Υπάρχει ένας τόπος που δεν βρίσκεται σε κανέναν χάρτη.
Ίσως επειδή δεν έχει ακόμη χτιστεί. Ίσως επειδή υπάρχει μόνο όσο κάποιος τον φαντάζεται.
Για να πας εκεί δεν χρειάζεται δρόμος.
Χρειάζεται φαντασία.
Σαν ένα μπαλόνι που ξεφεύγει στον αέρα.
Ένα λεπτό κομμάτι λάστιχο, λίγο χρώμα, λίγος αέρας -και ξαφνικά κάτι που πριν από λίγο βρισκόταν στο χέρι σου αρχίζει να διεκδικεί τον ουρανό.
Κανείς δεν του δίδαξε να πετά.
Κάποιος απλώς το γέμισε με αέρα και το άφησε.
Έτσι λειτουργεί και η φαντασία. Δεν καταργεί τη βαρύτητα· την αμφισβητεί. Δεν αλλάζει αμέσως τον κόσμο· αλλάζει πρώτα την εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν. Κι αυτό είναι συχνά πιο επικίνδυνο.
Γιατί ό,τι μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος, κάποτε μπορεί να ζητήσει να το πραγματοποιήσει.
Κόβεις το σχοινί και ανεβαίνεις.
Η πόλη μικραίνει από κάτω. Οι δρόμοι μπερδεύονται, οι τοίχοι χάνουν το ύψος τους, τα σύνορα γίνονται λεπτές γραμμές και ύστερα εξαφανίζονται. Η θάλασσα μένει μόνη, μια μεγάλη μπλε επιφάνεια χωρίς τελωνεία.
Πάνω της ταξιδεύουν τα μπαλόνια, σαν να δραπέτευσαν από μια παιδική ζωγραφιά για να διορθώσουν τον πραγματικό κόσμο.
Εκεί ψηλά δεν υπάρχουν ιδιοκτησίες.
Κανείς δεν μπορεί να πει «αυτό το κομμάτι του ουρανού είναι δικό μου».
Δεν υπάρχουν φράχτες, ούτε άνθρωποι που περιμένουν έξω από πόρτες. Δεν υπάρχει πλούτος που να χρειάζεται φτώχεια για να μετρηθεί. Δεν υπάρχουν νικητές, γιατί κανείς δεν χρειάζεται ηττημένους για να αισθανθεί πως κέρδισε.
Μόνο άνθρωποι που ταξιδεύουν.
Ίσως γι’ αυτό τα παιδιά αγαπούν τα μπαλόνια. Δεν τους ζητούν προορισμό. Τα αφήνουν να φύγουν και μαζί τους αφήνουν για λίγο τη φαντασία να αποφασίσει πού μπορεί να φτάσει ο κόσμος.
Ο μεγάλος, αντίθετα, φοβάται μήπως χάσει το μπαλόνι.
Το δένει.
Όπως δένει τις επιθυμίες του, τις αμφιβολίες του, τα όνειρά του. Μαθαίνει να ονομάζει αδύνατο καθετί που δεν χωρά στην πραγματικότητα που γνώρισε.
Κι όμως, κάθε μεγάλη αλλαγή υπήρξε κάποτε ένα παράλογο όνειρο.
Κάθε καινούργιος δρόμος ξεκίνησε ως δρόμος που δεν υπήρχε.
Κάθε ελευθερία χρειάστηκε πρώτα κάποιον να τη φανταστεί.
Γι’ αυτό το μπαλόνι είναι κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι. Είναι μια μικρή εξέγερση εναντίον της βαρύτητας.
Ανεβαίνει χωρίς να απολογείται.
Και όσο ανεβαίνει, η γη μικραίνει.
Όχι επειδή αλλάζει η γη.
Επειδή αλλάζει το βλέμμα.
Ίσως λοιπόν η φαντασία να είναι η μόνη πραγματική μηχανή του ανθρώπου. Η ικανότητα να κοιτάζει αυτό που υπάρχει και να αρνείται ότι αυτό είναι το μόνο που μπορεί να υπάρξει.
Να φουσκώνει έναν ανύπαρκτο κόσμο με τόσο αέρα, ώστε κάποια στιγμή να αποκτά βάρος μέσα στην πραγματικότητα.
Και τότε το μπαλόνι δεν είναι πια παιχνίδι.
Είναι προειδοποίηση.
Γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει όταν όλοι συμφωνούν πως κάτι είναι εφικτό.
Αλλά όταν κάποιος τολμά να φανταστεί αυτό που οι υπόλοιποι έχουν μάθει να θεωρούν αδύνατο.
Και ίσως η φαντασία να είναι ακριβώς αυτό:
η ικανότητα του ανθρώπου να φουσκώνει έναν ανύπαρκτο κόσμο με τόσο αέρα, ώστε κάποτε να αρχίζει να σηκώνεται από τη γη.
Ώσπου η γη από κάτω γίνεται μικρή και ο ορίζοντας ανοίγει.
Και τότε καταλαβαίνουμε το πιο επικίνδυνο πράγμα:
δεν είναι ότι η ουτοπία βρίσκεται πολύ ψηλά.
Είναι ότι τόσα χρόνια μας έμαθαν να κοιτάμε μόνο κάτω.