21/6/26

Ένας φτωχός και μόνος καουμπόης στους δρόμους των Βρυξελλών.


Ο Λούκυ Λουκ στις Βρυξέλλες δεν είναι πραγματικά ένας καουμπόης που ταξιδεύει· είναι ένας καουμπόης που επιστρέφει στον δημιουργό του: γιατί ο Morris (Maurice De Bevere) δεν τον έφερε από την Αμερική -τον έφτιαξε από τις Βρυξέλλες. Εκεί, στην καρδιά της βελγικής σχολής κόμικς, ο καουμπόης γεννιέται όχι ως ιστορική φιγούρα της Δύσης, αλλά ως ευρωπαϊκό βλέμμα πάνω στη Δύση: λίγο ειρωνικό, λίγο καθαρό, πάντα αποστασιοποιημένο, σαν γραμμή μελάνης που σχολιάζει αυτό που σχεδιάζει.

Γι’ αυτό και στις Βρυξέλλες ο Λούκυ Λουκ δεν είναι ξένος. Είναι κομμάτι της πόλης που τον φαντάστηκε. Στους τοίχους της "Comic Strip Route" στέκεται δίπλα σε άλλους ήρωες- τον ΤενΤεν και τον  Σπιρού, σαν μουσειακή ανάμνηση της ίδιας φαντασίας που τον γέννησε.

Κι έτσι η εικόνα κλείνει κυκλικά:

Ο Λούκυ Λουκ δεν ταξιδεύει από την Άγρια Δύση στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη τον έχει ήδη φτιάξει εκεί  -και τον ξαναβλέπει, στις Βρυξέλλες, σαν να κοιτάζει ένα παλιό της σχέδιο στον τοίχο και να αναγνωρίζει πάνω του τον ίδιο της τον μύθο.

Στη φανταστική του εκδοχή, φαντάζεται κανείς τον Λούκυ Λουκ να περπατάει στην Rue de la Buanderie, να στέκεται μπροστά από μια μπυραρία, και να μην λέει τίποτα -γιατί ο Λούκυ Λουκ πάντα λέει λίγα. Μόνο κοιτάει. Οι Ντάλτον δεν θα έχουν τράπεζα να ληστέψουν αυτή τη φορά, αλλά τουρίστες που μπερδεύονται με τα μετρό και χάρτες. Η Ντόλυ θα μασάει βελγικές βάφλες αντί για σανό, με σοβαρότητα αλόγου που έχει δει πολλά. Κι ο Ραν Ταν Πλαν θα φαντάζει χαζός όχι λόγω βιολογίας αλλά λόγω βελγικής μπύρας.

Τότε οι Βρυξέλλες παύουν να είναι πόλη -γίνονται σκηνικό που σε καλεί να φύγεις προς την Δύση: ένας φτωχός και μόνος καουμπόης δεν χρειάζεται έρημο· του αρκεί ένας ήλιος που δύει, σαν μελάνι που δεν αποφασίζει αν θέλει να γίνει ιστορία ή σκίτσο. Και ο Λούκυ Λουκ, μόνος πάντα με τη σκιά του πιο γρήγορη κι από τον ίδιο, δεν είναι παρά η υπογραφή του ήλιου που δύει μια μέρα θερινού ηλιοστασίου: μια σιωπηλή συμφωνία ότι η Δύση δεν τελειώνει ποτέ- απλώς σχεδιάζεται καλύτερα.

Βελγική σοκολάτα.



Η βελγική σοκολάτα, αν την πάρεις στα σοβαρά, σε προδίδει.

Δεν είναι φτιαγμένη για σοβαρότητα. Είναι μια συνωμοσία κακάο, βουτύρου και υπερβολικής ευγένειας, οργανωμένη από μοναχούς που βαρέθηκαν τον Θεό και αποφάσισαν να Τον αντικαταστήσουν με γέμιση φουντουκιού.

Στις Βρυξέλλες -μια πόλη που μοιάζει να σκέφτεται διαρκώς την πιθανότητα να βρέχει- κάποιος ανακάλυψε ότι η απόλαυση δεν χρειάζεται νόημα, χρειάζεται επικάλυψη. Και έτσι γεννήθηκαν οι πραλίνες: μικρές εκρήξεις ευπρέπειας που κρύβουν μέσα τους το χάος με μεταξωτό περιτύλιγμα.

Ο κόσμος λέει «σοκολάτα». Αλλά αυτό είναι μια απλοποίηση, όπως όταν λες «έρωτας» για να μην χρειαστεί να εξηγήσεις την κβαντική αστάθεια του να θέλεις κάποιον στις 3:17 το πρωί.

Η Godiva δεν πουλάει σοκολάτα. Πουλάει την ιδέα ότι μπορείς να είσαι ευγενικά παραδομένος στην υπερβολή χωρίς να χάσεις τα ρούχα σου. Η Leonidas είναι πιο δημοκρατική: σαν να σου λέει «έλα όπως είσαι, αλλά φέρε και λίγη αξιοπρέπεια, αν γίνεται». Και η Neuhaus συμπεριφέρεται σαν κάποιος που γνωρίζει ότι η ιστορία της σοκολάτας είναι απλώς η ιστορία της υπομονής που απέτυχε να γίνει φιλοσοφία.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε κομμάτι σοκολάτας είναι μια μικρή επανάσταση κατά της σοβαρότητας του σύμπαντος. Ο Νεύτωνας είδε μήλα να πέφτουν· οι Βέλγοι είδαν κακάο να λιώνει και είπαν: «Αυτό είναι πιο χρήσιμο για την ψυχή».

Και κάπου εκεί βρίσκεται η ρωγμή.

Δαγκώνεις μια σοκολάτα και για ένα δευτερόλεπτο το σύμπαν χάνει τη σκληρότητά του. Οι νόμοι της φυσικής παθαίνουν ένα μικρό νευρικό γέλιο. Η αιωνιότητα γίνεται κακάο. Και εσύ, αντί να καταρρεύσεις υπό το βάρος της ύπαρξής σου, απλώς ζητάς κι άλλο.

Γιατί η σοκολάτα, όπως θα σου έλεγε ένας σοφός που έχει πιει υπερβολικό κακάο και έχει διαβάσει υπερβολικά πολλή φιλοσοφία, δεν είναι τροφή. Είναι μια ευγενική εξαπάτηση της πραγματικότητας. Και μάλιστα μία από τις λίγες που αξίζουν να της παραδοθείς χωρίς διαπραγμάτευση.

Βελγικές πατάτες και μπίρα.


Οι βελγικές πατάτες δεν είναι τρόφιμο. Είναι ένα υπαρξιακό ατύχημα που έμαθε να τραγανίζει.

Κάποτε, πριν η ιστορία αποκτήσει το θράσος να ονομαστεί «πολιτισμός», μια πατάτα κοίταξε το καυτό λάδι και δεν έκανε πίσω. Δεν ήταν ηρωισμός. Ήταν περιέργεια με θερμοκρασία 180 βαθμών. Από τότε, κάθε τηγάνισμα είναι μια μικρή επανάληψη εκείνης της πρώτης, ανόητα σοφής απόφασης: να εμπιστευτείς κάτι που βράζει.

Οι Βέλγοι, φυσικά, δεν το αποκάλεσαν θαύμα. Το αποκάλεσαν “frites”- γιατί η ποίηση στην Ευρώπη συχνά κρύβεται σε λέξεις που ακούγονται σαν να έχουν ήδη φαγωθεί μισές.

Και η μπίρα…

Η μπίρα είναι η άλλη πλευρά του ίδιου πειράματος. Η Duvel δεν πίνεται. Σε κοιτάει πίσω. Σε ρωτάει αν είσαι σίγουρος για τις επιλογές σου, και πριν προλάβεις να απαντήσεις, έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν είσαι. Η Stella Artois, πιο ευγενική, απλώς σου κρατάει το χέρι καθώς η καθημερινότητα γλιστράει λίγο πιο μαλακά στο πλάι.

Μαζί, πατάτες και μπίρα σχηματίζουν μια μυστική συμμαχία: τραγανό και υγρό, χρυσό και κεχριμπαρένιο, αλάτι και ζύμωση, δύο ουσίες που συμφώνησαν να σαμποτάρουν τη σοβαρότητα του σύμπαντος.

Γιατί το σύμπαν έχει ένα πρόβλημα: παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά. Οι βελγικές πατάτες είναι η ευγενική του διόρθωση. Η μπίρα είναι το γέλιο του που αφρίζει.

Και κάπου ανάμεσα στις δύο γουλιές και τις δύο μπουκιές, ο άνθρωπος θυμάται κάτι επικίνδυνο: ότι η ευτυχία δεν χρειάζεται νόημα. Χρειάζεται μόνο να είναι αρκετά τραγανή όταν την δαγκώνεις κι αφρώδης όταν την πίνεις- σαν μια μικρή ανταρσία της ύλης απέναντι στη σοβαρότητα της ύπαρξης.

Και τότε δεν είναι πια ούτε πατάτα, ούτε ποτό. Είναι μια συνωμοσία αισθήσεων που αποφάσισαν να συνεργαστούν για λίγα δευτερόλεπτα ειρήνης. Η τραγανότητα γίνεται σκέψη που έσπασε σωστά. Ο αφρός γίνεται χρόνος που αρνήθηκε να καθίσει ακίνητος.

Ο άνθρωπος δεν «τρυπά» την απόλαυση. Την αποσυνθέτει με σεβασμό, σαν να διαβάζει ένα χειρόγραφο που αλλάζει νόημα κάθε φορά που το βλέπεις. Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι του αρέσει.

Είναι ότι αρχίζει να υποψιάζεται πως ο κόσμος ίσως δεν φτιάχτηκε για να εξηγηθεί - αλλά για να δαγκωθεί προσεκτικά, να αφρίσει λίγο, και μετά να χαθεί χωρίς απολογία.

Κι έτσι, μέσα στο λάδι και στη ζύμωση, γεννιέται μια μικρή, παράλογη σοφία: ότι η ύπαρξη δεν ζητά ερμηνεία. Ζητά μόνο τη σωστή στιγμή τραγανότητας, και έναν αφρό αρκετά τολμηρό ώστε να μην ζητά συγγνώμη όταν εξαφανίζεται.

Τα αγάλματα που μας ουρούν στα μούτρα.


Το μικρό χάλκινο σιντριβάνι-άγαλμα στο κέντρο των Βρυξελλών, «το μικρό αγόρι που κατουράει» ή όπως το αποκαλούν στην τοπική φλαμανδική διάλεκτο, το "Μάνεκεν Πις" (Manneken Pis), είναι τοποθετημένο στη συμβολή των πεζοδρόμων Rue de l'Étuve και Rue du Chêne, σε απόσταση μόλις 5 λεπτών με τα πόδια από την κεντρική πλατεία της πόλης, την περίφημη Grand-Place. 

Ο πιο γνωστός αστικός μύθος σχετικά με την τοποθέτησή του υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια μιας πολιορκίας των Βρυξελλών (ίσως τον 14ο αιώνα), οι εχθροί σχεδίαζαν να ανατινάξουν τα τείχη της πόλης τοποθετώντας μεγάλη ποσότητα μπαρουτιού. Ένα μικρό αγόρι από τις Βρυξέλλες, που λεγόταν Ζουλιέν (Julien), είδε κρυφά το αναμμένο φυτίλι. Μην έχοντας νερό ή άλλον τρόπο να σβήσει τη φωτιά, ουρήρησε πάνω στο φλεγόμενο φυτίλι. Με αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο έσβησε τη βόμβα, έσωσε την πόλη από την καταστροφή και οι ευγνώμονες κάτοικοι έστησαν ένα άγαλμα προς τιμήν του.

