Η φύση δεν είναι εμπόρευμα: Το μεταβολικό ρήγμα του καπιταλισμού και η οργανωμένη λεηλασία της ζωής.
Υπάρχει μια παράξενη λογιστική στον κόσμο της οικονομίας. Όταν ένα δάσος καίγεται, υπολογίζονται οι ζημιές. Όταν όμως το ίδιο δάσος μετατρέπεται σε εμπορεύσιμη ξυλεία, η καταστροφή καταγράφεται ως παραγωγή. Όταν ένα βουνό ισοπεδώνεται για να εγκατασταθούν βιομηχανικές υποδομές, η πληγή στο τοπίο βαφτίζεται επένδυση. Κι όταν ένα ποτάμι χάνει τη φυσική του ροή για να υπηρετήσει κάποια οικονομική δραστηριότητα, η διατάραξη ενός ολόκληρου οικοσυστήματος μπορεί να εμφανιστεί ως αναπτυξιακό επίτευγμα.
Το μυστικό βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μετράμε τον κόσμο. Η οικονομία διαθέτει λογιστικά βιβλία για τα κέρδη, τις ζημιές, τις αποδόσεις και τις επενδύσεις. Δεν διαθέτει, όμως, έναν ισοδύναμο τρόπο να καταγράψει την απώλεια ενός αιωνόβιου δάσους, την εξαφάνιση ενός είδους, την καταστροφή του εδάφους ή τη σιωπή ενός τόπου από τον οποίο εξαφανίστηκαν τα πουλιά.
Ή, ακριβέστερα, τα καταγράφει μόνο όταν η καταστροφή αρχίζει να κοστίζει χρήματα.
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της οικολογικής σκέψης του Τζον Μπέλαμι Φόστερ, στο βιβλίο του "Marx's Ecology: Materialism and Nature", που εκδόθηκε το 2000. Ο Φόστερ επιχειρεί να αποκαταστήσει μια διάσταση του μαρξικού έργου που συχνά παραμερίστηκε: τη βαθιά σχέση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή, τις φυσικές επιστήμες και τους υλικούς όρους της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Μαρξ δεν αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως έναν κυρίαρχο θεατή που στέκεται έξω από τη φύση και αποφασίζει τι θα κάνει μαζί της. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, ένα έμβιο ον που επιβιώνει μετασχηματίζοντας τον φυσικό κόσμο, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται από τις ισορροπίες του. Η εργασία διαμεσολαβεί αυτή τη σχέση. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι οι άνθρωποι επεμβαίνουν στη φύση. Είναι ότι οργανώνουν την επέμβασή τους με τέτοιον τρόπο, ώστε να υπονομεύουν τους ίδιους τους όρους της ζωής τους.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική κριτική.
🌳 Το μεταβολικό ρήγμα: όταν η γη παύει να αναπνέει.
Ο Φόστερ επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια του μεταβολικού ρήγματος, η οποία στηρίζεται στη μαρξική ανάλυση της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και τις φυσικές διαδικασίες.
Η αφετηρία βρίσκεται στη γεωργία του 19ου αιώνα. Ο Μαρξ, επηρεασμένος μεταξύ άλλων από τον Γερμανό χημικό Γιούστους φον Λίμπιχ, παρατήρησε ότι η καπιταλιστική οργάνωση της γεωργικής παραγωγής απομάκρυνε θρεπτικά συστατικά από το έδαφος χωρίς να εξασφαλίζει την επιστροφή τους. Η τροφή παραγόταν στην ύπαιθρο, μεταφερόταν στις πόλεις, καταναλωνόταν από τους πληθυσμούς και κατέληγε στα αστικά απόβλητα. Τα συστατικά που είχαν αφαιρεθεί από τη γη δεν επέστρεφαν οργανωμένα σε αυτήν.
Η φύση λειτουργούσε ως αποθήκη πρώτων υλών και ως αποδέκτης αποβλήτων. Η παραγωγή αυξανόταν, αλλά η φυσική αναπαραγωγή της γονιμότητας διαταρασσόταν.
