9/3/17

Το παράδοξο των διδύμων.


"Το βιολογικό μας ρολόι επηρεάζεται εξίσου από τούτες τις αλλαγές στη ροή του χρόνου. Ας εξετάσουμε την περίπτωση των διδύμων αδελφών, ο ένας εκ των οποίων πάει να ζήσει στην κορυφή ενός βουνού ενώ ο άλλος μένει στο επίπεδο της θάλασσας. Ο πρώτος θα γερνάει γρηγορότερα από τον δεύτερο. Στην περίπτωση αυτή η διάφορα στις ηλικίες θα είναι μικρή. Θα γινόταν όμως πολύ μεγαλύτερη αν ο πρώτος δίδυμος έκανε ένα μικρό ταξίδι με διαστημόπλοιο κινούμενο με ταχύτητα λίγο μικρότερη από αυτή του φωτός – όταν θα επέστρεφε θα ήταν πολύ νεότερος από τον αδελφό του που παραμένει στη Γη. Η περίπτωση αυτή είναι γνωστή ως το «παράδοξο των διδύμων». Στην ουσία, όμως, αποτελεί παράδοξο μόνο για όσους δεν μπορούν να βγάλουν από το νου τους την ιδέα του απόλυτου χρόνου. Αλλά στην θεωρία της σχετικότητας δεν υπάρχει η έννοια του μοναδικού χρόνου. Αντίθετα, ο καθένας έχει το δικό του προσωπικό μέτρο χρόνου, το οποίο εξαρτάται από το που βρίσκεται και το πώς κινείται..."

Στήβεν Χώκινγκ, "Το Xρονικό του Xρόνου."

8/3/17

Ο χρόνος...


