν ρομπότ, ζώντας κάτω από τη διαρκή σκιά και τον έλεγχο του ετοιμοθάνατου συζύγου της.
Η εμφάνιση του Βαλ (Ορφέα) λειτουργεί ως καταλύτης. Ο έρωτάς τους την ξυπνά από τον λήθαργο:
-Το Ζαχαροπλαστείο: Η Λέιντι προσπαθεί να ξαναφτιάξει έναν παλιό ζαχαροπλαστείο δίπλα στο κατάστημα, μια κίνηση που συμβολίζει την προσπάθειά της να αναστήσει τον χαμένο παράδεισο του πατέρα της.
-Η Μητρότητα: Η εγκυμοσύνη της από τον Βαλ είναι η τελική της νίκη απέναντι στη στειρότητα και τον θάνατο που αντιπροσωπεύει ο σύζυγός της. Αναφωνεί θριαμβευτικά ότι «κέρδισε τη μάχη ενάντια στον θάνατο».
Όπως όμως η Ευρυδίκη δεν καταφέρνει ποτέ να βγει στο φως, έτσι και η Λέιντι χάνει τα πάντα τη στιγμή που αγγίζει την ελευθερία. Πυροβολείται θανάσιμα από τον Τζέιμπ, θυσιάζοντας τη ζωή της για να προστατεύσει τον Βαλ.
Ο Κοινωνικός Περίγυρος.
Στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς, η κοινωνία της μικρής επαρχιακής πόλης του Μισισίπι δεν αποτελεί απλώς το φόντο της ιστορίας, αλλά λειτουργεί ως οι «δαίμονες» του Κάτω Κόσμου.
Ο Συλλογικός Ανταγωνιστής.
Η τοπική κοινωνία παρουσιάζεται ως ένας σάπιος οργανισμός γεμάτος μίσος, προκαταλήψεις και ρατσισμό, ο οποίος κατασπαράζει κάθε στοιχείο ομορφιάς, ελευθερίας και διαφορετικότητας:
- Οι «Φύλακες» του Άδη (Sheriff Talbot & Dog Hamma): Ο σερίφης και οι βοηθοί του αντιπροσωπεύουν τον νόμο, ο οποίος όμως δεν προστατεύει, αλλά τρομοκρατεί. Είναι οι επίγειοι δεσμοφύλακες που φροντίζουν να παραμείνει η πόλη σκοτεινή και υποταγμένη, διώκοντας ή εξοντώνοντας όποιον ξεχωρίζει.
-Οι Κυρίες της Κοινωνίας (Beulah & Jabe's Spies): Λειτουργούν ως ένας ιδιότυπος «Χορός» αρχαίας τραγωδίας, αλλά με αρνητικό πρόσημο. Είναι οι κουτσομπόλες της πόλης που παραμονεύουν, κατασκοπεύουν τη Λέιντι και τον Βαλ, και τροφοδοτούν το μίσος με τις προκαταλήψεις τους.
-Ο Φανατισμένος Όχλος (The Vigilantes): Η κοινωνία αυτή οργανώνεται σε βίαιες ομάδες (που παραπέμπουν στην Κου Κλουξ Κλαν). Είναι αυτοί που έκαψαν ζωντανό τον πατέρα της Λέιντι στο παρελθόν και αυτοί που, στο τέλος, λιντσάρουν άγρια τον Βαλ, οδηγώντας τον στην πυρά.
Ο Φόβος για το «Διαφορετικό».
Η κοινωνία αυτή τιμωρεί δύο πράγματα: την ελευθερία και την ξένη καταγωγή.
-Ο Βαλ τιμωρείται επειδή είναι ελεύθερος, αντισυμβατικός και δεν υποτάσσεται στους κανόνες τους.
-Η Λέιντι τιμωρείται επειδή είναι κόρη μετανάστη (Ιταλού) και επειδή τολμά να διεκδικήσει την ευτυχία της έξω από τα δεσμά του γάμου της.
-Η Κάρολ Κιουτρέλ, μια άλλη περιθωριοποιημένη φιγούρα της πόλης, εκδιώκεται επειδή μάχεται για τα δικαιώματα των μαύρων και αρνείται να σιωπήσει.