Η πραγματική ιστορία του Manneken Pis είναι πολύ πιο πρακτική και πεζή από τον μύθο, αλλά αποκαλύπτει τη σημασία που είχε το άγαλμα για την καθημερινή επιβίωση της πόλης των Βρυξελλών. Στην πραγματικότητα, το Manneken Pis ξεκίνησε ως ένα δημόσιο σύστημα διανομής πόσιμου νερού.

Η παλαιότερη γραπτή καταγραφή για την ύπαρξη του σιντριβανιού εντοπίζεται σε ένα διοικητικό έγγραφο του δήμου των Βρυξελλών που χρονολογείται το 1451-1452. Το έγγραφο αυτό αφορούσε το δίκτυο των σωλήνων νερού που τροφοδοτούσαν τα δημόσια σιντριβάνια της πόλης. Εκείνη την εποχή, το άγαλμα ήταν φτιαγμένο από πέτρα.

Κατά τον Μεσαίωνα, ο δρόμος όπου βρίσκεται το άγαλμα (Rue de l'Étuve) φιλοξενούσε πολλούς βυρσοδέψες (τεχνίτες που επεξεργάζονταν δέρματα ζώων). Στην προβιομηχανική εποχή, η αμμωνία ήταν απαραίτητη για να μαλακώνουν τα δέρματα και να αφαιρείται το τρίχωμα. Οι τεχνίτες μάζευαν τα ανθρώπινα ούρα (ακόμη και από μικρά παιδιά) για αυτή τη δουλειά. Επομένως, το σχήμα του σιντριβανιού ήταν μια άμεση, χιουμοριστική οπτική αναφορά στην καθημερινή επαγγελματική δραστηριότητα της συγκεκριμένης γειτονιάς.

Καθώς το παλιό πέτρινο άγαλμα στο πέρασμα των χρόνων υπέστη φθορές, το δημοτικό συμβούλιο των Βρυξελλών ανέθεσε το 1619 στον διάσημο γλύπτη Ζερόμ Ντυκενούα τον Πρεσβύτερο να σχεδιάσει ένα νέο, χάλκινο άγαλμα. Ο σκοπός του παρέμενε ο ίδιος: να κοσμεί ένα κεντρικό σημείο από όπου οι κάτοικοι των Βρυξελλών έπαιρναν καθαρό νερό για τα σπίτια τους.

Το άγαλμα απέκτησε τεράστια συμβολική αξία για τις Βρυξέλλες και έγινε στόχος πολλών βανδαλισμών κατά την διάρκεια τόσων αιώνων:

-Το 1695: Επέζησε από τον σφοδρό γαλλικό βομβαρδισμό των Βρυξελλών, κάτι που το μετέτρεψε σε σύμβολο αντίστασης και αντοχής της πόλης.

-Το 1745 & 1817: Κλάπηκε από Άγγλους και στη συνέχεια από Γάλλους στρατιώτες, αλλά εντοπίστηκε και επανήλθε στη θέση του.

-Το 1965: Μετά από μια ακόμα σοβαρή κλοπή (όπου το άγαλμα έσπασε στα δύο), οι αρχές αποφάσισαν να μεταφέρουν το αυθεντικό γλυπτό του 1619 στο Μουσείο της Πόλης των Βρυξελλών για να το προστατεύσουν, τοποθετώντας στο δρόμο το αντίγραφο που βλέπουμε σήμερα.

Υπάρχει η διάσημη παράδοση των Βρυξελλών να ντύνουν το άγαλμα με διάφορα κοστούμια κατά τη διάρκεια εθνικών εορτών ή ειδικών περιστάσεων. Η γκαρνταρόμπα του περιλαμβάνει πλέον πάνω από 1.000 διαφορετικές ενδυμασίες από όλο τον κόσμο, ενώ έχει ντυθεί κατά καιρούς και ...Τσολιάς για την ελληνική εθνική επέτειο.



Η Ζάνεκε Πις (Jeanneke Pis) είναι το λιγότερο γνωστό, «θηλυκό» αντίστοιχο του Manneken Pis. Πρόκειται για ένα σύγχρονο μπρούντζινο άγαλμα που απεικονίζει ένα μικρό κορίτσι με κοτσιδάκια να ουρεί χαμογελαστό, σε παρόμοια στάση με το διάσημο αγόρι της πόλης. Βρίσκεται κρυμμένο στην άλλη πλευρά του ιστορικού κέντρου των Βρυξελλών, σε ένα αδιέξοδο δρομάκι που ονομάζεται Impasse de la Fidélité. Είναι ακριβώς απέναντι από το διάσημο μπαρ με τις εκατοντάδες μπύρες, το Delirium Café. Για λόγους ασφαλείας από βανδαλισμούς, το άγαλμα προστατεύεται πίσω από ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα. Αντίθετα με το Manneken Pis που μετρά αιώνες ιστορίας, η Jeanneke Pis είναι πολύ πρόσφατη προσθήκη. Σχεδιάστηκε από τον γλύπτη και επιχειρηματία Ντενί-Αντριέν Ντεμπουβρί (Denis-Adrien Debouvrie) και αποκαλύφθηκε επίσημα το 1987. Δεν φτιάχτηκε για ιστορικούς λόγους, αλλά ως εμπορικό και τουριστικό τέχνασμα. Ο Ντεμπουβρί, που είχε καταστήματα στη συγκεκριμένη γειτονιά, ήθελε να φέρει τουρίστες και κίνηση σε αυτό το απομονωμένο στενάκι της πόλης, ενώ παράλληλα ήθελε να προσφέρει ένα σύμβολο «ισότητας των δύο φύλων» απέναντι στο διάσημο αγοράκι. Αν και δεν έχει μεσαιωνικούς μύθους, το άγαλμα έχει αποκτήσει τη δική του παράδοση. Λειτουργεί ως σιντριβάνι των ευχών. Οι περαστικοί πετούν κέρματα στη μικρή λεκάνη κάτω από το άγαλμα. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, αν πετάξεις ένα νόμισμα, εξασφαλίζεις πίστη και αιώνια αγάπη με τον/την σύντροφό σου. Τα χρήματα που συγκεντρώνονται διατίθενται σε φιλανθρωπικούς σκοπούς για την ιατρική έρευνα.



Το Zinneke Pis είναι το τρίτο μέλος της "παρέας" των Βρυξελλών. Πρόκειται για ένα χάλκινο άγαλμα σε φυσικό μέγεθος που απεικονίζει έναν αδέσποτο σκύλο να ουρεί με το πίσω πόδι σηκωμένο πάνω σε έναν μεταλλικό στύλο του πεζοδρομίου. Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Rue des Chartreux και Rue du Vieux Marché aux Grains. Δημιουργήθηκε το 1998 από τον γλύπτη Τομ Φράντσεν (Tom Frantzen). Η λέξη "Zinneke" στην τοπική φλαμανδική διάλεκτο σημαίνει «ημίαιμος/μπάσταρδος». Το άγαλμα συμβολίζει την πολυπολιτισμικότητα και τη μείξη διαφορετικών κουλτούρων που χαρακτηρίζει τους κατοίκους των Βρυξελλών. Αντίθετα με τα άλλα δύο αγάλματα, αυτό δεν είναι σιντριβάνι.

Η καρδιά του Θερινού Ηλιοστασίου.




Το Μυστικό των Βρυξελλών: Η «Καρδιά από Φως» που Νικάει τον Θάνατο κάθε Θερινό Ηλιοστάσιο.

Μια φορά τον χρόνο, στην καρδιά του Βελγίου, η αρχιτεκτονική και ο έρωτας συντονίζονται με τον ήλιο, δημιουργώντας ένα από τα πιο ποιητικά και φευγαλέα θεάματα στον κόσμο. Στο ιστορικό Κοιμητήριο του Λάεκεν (Cimetière de Laeken) στις Βρυξέλλες -το οποίο συχνά αποκαλείται ως το «Περ Λασέζ του Βελγίου» λόγω των σπουδαίων μνημείων του- υπάρχει ένα κομψό, νεοκλασικό μαυσωλείο. Πρόκειται για τον οικογενειακό τάφο των Εβράρ-Φλινιό (Evrard-Flignot), που κατασκευάστηκε το 1920. Για 364 ημέρες τον χρόνο, είναι απλώς ένα ακόμη σιωπηλό μνημείο. Όμως, κάθε 21η Ιουνίου, η σιωπή αυτή μετατρέπεται σε καθαρή μαγεία.

Το «Θαύμα» του Ηλιοστασίου.

Ακριβώς το μεσημέρι (κατά την ηλιακή ώρα), όταν ο ήλιος φτάνει στο υψηλότερο σημείο του στον ουρανό, συμβαίνει κάτι αναπάντεχο. Μια ακτίνα φωτός διαπερνά μια μικροσκοπική, απόλυτα υπολογισμένη σχισμή στην οροφή του παρεκκλησίου. Καθώς το φως πέφτει στο εσωτερικό του σκοτεινού τάφου, σχηματίζει στον τοίχο μια τέλεια, φωτεινή καρδιά. Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της σύνθεσης είναι ότι αυτή η καρδιά εμφανίζεται ακριβώς πάνω στο απλωμένο, μαρμάρινο χέρι ενός αγάλματος: μιας θλιμμένης γυναίκας που θρηνεί. Το φαινόμενο κρατά μόλις 15 λεπτά πριν ο ήλιος μετακινηθεί και η καρδιά χαθεί στο σκοτάδι.

Μια Αιώνια Δήλωση Αγάπης.

Πίσω από αυτό το οπτικό φαινόμενο κρύβεται μια αληθινή, τραγική ιστορία αγάπης. Ο Λεόνς Εβράρ (Léonce Evrard), ένας πολύ επιδέξιος Γάλλος τεχνίτης μαρμάρου που είχε εγκατασταθεί στο Βέλγιο, έχασε την πολυαγαπημένη του σύζυγο, Λουίζ (Louise Flignot), το 1916.

Συντετριμμένος από την απώλεια, ο Λεόνς αποφάσισε να διοχετεύσει όλη του τη θλίψη στη δημιουργία ενός μοναδικού μνημείου. Ζήτησε από τον αρχιτέκτονα Ζορζ ντε Λαραμπρί (George de Larabrie) να σχεδιάσει το εξαγωνικό παρεκκλήσι και συνεργάστηκε με τον γλύπτη Πιερ Τενίς (Pierre Theunis) για το άγαλμα της γυναίκας. Ο Λεόνς πέθανε μόλις τρία χρόνια μετά τη σύζυγό του, όμως το μνημείο που άφησε πίσω του έμελλε να γίνει σύμβολο αιώνιας πίστης.

Σύμπτωση ή Ιδιοφυής Σχεδιασμός;

Μέχρι και σήμερα, οι ιστορικοί και οι μελετητές της αρχιτεκτονικής των Βρυξελλών βρίσκονται μπροστά σε ένα μυστήριο. Στα επίσημα αρχεία και στα αρχιτεκτονικά σχέδια του τάφου, δεν υπάρχει καμία γραπτή αναφορά που να αποδεικνύει ότι η σχισμή στην οροφή σχεδιάστηκε εσκεμμένα για να δημιουργεί την καρδιά.

Είτε πρόκειται για μια απίστευτη, κοσμική σύμπτωση, είτε για ένα μυστικό που ο Λεόνς πήρε μαζί του στον τάφο, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: μια χειροπιαστή απόδειξη της φράσης ότι «η αγάπη είναι ισχυρότερη από τον θάνατο».

Κάθε χρόνο στις 21 Ιουνίου, το Κοιμητήριο του Λάεκεν γεμίζει από φωτογράφους, ρομαντικούς και περίεργους ταξιδιώτες από όλο τον κόσμο. Όλοι στέκονται στην ουρά, περιμένοντας τη στιγμή που ο ήλιος θα αγγίξει το χέρι της γλυπτής μορφής, υπενθυμίζοντας στην ανθρωπότητα πως ακόμα και στο πιο σκοτεινό μέρος, το φως μπορεί να βρει τον τρόπο να λάμψει.