Ήταν μια φορά ένα νησί όπου κατοικούσαν όλα τα συναισθήματα και όλες οι ανθρώπινες ιδιότητες που υπάρχουν. Εκεί ζούσαν μαζί ο Φόβος, το Μίσος, η Σοφία, η Αγάπη και η Αγωνία. Όλοι ήταν εκεί.
Μια μέρα, καλεί η Γνώση τους κατοίκους του νησιού και τους λέει:
“Έχω να σας ανακοινώσω μια άσχημη είδηση, το νησί βυθίζεται”.
Τα συναισθήματα που κατοικούν στο νησί δεν μπορούν να πιστέψουν στ’ αυτιά τους:
“Όχι, δεν γίνεται! Εμείς εδώ ζούμε όλη μας τη ζωή!”
Η Γνώση επαναλαμβάνει:
“Το νησί βυθίζεται”.
“Μα δεν είναι δυνατόν! Μπορεί να κάνεις λάθος!”.
“Εγώ δεν κάνω ποτέ λάθος” τους ξεκαθαρίζει η Γνώση.
“Αν σας λέω ότι βυθίζεται, είναι γιατί πράγματι βυθίζεται”.
“Και τώρα, τι θα κάνουμε;” ρωτούν τα συναισθήματα.
Οπότε, απαντάει η Γνώση.
“Λοιπόν, κάντε ό,τι θέλετε, εγώ πάντως σας προτείνω να βρείτε έναν τρόπο να φύγετε από το νησί… Φτιάξτε ένα καράβι, μια βάρκα, μια σχεδία, ή ό,τι άλλο μπορείτε και φύγετε, γιατί αυτός που θα μείνει στον νησί, θα χαθεί μαζί του”.
“Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις;” ρωτούν όλοι μαζί, γιατί έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά της.
“Όχι” λέει η Γνώση. “Η Πρόνοια κι εγώ φτιάξαμε ένα αεροπλάνο, και μόλις τελειώσω αυτά που έχω να σας πω, θα πετάξουμε στο πιο κοντινό νησί”.
Τα συναισθήματα, αναστατωμένα, της λένε:
“Ε, όχι! Όχι! Κι εμείς τι θα γίνουμε;”
Μόλις τελειώνει η Γνώση, ανεβαίνει στο αεροπλάνο με τη φίλη της, κι έχοντας λαθρεπιβάτη το Φόβο – που δεν ήταν χαζός και κρύφτηκε στο αεροπλάνο -, φεύγουν από το νησί.
Τα συναισθήματα αρχίζουν να κατασκευάζουν άλλο βάρκα, άλλο καράβι, άλλο καΐκι… όλα… εκτός από την Αγάπη.
Γιατί η Αγάπη είναι τόσο συνδεδεμένη με κάθε πράγμα που βρίσκεται πάνω στο νησί, που λέει:
“Μα πως ν’ αφήσω το νησί… μετά από όσα έζησα εδώ… Πως ν’ αφήσω, ας πούμε, αυτό το δεντράκι; Αααχ… μας ενώνουν τόσα πράγματα…”.
Κι ενώ ο καθένας κοιτάζει να βρει έναν τρόπο για να φύγει, η Αγάπη ανεβαίνει σε κάθε δέντρο, μυρίζει κάθε τριαντάφυλλο, πάει μέχρι  την παραλία και ξαπλώνει στην αμμουδιά όπως έκανε παλιά, χαϊδεύει κάθε πετραδάκι… προτιμά να σκέφτεται με την αφέλεια που διακρίνει την Αγάπη:
“Μπορεί να βυθιστεί λιγάκι και μετά…”
Το νησί όμως …το νησί βυθίζεται όλο και περισσότερο.
Η Αγάπη, βέβαια, δεν μπορεί να σκεφτεί την κατασκευή μέσου διαφυγής, γιατί είναι τόσο στενοχωρημένη που άλλο δεν κάνει από το να κλαίει και να θρηνεί γι’ αυτά που θα χάσει.
Και ξαναχαϊδεύει τα βοτσαλάκια, ξανακυλιέται στην άμμο και βρέχει στο νερό τα ποδαράκια της.
“Μετά από τόσα που περάσαμε μαζί…” λέει στο νησί με παράπονο.
Μα το νησί βυθίζεται ακόμα πιο πολύ…
Μέχρι που, στο τέλος, δε μένει από το νησί παρά ένα τόσο δα βραχάκι. Το υπόλοιπο, το έχει καλύψει το νερό.
Την τελευταία στιγμή, η Αγάπη συνειδητοποιεί ότι το νησί βυθίζεται στ’ αλήθεια, και αντιλαμβάνεται πως αν δεν τα καταφέρει να φύγει, η αγάπη θα εξαφανιστεί για πάντα από προσώπου Γης. Έτσι, τσαλαβουτάει στα νερά και κατευθύνεται προς τον όρμο, που είναι το ψηλότερο σημείο στο νησί. Πάει με την ελπίδα να δει από εκεί κάποιον από τους συντρόφους της και να τον παρακαλέσει να την πάρει μαζί του.
Κοιτάζει στη θάλασσα και βλέπει να έρχεται το σκάφος του Πλούτου. Του κάνει σινιάλο, και ο Πλούτος πλησιάζει λίγο στον όρμο.
“Πλούτε, εσύ έχεις τόσο μεγάλο σκάφος, θα με πας ως το γειτονικό νησί;”
Ο Πλούτος, όμως, της απαντάει:
“Είμαι τόσο φορτωμένος με λεφτά, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, που δεν έχω χώρο για σένα. Λυπάμαι…” και συνεχίζει το δρόμο του χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Μένει η Αγάπη να ψάχνει, και βλέπει να έρχεται η Ματαιοδοξία σ’ ένα πολύ φανταχτερό σκάφος, γεμάτο στολίδια, περούκες, μάρμαρα και λουλούδια όλων των χρωμάτων. Η Αγάπη τεντώνεται λιγάκι και φωνάζει:
“Ματαιοδοξία… Ματαιοδοξία… Πάρε με μαζί σου”.
Η Ματαιοδοξία κοιτάζει την Αγάπη και της λέει:
“Ευχαρίστως θα σε έπαιρνα αλλά… έχεις μια όψη… Είσαι τόσο άχαρη, βρώμικη κι ατημέλητη… Με συγχωρείς, δεν γίνεται… Θα μου ασχήμαινες το σκάφος!” και φεύγει.
Κι ενώ σκέφτεται πως δεν πρόκεται να περάσει κανένας άλλος πια, βλέπει να πλησιάζει ένα σκάφος πολύ μικρό, το τελευταίο, το σκάφος της Θλίψης.
“Θλίψη, αδελφή μου” της λέει, “εσύ που με ξέρεις τόσο καλά, εσύ θα με πάρεις σίγουρα μαζί σου, έτσι δεν είναι;”
Και η Θλίψη της απαντάει:
“Θα σε έπαιρνα, αλλά είμαι τόσο λυπημένη, που προτιμώ να συνεχίσω μόνη μου” και χωρίς δεύτερη κουβέντα, απομακρύνεται.
Η Αγάπη κάθετα στο τελευταίο βραχάκι, που είναι ό,τι απόμεινε από το νησί, και περιμένει το τέλος… Όταν ξαφνικά, ακούει κάποιον να την καλεί από πολύ κοντά:
“Ψιτ-ψιτ…”
Είναι ένας γεροντάκος που της κάνει σινιάλο από μια βάρκα με κουπιά.
Ή Αγάπη του λέει:
“Εμένα;”
“Ναι, ναι” λέει ο γεροντάκος, “εσένα. Έλα μαζί μου, εγώ θα σε σώσω”.
Η Αγάπη τον κοιτάζει και του λέει:
“Ξέρεις τι έγινε, εγώ έμεινα…”
“Ξέρω, ξέρω…” της λέει ο γεράκος και δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της. “Ανέβα, εγώ θα σε σώσω”.
Ανεβαίνει η Αγάπη στη βάρκα κι αρχίζουν να κωπηλατούν μαζί για να απομακρυνθούν από το νησί, που πραγματικά, λίγα μόλις λεπτά μετά, εξαφανίζεται για πάντα.
Μόλις φθάνουν στο διπλανό νησί, καταλαβαίνει η Αγάπη πως αν είναι ακόμα ζωντανή, αν συνεχίζει να υπάρχει, το οφείλει σ’ αυτόν τον γεράκο, που χωρίς να πει λέξη, έφυγε το ίδιο παράξενα όσο είχε εμφανιστεί.
Εκείνη τη στιγμή, η Αγάπη συναντάει τη Σοφία και της λέει:
“Δεν γνωριζόμαστε μ’ αυτόν τον γεράκο, κι όμως με έσωσε. Πως είναι δυνατόν; Οι άλλοι, όλοι, δεν κατάλαβαν πως θα έμενα πίσω τελικά… Εκείνος με βοήθησε, κι εγώ ούτε καν ξέρω ποιός είναι…”
Η  Σοφία την κοιτάζει στα μάτια και της λέει:
“Aυτός είναι ο Χρόνος. Και ο Χρόνος, Αγάπη, είναι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει όταν ο πόνος της απώλειας σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα μπορέσεις να συνεχίσεις”.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: “Ο Δρόμος των Δακρύων”.

26/2/17

Καλά Κούλουμα.


"Όσο πιο ψηλά πετάμε, τόσο πιο μικροί φαινόμαστε σ’ αυτούς που δεν μπορούν να πετάξουν."
☆ ☆ ☆
Φρήντριχ Νίτσε.
















12/2/17

Η αναγκαιότητα της ανηθικότητας.