Αυτό είναι το μεταβολικό ρήγμα: η διατάραξη των φυσικών ανταλλαγών που συντηρούν τη ζωή, εξαιτίας ενός κοινωνικού συστήματος που οργανώνει την παραγωγή με προτεραιότητα τη συσσώρευση του πλούτου.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται, βέβαια, στη γεωργία του 19ου αιώνα. Σήμερα το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται σε πλανητική κλίμακα. Εξορύσσουμε ορυκτά καύσιμα που χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστούν, απελευθερώνουμε στην ατμόσφαιρα άνθρακα που ήταν αποθηκευμένος στο υπέδαφος και διαταράσσουμε το κλιματικό σύστημα από το οποίο εξαρτώνται οι κοινωνίες μας. Εξαντλούμε υδροφορείς, κατακερματίζουμε οικοτόπους, επιβαρύνουμε τα εδάφη και μεταφέρουμε τις συνέπειες της παραγωγής σε περιοχές και πληθυσμούς που συχνά δεν απολαμβάνουν ούτε τα κέρδη της.
Η οικονομία επιταχύνει τον μεταβολισμό της, ενώ τα οικοσυστήματα δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον ίδιο ρυθμό.
Το κεφάλαιο απαιτεί διαρκή κίνηση. Η φύση χρειάζεται χρόνο.
Και ο χρόνος της φύσης δεν υπακούει στα χρονοδιαγράμματα των επενδύσεων.
🌳 Ο πλανήτης ως επιχείρηση.
Ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται να μισεί τη φύση για να την καταστρέψει. Αρκεί να την αντιμετωπίζει ως μέσο παραγωγής κέρδους.
Ένας επιχειρηματίας μπορεί να αγαπά πραγματικά το βουνό, να φυτεύει δέντρα στον ελεύθερο χρόνο του και να ανακυκλώνει τα απορρίμματά του. Ωστόσο, όταν η επιχείρησή του λειτουργεί μέσα σε ένα ανταγωνιστικό σύστημα που επιβραβεύει τη μείωση του κόστους και την αύξηση της απόδοσης, η προσωπική του οικολογική ευαισθησία δεν αρκεί για να αλλάξει τους υλικούς κανόνες της παραγωγής.
Η συσσώρευση δεν έχει συνείδηση. Έχει μηχανισμό.
Κάθε επιχείρηση που δεν αυξάνει την ανταγωνιστικότητά της κινδυνεύει να χάσει τη θέση της στην αγορά. Κάθε επένδυση καλείται να αποδώσει. Κάθε φυσικός πόρος που μπορεί να ενταχθεί στην παραγωγή αποτελεί πιθανή πηγή εσόδων. Έτσι, ακόμη και η προστασία της φύσης μπορεί να μετατραπεί σε νέο πεδίο κερδοφορίας, με δικαιώματα εκπομπών, αντισταθμίσεις άνθρακα και χρηματοοικονομικά προϊόντα που αποτιμούν φυσικές λειτουργίες σε χρήμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοιο εργαλείο είναι άχρηστο ή ότι κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία προστασίας είναι υποκριτική. Σημαίνει ότι η εμπορευματοποίηση της φύσης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την προστασία της.
Μπορεί κανείς να αγοράσει ένα δικαίωμα εκπομπής. Δεν μπορεί να αγοράσει πίσω ένα είδος που εξαφανίστηκε.
Μπορεί να χρηματοδοτήσει μια αναδάσωση. Δεν μπορεί να δημιουργήσει με μια λογιστική εγγραφή το σύνθετο οικοσύστημα ενός ώριμου δάσους.
Μπορεί να υπολογίσει την αξία του νερού. Δεν μπορεί να περιορίσει την ύπαρξή του στην τιμή του.
Η αγορά είναι ικανή να αποτιμήσει πολλά πράγματα. Δεν είναι, όμως, σε θέση να αποφασίζει μόνη της ποια πράγματα πρέπει να παραμείνουν έξω από την αγορά.
🌳 Πράσινη ανάπτυξη ή πράσινη νομιμοποίηση;
Η εποχή μας ανακάλυψε έναν καινούργιο τρόπο να μιλά για την ανάπτυξη. Την ονομάζει πράσινη.
Η λέξη είναι ευχάριστη, σχεδόν καθησυχαστική. Επιτρέπει στις κυβερνήσεις, στις επιχειρήσεις και στους επενδυτές να παρουσιάζουν την οικονομική επέκταση ως μέρος της οικολογικής λύσης. Κάποιες φορές αυτό ανταποκρίνεται σε πραγματικές τεχνολογικές και ενεργειακές αλλαγές. Άλλες φορές, όμως, η πράσινη ορολογία λειτουργεί ως κάλυμμα μιας παλιάς αντίληψης: ότι η φύση μπορεί να προστατευθεί χωρίς να αμφισβητηθεί η διαρκής επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας.