Coeur de Lumière: Καρδιά από Φως.






 

Οι Κύκνοι.

 



Οι κύκνοι μοιάζουν να γλιστρούν πάνω στο νερό χωρίς κόπο, σαν να μην τους αγγίζει ο χρόνος. Κι όμως, κάτω από την ήρεμη επιφάνεια, τα πόδια τους εργάζονται αδιάκοπα. Ίσως γι’ αυτό έγιναν σύμβολα της ομορφιάς: επειδή κρύβουν τον μόχθο πίσω από τη χάρη.

Οι αρχαίοι τούς συνέδεσαν με το τραγούδι και το πεπρωμένο. Μίλησαν για το «κύκνειο άσμα», εκείνη τη φανταστική μελωδία που ακούγεται λίγο πριν από το τέλος. Έτσι, ο κύκνος έγινε ένα παράδοξο πλάσμα: εικόνα ζωής και ταυτόχρονα υπενθύμιση της φθοράς.

Όταν ένας κύκνος διασχίζει μια λίμνη, δεν μετακινείται μόνο στο νερό· διασχίζει και τον καθρέφτη του κόσμου. Στο λευκό του σώμα αντανακλώνται τα σύννεφα, τα δέντρα και οι εποχές. Κι ίσως γι’ αυτό η θέα του μας γαληνεύει: επειδή μας θυμίζει ότι η αληθινή ομορφιά δεν είναι ακινησία, αλλά μια ήρεμη συμφιλίωση με τη ροή του χρόνου.

Θερινό Ηλιοστάσιο.

Ο ήλιος του θερινού ηλιοστασίου δεν είναι απλώς φως· είναι μια στιγμή που η μέρα στέκεται ακίνητη, σαν να αμφιβάλλει για το αν πρέπει να προχωρήσει προς το σκοτάδι.

Στο απόγειό του δεν καίει μόνο τη γη, αλλά και την ιδέα του χρόνου. Οι σκιές μικραίνουν τόσο, ώστε μοιάζουν να αποσύρονται μέσα στα ίδια τα πράγματα που τις γεννούν. Κάθε πέτρα γίνεται πιο παλιά, κάθε φύλλο πιο διαφανές, σαν να θυμάται για λίγο την πρώτη του μορφή.

Και έπειτα -σχεδόν ανεπαίσθητα- αρχίζει η επιστροφή. Όχι σαν πτώση, αλλά σαν μυστική συμφωνία: ότι το φως, για να υπάρχει, πρέπει κάποτε να μάθει και την αποχώρηση.

Το θερινό ηλιοστάσιο είναι η κορυφή όπου ο ήλιος δεν ανεβαίνει άλλο· εκεί όπου η μέγιστη λάμψη αγγίζει τη λεπτή της ακινησία, πριν γίνει ξανά δρόμος προς τη νύχτα.

Το Δεκαήμερο του Βοκάκιου.



Το «Δεκαήμερο» (Decameron) είναι το εμβληματικό αριστούργημα του Ιταλού συγγραφέα Βοκάκιου (Giovanni Boccaccio), το οποίο γράφτηκε μεταξύ 1350 και 1353 στη Φλωρεντία. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και το πρώτο μεγάλο πεζογράφημα της ευρωπαϊκής Αναγέννησης.

Η ιστορία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της επιδημίας του Μαύρου Θανάτου (πανώλης) που έπληξε τη Φλωρεντία το 1348. Επτά νέες γυναίκες και τρεις νέοι άνδρες διαφεύγουν από την πόλη. Απομονώνονται σε μια εξοχική έπαυλη στους λόφους γύρω από τη Φλωρεντία. Για να περάσουν την ώρα τους και να ξεχάσουν τον τρόμο του θανάτου, αποφασίζουν να λένε ιστορίες. Κάθε μέρα ένας από την παρέα αναλαμβάνει την ηγεσία και ορίζει το κεντρικό θέμα των ιστοριών. Έτσι έχουμε 10 ημέρες αφήγησης (εξού και ο τίτλος «Δεκαήμερο»). 10 ιστορίες την ημέρα (μία από κάθε άτομο). 100 ιστορίες συνολικά, που πλαισιώνονται από έναν κοινό αφηγηματικό ιστό.

Η Θεματολογία των 10 Ημερών.

Ημέρα 1η: Ελεύθερο θέμα (Κριτική της υποκρισίας, κυρίως της εκκλησιαστικής, και ανάδειξη της ανθρώπινης ευφυΐας).

Ημέρα 2η: Ανθρώπινα κατορθώματα και παιχνίδια της τύχης (Ιστορίες ανθρώπων που, παρά τις μεγάλες αναποδιές, κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο τους).

Ημέρα 3η: Η δύναμη της ανθρώπινης θέλησης (Ιστορίες ανθρώπων που με την εξυπνάδα και την επιμονή τους κέρδισαν κάτι που επιθυμούσαν πολύ ή ανέκτησαν κάτι χαμένο).

Ημέρα 4η: Έρωτες με τραγική κατάληξη (Η πιο σκοτεινή ημέρα, αφιερωμένη σε εραστές που η μοίρα ή οι κοινωνικές συμβάσεις τούς οδήγησαν στον θάνατο).

Ημέρα 5η: Έρωτες με ευτυχισμένο τέλος (Ιστορίες αγάπης που ξεκίνησαν με τρομερές δυσκολίες και περιπέτειες, αλλά κατέληξαν σε γάμο και χαρά).

Ημέρα 6η: Η δύναμη του πνεύματος και του λόγου (Ιστορίες όπου ένας άνθρωπος γλιτώνει από κίνδυνο, προσβολή ή δύσκολη θέση χάρη σε μια έξυπνη, ετοιμόλογη απάντηση).

Ημέρα 7η: Οι φάρσες των γυναικών στους συζύγους τους (Ιστορίες γυναικείας πανουργίας, όπου οι σύζυγοι εξαπατώνται για λόγους έρωτα ή αυτοσυντήρησης).

Ημέρα 8η: Καθημερινές φάρσες και απάτες (Αστείες ιστορίες εμπαιγμού μεταξύ ανδρών και γυναικών, φίλων ή γειτόνων, με στόχο το γέλιο ή την εκδίκηση).

Ημέρα 9η: Ελεύθερο θέμα (Οι αφηγητές επιλέγουν όποια ιστορία θέλουν, με έμφαση στα ανθρώπινα ελαττώματα και την καθημερινή σοφία).

Ημέρα 10η: Γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία και ευγένεια (Ιστορίες ανθρώπων που έπραξαν με ανιδιοτέλεια, προσφέροντας τα πάντα για τον έρωτα, τη φιλία ή την τιμή).

Τα Κεντρικά Μοτίβα του Έργου.

Πέρα από τα ημερήσια θέματα, ολόκληρο το έργο διατρέχεται από τρεις μεγάλες δυνάμεις που κινούν την ανθρώπινη ύπαρξη:

Η Τύχη (Fortuna): Η απρόβλεπτη δύναμη που ανατρέπει τη ζωή των ανθρώπων και δοκιμάζει τις αντοχές τους.

Ο Έρωτας (Amore): Η φυσική, ακατανίκητη ορμή που ξεπερνά τους νόμους της εκκλησίας και της κοινωνίας, αντιμετωπιζόμενη χωρίς ενοχές.

Η Ανθρώπινη Ευφυΐα (Ingegno): Η εξυπνάδα, η πονηριά και η ετοιμολογία που επιτρέπουν στον άνθρωπο να νικήσει την κακή τύχη και να επιβιώσει.

Θεματολογία και Χαρακτήρας.

Οι ιστορίες του Βοκάκιου σπάνε τους μεσαιωνικούς κανόνες της απόλυτης ευσέβειας και της ιπποσύνης.

Ανθρώπινη Κωμωδία: Το έργο αποκαλείται συχνά έτσι (σε αντιδιαστολή με τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη), καθώς εστιάζει στα γήινα πάθη.

Έρωτας και Σεξουαλικότητα: Οι ιστορίες κυμαίνονται από ρομαντικές και τραγικές μέχρι εξαιρετικά ερωτικές και τολμηρές.

Εξυπνάδα και Ρεαλισμός: Ύμνος στην ανθρώπινη πονηριά, το χιούμορ και την ικανότητα των ανθρώπων να ξεπερνούν τις δυσκολίες με το μυαλό τους.

Κριτική: Σατιρίζει έντονα την υποκρισία του κλήρου και τις προκαταλήψεις της εποχής.

Η γυναίκα στο Δεκαήμερο.

Ο Βοκάκιος ξεφεύγει εντελώς από τη μεσαιωνική αντίληψη που ήθελε τη γυναίκα είτε «αγία» (όπως η Βεατρίκη του Δάντη) είτε «πηγή της αμαρτίας» (Εύα). Αντίθετα, της αναγνωρίζει πλήρη ανθρώπινη υπόσταση, επιθυμίες και πνευματική ικανότητα.

Το Έργο Είναι Αφιερωμένο στις Γυναίκες: Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Βοκάκιος δηλώνει ρητά ότι γράφει το «Δεκαήμερο» ειδικά για τις γυναίκες που υποφέρουν από έρωτα.

Η αιτιολόγηση: Εξηγεί ότι οι άνδρες έχουν διέξοδο στα προβλήματά τους (κυνήγι, εμπόριο, πόλεμος), ενώ οι γυναίκες είναι κλεισμένες στα σπίτια τους με τις σκέψεις τους. Το βιβλίο του γράφεται για να τους προσφέρει παρηγοριά και διασκέδαση.

Οι Γυναίκες ως "αφηγήτριες"- η πλειοψηφία στην παρέα: Από τα 10 άτομα που ξεφεύγουν από την πανώλη, οι 7 είναι γυναίκες και μόνο οι 3 άνδρες.

Ηγεσία: Οι γυναίκες δεν είναι παθητικοί ακροατές. Παίρνουν τον ρόλο της Βασίλισσας, ορίζουν τα θέματα της ημέρας, διευθύνουν τις συζητήσεις και λένε τις δικές τους ιστορίες με την ίδια (ή και μεγαλύτερη) ευφυΐα από τους άνδρες.

Ευφυΐα, Εξυπνάδα και Ρεαλισμός- Όπλο κατά της πατριαρχίας: Στις ιστορίες, οι γυναίκες χρησιμοποιούν το μυαλό τους για να ξεφύγουν από την καταπίεση, τους ζηλότυπους συζύγους και τους αυστηρούς πατέρες.

Λογική και ρητορική: Δεν παρουσιάζονται ως αδύναμα πλάσματα. Έχουν εξαιρετική ικανότητα στον λόγο, επιχειρηματολογούν με θάρρος και συχνά κερδίζουν δικαστήρια ή αποστομώνουν ισχυρούς άνδρες.

Σεξουαλική Απελευθέρωση- Φυσικό δικαίωμα: Ο Βοκάκιος υπερασπίζεται το δικαίωμα της γυναίκας στη σεξουαλική απόλαυση.

Η κριτική στη διπλή ηθική: Σατιρίζει το γεγονός ότι η κοινωνία συγχωρεί τη μοιχεία στους άνδρες αλλά τιμωρεί τις γυναίκες. Μέσα από τις ιστορίες του, δείχνει ότι η καταπίεση της γυναικείας επιθυμίας είναι ενάντια στη φύση και γι' αυτό πάντα αποτυγχάνει.