Η ιστορία βαδίζει το δύσκολο δρόμο της, ερήμην της ηθικής. Βέβαια, η ηθική υπάρχει πάντα, αλλά μόνο για να ελέγχονται από την κοινωνία τα καταστροφικά ένστικτα και ο άκρατος εγωισμός, μέσα από ένα πλέγμα απαγορεύσεων, που κατά κανόνα έχουν θεϊκή επικύρωση, ώστε να γίνονται, αν όχι περισσότερο πειστικές οι απαγορεύσεις, τουλάχιστον περισσότερο επίφοβες.
Κατά κάποιον τρόπο, οι δέκα εντολές είναι τα δέκα άρθρα του χριστιανικού ηθικού «συντάγματος» (κώδικα) πάνω στα οποία στηρίζονται οι επιμέρους ηθικοί νόμοι. Όμως, η τήρηση αυτού του «συντάγματος» δεν επαφίεται στο χριστιανισμό των χριστιανών, όπως το κυρίως ειπείν σύνταγμα στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αλλά στο φόβο της τιμωρίας στον άλλο κόσμο. Που όσοι τον αψηφούν κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους στη Γη.
Σου λένε οι άνθρωποι, και δικαίως: Αυτόν εδώ τον κόσμο, τον βλέπουμε και τον ξέρουμε. Τον «άλλο κόσμο» όμως δεν τον βλέπουμε και γι’ αυτό τον φανταζόμαστε, ή τον ονειρευόμαστε. Λοιπόν, ας τα βολέψουμε πρώτα στον ορατό κόσμο, κι ας αφήσουμε τη φροντίδα για τον αόρατο στους παπάδες, που είναι ειδικοί και ξέρουν καλύτερα.
Οι δυο κόσμοι, «αυτός» και ο «άλλος», πάντα μπέρδευαν ο ένας τον άλλο, σαν να στέκονταν εχθρικά ο ένας απέναντι στον άλλο: Αν πρόκοβες σ’ αυτόν τον κόσμο, θα ‘σουν ένας ανεπρόκοπος στον άλλο. Αλλά αν σιγουρευόσουν πως κέρδισες τον άλλο, θα αδιαφορούσες εντελώς για τούτον. Κι έτσι, τούτος ο κόσμος έγινε τελικά για τους έξυπνους κι ο άλλος για τους χάχες, όπως άλλωστε το λέει ρητά και κατηγορηματικά κι εκείνο το «,μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι».
Η υπερβολική φροντίδα για τη «βασιλεία των ουρανών» αφήνει ελεύθερο το πεδίο δράσης των βασιλέων επί της Γης, καθώς και όλων των βασιλικών ή μη καθαρμάτων. Ο καθένας στο βασίλειό του, λοιπόν, κι ο φτωχός στο δικό του εις τους ουρανούς, ένθ’ απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός.
Παρά ταύτα, παρά δηλαδή τις θεϊκά κατοχυρωμένες ηθικές απαγορεύσεις, η ανηθικότητα δεν έλλειψε ποτέ από τη Γη. Ευτυχώς, γιατί οι ηθικοί άνθρωποι εκτός από διαρκώς τρομαγμένοι εξαιτίας της ύπαρξης της κόλασης, είναι και βαθύτατα ανήθικοι στο βάθος βάθος. Διότι εξαρτούν την ηθικότητά τους από το αόρατο μαστίγιο του θεού, κι όχι από το ήθος, δηλαδή τη βαθιά και βιωματική κατανόηση της αξίας και της σημασίας του καλού εν τω κόσμω, που το πράττει κανείς χωρίς να περιμένει καμιά ανταμοιβή στον άλλο κόσμο, έτσι, γιατί είναι όντως καλός, κι όχι γιατί του είπε ο παπάς της ενορίας πως πρέπει να είναι καλός, για να πάρει το βραβείο στους ουρανούς, ως αριστεύσας μαθητής επί της Γης! Εδώ σε θέλω κάβουρα! να περπατάς στα κάρβουνα της γης και να μην καίγεσαι. Κι όχι να παριστάνεις τον καλό, ενώ δεν είσαι παρά ένα τρομοκρατημένο ανθρωπάκι, που είναι καλό θέλει δεν θέλει, του αρέσει δεν του αρέσει, το μπορεί δεν το μπορεί.
Πάντως, και παρά τις ηθικές απαγορεύσεις, η κοινωνία δεν ηθικολογεί. Ηθικολογούν μόνο τα άτομα. Για τον απλό λόγο πως η ηθική είναι μια προσωπική σχέση με το καλό και το κακό, ενώ η κοινωνία, παρόλο που αποτελείται από άτομα, δεν είναι το άθροισμα των ατόμων που τη συναποτελούν, αλλά ένα «μόρφωμα» όπως λέμε, δηλαδή μια «οντότητα» στατιστική και συνεπώς υπερπροσωπική. Μια ομάδα ανθρώπων που αποτελείται, ας πούμε, από σένα, από μένα κι από τον Φούφουτο, ή όποιον άλλο τέλος πάντων, που δρα σαν ομάδα χωρίς να εξατομικεύει τη δράση του καθένα, αλλά αθροίζοντας τη δράση του καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, δίνει ένα «άθροισμα» συμπεριφοράς που καμιά σχέση δεν έχει με τη συμπεριφορά του καθένα χωριστά, παρότι ο καθένας χωριστά παίρνει μέρος στον καθορισμό του αθροίσματος.