Στην ουσία, ο Ουίλιαμς δείχνει ότι ο «Άδης» δεν είναι ένας τόπος κάτω από τη γη, αλλά η ίδια η συντηρητική, πουριτανιοκή κοινωνία που αρνείται να αφήσει τους ανθρώπους να ζήσουν και να αγαπήσουν.
Κάρολ Κιουτρέλ, η Μαινάδα.
Η Κάρολ Κιουτρέλ (Carol Cutrere) είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς, εκκεντρικούς και τραγικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς, λειτουργώντας ως το «μαύρο πρόβατο» της πόλης.
Η Προσωπικότητα και η Εμφάνισή της.
Η Κάρολ ανήκε στην παλαιότερη και πιο αριστοκρατική οικογένεια της περιοχής. Ωστόσο, έχει απορριφθεί πλήρως από αυτήν και από την τοπική κοινωνία λόγω της προκλητικής της συμπεριφοράς:
-Η Εικόνα της: Εμφανίζεται με ένα έντονο, σχεδόν θεατρικό μακιγιάζ -λευκή πούδρα στο πρόσωπο, μαύρο μολύβι στα μάτια και μπλε σκιά- που τονίζει την απόκοσμη, «φυγάδα» ομορφιά της.
-Η Αυτοκαταστροφική: Είναι μια γυναίκα βαθιά μόνη και πληγωμένη. Αναζητά απεγνωσμένα την τρυφερότητα και την προσοχή μέσα από το ποτό, το ξέφρενο φλερτ και την προκλητική συμπεριφορά.
-Η Πολιτική Ακτιβίστρια: Πίσω από την εικόνα της «διεφθαρμένης» γυναίκας κρύβεται μια παλιά ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο παρελθόν, πάλεψε ενάντια στον ρατσισμό και τη θανατική ποινή, ξοδεύοντας όλη της την περιουσία για να φτιάξει δωρεάν κλινικές για τους φτωχούς. Η συντηρητική κοινωνία την τιμώρησε γι' αυτήν τη δράση, συλλαμβάνοντάς την για «αλητεία» και απαγορεύοντάς της ουσιαστικά να μένει στην πόλη.
Η σχέση της με τον Βαλ.
Η σχέση της Κάρολ με τον Βαλ βασίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση. Είναι οι δύο μοναδικοί «φυγάδες» (the fugitive kind) μέσα στον συντηρητικό Άδη της πόλης. Γνωρίζονται από τη Νέα Ορλεάνη, μια πόλη που συμβολίζει την ελευθερία και τη μουσική, πριν παγιδευτούν και οι δύο στην πνιγηρή επαρχία. Η Κάρολ ελκύεται έντονα από την άγρια, αντισυμβατική φύση του Βαλ και του προτείνει επανειλημμένα να φύγουν μαζί, όμως ο Βαλ την απορρίπτει ερωτικά καθώς στρέφεται στη Λέιντι. Αν και δεν γίνονται ζευγάρι, επικοινωνούν σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Η Κάρολ λειτουργεί ως η «Κασσάνδρα» του· τον προειδοποιεί για τον κίνδυνο και του ζητά να μην πουλήσει την ψυχή και την ελευθερία του για μια συμβατική δουλειά.