Τα Δύο Άκρα: Από τη Φιλίππα στη Γκριζέλντα. Η στάση του Βοκάκιου απέναντι στις γυναίκες κινείται ανάμεσα σε δύο αντίθετα πρότυπα.Η Ανεξάρτητη Γυναίκα (Μαντόνα Φιλίππα): Η γυναίκα που απατά τον σύζυγό της, αλλά με τη ρητορική της δεινότητα πείθει τους δικαστές ότι ο νόμος κατά της μοιχείας είναι άδικος επειδή δεν γράφτηκε με τη συγκατάθεση των γυναικών. Η Υπομονετική Γυναίκα (Γκριζέλντα): Το άλλο άκρο. Μια γυναίκα που υπομένει ακραία, σχεδόν σαδιστικά βασανιστήρια από τον σύζυγό της για να αποδείξει την πίστη της. Αν και για τον σύγχρονο αναγνώστη αυτό είναι προβληματικό, για την εποχή θεωρήθηκε το απόλυτο σύμβολο της αρετής.

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα στο Δεκαήμερο.

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα στο «Δεκαήμερο» είναι ένα από τα πιο επαναστατικά στοιχεία του έργου. Ο Βοκάκιος σπάει τα μεσαιωνικά ταμπού και αντιμετωπίζει τη σεξουαλική επιθυμία ως κάτι απόλυτα φυσικό, υγιές και ανθρώπινο. Αντιμετωπίζει το Σεξ ως Φυσικό Ένστικτο και Όχι ως Αμάρτημα.

Απόρριψη του ασκητισμού: Αντίθετα με τη μεσαιωνική Εκκλησία που έβλεπε το σεξ κυρίως ως αμαρτία, ο Βοκάκιος το παρουσιάζει ως μια ανίκητη δύναμη της φύσης.

Η Φύση κερδίζει: Στις ιστορίες του, όποιος προσπαθεί να καταπιέσει τη σεξουαλικότητά του (κυρίως μοναχοί ή ζηλότυποι σύζυγοι) συνήθως αποτυγχάνει παταγωδώς και γελοιοποιείται.

Χιούμορ, Πονηριά και Ευρηματικότητα- Το «κρεβάτι» ως πεδίο μάχης: Το σεξ συνδέεται άμεσα με την εξυπνάδα. Οι εραστές επινοούν απίστευτα τεχνάσματα για να ξεγελάσουν τους συζύγους ή τους γονείς.

Λογοπαίγνια και μεταφορές: Ο Βοκάκιος χρησιμοποιεί διάσημες, χιουμοριστικές μεταφορές για τη σεξουαλική πράξη. Η πιο γνωστή είναι η φράση «βάζω τον διάβολο πίσω στην κόλαση».

Η Γυναικεία Σεξουαλικότητα- Αναγνώριση της γυναικείας επιθυμίας: Για την εποχή του, το έργο είναι πρωτοποριακό, καθώς αναγνωρίζει ότι οι γυναίκες έχουν εξίσου έντονη σεξουαλική επιθυμία με τους άνδρες.

Δικαίωμα στην απόλαυση: Σε μια διάσημη ιστορία, η Φιλίππα οδηγείται στο δικαστήριο από τον σύζυγό της για μοιχεία. Εκείνη υπερασπίζεται τον εαυτό της ρωτώντας τον δικαστή τι έπρεπε να κάνει την περίσσεια ερωτική της ενέργεια αφού ο σύζυγός της ήταν ήδη ικανοποιημένος, κερδίζοντας την αθώωσή της και την αλλαγή του νόμου.

Σάτιρα της Εκκλησιαστικής Υποκρισίας -«Άγιοι» εραστές: Πολλές από τις πιο τολμηρές ιστορίες περιλαμβάνουν μοναχούς, καλόγριες και ιερείς που παραβιάζουν τους όρκους αγνείας τους.

Ηθικό δίδαγμα: Ο Βοκάκιος δεν κατακρίνει αυτούς τους ανθρώπους επειδή κάνουν σεξ, αλλά σατιρίζει την υποκρισία τους να κηρύττουν την αγνεία στους άλλους ενώ οι ίδιοι δεν μπορούν να την τηρήσουν.


Η Αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας.

Η αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας στο «Δεκαήμερο» ήταν σφοδρή, εχθρική και διήρκεσε για αιώνες. Καθώς το έργο σατίριζε ανοιχτά τη διαφθορά, την απληστία και τη σεξουαλική υποκρισία των μοναχών και των ιερέων, η Εκκλησία το θεώρησε άμεση απειλή για την εξουσία και το ηθικό της κύρος. Η αντίδραση αυτή εκδηλώθηκε με διάφορους κύριους τρόπους:

1. Η Πυρά των Ματαιοτήτων (1497).

Πριν ακόμα υπάρξει επίσημη, κεντρική λογοκρισία, ο φανατικός Δομινικανός μοναχός Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα οργάνωσε στη Φλωρεντία τη διαβόητη «Πυρά των Ματαιοτήτων». Οι οπαδοί του συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία οτιδήποτε θεωρούσαν «αμαρτωλό», όπως καλλυντικά, καθρέφτες, ανήθικους πίνακες και βιβλία. Το «Δεκαήμερο» ήταν από τα πρώτα βιβλία που ρίχτηκαν στις φλόγες ως πορνογραφικό και βλάσφημο.

2. Η Ένταξη στη Λίστα Απαγορευμένων Βιβλίων (1559).

Όταν η Καθολική Εκκλησία ίδρυσε τον επίσημο μηχανισμό λογοκρισίας της (την Αντιμεταρρύθμιση), δημιούργησε το Index Librorum Prohibitorum (Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων). Το 1559, υπό τον Πάπα Παύλο Δ΄, το «Δεκαήμερο» απαγορεύτηκε ολοκληρωτικά. Ήταν παράνομο για κάθε Καθολικό χριστιανό να το τυπώνει, να το κατέχει, να το πουλάει ή ακόμα και να το διαβάζει, με ποινή τον αφορισμό.

3. Η Λύση της «Λογοκρισίας» (Expurgation - 1573).

Επειδή το βιβλίο ήταν απίστευτα δημοφιλές και η ολοκληρωτική απαγόρευση δεν λειτουργούσε στην πράξη, η Εκκλησία κατέφυγε σε μια πρωτότυπη λύση. Επέτρεψε την κυκλοφορία του, αλλά μόνο αφού το παραποίησε. Η αλλαγή των χαρακτήρων: Στην εγκεκριμένη έκδοση του 1573, οι λογοκριτές άλλαξαν την ταυτότητα των προσώπων. Οι ανήθικοι μοναχοί, οι καλόγριες και οι ιερείς που έκαναν σεξ ή εξαπατούσαν κόσμο «μετατράπηκαν» σε λαϊκούς, μάγους ή δικαστές. Το αποτέλεσμα: Οι τολμηρές ιστορίες παρέμειναν ίδιες, αλλά αφαιρέθηκε η κριτική κατά της Εκκλησίας, ώστε να μην πλήττεται το κύρος του κλήρου.

4. Η Λογοτεχνική και Ακαδημαϊκή Αποκατάσταση (19ος Αιώνας). 

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, με την άνοδο του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού, οι κοσμικοί μελετητές και οι εκδοτικοί οίκοι άρχισαν να αγνοούν πλήρως τις θρησκευτικές απαγορεύσεις. Το «Δεκαήμερο» αναγνωρίστηκε παγκοσμίως από την παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα ως το κορυφαίο μνημείο της ιταλικής κλασικής πεζογραφίας και ως η βάση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Οι εκδότες άρχισαν να τυπώνουν ξανά το αυθεντικό, μη λογοκριμένο κείμενο του Βοκάκιου.

5. Η Επίσημη Άρση των Θρησκευτικών Περιορισμών (1966).

Στις 14 Ιουνίου 1966, υπό την ηγεσία του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και μετά τη λήξη της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, η Καθολική Εκκλησία κατήργησε επίσημα το Index. Με αυτή την απόφαση, το «Δεκαήμερο» απελευθερώθηκε και τυπικά από κάθε θρησκευτική ποινή ή περιορισμό. Έκτοτε, οι σύγχρονες μεταφράσεις σε όλο τον κόσμο ακολουθούν το πρωτότυπο κείμενο του 14ου αιώνα σε όλο του το μεγαλείο.

Λογοτεχνικό Ορόσημο: το πέρασμα από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

Το Δεκαήμερο του Τζοβάνι Βοκάκιου δεν είναι απλώς μια συλλογή από διασκεδαστικές ιστορίες. Αποτελεί ένα λογοτεχνικό και πολιτισμικό ορόσημο, το οποίο σηματοδοτεί το πέρασμα από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

1. Η Ανθρωποκεντρική Στροφή (Ανθρωπισμός).

Αν η Θεία Κωμωδία του Δάντη είναι η «Ανθρώπινη Θεοδικία» (η ματιά του Θεού για τον κόσμο), το Δεκαήμερο είναι η «Ανθρώπινη Κωμωδία» (η ματιά του ανθρώπου για τον άνθρωπο). 

Ηθική χωρίς ενοχές: Ο Βοκάκιος αποσυνδέει την επίγεια ζωή από τον φόβο της θείας τιμωρίας. 

Η αποθέωση της επίγειας ευτυχίας: Ο έρωτας, η σαρκική απόλαυση, το γέλιο και η υλική επιτυχία αντιμετωπίζονται ως φυσικά, υγιή και θεμιτά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης.

2. Η Ρεαλιστική Απεικόνιση της Κοινωνίας.

Το έργο αποτελεί έναν εκπληκτικό καθρέφτη της κοινωνίας του 14ου αιώνα.

Κοινωνική ποικιλομορφία: Στις σελίδες του παρελαύνουν βασιλιάδες, πειρατές, έμποροι, ιερωμένοι, πόρνες, ευγενείς και απλοί χωρικοί. Η άνοδος της Αστικής Τάξης: Ο Βοκάκιος εξυμνεί τις αρετές του νέου κόσμου που αναδύεται: το εμπορικό δαιμόνιο, την πρακτική σκέψη, την ευελιξία και την ικανότητα του ατόμου να ορίζει τη μοίρα του, ξεπερνώντας τις φεουδαρχικές αγκυλώσεις.

3. Σκληρή Κριτική στην Εκκλησία.

Η σάτιρα κατά του κλήρου είναι αμείλικτη αλλά και βαθιά πολιτική.

Αποκάλυψη της υποκρισίας: Οι καλόγεροι, οι ιερείς και οι μοναχές παρουσιάζονται συχνά ως φιλάργυροι, φιλήδονοι και πανούργοι (όπως ο Ρουστίκο ή ο Μασέτο).

Διαχωρισμός Πίστης και Θεσμών: Ο Βοκάκιος δεν επιτίθεται στον Θεό ή στη χριστιανική πίστη, αλλά στην ηθική διαφθορά των ανθρώπων που εκπροσωπούν την Εκκλησία.

4. Γλωσσική και Λογοτεχνική Καινοτομία.

Θεμελίωση της Ιταλικής Πεζογραφίας: Ο Βοκάκιος καθιέρωσε τη δημοτική γλώσσα της Τοσκάνης (volgare) ως ώριμο λογοτεχνικό όργανο για την πεζογραφία, με τον ίδιο τρόπο που ο Δάντης και ο Πετράρχης το έκαναν για την ποίηση.

Η τέχνη του Framing (Πλαισίωσης): Η ιδέα της δημιουργίας ενός κεντρικού αφηγηματικού πλαισίου (οι 10 νέοι που δραπετεύουν από την πανούκλα της Φλωρεντίας) έδωσε δομή και ρυθμό στο έργο, επηρεάζοντας άμεσα μεταγενέστερα αριστουργήματα, όπως οι Ιστορίες του Καντέρμπουρι του Τσόσερ.