Θα καταλάβετε καλύτερα τη στατιστική έννοια (το μέσο όρο) του αθροίσματος αυτού, αν βρεθείτε σε μια διαδήλωση, όπου η μάζα ενεργεί και φέρεται, ηθικά ή ανήθικα, αναλόγως, σαν μια υπερπρόσωπη οντότητα (μόρφωμα). Είναι απόλυτα βέβαιο, πως μια τέτοια ομάδα ανθρώπων έχει μεγαλύτερη αίσθηση του κακού παρά του καλού. Γι αυτό, άλλωστε, φοβούνται τις ομάδες, κυρίως τις εξαιρετικά πολυάριθμες, οι εξουσιαστές. Ξέρουν τι τους περιμένει αν περιπλακούν σε μια ομάδα που ενεργεί ως μόρφωμα και όχι εξατομικευμένα. Κι η ομάδα αυτή έχει συγκροτηθεί για να υπερασπιστεί κάποια συγκεκριμένα συμφέροντά της κι όταν αυτά είναι ζωτικά δηλαδή άμεσον σχέσιν έχοντα με τη ζωή των ατόμων, μπορεί να γίνει χαμός στην πιο απόλυτη κυριολεξία. Εκείνη τη στιγμή, το καθένα χωριστά από τα άτομα της ομάδας, στέλνει περίπατο την ηθική του, και το κακό εμφανίζεται σ’ όλο του το καταστροφικό μεγαλείο.
Η τεράστια δύναμη της μάζας, που την τρέμουν οι πάντες, έχει τη ρίζα της σ’ αυτή την προσωρινή έστω κατάργηση της καταναγκαστικής ηθικής, που όπως είπαμε δεν πρέπει να συγχέεται με το ήθος, δηλαδή με τη βιωματική και αυθόρμητη ηθικότητα, που δεν στηρίζεται στην ποινή και την τιμωρία. Μπορούμε να μιλάμε για το ήθος μιας ομάδας ανθρώπων, που κι αυτό είναι στατιστικά καθορισμένο (κατά μέσον όρο προσδιορισμένο), ποτέ όμως για την ηθική της ομάδας. Διότι η ομάδα, όταν δρα, ξεχνά αυτομάτως τις καταναγκαστικές ηθικές απαγορεύσεις. Κατά κάποιον τρόπο, απελευθερώνεται από την έξωθεν επιβεβλημένη ηθική, και δείχνει το πραγματικό και ουσιαστικό ήθος της – αν βέβαια αυτό υπάρχει στα άτομα που αποτελούν την ομάδα. Αν δεν υπάρχει… χαιρετίσματα στην εξουσία! Που αυτή κι αν είναι ανήθικη! (Κάθε εξουσία είναι εξ ορισμού ανήθικη. Η «καλή εξουσία» υπάρχει μόνο στον Παράδεισο).
Ο ιστορικός ρόλος της ανηθικότητας είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι της ηθικότητας. Απλή απόδειξη, οι ήρωες. Όπως ξέρουμε, έτσι ονομάζουμε συνήθως αυτούς που σκότωσαν όσο το δυνατόν περισσότερους εχθρούς και στο τέλος σκοτώθηκαν. Και μη μου πείτε, καλά τους έκαναν αφού ήταν εχθροί, γιατί θα αποδειχτείτε φρικαλέοι χριστιανοί. Άλλωστε, είδατε πολλά αγάλματα ηρώων της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών; Το πολύ πολύ να είδατε κανέναν ανδριάντα πολιτικού, που δόξασε την πατρίδα δια των στρατιωτών, δηλαδή δια των εντεταλμένων δολοφόνων.
Σας το λέω και να το ξέρετε: Αν θέλετε να σας κάνουν άγαλμα, κάποτε, προσπαθήστε να απαλλαγείτε από τις ηθικές αναστολές. Εννοώ άγαλμα που να το στεφανώνουν στις εθνικές επετείους, κι όχι από τα άλλα, τα μονίμως αστεφάνωτα αγάλματα των ποιητών, που λειτουργούν ως άλλοθι στον κόσμο των βαρβάρων. Άλλωστε, στο σχολείο μας υποχρεώνουν να αποστηθίζουμε ημερομηνίες μαχών κυρίως, τουτέστιν ομαδικών και οργανωμένων σφαγών. Κι ύστερα μας ζητούν να γίνουμε καλοί και ηθικοί άνθρωποι. Τα κτήνη! Ενώ κάθε φορά που θα τα βρουν ζόρια, βάζουν μπροστά το μηχανισμό παραγωγής μαζικής ανηθικότητας, έναν έναν μας θέλουν ηθικούς. Τα ζώα!
Εγώ βρίζω κατά τη συνήθειά μου, όμως η ιστορία γράφει μονίμως στα παλιά της τα παπούτσια την ηθική μου αγανάκτηση. Η ιστορία δεν γράφεται από ηθικολόγους, γράφεται από ανθρώπους αποφασισμένους να σκοτώσουν και να σκοτωθούν αν χρειαστεί για τα συμφέροντά τους. Που, πάρα πολύ συχνά τα βαφτίζουν ιδανικά για να μην καταλαβαίνουμε περί ποιων ακριβώς συμφερόντων πρόκειται. Όταν π.χ. μας προτείνουν να σκοτωθούμε για την πατρίδα (τι πρόταση κι αυτή, μα τον Δία) δεν μας λένε ότι πρόκειται να σκοτωθούμε για τα συμφέροντα της ιθύνουσας τάξης της πατρίδας που κάνει τον πόλεμο, γιατί έχει σοβαρούς οικονομικούς λόγους να τον κάνει.
Είναι πολύ εύκολο να εφεύρει κανείς ιδανικά. Ακόμα και ο Τρωικός πόλεμος έγινε για το (αισθητικό) ιδανικό που επέβαλλαν τα μάτια της ωραίας Ελένης, κι όχι για τους θησαυρούς της Τροίας, που είχαν κάτσει στο μάτι των Αχαιών! Κοίτα να δεις πλάκα, φίλε μου! Να σε στέλνουν να σκοτωθείς, κι αν γυρίσεις ζωντανός να μη σου δίνουν μοιράδι από τη λεία, και να σ’ αφήνουν να βολοδέρνεις με τα ιδανικά για τα οποία, λέει, έγινε ο πόλεμος. Τουλάχιστον οι αρχαίοι Έλληνες πρότειναν αισθητικά ιδανικά στους μελλοθάνατους. Ενώ εμείς οι τενεκέδες σκοτωνόμαστε για το «βασιλιά και την πατρίδα». Και καλά για την πατρίδα. Τσιμέντο να γίνει. Αμ, εκείνος ο βασιλιάς, πως διάολο γίνεται και γίνεται ιδανικό; Ω, τι κόσμος ηλίθιων μπαμπά Πλάτωνα!