Ας πάρουμε το παράδειγμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα είναι αναγκαία για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι κάθε εγκατάσταση ανεμογεννητριών ή φωτοβολταϊκών είναι αυτομάτως οικολογικά ορθή, ανεξάρτητα από τη θέση, την κλίμακα και τις επιπτώσεις της.
Όταν μια ενεργειακή επένδυση απαιτεί εκτεταμένους δρόμους σε δασικές περιοχές, διανοίξεις σε ορεινούς όγκους, εκχερσώσεις και νέες υποδομές μεταφοράς, η αξιολόγησή της δεν μπορεί να περιορίζεται στις εκπομπές που ενδέχεται να αποφεύγει. Πρέπει να περιλαμβάνει τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στη λειτουργία των οικοσυστημάτων, στο έδαφος, στο νερό και στο τοπίο.
Η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να είναι το άλλοθι για την υποβάθμιση της φύσης. Η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται χωροταξικό σχεδιασμό, επιστημονική τεκμηρίωση, δημοκρατική συμμετοχή και πραγματική σύγκριση εναλλακτικών λύσεων.
Το ίδιο ισχύει για τα δάση που καίγονται και αντιμετωπίζονται εκ των υστέρων ως διαθέσιμες εκτάσεις για άλλες χρήσεις. Η φωτιά δεν είναι πολεοδομικό εργαλείο. Η καταστροφή ενός οικοσυστήματος δεν δημιουργεί δικαίωμα ιδιοποίησής του.
Εδώ η οικολογική κριτική συναντά ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτημα: ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει για τη χρήση του κοινού φυσικού πλούτου;
Γιατί όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά με κριτήριο την οικονομική απόδοση, οι τοπικές κοινωνίες συχνά καλούνται απλώς να αποδεχθούν τις συνέπειες. Το βουνό βρίσκεται στον τόπο τους, αλλά η απόφαση για το μέλλον του μπορεί να λαμβάνεται πολύ μακριά από αυτόν.
Η φύση γίνεται τοπική όταν καταστρέφεται και παγκόσμια όταν κερδοφορεί.
🌳 Ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης του κόσμου.
Η οικολογική διάσταση του Μαρξ συνδέεται με μια βαθύτερη υλιστική αντίληψη της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είμαστε πνεύματα που κατοικούν προσωρινά σε ένα σώμα ούτε κυρίαρχοι ενός πλανήτη που μας παραδόθηκε για απεριόριστη εκμετάλλευση.
Είμαστε οργανισμοί που αναπνέουν αέρα, καταναλώνουν νερό, εξαρτώνται από τα εδάφη, τα φυτά, τους μικροοργανισμούς και τις αμέτρητες σχέσεις που συγκροτούν τα οικοσυστήματα.
Η τροφή μας δεν παράγεται από τις οικονομικές θεωρίες. Η βροχή δεν υπακούει στους δείκτες του χρηματιστηρίου. Το έδαφος δεν γνωρίζει την έννοια της ανάπτυξης. Όλα αυτά λειτουργούν σύμφωνα με φυσικές διεργασίες, τις οποίες μπορούμε να κατανοήσουμε εν μέρει, να επηρεάσουμε και να διαταράξουμε, αλλά όχι να καταργήσουμε χωρίς συνέπειες.
Αυτή η διαπίστωση δεν οδηγεί στην εξιδανίκευση μιας παρθένας φύσης, απαλλαγμένης από κάθε ανθρώπινη παρουσία. Ούτε απαιτεί την επιστροφή σε μια φανταστική προβιομηχανική κοινωνία. Ο άνθρωπος πάντοτε επενέβαινε στο περιβάλλον του. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο, σε ποια κλίμακα και με ποιους κοινωνικούς σκοπούς.
Μια κοινωνία μπορεί να χρησιμοποιεί τη γνώση και την τεχνολογία για να περιορίζει την κατασπατάληση, να αποκαθιστά οικοσυστήματα, να μειώνει τις εκπομπές και να καλύπτει τις ανάγκες των ανθρώπων με λιγότερη υλική επιβάρυνση. Μπορεί, αντίθετα, να χρησιμοποιεί την ίδια γνώση για να εξορύσσει ταχύτερα, να παράγει περισσότερα περιττά προϊόντα και να μεταφέρει τις συνέπειες της κατανάλωσής της σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η τεχνολογία από μόνη της. Είναι η κοινωνική οργάνωση της τεχνολογίας.