Το Δεκαήμερο αποτιμάται ως το έργο που απελευθέρωσε το ανθρώπινο πνεύμα από τον μεσαιωνικό σκοταδισμό. Δίδαξε ότι απέναντι στην τυφλή Τύχη (ή την πανούκλα), τα μόνα όπλα του ανθρώπου είναι η ευφυΐα, η αλληλεγγύη, ο πολιτισμός (η τέχνη της αφήγησης) και η αποδοχή της φύσης του.



Ημέρα Πρώτη.

Η Πρώτη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία της Παμπινέας, της μεγαλύτερης σε ηλικία και πιο συνετής γυναίκας της συντροφιάς, η οποία είχε και την ιδέα της φυγής από τη Φλωρεντία. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι ελεύθερο, καθώς οι δέκα νέοι έχουν μόλις φτάσει στην εξοχή και προσαρμόζονται στον νέο τρόπο ζωής τους. Ωστόσο, οι περισσότερες ιστορίες στρέφονται γύρω από μια έντονη κριτική της θρησκευτικής υποκρισίας και την ανάδειξη της ανθρώπινης ευφυΐας μέσα από έξυπνες απαντήσεις.

Σεπερέλο, ο Άγιος Τσιαπελέτο.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές και διάσημες ιστορίες της 1ης Ημέρας (1η Ιστορία) είναι αυτή του Σεπερέλο (Ser Ciappelletto). Είναι η ιστορία που ανοίγει ουσιαστικά το «Δεκαήμερο» και θεωρείται αριστουργηματική, καθώς εισάγει αμέσως το κοινό στο πνεύμα του Βοκάκιου: τη σάτιρα της θρησκευτικής αφέλειας και τον θρίαμβο της ανθρώπινης πονηριάς. Πρωταγωνιστής είναι ο Σεπερέλο ένας συμβολαιογράφος από τη Γαλλία και ίσως ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Ο Βοκάκιος τον περιγράφει ως έναν αμετανόητο εγκληματία και ψεύτη. Απολάμβανε να δίνει ψευδείς μαρτυρίες στα δικαστήρια. Ήταν βλάσφημος. Μισούσε την Εκκλησία και δεν πατούσε ποτέ εκεί. Ήταν κλέφτης, δολοφόνος, μέθυσος και συνεχώς οργισμένος. Ο Σεπερέλο ταξιδεύει στη Βουργουνδία για να μαζέψει κάποια χρέη για λογαριασμό ενός εμπόρου. Εκεί, φιλοξενείται στο σπίτι δύο Φλωρεντινών αδελφών (τοκογλύφων). Ξαφνικά, ο Σεπερέλο αρρωσταίνει βαριά και είναι έτοιμος να πεθάνει. Οι δύο αδελφοί πανικοβάλλονται: Αν ο Σεπερέλο πεθάνει χωρίς εξομολόγηση, η Εκκλησία δεν θα τον θάψει σε χριστιανικό νεκροταφείο και το σπίτι τους θα θεωρηθεί καταραμένο. Αν πάλι φωνάξουν ιερέα, ο Σεπερέλο είναι τόσο αμαρτωλός που κανείς δεν θα του δώσει άφεση, και το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Ακούγοντάς τους, ο Σεπερέλο τους λέει να μην ανησυχούν και ζητά να του φέρουν τον πιο άγιο και αυστηρό μοναχό της πόλης. Όταν ο γέροντας μοναχός φτάνει στο κρεβάτι του, ο Σεπερέλο ξεκινά μια ψεύτικη εξομολόγηση που αποτελεί μνημείο υποκρισίας: Όταν ο μοναχός τον ρωτά για τη σαρκική αμαρτία, ο Σεπερέλο απαντά κλαίγοντας ότι είναι... παρθένος και δεν έχει αγγίξει ποτέ γυναίκα! Εξομολογείται με συντριβή ότι έχει αμαρτήσει γιατί κατά τη διάρκεια της νηστείας ήπιε νερό με υπερβολική απόλαυση ή έφαγε λίγη σαλάτα με πολλή όρεξη. Λέει ότι οργίστηκε μία φορά στη ζωή του, επειδή είδε κάποιον να βλασθημάει τον Θεό. Ο μοναχός, εντυπωσιασμένος από την «αγιότητα» του ετοιμοθάνατου άνδρα που κλαίει για τόσο ασήμαντα πράγματα, του δίνει πλήρη άφεση αμαρτιών και τον κοινωνεί. Ο Σεπερέλο πεθαίνει την ίδια ημέρα. Ο μοναχός τρέχει στο μοναστήρι του και βγάζει έναν πύρινο λόγο για τον «Άγιο άνδρα» που φιλοξενήθηκε στην πόλη τους. Οι κάτοικοι συρρέουν, αγγίζουν το σώμα του Σεπερέλο για ευλογία, σκίζουν τα ρούχα του για φυλακτό και τον θάβουν με μεγάλες τιμές στο μοναστήρι. Σύντομα, ο Σεπερέλο ονομάζεται «Άγιος Σιαπελέτο» και ο κόσμος αρχίζει να του κάνει τάματα, πιστεύοντας ότι κάνει θαύματα. Ο Βοκάκιος κλείνει την ιστορία με ένα απίστευτο ειρωνικό σχόλιο: Ο Σεπερέλο βρίσκεται σίγουρα στην Κόλαση, αλλά ο Θεός, ακούγοντας τις προσευχές των αγνών ανθρώπων, κάνει τα θαύματα όχι επειδή ο Σεπερέλο ήταν άγιος, αλλά επειδή η πίστη των ανθρώπων είναι ειλικρινής.

Γιαννό και Αβραάμ.

Η ιστορία του Γιαννό και του Αβραάμ (Giannotto di Civignì και Abraam) είναι η 2η Νουβέλα της Πρώτης Ημέρας. Είναι μία από τις πιο έξυπνες και ειρωνικές ιστορίες του Βοκάκιου, η οποία χρησιμοποιεί την ανατροπή για να ασκήσει δριμεία κριτική στη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας. Στο Παρίσι ζει ένας πλούσιος και σοφός Χριστιανός έμπορος, ο Γιαννό. Είναι στενός φίλος με τον Εβραίο Αβραάμ και, βλέποντας την αρετή του, προσπαθεί για χρόνια να τον πείσει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό για να σώσει την ψυχή του. Ο Αβραάμ, κουρασμένος από τις επίμονες προσπάθειες του φίλου του, του λέει τελικά: «Για να γίνω Χριστιανός, πρέπει πρώτα να πάω στη Ρώμη. Θέλω να δω με τα μάτια μου αυτόν που αποκαλείτε εκπρόσωπο του Θεού στη Γη (τον Πάπα) και να δω πώς ζουν οι καρδινάλιοι και οι ιερείς σας. Αν με πείσει η συμπεριφορά τους ότι η θρησκεία σας είναι η σωστή, τότε θα βαφτιστώ». Ακούγοντάς το αυτό, ο Γιαννό απελπίζεται. Σκέφτεται ότι αν ο Αβραάμ πάει στη Ρώμη και δει τη διαφθορά της παπικής αυλής, όχι μόνο δεν θα γίνει Χριστιανός, αλλά θα σιχαθεί τη θρησκεία τους για πάντα. Προσπαθεί να τον αποτρέψει, αλλά ο Αβραάμ είναι ανένδοτος και φεύγει για τη Ρώμη. Φτάνοντας στη Ρώμη, ο Αβραάμ παρατηρεί διακριτικά τη ζωή του Πάπα και του κλήρου. Αυτά που αντικρίζει είναι σοκαριστικά: Όλοι, από τον Πάπα μέχρι τον τελευταίο ιερέα, ζουν μέσα στην πολυτέλεια, τη φιληδονία και τη σεξουαλική διαστροφή, χωρίς καμία ντροπή. Τα πάντα αγοράζονται και πουλιούνται (θέσεις στην Εκκλησία, συγχωροχάρτια). Η Ρώμη περιγράφεται ως ένα παζάρι όπου εμπορεύονται τα θεία. Άνθρωποι που υποτίθεται ότι κηρύττουν την αγνεία και την πτωχεία, ζουν σαν άπληστα κτήνη. Ο Αβραάμ επιστρέφει στο Παρίσι. Ο Γιαννό τον υποδέχεται με βαριά καρδιά, σίγουρος για την αποτυχία. Όταν τον ρωτάει τη γνώμη του για τη Ρώμη, ο Αβραάμ απαντά: «Είδα μια φωλιά από καθάρματα. Ο Πάπα, οι καρδινάλιοι και οι ιερείς προσπαθούν με κάθε τρόπο, με κάθε πονηριά και κακία, να εξαφανίσουν και να σβήσουν τον Χριστιανισμό από προσώπου γης». Ο Γιαννό σκύβει το κεφάλι. Όμως, ο Αβραάμ συνεχίζει με ένα απίστευτο επιχείρημα: «Όμως, βλέπω ότι παρά τις προσπάθειες όλων αυτών των απατεώνων να την καταστρέψουν, η θρησκεία σας όχι μόνο δεν σβήνει, αλλά μεγαλώνει και γίνεται πιο λαμπρή. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο Θεός την προστατεύει ως την αληθινή θρησκεία. Γι' αυτό, φίλε μου, είμαι έτοιμος να γίνω Χριστιανός».

Ημέρα Δεύτερη.

Η Δεύτερη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία της Φιλομένας. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι οι άνθρωποι που, αφού ταλαιπωρήθηκαν από διάφορες αντιξοότητες, καταφέρνουν τελικά να φτάσουν σε ένα ευτυχισμένο και αναπάντεχο τέλος.

Αντρεούτσο της Περούτζια.