Η πιο μεγάλη εφεύρεση του καπιταλισμού είναι το κολοσσιαίας σημασίας γεγονός πως παραμέρισε όλα τα άλλα ιδανικά και στη θέση τους έβαλε το χρήμα, όπως γινόταν πάντα στην ιστορία χωρίς να το ομολογούν καθαρά οι πολιτικάντηδες, και οι καθηγητές της ιστορίας που τους βοηθούν αποτελεσματικά. Κύριε, θέλεις να γίνεις πλούσιος; Σκότωσε, ρήμαξε, κλέψε, εξαπάτησε, κι όταν έρθει η ώρα σου εξομολογήσου και άντε στο καλό. Ο Άγιος Πέτρος σε περιμένει στον Παράδεισο.
Ο καπιταλισμός, λοιπόν, έκανε καταμερισμό έργου και στην ηθική. Τοποθέτησε το «κακό» σε τούτο τον κόσμο και το «καλό» στον άλλο, ώστε οι κακοί να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους σε τούτο τον κόσμο και οι καλοί να παίζουν το κομποσκοίνι τους (ίσως και κάτι άλλο) όσο οι κακοί κάνουν «καλές δουλειές». Έτσι γινόταν πάντα στην ιστορία, αλλά ο καπιταλισμός επιτέλους είπε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Δηλαδή, δεν το βροντοφώναξε τ’ όνομα. Το είπε από μέσα του για να μην τ’ ακούσουν οι χαχόλοι και σταματήσουν να σκοτώνονται, για το βασιλιά (κοίτα να δεις πλάκα) και την πατρίδα
Γι’ αυτό και πρόκοψε τόσο γρήγορα ο καπιταλισμός. Πρόκοψε, που λέτε, γιατί αναγνώρισε πως η ιστορία είναι «κακή» απ’ την (δια τη φύση. Θέλω να πω, πως αναγνώρισε ότι η ιστορία φτιάχνεται και από τους ηθικούς και από τους ανήθικους, εναλλάξ ή κατά ζεύγος, θέλω να πω, μ’ άλλα λόγια, πως η ιστορία δεν δίνη πεντάρα για την ηθική. Μπορεί να κλαψουρίζουν οι άνθρωποι μετά από κάθε μάχη, πάντως ο αγώνας δόθηκε και κερδήθηκε – κι αυτό έχει σημασία. Αν δοθεί χωρίς να κερδηθεί, τότε κλάψτα δικαίως. Στον καπιταλισμό μετράει μόνο η αποτελεσματικότητα, και ποτέ η ηθική. Αυτό, βέβαια, γινόταν — πάντα κι αυτό έκαναν και τα προγενέστερα του καπιταλισμού κοινωνικά συστήματα. Όμως, ο καπιταλισμός επιδίωξε την αποτελεσματικότητα παντί τρόπω — και γι’ αυτό ακριβώς πρόκοψε και μεγαλούργησε. Σκέψου να κατακτάς την Αμερική, χωρίς, λέει, να σκοτώσεις ούτε έναν Ινδιάνο! Σκέψου να σου επιτίθονται οι φίλοι και γείτονες Τούρκοι για να σε λεηλατήσουν και συ, λέει, να τους λες: Μα, γιατί το κάνατε αυτό παιδιά! Δεν είναι ευγενικό! Μη με υποχρεώσετε να σας σκοτώσω και χάσω τον Παράδεισο στα καλά καθούμενα! Φύγετε, σας παρακαλώ, γιατί θα φωνάξω τον μπαμπά μου τον Ανδρέα.
Λοιπόν, ας αφήσουμε την πλάκα κι ας το πούμε καθαρά για να το καταλάβουν και οι… εθνικόφρονες (λες;) Το ήθος μετράει και στον άνθρωπο και στις κοινωνίες. Η ηθική όμως δεν μέτρησε ποτέ και σε τίποτα. Μπορεί κάποιοι να κέρδισαν τον Παράδεισο χάρη στην ηθική, αλλά μη μου ζητάτε περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτούς, γιατί θα δυσκολευτώ να τις διασταυρώσω ως καλός και ευσυνείδητος δημοσιογράφος. Άλλωστε, ποτέ ο διευθυντής μου δεν με έστειλε με δημοσιογραφική αποστολή στον Παράδεισο. Με έστειλε στην Κίνα, στην Κούβα, στη Λιβύη, στη Σοβ. Ένωση και αλλαχού, αλλά από Παράδεισο, τίποτα. Κανένα νέο από τον Παράδεισο.
Εδώ που τα λέμε, πάντως, και ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι εδώ στη Γη. Ο καπιταλισμός το αντιλήφθηκε πολύ καλά αυτό. Βέβαια, άφησε την ηθική να δουλεύει υπέρ του ουρανίου Παραδείσου, αλλά αυτό το έκανε μόνο και μόνο για να μην αρχίσουν να ψάχνουν όλοι τον Παράδεισο στη Γη, σε μια εποχή που τα αγαθά είναι ακόμα λιγοστά, και συνεπώς ο παράδεισος της ευημερίας δεν μας χωράει όλους.
Πάντως, για πρώτη φορά με τον καπιταλισμό, και χάρη στη σωτήρια ανηθικότητά του (το λέω χωρίς ίχνος ειρωνείας) έγινε αντιληπτό από τον άνθρωπο πως ο Παράδεισος είναι δυνατό να υπάρξει σ’ αυτή τη Γη. Αφού ήδη υπάρχει για πολύ περισσότερους, απ’ όσους την εποχή της φεουδαρχίας, ή της δουλοκτησίας, σημαίνει πως μπορεί να διευρυνθεί κι άλλο. Ε, ακριβώς αυτή τη διεύρυνση επιχειρεί ο σοσιαλισμός. Πατώντας σταθερά στη ματοβαμμένη ιστορία του καπιταλισμού. Που αν δεν ήταν βάρβαρος, που αν ήταν υπέρ το δέον ηθικός, ούτε λόγος για σοσιαλισμό. Γιατί το σοσιαλισμό τον προετοιμάζει ο καπιταλισμός. Ο σοσιαλισμός μπορεί να γεννηθεί με καισαρική τομή, όπως στη Ρωσία του 1917, αλλά δια παρθενογενέσεως, ποτέ των ποτών. Εμείς οι μαρξιστές δεν μυρίσαμε τον κρίνο για να κυοφορήσουμε το σοσιαλισμό. Θέλω να πω, ο σοσιαλισμός δεν φύτρωσε στα κεφάλια μας, έτσι, γιατί είμαστε οι ηθικοί και οι τίμιοι. Ο ηθικός σοσιαλισμός είναι δυνατός διότι προυπήρξε ο ανήθικος καπιταλισμός.