Δεν είναι η παραγωγή γενικά. Είναι η παραγωγή που υποτάσσει τις ανθρώπινες ανάγκες και τα φυσικά όρια στην απεριόριστη διεύρυνση της αξίας.
🌳 Από την οικολογική ηθική στην κοινωνική αλλαγή.
Εδώ βρίσκεται η διαφωνία του Φόστερ με τις προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν την οικολογική κρίση κυρίως ως κρίση συνείδησης.
Ασφαλώς, οι αξίες έχουν σημασία. Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών, η μείωση της σπατάλης και η προστασία της βιοποικιλότητας είναι αναγκαίες πλευρές της οικολογικής δράσης. Όμως, η ατομική υπευθυνότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που απαιτούνται.
Ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει ένα προϊόν με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Δεν μπορεί μόνος του να ανασχεδιάσει το ενεργειακό σύστημα, να επιβάλει βιώσιμες μεταφορές ή να προστατεύσει έναν ορεινό όγκο από μια καταστροφική χωροθέτηση.
Μπορεί να ανακυκλώνει. Δεν μπορεί να αποφασίζει μόνος του ποια προϊόντα παράγονται, πόσο διαρκούν και πόση συσκευασία τα περιβάλλει.
Μπορεί να σβήνει τα φώτα. Δεν μπορεί να καθορίζει τη συνολική ενεργειακή πολιτική.
Η μεταφορά ολόκληρης της ευθύνης στο άτομο είναι βολική για τα συστήματα που διατηρούν ανέπαφους τους μηχανισμούς παραγωγής. Μετατρέπει ένα δομικό πρόβλημα σε ατελείωτη άσκηση προσωπικής ηθικής.
Ο πολίτης καλείται να αισθάνεται ένοχος για το πλαστικό ποτήρι του, ενώ οι αποφάσεις που διαμορφώνουν τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές πιέσεις λαμβάνονται σε πολύ διαφορετική κλίμακα.
Η λύση δεν είναι να απαλλάξουμε το άτομο από κάθε ευθύνη. Είναι να πάψουμε να προσποιούμαστε ότι η ευθύνη του εξαντλεί το πρόβλημα.
Χρειάζονται θεσμοί που προστατεύουν τα κοινά αγαθά, δημόσιος έλεγχος κρίσιμων υποδομών, δημοκρατικός σχεδιασμός της παραγωγής, περιορισμός της σπατάλης και ισχυρή περιβαλλοντική νομοθεσία. Χρειάζεται, επίσης, μια κοινωνία που θα μπορεί να διακρίνει την κάλυψη πραγματικών αναγκών από την τεχνητή παραγωγή νέων επιθυμιών αποκλειστικά για τη διεύρυνση της κατανάλωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι δημόσιο είναι αυτομάτως οικολογικό ή ότι κάθε κρατική παρέμβαση προστατεύει τη φύση. Η ιστορία έχει δείξει ότι και κρατικά οργανωμένες οικονομίες μπορούν να προκαλέσουν τεράστιες περιβαλλοντικές καταστροφές. Η αλλαγή ιδιοκτησίας, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, οικολογικό σχεδιασμό και κοινωνική λογοδοσία, δεν αρκεί.
Η οικολογική χειραφέτηση απαιτεί να αλλάξει όχι μόνο ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, αλλά και ποιος αποφασίζει τους σκοπούς της παραγωγής και ποια όρια δεσμεύουν τις αποφάσεις του.
🌳 Η ελευθερία έχει φυσικά όρια.
Η ιδέα της αέναης ανάπτυξης στηρίζεται σε μια επικίνδυνη παρανόηση: ότι η ανθρώπινη ελευθερία ταυτίζεται με την απεριόριστη δυνατότητα κατανάλωσης.
Όμως, ένας κόσμος στον οποίο όλα μπορούν να εξορυχθούν, να κατασκευαστούν, να πουληθούν και να καταναλωθούν δεν είναι αναγκαστικά ένας κόσμος μεγαλύτερης ελευθερίας. Μπορεί να είναι ένας κόσμος στον οποίο η κοινωνία εξαρτάται όλο και περισσότερο από μηχανισμούς που καταστρέφουν τις υλικές προϋποθέσεις της αυτονομίας της.