Η ιστορία του Αντρεούτσο της Περούτζια (Andreuccio da Perugia) είναι η 5η Ιστορία της 2ης Ημέρας (με αφηγήτρια τη Φιαμέτα) και αποτελεί μία από τις πιο διάσημες, ζωντανές και περιπετειώδεις νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου». Σε αντίθεση με την ιστορία του Αβραάμ που βασίζεται στη θεολογική ειρωνεία, η ιστορία του Αντρεούτσο είναι μια καθαρή περιπέτεια ενηλικίωσης, όπου ο ήρωας παθαίνει, μαθαίνει και επιβιώνει χάρη στην τύχη και την πονηριά. Ο Αντρεούτσο είναι ένας νεαρός, αφελέστατος και άπειρος έμπορος αλόγων από την Περούτζια, ο οποίος δεν έχει βγει ποτέ από την πόλη του. Ο Αντρεούτσο ταξιδεύει στη Νάπολη με 500 χρυσά φλουριά στην τσέπη για να αγοράσει άλογα. Στο παζάρι, επιδεικνύει ανόητα τα χρήματά του, τραβώντας την προσοχή μιας πανέμορφης και πανούργας πόρνης από τη Σικελία, της Φιορνταλίζο. Η Φιορνταλίζο τον προσκαλεί στο σπίτι της σε μια κακόφημη συνοικία της Νάπολης. Τον πείθει με ψέματα ότι είναι η χαμένη του ετεροθαλής αδελφή. Ο Αντρεούτσο την πιστεύει τυφλά και δέχεται να μείνει εκεί το βράδυ. Καθώς πηγαίνει στην τουαλέτα μέσα στο σκοτάδι, πατάει σε ένα χαλαρό ξύλο και πέφτει στην τρύπα, καταλήγοντας στον βόθρο του σοκακιού. Αν και δεν χτυπάει, βρωμάει ανυπόφορα. Όταν καταφέρνει να βγει, συνειδητοποιεί ότι η «αδελφή» του τον κλείδωσε έξω και του έκλεψε όλα τα χρήματα. Καθώς περιπλανιέται μέσα στη νύχτα βρωμώντας, συναντά δύο κλέφτες. Αντί να τον λυπηθούν, τον πείθουν να τους βοηθήσει να ληστέψουν τον τάφο του Αρχιεπισκόπου της Νάπολης, ο οποίος είχε ταφεί την ίδια μέρα με πολύτιμα κοσμήματα και ένα πανάκριβο ρουμπίνι. Επειδή βρωμάει, οι κλέφτες τον δένουν με ένα σχοινί και τον κατεβάζουν σε ένα πηγάδι για να πλυθεί. Εκείνη τη στιγμή καταφθάνουν διψασμένοι φρουροί της νύχτας. Οι κλέφτες τρομάζουν, αφήνουν το σχοινί και φεύγουν. Όταν οι φρουροί τραβούν το σχοινί για να βγάλουν νερό, βλέπουν έντρομοι τον Αντρεούτσο να αναδύεται, νομίζουν ότι είναι φάντασμα και τρέπονται σε φυγή. Οι κλέφτες επιστρέφουν, βρίσκουν τον Αντρεούτσο και πηγαίνουν στον καθεδρικό ναό. Ανοίγουν τον μαρμάρινο τάφο του Αρχιεπισκόπου και αναγκάζουν τον νεαρό να μπει μέσα για να τους δώσει τα κειμήλια. Ο Αντρεούτσο, που έχει αρχίσει πλέον να... ξυπνάει, αποφασίζει να τους ξεγελάσει. Τους δίνει τη μίτρα, το ραβδί και τα δαχτυλίδια, αλλά κρατάει κρυφά για τον εαυτό του το πολύτιμο ρουμπίνι. Οι κλέφτες, καταλαβαίνοντας ότι τους κρύβει πράγματα, κλείνουν το βαρύ μαρμάρινο καπάκι του τάφου, φυλακίζοντάς τον ζωντανό μέσα με το πτώμα. Καθώς ο Αντρεούτσο περιμένει τον θάνατο μέσα στο σκοτάδι, μια άλλη σπείρα κλεφτών (μαζί με έναν ιερέα) έρχεται να ληστέψει τον ίδιο τάφο. Μόλις ανοίγουν λίγο το καπάκι, ένας κλέφτης βάζει τα πόδια του μέσα για να κατέβει. Ο Αντρεούτσο αρπάζει τον κλέφτη σφιχτά από τα πόδια. Ο κλέφτης, νομίζοντας ότι το πτώμα του Αρχιεπισκόπου ζωντάνεψε, βάζει μια κραυγή τρόμου και όλη η σπείρα εξαφανίζεται πανικόβλητη, αφήνοντας τον τάφο ανοιχτό. Ο Αντρεούτσο βγαίνει από τον τάφο, επιστρέφει στο πανδοχείο του και φεύγει αμέσως για την Περούτζια. Έχοντας χάσει τα 500 φλουριά του, επιστρέφει τελικά με το δαχτυλίδι του Αρχιεπισκόπου, η αξία του οποίου ήταν πολύ μεγαλύτερη. Μέσα σε μία μόνο νύχτα, ο αφελέστατος επαρχιώτης μεταμορφώθηκε σε έναν έμπειρο και υποψιασμένο άνδρα.

Αλατιέλ.

Η ιστορία της Αλατιέλ είναι η 7η Ιστορία της 2ης ημέρας. Είναι μία από τις πιο διάσημες, εξωτικές και πολυσυζητημένες νουβέλες του «Δεκαημέρου». Είναι μια επική περιπέτεια που διαρκεί τέσσερα χρόνια και εκτείνεται σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, αναδεικνύοντας τη δύναμη της γυναικείας ομορφιάς, τις ανατροπές της Τύχης και την αναγεννησιακή ειρωνεία απέναντι στις μεσαιωνικές προκαταλήψεις περί αγνότητας.

Πρωταγωνίστρια στην ιστορία είναι η Αλατιέλ, η πανέμορφη κόρη του Μπερλαμπό (Σουλτάνου της Βαβυλώνας). Ο πατέρας της την στέλνει με ένα πλοίο γεμάτο πλούτη για να παντρευτεί τον Βασιλιά του Αλγκάρβε (σημερινή Πορτογαλία).

Το πλοίο πέφτει σε μια τρομερή καταιγίδα και ναυαγεί στις ακτές της Μαγιόρκα. Όλοι οι ακόλουθοί της πεθαίνουν ή εξαφανίζονται, και η Αλατιέλ μένει μόνη. Επειδή δεν γνωρίζει καμία ευρωπαϊκή γλώσσα, δεν μπορεί να εξηγήσει ποια είναι. Η απίστευτη ομορφιά της γίνεται η «κατάρα» και ταυτόχρονα η σωτηρία της, καθώς για τα επόμενα τέσσερα χρόνια περνάει από το κρεβάτι εννέα διαφορετικών ανδρών, οι οποίοι συχνά αλληλοσκοτώνονται για να την αποκτήσουν. 