28/1/17

"Εκεί που η μετριοπάθεια είναι λάθος, η αδιαφορία είναι έγκλημα."

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.
Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.
Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.
Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.
Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;
Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.
Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.»
Antonio Gramsci.


15/1/17

Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ: Πάθος για κοινωνική δικαιοσύνη!

Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ. 

Στο ματωμένο, στο μαρτυρικό το δρόμο
που σφάχτηκαν, ολόρθοι πάντα καρτερούν.
Κι’ άμετρα πλήθη πίσω τους σκορπούν τον τρόμο
κι όλο πυκνώνουν και σαν κύματα βοούν!

Χυμούν! πού παν; τί βλέπουν; τί τα ηλεκτρίζει;
τί δείχνουν οι δυο άτρομοι αγωνιστές μπροστά;
– Ω! τ’ όραμα της Λευτεριάς όπου γκρεμίζει
σύνορα, ψεύτικους ναούς, πατρίδες και σκoλιά!

Κ’ η φοβερή κραυγή τους, ω! από χείλη ώς χείλη
άκου! ώς τα πέρατα της γης βροντά κι’ αχή.
– Τί κι’ αν χτυπάτε, δολοφόνοι; θ’ ανατείλει,
νά την! προβαίνει πέρα Κόκκινη μι’ Αυγή!

Πιο Κόκκινη απ’ το αίμ’ –αλλοί σας!– το χυμένο
που ’βραζε μες στων νέων Σπαρτάκων την καρδιά,
και που σε κάθε στήθος τώρα πονεμένο,
σίδερο γίνεται, όργητα, βροντή, φωτιά.

Να σπάσει όλες της σκλαβιάς τις αλυσίδες,
να κάψει τ’ άτιμα παλάτια της κλεψιάς,
και να σκορπίσει τις ειρηνικές αχτίδες 
της καλωσύνης, της αγάπης, της δουλειάς!

Στο ματωμένο, στο μαρτυρικό το δρόμο
που σφάχτηκαν, ολόρθοι πάντα καρτερούν!
Κι’ άμετρα πλήθη πίσω τους σκορπούν τον τρόμο…
– Ο Λήμπκνεχτ, να! κ’ η Ρόζα μπρος τα οδηγούν!

17/12/16

Η άνοδος της ασημαντότητας!

