«Στου Λινάρδου την ταβέρνα»: Η ιστορία πίσω από το θρυλικό ρεμπέτικο και το αθηναϊκό κουτούκι που αντέχει 100 χρόνια.
Αν είστε λάτρεις του καλού λαϊκού τραγουδιού, σίγουρα έχετε σιγοτραγουδήσει ή έχετε χορέψει τους γεμάτους κέφι στίχους: «Στου Λινάρδου την ταβέρνα βλέπεις πρόσωπα μοντέρνα…». Το περίφημο αυτό ρεμπέτικο, που ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1936 από τον συνθέτη Παναγιώτη Τούντα, δεν είναι απλώς ένα δημιούργημα της φαντασίας.
Η ταβέρνα του Λινάρδου υπήρξε πραγματικά. Και το πιο εντυπωσιακό; Λειτουργεί μέχρι και σήμερα στην καρδιά της Αθήνας κουβαλώντας μια συναρπαστική ιστορία και... δύο διαφορετικά ονόματα!
Ένα ραβαΐσι γεμάτο… λαχανικά και παρατσούκλια.
Το τραγούδι, που πρωτοερμήνευσαν ο Δημήτρης Περδικόπουλος και ο Στελλάκης Περπινιάδης, αποτελεί μια ιδιοφυή σάτιρα της μεσοπολεμικής Αθήνας. Ο Τούντας πήρε τη γραφικότητα των θαμώνων ενός λαϊκού κουτουκιού και τη μετέτρεψε σε τέχνη.
Στους στίχους παρελαύνει μια απίστευτη πινακοθήκη χαρακτήρων με ευφάνταστα παρατσούκλια, εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή και το φαγητό: Ο Παπαρούνας, ο Βαρέλας και ο Μουρούνας. Ο Σκόρδος ο τεμπέλης, ο Θρούμπας και ο Τσιγγέλης. Ο Χατζημπάμιας, ο Νεροχύτης, ο Παστουρμάς και ο Χατζηραπάνης. Μαζί τους, οι «μερακλούδες» της εποχής, όπως η κυρά Αγγέλω με το μαύρο της βέλο και η Σταμάτα που μεθάει και σπάει πιάτα. Το τραγούδι κλείνει με μια κλασική ατάκα της παλιάς Αθήνας: «Βρε Λινάρδο ταβερνάρη, γράφ’ τα κάτω απ’ το σφουγγάρι». Μια αναφορά στον μαυροπίνακα του μαγαζιού, όπου τα χρέη γράφονταν με κιμωλία και σβήνονταν με το σφουγγάρι όταν (και αν) πληρώνονταν.
Από το «Βατραχονήσι» στο σήμερα: Η ιστορία του «Καραβίτη».
Ποια ήταν όμως αυτή η ταβέρνα; Πρόκειται για τον πασίγνωστο «Καραβίτη», που βρίσκεται μέχρι σήμερα στο Παγκράτι (στη συμβολή των οδών Αρκτίνου και Παυσανίου 4). Όταν ξεκίνησε τη λειτουργία της τη δεκαετία του 1920, η περιοχή ονομαζόταν Βατραχονήσι, καθώς βρισκόταν δίπλα στις όχθες του τότε ακάλυπτου ποταμού Ιλισού.
Όλα ξεκίνησαν το 1926, όταν ο Παναγιώτης Καραβίτης, ένας μετανάστης από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, άνοιξε στο σημείο εκείνο ένα καρβουνιάρικο για να πουλάει κάρβουνα στη γειτονιά. Σύντομα όμως, έβαλε 2-3 τραπεζάκια στην αυλή και άρχισε να κερνάει τους πελάτες χύμα κρασί και απλούς μεζέδες. Μέχρι το 1935, το μαγαζί είχε μετατραπεί σε κανονική, ξακουστή ταβέρνα που κράτησε το όνομα του ιδρυτή της. Λίγα χρόνια αργότερα, η κόρη του Παναγιώτη Καραβίτη παντρεύτηκε τον Θεόδωρο Λινάρδο. Η διαχείριση της ταβέρνας πέρασε στα χέρια του γαμπρού, ο οποίος ήταν ο ενεργός ταβερνιάρης την εποχή που ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας σύχναζε εκεί. Με τα χρόνια, το μαγαζί απέκτησε "όνομα", όμως η ιστορία δεν ξεχάστηκε. Ακόμα και σήμερα, έναν αιώνα μετά, η ταβέρνα παραμένει στα χέρια της ίδιας οικογένειας, και η επίσημη επιχειρηματική της ονομασία είναι «ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ - ΥΙΟΙ Θ. ΛΙΝΑΡΔΟΥ ΟΕ».
Ένα ζωντανό μουσείο της αθηναϊκής νύχτας.
Στο πέρασμα των δεκαετιών, τα βαρέλια του Λινάρδου και του Καραβίτη δεν φιλοξένησαν μόνο τους λαϊκούς τύπους του μεσοπολέμου. Το κουτούκι έγινε στέκι για σπουδαίους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, με πιο εμβληματικό θαμώνα τον Μάνο Χατζιδάκι.
Αν επισκεφθείτε το μαγαζί σήμερα, η ατμόσφαιρα, τα παλιά κρασοβάρελα στους τοίχους και η παραδοσιακή αυλή θα σας μεταφέρουν αμέσως σε μια άλλη εποχή. Είναι από τα ελάχιστα μέρη στην Αθήνα όπου μπορείς να κάτσεις στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου πριν από 90 χρόνια ο Παναγιώτης Τούντας έγραφε ιστορία με ένα κομμάτι χαρτί και ένα μπουζούκι.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα ακούσετε το τραγούδι, θυμηθείτε: ο Λινάρδος υπήρξε, η ταβέρνα του είναι ακόμα εκεί, και η ιστορία της Αθήνας συνεχίζει να γράφεται πάνω από ένα ποτήρι παγωμένη ρετσίνα!
"Στου Λινάρδου τη ταβέρνα βλέπεις πρόσωπα μοντέρνα.
Πάνε όλοι, ένας κι ένας, οι αστέρες της ταβέρνας.
Εκεί πάει ο Παπαρούνας, ο Βαρέλας κι ο Μουρούνας.
Πάει ο Σκόρδος ο τεμπέλης και ο Θρούμπας κι ο Τσιγγέλης.
Πάει κι η κυρά Αγγέλω με το μαύρο της το βέλο.
Και η μερακλού η Φώτω που μεθάει με το πρώτο.
Εκεί πάει κι η Σταμάτα, που μεθά και σπάει πιάτα.
Πάει κι η κυρά Πιπίνα, για να πιει καμιά ρετσίνα.
Εκεί πάει ο Νταμιτζάνας, Μαϊντανός κι ο Μελιτζάνας.
Πάει ο Ρέγγας κι ο Μπαρδάκος, Νεροχύτης και Ταμπάκος.
Εκεί πάει ο Χατζημπάμιας, ο Γαρδούμπας και ο Λάμιας.
Πάει κι ο Χατζηραπάνης, Παστουρμάς κι ο Μπεχλιβάνης.
Σ’ ένα τέτοιο ραβαΐσι ποιος μπορεί να μη μεθύσει.
Άλλος τραγουδά χορεύει κι άλλος έρωτα γυρεύει
Άλλος πίνει και πληρώνει κι άλλος ζούλα την καρφώνει.
Βρε Λινάρδο ταβερνάρη, γράφ’ τα κάτω απ’ το σφουγγάρι."