Ο Πεζικόνε (Ευγενής της Μαγιόρκα) την παίρνει στο κάστρο του και την παρασύρει με κρασί, μυώντας την στις σαρκικές απολαύσεις. Ο Μπερενιέ (Φίλος του Πεζικόνε) σκοτώνει τον Πεζικόνε, κλέβει την Αλατιέλ και τη μεταφέρει στην Γλαρέντζα στην Κυλλήνη της Ελλάδας. Πριν φτάσουν στην Κυλλήνη, οι δύο Γενοβέζοι καπετάνιοι του πλοίου, με τους οποίους είχε συνεννοηθεί ο Μπερενιέ για να αποδράσει, μαγεύτηκαν και οι ίδιοι από την απίστευτη ομορφιά της Αλατιέλ. Συνειδητοποίησαν γρήγορα ότι δεν ήθελαν να την αφήσουν στα χέρια του. Καθώς το πλοίο έπλεε ανοιχτά της Πελοποννήσου, οι δύο καπετάνιοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στον Μπερενιέ μια νύχτα, την ώρα που εκείνος κοιμόταν ανυποψίαστος, και τον πέταξαν στη θάλασσα, όπου και πνίγηκε. Ο Μπερενιέ δεν πρόλαβε καν να φτάσει μαζί της στην Ελλάδα, ούτε να χαρεί τον έρωτά της. Αρχικά, οι δύο καπετάνιοι συμφώνησαν να μοιραστούν την Αλατιέλ. Όμως, το πάθος τους ήταν τόσο μεγάλο που κανένας από τους δύο δεν άντεχε να βλέπει την κοπέλα στα χέρια του άλλου. Καθώς το πλοίο πλησίαζε στις ακτές της Ηλείας, ξέσπασε άγριος καυγάς μεταξύ τους. Άρπαξαν τα σπαθιά τους και άρχισαν να μονομαχούν πάνω στο κατάστρωμα με απίστευτη μανία. Η μάχη ήταν τόσο σκληρή που αλληλοσκοτώθηκαν. Ο ένας έπεσε νεκρός επί τόπου από τα τραύματά του, ενώ ο άλλος τραυματίστηκε τόσο βαριά που άφησε την τελευταία του πνοή λίγες ώρες αργότερα. Με τους δύο καπετάνιους νεκρούς, το πλοίο έμεινε ακυβέρνητο μεσούλαγα. Οι ναύτες, τρομοκρατημένοι, οδήγησαν το σκάφος στο πλησιέστερο ασφαλές καταφύγιο, κι εκεί, οι επιζώντες ναύτες παρέδωσαν την Αλατιέλ στον Πρίγκιπα της Αχαΐας, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται στην περιοχή, ανοίγοντας έτσι το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο της περιπέτειάς της στην Ελλάδα. Ο Φράγκος ηγεμόνας  του Πριγκιπάτου της Αχαΐας εντυπωσιάζεται αμέσως από την αρχοντιά και την εξωτική ομορφιά της. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους εραστές της που την αντιμετώπισαν σαν «λάφυρο», ο Πρίγκιπας της Αχαΐας μαγεύεται από τους τρόπους της. Αν και δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα της, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για γυναίκα υψηλής καταγωγής. Της συμπεριφέρεται με τεράστιο σεβασμό, την εγκαθιστά σε ένα πολυτελές παλάτι στη Γλαρέντζα και την κάνει επίσημη ερωμένη του, ζώντας μαζί της μια περίοδο απόλυτης ευτυχίας. Η μοίρα του Πρίγκιπα σφραγίζεται όταν αποφασίζει να φιλοξενήσει στο παλάτι του τον στενό του φίλο και σύμμαχο, τον Δούκα των Αθηνών. Θέλοντας να καυχηθεί για την τύχη του, ο Πρίγκιπας του παρουσιάζει την Αλατιέλ. Ο Δούκας των Αθηνών κεραυνοβολείται από πάθος και αποφασίζει να την αποκτήσει με κάθε κόστος, οργανώνοντας μια άγρια δολοφονία. Εξαγοράζει τον θαλαμηπόλο του παλατιού για να του ανοίξει τις πόρτες μέσα στη νύχτα. Ο Δούκας μπαίνει κρυφά στην κρεβατοκάμαρα και καρφώνει ένα μαχαίρι στον λαιμό του Πρίγκιπα την ώρα που εκείνος κοιμάται δίπλα στην Αλατιέλ. Για να μην ανακαλυφθεί το έγκλημα αμέσως, πετούν τον αιμόφυρτο Πρίγκιπα από το παράθυρο του κάστρου κατευθείαν στα βράχια και τη θάλασσα. Η Αλατιέλ ξυπνάει έντρομη μέσα στο σκοτάδι. Ο Δούκας των Αθηνών την απειλεί με το ματωμένο μαχαίρι, την αναγκάζει να σωπάσει και την απαγάγει, μεταφέροντάς την εσπευσμένα στην Αθήνα, όπου ξεκινά το επόμενο ταραχώδες κεφάλαιο της περιπέτειάς της. Ο Δούκας όμως είναι παντρεμένος με μια γυναίκα από ευγενική γαλλική οικογένεια. Όταν η Δούκισσα βλέπει την Αλατιέλ, καταλαβαίνει αμέσως την απιστία του συζύγου της. Γεμάτη ζήλια, αρχίζει να την κακομεταχειρίζεται, αναγκάζοντας τον Δούκα να κρύψει την Αλατιέλ σε μια απομονωμένη έπαυλη έξω από την πόλη, για να μπορεί να την απολαμβάνει κρυφά. Στο μεταξύ, η προδοσία του Δούκα αποκαλύπτεται. Ο αδελφός του δολοφονημένου Πρίγκιπα της Αχαΐας, ο οποίος είναι ο Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης, συγκεντρώνει έναν μεγάλο στρατό για να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του και να καταστρέψει το Δουκάτο των Αθηνών. Ο Δούκας των Αθηνών, έντρομος, ζητά τη βοήθεια άλλων Φράγκων και Βυζαντινών αρχόντων. Ανάμεσα σε αυτούς που καταφθάνουν στην Αθήνα για να τον βοηθήσουν είναι δύο νεαροί ευγενείς από την Κωνσταντινούπολη: ο Κωνσταντίνος (γιος του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου) και ο φίλος του, ο Μανουήλ. Όπως συνέβη με όλους τους προηγούμενους άνδρες, η ομορφιά της Αλατιέλ γίνεται ξανά μοιραία. Ο Κωνσταντίνος την αντικρίζει στην κρυφή έπαυλη και τη λιγουρεύεται. Συνεννοείται κρυφά με τον Μανουήλ και, λίγο πριν ξεκινήσει η μεγάλη μάχη με τον στρατό της Θεσσαλονίκης, στήνουν ενέδρα. Καλούν τον Δούκα σε μια δήθεν μυστική στρατιωτική σύσκεψη στην έπαυλη. Ο Κωνσταντίνος και ο Μανουήλ επιτίθενται στον Δούκα των Αθηνών και τον στραγγαλίζουν. Πριν προλάβει ο στρατός της Αθήνας να καταλάβει τι έγινε, οι δύο Βυζαντινοί παίρνουν την Αλατιέλ, επιβιβάζονται σε μια γρήγορη γαλέρα και σαλπάρουν για τη Χίο, αφήνοντας την Αθήνα χωρίς ηγέτη λίγο πριν την επίθεση της Θεσσαλονίκης. Στη Χίο, η περιπέτεια της Αλατιέλ παίρνει μια νέα, εξίσου δραματική τροπή, καθώς το νησί γίνεται το σκηνικό για την επόμενη θανάσιμη σύγκρουση, αυτή τη φορά ανάμεσα στους δύο Βυζαντινούς φίλους που την έκλεψαν από την Αθήνα.  Στη Χίο, η οποία εκείνη την εποχή ήταν ένας ασφαλής και πλούσιος σταθμός στο Αιγαίο, ο Κωνσταντίνος την εγκαθιστά σε ένα πολυτελές σπίτι για να ξεκουραστεί από το ταξίδι και να την απολαύσει. Αν και ο Κωνσταντίνος θεωρεί την Αλατιέλ δική του, ο Μανουήλ έχει επίσης τυφλωθεί από έρωτα και πάθος για την κοπέλα. Παρά τη φιλία τους, ο Μανουήλ αποφασίζει ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν και οργανώνει ένα σχέδιο για να εξοντώσει τον Κωνσταντίνο. Μια νύχτα, ενώ ο Κωνσταντίνος κοιμάται ανυποψίαστος δίπλα στην Αλατιέλ, ο Μανουήλ μπαίνει κρυφά στο δωμάτιο με μια ομάδα έμπιστων στρατιωτών του. Ο Μανουήλ μαχαιρώνει μέχρι θανάτου τον Κωνσταντίνο μέσα στο κρεβάτι του. Η Αλατιέλ ξυπνάει μέσα στα αίματα για άλλη μια φορά, βλέποντας έναν ακόμη εραστή της να πεθαίνει. Ο Μανουήλ, ξέροντας ότι η δολοφονία του γιου του Αυτοκράτορα θα προκαλέσει την οργή της Κωνσταντινούπολης, αρπάζει την Αλατιέλ, επιβιβάζεται αμέσως σε ένα πλοίο και φεύγει από τη Χίο με προορισμό τη Μυτιλήνη (Λέσβο). Ξέρει ότι είναι προδότης για την Κωνσταντινούπολη, οπότε προσπαθεί να κρυφτεί και να ζήσει τον έρωτά του με την Αλατιέλ. Ωστόσο, η παρουσία μιας τόσο εντυπωσιακής γυναίκας στο νησί δεν αργεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον των γύρω ισχυρών ηγεμόνων. Ο Οσιμπέκ (Osbech), ο οποίος ήταν ο Τούρκος Εμίρης της Σμύρνης, βρισκόταν εκείνη την περίοδο σε συνεχή πόλεμο με τους Βυζαντινούς και τους Φράγκους στο Αιγαίο. Μαθαίνοντας για την ύπαρξη της πανέμορφης γυναίκας στη Λέσβο, οργανώνει μια ξαφνική και άγρια ναυτική επιδρομή στο νησί. Ο στρατός του Οσιμπέκ εισβάλλει στη Μυτιλήνη, λεηλατεί την πόλη και αιχμαλωτίζει πολλούς κατοίκους. Ο Μανουήλ προσπαθεί να αμυνθεί, αλλά οι δυνάμεις του Οσιμπέκ τον εξοντώνουν. Ο Οσιμπέκ βρίσκει την Αλατιέλ, μαγεύεται αμέσως από την ομορφιά της και την παίρνει ως το πιο πολύτιμο λάφυρο του πολέμου. Την επιβιβάζει στα πλοία του και τη μεταφέρει απέναντι, στα μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη. Εκεί, την εγκαθιστά στο χαρέμι του και την κάνει την ευνοούμενη γυναίκα του. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Αλατιέλ βρίσκεται ξανά σε ένα περιβάλλον που της θυμίζει την πατρίδα της (τη Βαβυλώνα), καθώς οι άνθρωποι γύρω της μοιράζονται παρόμοια έθιμα και θρησκεία, παρόλο που η ίδια συνεχίζει να κρατά κρυφή την πραγματική της ταυτότητα. Ο Οσιμπέκ ζει ευτυχισμένος με την Αλατιέλ στη Σμύρνη, όμως σύντομα ξεσπά ένας μεγάλος πόλεμος. Ο Σουλτάνος του Ικονίου, επιτίθεται στα εδάφη του Οσιμπέκ. Ο Οσιμπέκ αναγκάζεται να συγκεντρώσει τον στρατό του και να φύγει για το μέτωπο. Αφήνει την Αλατιέλ πίσω στη Σμύρνη, υπό την προστασία ενός έμπιστου υπηρέτη του. Στη μάχη που ακολουθεί, ο Οσιμπέκ ηττάται και σκοτώνεται. Ο Καππαδόκης Σουλτάνος καταλαμβάνει τη Σμύρνη, λεηλατεί τα πλούτη του Οσιμπέκ και παίρνει την Αλατιέλ μαζί του. Καθώς όμως είναι υποτελής του Σουλτάνου της Αιγύπτου, ήξερε εξαρχής ότι αν κρατούσε ένα τόσο πολύτιμο «λάφυρο» για τον εαυτό του, θα προκαλούσε τη ζηλειά και την οργή του ανώτερού του. Αντίθετα, προσφέροντάς την ως δώρο, εξασφάλιζε την πολιτική του προστασία και τη συμμαχία του. Για αυτό αφού πρώτα απόλαυσε τα κάλη της την έστειλε στην Αλεξάνδρεια. Όταν ο Σουλτάνος της Αιγύπτου δέχεται την Αλατιέλ ως δώρο από τον υποτελή του ηγεμόνα, εντυπωσιάζεται βαθύτατα από την ομορφιά της. Ωστόσο, επειδή είναι ήδη ηλικιωμένος και φορτωμένος με τις κρατικές υποθέσεις και τους πολέμους, δεν την κρατάει στο δικό του προσωπικό χαρέμι. Αντίθετα, αποφασίζει να της προσφέρει μια πολυτελή και ασφαλή ζωή, παραχωρώντας την σε έναν από τους πιο έμπιστους, πλούσιους και ανώτατους ευγενείς της αυλής του στην Αλεξάνδρεια. Υπό την αιγίδα του Σουλτάνου, η Αλατιέλ ζει μέσα σε απίστευτα πλούτη σε μια απομονωμένη έπαυλη στην Αλεξάνδρεια, προστατευμένη από τις αναταραχές των γύρω εμπόλεμων περιοχών. Ο ευγενής στον οποίο παραχωρήθηκε την αντιμετωπίζει με απόλυτο σεβασμό, και αυτή γίνεται η τελευταία και πιο σταθερή περίοδος της τετραετούς περιπλάνησής της. Καθώς η Αλατιέλ βρίσκεται στο μπαλκόνι της έπαυλης στην Αλεξάνδρεια βλέπει τυχαία τον Αντίγονο, ένας ηλικιωμένο, έμπειρος και ευγενής σύμβουλο στην αυλή του πατέρα της, του Σουλτάνου της Βαβυλώνας. Βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου για εμπορικές και διπλωματικές υποθέσεις του κράτους του. Καθώς περπατά στον δρόμο, η Αλατιέλ τον αναγνωρίζει από το παράθυρο της έπαυλης όπου κρατείται. Του στέλνει κρυφά μια υπηρέτρια και τον προσκαλεί μέσα. Όταν συναντιούνται, η Αλατιέλ, γεμάτη δάκρυα, του αποκαλύπτει την ταυτότητά της και του διηγείται ολόκληρη την απίστευτη οδύσσειά της στη Μεσόγειο. Ο Αντίγονος αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για να τη σώσει. Παρουσιάζεται στον Σουλτάνο της Αιγύπτου και του εξηγεί με απόλυτη μυστικότητα ποια είναι η κοπέλα. Του ξεκαθαρίζει ότι αν ο πατέρας της μάθει πως η κόρη του κρατούνταν στην Αλεξάνδρεια, θα ξεσπούσε πόλεμος. Ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, έντρομος, απελευθερώνει αμέσως την Αλατιέλ και την παραδίδει στον Αντίγονο με πλούσια δώρα. Ο Αντίγονος μεταφέρει την Αλατιέλ στην Κύπρο. Εκεί, τη συστήνει στον Βασιλιά του νησιού (που ήταν φίλος του πατέρα της) και προετοιμάζει το έδαφος, θελωντας να καθαρίσει το όνομά της πριν από την επίσημη επιστροφή. Μαζί με την Αλατιέλ επινοούν ένα πανέξυπνο ψέμα για να δικαιολογήσουν την τετραετή απουσία της χωρίς να αμαυρωθεί η τιμή της. Όταν η Αλατιέλ φτάνει στη Βαβυλώνα, λέει στον Σουλτάνο ότι μετά το ναυάγιο, κλείστηκε σε ένα απομονωμένο χριστιανικό μοναστήρι. Ισχυρίζεται ότι πέρασε όλα αυτά τα χρόνια προσευχόμενη, νηστεύοντας και τηρώντας απόλυτη αγνεία, προστατευμένη από ευσεβείς καλόγριες. Ο Σουλτάνος την πιστεύει τυφλά και διοργανώνει μεγάλες γιορτές. Η Αλατιέλ στέλνεται τελικά στον αρχικό της προορισμό, τον Βασιλιά του Αλγκάρβε, ο οποίος την παντρεύεται με μεγάλες τιμές, σίγουρος ότι παίρνει μια αγνή παρθένα. Ο Βοκάκιος κλείνει αυτή την προκλητική ιστορία με μια φράση που έμεινε στην ιστορία ως παροιμία:

«Bocca baciata non perde ventura, anzi rinnuova come fa la luna»

(Το φιλημένο στόμα δεν χάνει την τύχη του, αντίθετα ανανεώνεται όπως το φεγγάρι).



Ημέρα Τρίτη.

Η Τρίτη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία του Νεϊφίλε. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι άνθρωποι που με την εξυπνάδα, την πονηριά και την επιμονή τους κέρδισαν κάτι που επιθυμούσαν πολύ ή ανέκτησαν κάτι που είχαν χάσει. Εδώ η ανθρώπινη ευφυΐα (ingegno) παίρνει τα ηνία από την τυφλή Τύχη.

Μασέτο.