Ποια ελευθερία έχει μια κοινότητα όταν το νερό της εξαντλείται; Ποια ελευθερία έχει ένας αγρότης όταν το έδαφός του υποβαθμίζεται; Ποια ελευθερία έχει μια επόμενη γενιά όταν παραλαμβάνει ένα κλίμα ασταθέστερο, λιγότερη βιοποικιλότητα και οικοσυστήματα με μειωμένη ανθεκτικότητα;
Η ελευθερία δεν μπορεί να μετριέται μόνο με τον αριθμό των επιλογών που προσφέρει η αγορά. Πρέπει να μετριέται και με τις πραγματικές δυνατότητες ζωής που διαθέτει ο άνθρωπος.
Η δυνατότητα να αναπνέει καθαρό αέρα, να έχει πρόσβαση σε ασφαλές νερό, να ζει σε ένα υγιές περιβάλλον και να συμμετέχει στις αποφάσεις που καθορίζουν τον τόπο του δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υλική προϋπόθεση της ελευθερίας.
Η φύση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ζήτημα πολιτικής. Αποτελεί το έδαφος πάνω στο οποίο ασκείται κάθε πολιτική.
🌳 Το μέλλον δεν είναι επενδυτικό σχέδιο.
Το μεταβολικό ρήγμα δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια. Είναι η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη ζωή μας και στις φυσικές διαδικασίες που την καθιστούν δυνατή.
Είναι η απόσταση ανάμεσα στην οικονομία που απαιτεί διαρκή επέκταση και στα οικοσυστήματα που έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες αναγέννησης. Ανάμεσα στο προϊόν που κυκλοφορεί γρήγορα και στο δάσος που χρειάζεται δεκαετίες ή αιώνες για να αποκτήσει τη δομή ενός ώριμου οικοσυστήματος. Ανάμεσα στο άμεσο κέρδος και στις συνέπειες που μεταφέρονται στο μέλλον.
Ο Φόστερ μάς βοηθά να δούμε ότι η οικολογική κρίση δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνουν την παραγωγή. Και ο Μαρξ, διαβασμένος μέσα από αυτή την οπτική, δεν είναι ο απολογητής μιας αχαλίνωτης βιομηχανικής προόδου, αλλά ένας στοχαστής που μας επιτρέπει να εξετάσουμε κριτικά τη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη κοινωνία και τους φυσικούς όρους της ύπαρξής της.
Το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσει ο άνθρωπος να δημιουργεί. Είναι να πάψει να καταστρέφει τους όρους που καθιστούν τη δημιουργία δυνατή.
Δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια εξιδανικευμένη εποχή χωρίς μηχανές. Είναι να αποκτήσουμε τον συλλογικό έλεγχο των μηχανών, της ενέργειας και της παραγωγής, ώστε να υπηρετούν τη ζωή αντί να την υποτάσσουν.
Δεν είναι να αντικαταστήσουμε το γκρίζο της βιομηχανίας με ένα διαφημιστικό πράσινο. Είναι να αμφισβητήσουμε την αντίληψη ότι κάθε σπιθαμή γης πρέπει να αποδίδει οικονομικά για να δικαιολογεί την ύπαρξή της.
Ένα δάσος δεν χρειάζεται να αποφέρει έσοδα για να αξίζει να υπάρχει. Ένας υγρότοπος δεν χρειάζεται να γίνει τουριστικό αξιοθέατο για να προστατευθεί. Ένα βουνό δεν οφείλει να παράγει ηλεκτρική ενέργεια, όπως ένα ποτάμι δεν οφείλει να μετατραπεί σε υποδομή.
Υπάρχουν πράγματα που έχουν αξία ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να γίνουν εμπορεύματα.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ριζοσπαστική οικολογική ιδέα: να πάψει η κοινωνία να αντιμετωπίζει τη φύση ως εξωτερικό αντικείμενο της οικονομίας και να αναγνωρίσει ότι η οικονομία είναι εκείνη που αποτελεί ένα μικρό, εξαρτημένο μέρος της φύσης.
Γιατί το κεφάλαιο μπορεί να μετακινήσει τα εργοστάσιά του, να μεταφέρει τις επενδύσεις του, να αλλάξει χώρες, αγορές και νομίσματα. Η ζωή, όμως, δεν διαθέτει έναν δεύτερο πλανήτη για να μετακομίσει όταν εξαντληθούν οι όροι της ύπαρξής της.
Η φύση δεν είναι το κεφάλαιο που περιμένει να αξιοποιηθεί. Είναι ο κόσμος που μας επιτρέπει να υπάρχουμε. Και καμία οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη όταν, για να αυξήσει τον πλούτο της, καταστρέφει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του.