Το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Η άνοδος της ασημαντότητας» εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1995 και αποτελεί μια συλλογή από κείμενα του, με το στοχασμό του για τη σύγχρονη πραγματικότητα, την κοινωνία και την πολιτική. Κάποια από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται είναι η κρίση των δυτικών κοινωνιών, τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα, η αποσάθρωση της δύσης, η άνοδος της ασημαντότητας, το κενό της εποχής, η δημοκρατία ως διαδικασία και ως καθεστώς. Ζούμε σε μια εποχή που όλοι μας - ή τουλάχιστον θα έπρεπε όλοι - αναζητούμε απαντήσεις στα αδιέξοδα. Ο Καστοριάδης, αρκετά χρόνια πριν, ανέλυε τα σημερινά μας προβλήματα.  Το συγκεκριμένο βιβλίο περιλαμβάνει απίστευτα προφητικές και επίκαιρες αναλύσεις για όσα βιώνουμε. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να μελετηθεί. Εδώ παρατίθενται δύο από αποσπάσματα που αποκτούν τραγική επικαιρότητα:
1. «Από εκεί και πέρα, αν εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση, κατάσταση αποσύνθεσης και όχι κρίσης, κατάσταση αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, διαπιστώνουμε μια αντινομία πρώτου μεγέθους: Το απαιτούμενο είναι κολοσσιαίο, πάει πολύ μακριά –και οι άνθρωποι, τέτοιοι που είναι και τέτοιοι που αναπαράγονται συνεχώς από τις δυτικές κοινωνίες μα και από τις άλλες, βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό. Τι είναι το απαιτούμενο;
Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, την απόλυτη σχεδόν αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Αυτό θα απαιτούσε φυσικά μια αποδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων.
Αυτός όμως ο προσανατολισμός απέχει απίστευτα από τα όσα σκέφτονται, και ίσως από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η κολοσσιαία δυσκολία που πρέπει ν’αντιμετωπίσουμε. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως για να βγούμε από τη ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.
Θα έπρεπε λοιπόν από εδώ και πέρα οι άνθρωποι (μιλάω τώρα για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός σκοπός της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωση τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχθούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Ξέρουμε, ξέρω ποιο είναι αυτό το κάτι άλλο – τι ωφελεί όμως, από τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου δεν το δέχεται και δεν κάνει αυτό που πρέπει ώστε να γίνει πραγματικότητα; Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροιόντων. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να πάψει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου. Άλλο πολιτικό σύστημα, μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων. Μιαν άλλη οργάνωση της παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί να ασκούν και να άρχονται, σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη- και ούτω καθ’ εξής. 
Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν θεμελιώδη προβλήματα: για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αληθινή, μια άμεση δημοκρατία, όχι πια με 30.000 πολίτες, όπως στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, μα με 40 εκατομμύρια πολίτες, όπως στη Γαλλία, ή ακόμα και με πολλά δισεκατομμύρια άτομα στην κλίμακα του πλανήτη; Προβλήματα κολοσσιαίας δυσκολίας, που όμως κατά τη γνώμη μου μπορούν να λυθούν –με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση.
Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας – και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η δυική ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά νοιάζεται για αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους – οικολογική, για παράδειγμα – θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση, ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του φοβερά σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σε αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν την συνείδηση των συμπολιτών τους.» 
2. «(…) η αποσύνθεση γίνεται φανερή κυρίως μέσα από την εξαφάνιση των σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Και αυτό απειλεί μακροπρόθεσμα την επιβίωση του ίδιου του συστήματος. Όταν δηλώνεται ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το «πλουτίστε» (και η δόξα της δήλωσης αυτής ανήκει, σ’ ότι αφορά τη Γαλλία, στους σοσιαλιστές, οι οποίοι την έκαναν με έναν τρόπο που η Δεξιά δεν είχε τολμήσει να την κάνει), μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σ’ αυτή τη βάση.
Αν τα πράγματα είχαν έτσι, τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να ζητούν και να δέχονται μπαξίσια για να κάνουν τη δουλειά τους, οι δικαστές να βγάζουν τις δικαστικές αποφάσεις στη δημοπρασία, οι εκπαιδευτικοί να βάζουν καλούς βαθμούς στα παιδιά των οποίων οι γονείς του έδωσαν μια επιταγή κλπ. Πριν από δεκαπέντε σχεδόν χρόνια έγραφα πως ο μόνος φραγμός για τους ανθρώπους σήμερα είναι ο φόβος των ποινικών κυρώσεων. Κατά ποια λογική όμως αυτοί που εισβάλλουν τις κυρώσεις θα είναι οι ίδιοι αδιάφθοροι; Ποιος θα φυλάει τους φύλακες; Η γενικευμένοι διαφθορά που παρατηρούμε στο σύγχρονο πολιτικοοικονικό σύστημα δεν είναι περιφερειακό ή ανεκδοτολογικό φαινόμενο αλλά έχει γίνει δομικό χαρακτηριστικό, ενδογενές στο σύστημα της κοινωνίας στην οποία ζούμε.
Αγγίζουμε έτσι εδώ έναν θεμελιώδη παράγοντα, γνωστό στους μεγάλους πολιτικούς στοχαστές του παρελθόντος και παντελώς άγνωστο στους σημερινούς δήθεν πολιτικούς φιλοσόφους, κακούς κοινωνιολόγους και άθλιους θεωρητικούς: τη στενή συνάφεια ανάμεσα σ’ ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο (ή το φάσμα τέτοιων τύπων) που είναι αναγκαίος για να λειτουργήσει αυτό το καθεστώς. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους ανθρωπολογικούς τύπους ο καπιταλισμός τους κληρονόμησε από τις προγενέστερους ιστορικές περιόδους: τον αδιάφθορο δικαστή, τον βεμπεριανό δημόσιο υπάλληλο, τον αφοσιωμένο στο καθήκον του εκπαιδευτικό, τον εργάτη για τον οποίον η δουλειά του ήταν, παρ’ όλες τις συνθήκες, πηγή περηφάνιας. Τέτοιου είδους πρόσωπα γίνονται αδιανόητα στη σύγχρονη εποχή: αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο θα αναπαράγονταν, ποιος θα τα αναπαρήγε, στο όνομα τίνος πράγματος θα λειτουργούσαν. Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που αποτελεί δημιούργημα του ίδιου του καπιταλισμού, ο σουμπετερικός επιχειρηματίας –που συνδυάζει την τεχνική επινοητικότητα, την ικανότητα να συγκεντρώνει κεφάλαια, να οργανώνει μια επιχείρηση, να διερευνά, να διεισδύει, να δημιουργεί αγορές -, είναι υπό εξαφάνιση. Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και από κερδοσκόπους.
Κι εδώ πάλι, όλοι οι παράγοντες συγκλίνουν σε αυτό το αποτέλεσμα. Γιατί να πασχίζει κανείς να παραγάγει και να πουλήσει, τη στιγμή που μια σωστή κίνηση με τα επιτόκια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ή αλλού μπορεί να αποφέρει μέσα σε μερικά λεπτά 500 εκατομμύρια δολάρια; Τα ποσά που διακυβεύονται στην κερδοσκοπία κάθε εβδομάδα είναι της τάξης του ετήσιου ΑΕΠ των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι η διοχέτευση των πιο «επιχειρηματικών» στοιχείων προς αυτού του τύπου τις δραστηριότητες, οι οποίες είναι εντελώς παρασιτικές, από τη σκοπιά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. 
Αν αθροίσουμε όλους αυτούς τους παράγοντες και λάβουμε επιπλέον υπόψη την ανεπανόρθωτη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος που επιφέρει αναγκαστικά η καπιταλιστική «μεγέθυνση» (αναγκαίος όρος, η ίδια, της «κοινωνικής ειρήνης»), μπορούμε και οφείλουμε να αναρωτηθούμε για πόσον καιρό ακόμα θα μπορεί να λειτουργεί το σύστημα». 

15/12/16

«Η στιγμή του όφι των πρωτοπλάστων».