Ο διάλογος μεταξύ του Βαλ και της Κάρολ στην 2η Πράξη (Σκηνή 1) είναι ένας από τους πιο δυνατούς του έργου, καθώς αποκαλύπτει τη βαθιά τους μοναξιά και τη φιλοσοφία του «φυγάδικου είδους»: Η Κάρολ τον πλησιάζει στο παντοπωλείο και του ζητά επίμονα να μπουν στο αυτοκίνητό της και να οδηγήσουν χωρίς προορισμό μέσα στη νύχτα. Του λέει χαρακτηριστικά: «Σε αναγνώρισα αμέσως. Είσαι κι εσύ ένας από εμάς, αυτούς που δεν μπορούν να μείνουν σε ένα μέρος, που πρέπει πάντα να κινούνται». Ο Βαλ, έχοντας κλείσει τα 30, της εξηγεί ότι κουράστηκε να γυρίζει στους δρόμους και να ζει στην παρανομία. Της ξεκαθαρίζει ότι θέλει να αλλάξει ζωή και να βρει μια σταθερότητα, λέγοντας: «Πέταξα το παλιό μου τομάρι. Θέλω μια τίμια δουλειά, θέλω να πληρώνομαι και να ανήκω κάπου». Η Κάρολ τον ειρωνεύεται για την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να γίνει «φυσιολογικός» σε αυτή την πόλη. Τον προειδοποιεί ότι η κοινωνία αυτή θα τον κατασπαράξει αν προσπαθήσει να εγκλωβιστεί, λέγοντάς του ότι το σακάκι του και η κιθάρα του προδίδουν πάντα ποιος πραγματικά είναι. Η Κάρολ περιγράφει τη δική της απομόνωση, λέγοντας ότι το μόνο που ακούει πια στην πόλη είναι «το τραγούδι των νεκρών», δηλαδή των ανθρώπων που έχουν παραιτηθεί από τη ζωή, και ότι ο Βαλ είναι ο μόνος ζωντανός άνθρωπος εκεί μέσα.
Ο Μυθολογικός της Ρόλος: Η «Μαινάδα» και η «Κασσάνδρα».
Στο πλαίσιο του αρχαιοελληνικού μύθου, η Κάρολ έχει διπλό ρόλο:
Ως Μαινάδα: Αντιπροσωπεύει τη διονυσιακή τρέλα, την άγρια ελευθερία και το πάθος. Είναι η πρώτη που αναγνωρίζει τον Βαλ από το παρελθόν τους στη Νέα Ορλεάνη και τον προτρέπει να ζήσει ελεύθερος.
Ως Κασσάνδρα: Λειτουργεί ως προφήτης των δεινών. Προειδοποιεί τον Βαλ για την καταστροφή που έρχεται και τον ικετεύει να φύγει μαζί της πριν τον προλάβει το μίσος της πόλης.
Η σχέση τους ολοκληρώνεται πνευματικά μόνο μετά τον θάνατό του. Μετά την άγρια δολοφονία του Βαλ από τον όχλο, η Κάρολ είναι εκείνη που παίρνει το σακάκι του από δέρμα φιδιού. Το κρατά ως φυλαχτό και κειμήλιο, συμβολίζοντας ότι το πνεύμα της απόλυτης ελευθερίας που έφερε ο «Ορφέας» δεν πέθανε εντελώς, αλλά θα συνεχίσει να ζει μέσα από εκείνη.
Η Κάρολ λειτουργεί σαν ένας παράξενος «τρίτος άξονας» μέσα στον ορφικό μύθο που κρύβεται στο «Ορφέας στον Άδη». Δεν είναι Ορφέας, δεν είναι Ευρυδίκη -αλλά κινείται ανάμεσά τους σαν κάποιος που βλέπει τον μύθο να ξετυλίγεται χωρίς να μπορεί να τον αλλάξει.
Ο Βαλ Ξέβιερ είναι η ορφική φιγούρα: ο ξένος μουσικός, ο άνθρωπος που φέρνει επιθυμία και φως. Η Κάρολ όμως: δεν τον εξιδανικεύει, δεν τον ακολουθεί, δεν τον «πιστεύει» με τον τρόπο της Λέιντι. Τον αναγνωρίζει, αλλά κρατά απόσταση. Εκεί που ο Ορφέας εκπέμπει πίστη στη δύναμη της τέχνης, η Κάρολ βλέπει την κοινωνική πραγματικότητα χωρίς ψευδαίσθηση. Είναι σαν να λέει: «Η μουσική δεν σώζει πάντα. Μερικές φορές απλώς φωτίζει για λίγο το σκοτάδι.»