Γιατί υπάρχει ο έρωτας στη φύση και στη ζωή μας; Ο έρωτας υπάρχει, για να διαιωνίζεται η συνέχεια των ειδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φύση έχτισε ετούτη τη συναρπαστική λειτουργία.
Τη φύση ποσώς την ενδιαφέρει, αν υπάρχουμε εμείς σα μονάδες, σαν ατομικότητες. Αν υπάρχεις εσύ κι εγώ, και περπατάς και χαίρεσαι˙ αν υπάρχει μια λεμονιά στον κάμπο και στα όρη λειώνει το χιόνι για να ποτίζουνται οι τρυφεροί της κλώνοι˙ αν υπάρχει απάνω στο δέντρο το μήλο και το ρόδι, η φύση αδιαφορεί ολοτελώς. Δε φροντίζει για σένα, τίμιε αναγνώστη, η φύση περισσότερο, απ’ όσο φροντίζει για σένα μια πέτρα που την πατάς μπροστά σου, ή τη βλέπεις χτισμένη στον τοίχο.
Τη φύση ένα την ενδιαφέρει, η διαιώνιση των ειδών. Να ζήσει το κάθε είδος όσο γίνεται πιο πολύ χρόνο. Δύο, πέντε, δέκα εκατομμύρια χρόνια. Κι όταν θα εξαφανισθεί το κάθε είδος, αφού συντελεσθεί ο χρόνος που του ορίστηκε να ζήσει, η φύση θα το ταφιάσει και θα το κλάψει χωρίς δάκρυα και, γόους. Και ταυτόχρονα θα μεριμνήσει να το αντικαταστήσει με το καινούριο είδος.
Θα γνωρίζεις βέβαια πως από τότε που εμφανίσθηκε η ζωή στην επιφάνεια του πλανήτη, πριν εξακόσια εκατομμύρια χρόνια, το 99% των έμβιων όντων που έζησαν και άκμασαν, σήμερα έχουν εξαφανισθεί. Τα αντικατάστησαν άλλα, και αυτά με τη σειρά τους θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλα.
Στη φύση ανώλεθρο και αχάλαστο δε μένει τίποτα, παρά μονάχα ένα: η βούληση της φύσης να οικονομεί και να φροντίζει την αλυσίδα των ειδών. Όπως φροντίζει και την αλυσίδα της ανόργανης ύλης. Την αλυσίδα των αστέρων, για παράδειγμα. (Αστέρες πρώτης γενεάς, δεύτερης γενεάς κ.λ.π.).
Πώς πετυχαίνει η φύση τη διαιώνιση των ειδών; Με το πιο απλό, το πιο πανούργο, αλλά και το πιο ελκυστικό δέλεαρ. Με τη γενετήσια ηδονή. Με τον ϊμερον των ελλήνων, τη voluptas και τη libido των λατίνων.
Επομένως η ηδονή που τρυγούν και καρπώνουνται δύο δυνατοί και τρυφεροί εραστές, όταν αγκαλιάζουνται μέλος με μέλος, σφιχτά και βαθιά, και γίνουνται τα δύο ένα, δεν είναι ο αυτοσκοπός της γενετήσιας πράξης.
Δεν αγκαλιαζόμαστε, για να ζήσουμε εκείνο το σύντονο αλλά και ωκεάνειο αίσθημα του ίλιγγου και του αποκεφαλισμού που το λέμε ηδονή. Όχι.
Αγκαλιαζόμαστε, για να γεννήσουμε την καινούργια ζωή, το παιδί μας, που θα προωθήσει την υπόθεση του είδους μας. Του είδους άνθρωπος στο προκείμενο.
Σύμφωνα μ’ αυτή την αυτονόητη και κατάδηλη θεώρηση της φυσιολογίας, οι άνθρωποι έπρεπε να ζευγαρώνουμε τόσες φορές, όσες είναι για να γεννήσουμε τη νέα ζωή.
Αυτό είναι το άγιο θέλημα της φύσης. Και αυτό γίνεται με τα ζώα που ζουν φυσικά.
Οι κατσίκες, λένε οι χωρικοί μας, “ζητούν” το Σεπτέμβριο. Οι γάτες “ζητούν” το Γενάρη. Όλοι έχουμε ακούσει πόσο εύμουσα και καλεστικά νιαουρίζουν στα κεραμίδια το καταχείμωνο. Ούτε ο βιολιστής στη στέγη έτσι.
Αυτό συνέβαινε και με τον άνθρωπο. Αλλά με τον άνθρωπο εσυνέβηκε και κάτι άλλο. Ήρθε μια στιγμή μέσα στην εξελικτική του διαδρομή, που κατανόησε ότι είναι ωραίο πράμα να αγκαλιάζεται. Είδε ότι καλόν το ιδείν και κατανοήσαι και άψασθαι, και δοκιμάσαι το σώμα του έρωτα.
Από την άλλη όμως είδε ότι είναι κακό και ψυχρό και ανάποδο το προϊόν που έδινε αυτή τη τερπνή ώρα, από έναν αριθμό πρϊόντων και ύστερα. Είδε ότι η κύηση, ο τοκετός, το παιδί που θα ‘ρχότανε είναι μπελάς και μπαλαούρα, είναι σκοτούρα και έγνοια, και κίνδυνος κάποτε μεγάλος. Οι μισές γυναίκες παλαιά πεθαίνανε στη γέννα.
Ετότες λοιπόν ήταν που ο άνθρωπος έκαμε τη μοιραία επιλογή. Εψήφισε φιλί και ηδονή, και καταψήφισε τοκετό και κύηση. Έτσι εδιάσπασε την ενότητα της πανίερης πράξης, και την εδιαχώρισε στα δύο μισά της. Επροσκύνησε το ένα, εβλαστήμησε το άλλο. Είπε ναι στο πήδημα, είπε όχι στο γκάστρωμα.
Ευρήκε, λοιπόν, τη λύση ο πανούργος. Αυτό το «δεινόν» τέρας, όπως λέει ο Σοφοκλής. Ο τετραπέρατος, ο μπαγαμπόντης, ο πάντα καταφερτζής. Αυτός ο καιροσκόπος και υστερόβουλος, ο πολυπράγμονας και πονηρός. Αλλά μαζί ο μωρός και ο μύωπας. Ο κωμικός και ο ασήμαντος, ο ανεύθυνος, ο άτσαλος και ο υβριστής ανθρωπάκος.
Γιατί αποφάσισε να εκτρέψει τη γενετήσια ορμή του από το φυσικό της ρείθρο. Και ελογάριασε ανόητα πως η νέα κατάσταση που θα δημιουργήσει θα είναι εξίσου έγκριτη και νόμιμη με την παλαιά. Ότι ημπορεί ο ίδιος ο άνθρωπος να δημιουργήσει φύση! 
Εδώ ο άνθρωπος δεν εσκέφθηκε ότι όσο μηχανικός και ευρεσιτέχνης και να ‘ναι, δεν ημπορεί να υψωθεί στην περιωπή της δύναμης και της τελειότητας που έχει η φύση. Το λάθος του ήταν που πίστεψε πως θα ‘φτανε να εξισώσει τη δύναμή του με τη δύναμη της φύσης.
Αλλά αυτό είναι Ύβρις με την έννοια της αττικής τραγωδίας. Είναι η μεγαλύτερη Ύβρις που διέπραξε ο άνθρωπος σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας του. Μαζί με την άλλη, την Ύβρι του θανάτου, που θα ειπούμε.
Δε γνωρίζουμε πότε συνέβηκε αυτή η τομή. Σε ποια στιγμή της ιστορικής πορείας του ανθρώπου. Όπως δε γνωρίζουμε την ακριβή στιγμή, που ο εγκέφαλος του ζώου έγινε νους στον άνθρωπο. Τη στιγμή, δηλαδή, που ξεφεύγοντας από τη σφαίρα του ζώου άνθρωπος διατύπωσε την πρώτη ερώτηση. Το πρώτο τι; ή γιατί; που ο Καντ το λέει «Η στιγμή του όφι των πρωτοπλάστων».