Η Λέιντι Τόρανς είναι η «φυλακισμένη» Ευρυδίκη: παγιδευμένη σε γάμο, σε κοινωνική καταπίεση, σε έναν εσωτερικό Άδη. Η Κάρολ δεν είναι αντίπαλός της. Είναι κάτι πιο περίπλοκο: βλέπει τον εγκλωβισμό της Λέιντι, καταλαβαίνει την επιθυμία της, αλλά δεν πιστεύει ότι υπάρχει εύκολη λύση. Αν η Λέιντι είναι η τραγωδία της ελπίδας, η Κάρολ είναι η τραγωδία της διαύγειας.
Το πιο σημαντικό στοιχείο της Κάρολ είναι αυτό: Δεν συμμετέχει στον μύθο, τον παρατηρεί.
Ο Βαλ = μύθος της σωτηρίας μέσω τέχνης
Η Λέιντι = μύθος της χαμένης επιστροφής
Η Κάρολ = η συνείδηση που βλέπει ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε μια κοινωνία που καταπίνει τους ανθρώπους.
Είναι σαν να βρίσκεται λίγο έξω από τον Άδη, όχι μέσα του.
Η Κάρολ μπορεί να διαβαστεί συμβολικά ως η «ρωγμή» της αφήγησης, η ειρωνεία μέσα στην τραγωδία, η φωνή που αποδομεί τον ρομαντισμό, η επίγνωση ότι ο μύθος δεν είναι ποτέ καθαρός. Αν ο Ορφέας είναι η πίστη ότι η τέχνη νικά τον θάνατο, η Κάρολ είναι η υπενθύμιση ότι ο κόσμος δεν αλλάζει τόσο εύκολα. Ο Βαλ κατεβαίνει σαν φως στον Άδη, η Λέιντι τον ακολουθεί σαν επιθυμία, ο κόσμος τους συνθλίβει, και η Κάρολ στέκεται λίγο πιο πέρα και βλέπει. Όχι αμέτοχη -αλλά ανήμπορη να γίνει σωτηρία. Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο σημαντική: είναι η ανθρώπινη συνείδηση που ξέρει ότι οι μύθοι δεν μας σώζουν πάντα, αλλά μας αποκαλύπτουν.
Το Τέλος Ορφέα και η Κληρονομιά του Βαλ.
Όταν ο ετοιμοθάνατος Τζέιμπ αντιλαμβάνεται την εγκυμοσύνη της Λέιντι, πυροβολεί και σκοτώνει τη γυναίκα του. Αμέσως μετά, κατηγορεί ψευδώς τον Βαλ για τον φόνο. Ο Βαλ προσπαθεί να ξεφύγει, αλλά ο σερίφης και ο ρατσιστικός όχλος τον εγκλωβίζουν. Αντί να τον συλλάβουν, τον οδηγούν σε έναν φρικτό θάνατο, καίγοντάς τον ζωντανό με τις μάνικες της πυροσβεστικής, σε μια ξεκάθαρη αναφορά στα λιντσαρίσματα του Αμερικανικού Νότου.
Στο φινάλε, η κιθάρα λειτουργεί ως το απόλυτο πνευματικό κειμήλιο του ήρωα. Καθώς ο Βαλ πεθαίνει, η κιθάρα του μένει πίσω, άθικτη από τη φωτιά, σαν μια αθάνατη λύρα του Ορφέα. Αντιπροσωπεύει την ιδέα ότι η τέχνη, η αλήθεια και η επιθυμία για ελευθερία δεν μπορούν να εκμηδενιστούν από τη βία της κοινωνίας.
Το έργο κλείνει με μια σκηνή βαθιάς μελαγχολίας αλλά και ελπίδας, όπου κυριαρχεί η Κάρολ Κιουτρέλ:
Η Κάρολ εμφανίζεται στο κατεστραμμένο παντοπωλείο και παίρνει το σακάκι από δέρμα φιδιού του Βαλ. Δίνει ένα φιλοδώρημα σε έναν άντρα που βρήκε την κιθάρα του Βαλ, σώζοντας τα δύο αυτά ιερά αντικείμενα. Φεύγει από την πόλη μέσα στη νύχτα, γελώντας άγρια και θριαμβευτικά, κρατώντας το σακάκι ως σύμβολο ότι το πνεύμα του Βαλ θα παραμείνει ζωντανό και ελεύθερο μέσα από τους επόμενους «φυγάδες» αυτού του κόσμου.
Στον αρχαίο ελληνικό μύθο, το τέλος του Ορφέα είναι εξίσου βίαιο και τραγικό, παρουσιάζοντας εκπληκτικές ομοιότητες με τον θάνατο του Βαλ:
Ο Διαμελισμός του Ορφέα: Μετά την οριστική απώλεια της Ευρυδίκης, ο Ορφέας απομονώνεται, θρηνεί και αρνείται να λατρέψει άλλους θεούς εκτός από τον Απόλλωνα. Αυτό εξοργίζει τις Θρακικές Μαινάδες (τις ακόλουθες του Διονύσου), οι οποίες, σε κατάσταση μανίας, τον επιτίθενται και τον κομματιάζουν.
Η Λύρα και το Τραγούδι: Μετά τον διαμελισμό, οι Μαινάδες πετούν το κεφάλι και τη λύρα του στον ποταμό Έβρο. Το κεφάλι του, επιπλέοντας στο νερό, συνεχίζει να τραγουδά με θλιμμένη φωνή, ενώ η λύρα βγάζει έναν παραπονιάρικο ήχο καθώς ο άνεμος φυσά τις χορδές της.
Η Αθανασία της Τέχνης: Τα κύματα μεταφέρουν τη λύρα και το κεφάλι στο νησί της Λέσβου, το οποίο γίνεται έτσι η κοιτίδα της λυρικής ποίησης. Οι θεοί, για να τιμήσουν τον κορυφαίο μουσικό, τοποθετούν τη λύρα του στον ουρανό, δημιουργώντας τον αστερισμό της Λύρας.
Η Σύνδεση με το Έργο του Ουίλιαμς.
Ο Τένεσι Ουίλιαμς ακολουθεί πιστά τη δομή του μύθου:
-Ο μαινόμενος όχλος του Μισισίπι είναι οι σύγχρονες «Μαινάδες» που κατασπαράζουν τον καλλιτέχνη.
-Όπως στον αρχαιοελληνικό μύθο το κεφάλι και η λύρα του Ορφέα επιζούν και συνεχίζουν να παράγουν μουσική, έτσι και στο θεατρικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς η κιθάρα και το φιδίσιο σακάκι του Βαλ σώζονται από την καταστροφή, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη και το πνεύμα της ελευθερίας είναι αδύνατον να νικηθούν από τον θάνατο.
Επίλογος.
Το "Orpheus Descending" είναι τελικά ένα έργο για το αναπόφευκτο όριο ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Ο Ορφέας του Ουίλιαμς δεν κατεβαίνει στον Άδη για να φέρει πίσω έναν άνθρωπο. Κατεβαίνει σε έναν κόσμο που έχει ήδη γίνει Άδης. Και εκεί, η μουσική του δεν αρκεί για να τον σώσει -αλλά αρκεί για να αποκαλύψει, έστω για λίγο, ότι ακόμη και μέσα στο σκοτάδι υπάρχει κάτι που θυμάται το φως.
ΥΓ) Το έργο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τίτλο "The Fugitive Kind" (στην Ελλάδα προβλήθηκε ως «Ο Φυγάς») το 1960 από την εταιρεία United Artists. Την ταινία σκηνοθέτησε ο σπουδαίος Sidney Lumet (λίγο μετά το ιστορικό του ντεμπούτο με την ταινία «12 Ένορκοι»). Το σενάριο συνυπέγραψε ο ίδιος ο Τένεσι Ουίλιαμς μαζί με τον Meade Roberts. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ιερά τέρατα της υποκριτικής. Ο Μάρλον Μπράντο υποδύεται τον Βαλ, η μεγάλη Ιταλίδα ηθοποιός Άννα Μανιάνι τη Λέιντι, και η Τζόαν Γούντγουορντ την Κάρολ. Η ταινία ενισχύει ακόμη περισσότερο τη μυθολογική διάσταση του έργου: ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως ρομαντισμός, αλλά ως δύναμη που διαταράσσει ολόκληρες κοινωνίες.


