Ο Μασέτο από το Λαμπιρέκιο (Masetto da Lamporecchio) είναι ο πρωταγωνιστής της 1ης Ιστορίας της 3ης Ημέρας (με αφηγητή τον Φιλόστρατο). Πρόκειται για μία από τις πιο διάσημες, τολμηρές και χιουμοριστικές νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου», η οποία σατιρίζει έντονα την υποκρισία περί αγνότητας στα μοναστήρια. Ο Μασέτο είναι ένας νεαρός, δυνατός και εμφανίσιμος χωρικός. Μαθαίνει από έναν φίλο του, τον Νούτο, ότι η θέση του κηπουρού σε ένα κοντινό γυναικείο μοναστήρι έμεινε κενή, επειδή ο Νούτο παραιτήθηκε, μην αντέχοντας τις γκρίνιες και τις απαιτήσεις των μοναχών. Ο Μασέτο, γεμάτος νεανική ορμή, βλέπει αυτή τη θέση ως την απόλυτη ευκαιρία για να μπει σε ένα μέρος γεμάτο νεαρές γυναίκες .Ξέροντας ότι οι καλόγριες δεν θα δέχονταν ποτέ έναν άντρα στο μοναστήρι τους αν φοβούνταν ότι θα τις παρενοχλήσει ή θα τις προδώσει, ο Μασέτο επινοεί ένα σχέδιο: παριστάνει τον κωφάλαλο. Παρουσιάζεται στον επιστάτη του μοναστηριού κάνοντας νοήματα. Πιστεύοντας ότι είναι ακίνδυνος και ανίκανος να μιλήσει, το μοναστήρι τον προσλαμβάνει αμέσως για τις βαριές αγροτικές εργασίες στον κήπο. Ο Μασέτο δουλεύει σκληρά και κερδίζει την εμπιστοσύνη όλων. Σύντομα, δύο νεαρές καλόγριες τον παρατηρούν καθώς ξεκουράζεται στον κήπο. Πιστεύοντας ότι, αφού είναι βουβός, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να μαρτυρήσει το μυστικό τους, αποφασίζουν να δοκιμάσουν μαζί του τις σαρκικές απολαύσεις. Τον οδηγούν σε μια αποθήκη και, προς μεγάλη ικανοποίηση του Μασέτο, γίνονται ερωμένες του.  Το μυστικό δεν αργεί να διαδοθεί. Η μία μετά την άλλη, οι υπόλοιπες καλόγριες του μοναστηριού ανακαλύπτουν τον κηπουρό και τον παρασύρουν στα δικά τους κρεβάτια. Το πράγμα ξεφεύγει εντελώς όταν ακόμη και η Ηγουμένη του μοναστηριού, μια μέρα που ο Μασέτο κοιμάται κάτω από μια αμυγδαλιά, υποκύπτει στον πειρασμό. Τον παίρνει στο δικό της κελί, κρατώντας τον εκεί για μέρες. Ο Μασέτο, αν και στην αρχή απολάμβανε την κατάσταση, σύντομα εξαντλείται εντελώς από τις συνεχείς ερωτικές απαιτήσεις όλων των γυναικών του μοναστηριού. Καταλαβαίνοντας ότι αν συνεχίσει έτσι θα πεθάνει από την κούραση, αποφασίζει να σπάσει τη σιωπή του. Μια νύχτα, ενώ βρίσκεται στο κρεβάτι με την Ηγουμένη, της μιλάει κανονικά και της λέει:

«Κυρά μου, έχω ακούσει ότι ένας κόκορας φτάνει για δέκα κότες, αλλά δέκα άντρες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν μία γυναίκα. Εγώ εδώ έχω να κάνω με εννέα γυναίκες και δεν αντέχω άλλο».

Η Ηγουμένη μένει άναυδη, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ότι αν απολυθεί ο Μασέτο ή αν μαθευτεί η αλήθεια, το σκάνδαλο θα καταστρέψει τη φήμη του μοναστηριού. Η Ηγουμένη και οι καλόγριες συμφωνούν να κρατήσουν τον Μασέτο στο μοναστήρι, αλλά με ..."πρόγραμμα". Διαδίδουν στον κόσμο ότι έγινε ένα μεγάλο θαύμα και ότι, χάρη στις προσευχές τους, ο κωφάλαλος κηπουρός βρήκε τη φωνή του. Ο Μασέτο διορίζεται γενικός επιστάτης, ζει πλούσια και άνετα για πολλά χρόνια, και επιστρέφει τελικά στο χωριό του γέρος, πλούσιος και πατέρας πολλών παιδιών, χωρίς να αποκαλύψει ποτέ την αλήθεια.

Αλιμπέκ και Ρουστίκο.

Η ιστορία της Αλιμπέκ και του Ρουστίκο είναι η 10η και τελευταία Ιστορία της 3ης Ημέρας (με αφηγητή τον Διωνέα). Πρόκειται για μία από τις πιο τολμηρές, χιουμοριστικές και διάσημες νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου», η οποία έμεινε στην ιστορία για την ευρηματική σεξουαλική της μεταφορά- παρομοίωση.

Η Αλιμπέκ είναι μια πανέμορφη, αφελέστατη και ευσεβής νεαρή κοπέλα από την Γκάψα της Τυνησίας. Μια μέρα, ακούγοντας για τη χριστιανική πίστη, αποφασίζει να αφήσει το σπίτι της και να πάει κρυφά στην έρημο της Θηβαΐδας, με σκοπό να μάθει τον καλύτερο τρόπο για να λατρέψει και να υπηρετήσει τον Θεό. Μετά από πολλές μέρες περιπλάνησης στην έρημο, η Αλιμπέκ συναντά τον Ρουστίκο, έναν νεαρό, αυστηρό ερημίτη μοναχό που ζούσε σε μια σπηλιά. Ο Ρουστίκος, βλέποντας την απίστευτη ομορφιά της κοπέλας, προσπαθεί αρχικά να αντισταθεί στον πειρασμό. Σύντομα όμως, η σαρκική επιθυμία τον κυριεύει εντελώς και αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την απόλυτη αφέλεια της κοπέλας για να την παρασύρει. Όταν η Αλιμπέκ τον ρωτάει με αγνότητα πώς μπορεί να υπηρετήσει τον Θεό, ο Ρουστίκος επινοεί ένα πανέξυπνο θρησκευτικό τέχνασμα. Της εξηγεί ότι η μεγαλύτερη υπηρεσία προς τον Ύψιστο είναι να φυλακίζει κανείς τον Διάβολο μέσα στην Κόλαση. Της δείχνει το ανδρικό του μόριο και της λέει: «Αυτός εδώ είναι ο Διάβολος που βασανίζει τους ανθρώπους». Στη συνέχεια, της δείχνει το δικό της σώμα και λέει: «Και αυτό το μέρος είναι η Κόλαση, όπου ο Θεός έπλασε για να φυλακίζουμε τον Διάβολο, ώστε να ημερεύει και να μην κάνει κακό». Η Αλιμπέκ, πιστεύοντας ότι επιτελεί ένα σπουδαίο θρησκευτικό καθήκον, δέχεται με χαρά. Ξαπλώνουν μαζί και ο Ρουστίκος πραγματοποιεί τη σεξουαλική πράξη, «φυλακίζοντας» τον Διάβολο στην Κόλαση. Η πρώτη εμπειρία είναι κάπως επώδυνη για την Αλιμπέκ, αλλά σύντομα της αρέσει πολύ. Παίρνει την «αποστολή» της τόσο σοβαρά, που αρχίζει να ζητά συνεχώς από τον Ρουστίκο να ξαναβάλουν τον Διάβολο στην Κόλαση, παραπονούμενη ότι η Κόλασή της νιώθει μοναξιά όταν ο Διάβολος λείπει. Ο Ρουστίκος, ο οποίος τρέφεται μόνο με ρίζες και νερό, εξαντλείται εντελώς από τις συνεχείς απαιτήσεις της νεαρής κοπέλας. Φτάνει σε σημείο να τρέμει από τον φόβο του κάθε φορά που η Αλιμπέκ τον πλησιάζει για... «προσευχή». Η σωτηρία του Ρουστίκου έρχεται όταν ξεσπά μια μεγάλη πυρκαγιά στην Γκάψα, από την οποία πεθαίνει όλη η οικογένεια της Αλιμπέκ. Ένας πλούσιος νεαρός έμπορος, ο Νεερμπάλε, μαθαίνει ότι η κοπέλα είναι ζωντανή στην έρημο, πηγαίνει, την παίρνει από τη σπηλιά του ανακουφισμένου Ρουστίκου και την παντρεύεται. Όταν οι γυναίκες της πόλης ρωτούν την Αλιμπέκ πώς υπηρετούσε τον Θεό στην έρημο, εκείνη τους εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια τη μέθοδο του «Διαβόλου και της Κόλασης». Οι γυναίκες ξεσπούν σε γέλια και της λένε: «Μην ανησυχείς, Αλιμπέκ, ο Νεερμπάλε ξέρει πολύ καλά πώς να υπηρετεί τον Θεό με αυτόν τον τρόπο!».




Ημέρα Τετάρτη.

Η Τετάρτη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία του Φιλόστρατου (το όνομα του οποίου σημαίνει «αυτός που νικήθηκε από τον έρωτα»).Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι οι έρωτες που είχαν τραγική κατάληξη. Είναι η πιο μελαγχολική, σκοτεινή και δραματική ημέρα του έργου, όπου ο έρωτας συγκρούεται βίαια με τις κοινωνικές συμβάσεις, την ταξική ανισότητα και τη ζήλια.

Γκισμόντα.

Η ιστορία της Γκισμόντας και του Γκουισκάρντο είναι η 1η Ιστορία της 4ης Ημέρας (με αφηγητή τον Φιλόστρατο). Είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές και εμβληματικές νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου», καθώς σηματοδοτεί τη στροφή του έργου προς το καθαρό δράμα και τον τραγικό έρωτα, ενώ παράλληλα αποτελεί έναν σπουδαίο αναγεννησιακό ύμνο στην ισότητα των ανθρώπων.

Η Γκισμόντα είναι η πανέμορφη και έξυπνη κόρη του Τανκρέδου, πρίγκιπα του Σαλέρνο. Ο πατέρας της την αγαπά τόσο παθολογικά, που αρνείται να την ξαναπαντρέψει μετά τον θάνατο του πρώτου της συζύγου, κρατώντας την κλεισμένη στο παλάτι. Η Γκισμόντα, νιώθοντας τις φυσικές της ανάγκες και ορμές, ερωτεύεται τον Γκουισκάρντο, έναν νεαρό που εργάζεται στο παλάτι. Παρά την ταπεινή του καταγωγή, ο Γκουισκάρντο έχει ευγενική ψυχή και πνεύμα. Οι δυο τους συναντιούνται κρυφά στο δωμάτιό της μέσω μιας ξεχασμένης σπηλιάς και μιας μυστικής καταπακτής. Μια μέρα, ο Τανκρέδος μπαίνει στο δωμάτιο της κόρης του για να της μιλήσει. Καθώς εκείνη λείπει, ο πρίγκιπας αποκοιμιέται πίσω από τις κουρτίνες του κρεβατιού. Όταν ξυπνά, βλέπει έντρομος τους δύο εραστές μαζί. Επιλέγει να μείνει σιωπηλός για να μη γίνει σκάνδαλο, αλλά διατάζει τη σύλληψη του Γκουισκάρντο τη νύχτα. Ο Τανκρέδος κατηγορεί την κόρη της ότι «ξευτέλισε την τιμή της» με έναν άνθρωπο κατώτερης τάξης. Η Γκισμόντα, αντί να κλάψει ή να ζητήσει συγχώρεση, βγάζει έναν μνημειώδη λόγο: υπερασπίζεται τον έρωτά της, λέγοντας ότι η ευγένεια μετριέται με τις πράξεις και την ψυχή, όχι με τους τίτλους ευγενείας, και προειδοποιεί τον πατέρα της ότι αν σκοτώσει τον εραστή της, θα πεθάνει και η ίδια. Ο Τανκρέδος, τυφλωμένος από θυμό, διατάζει να στραγγαλίσουν κρυφά τον Γκουισκάρντο. Ξεριζώνει την καρδιά του, τη βάζει μέσα σε ένα πολύτιμο χρυσό κύπελλο και τη στέλνει στην κόρη του με ένα μήνυμα: «Ο πατέρας σου σού στέλνει αυτό για να σε παρηγορήσει για ό,τι αγαπούσες περισσότερο». Η Γκισμόντα δέχεται το κύπελλο με απόλυτη ψυχραιμία. Φιλά την καρδιά του αγαπημένου της, ρίχνει μέσα στο κύπελλο ένα θανατηφόρο δηλητήριο που είχε ήδη ετοιμάσει και το πίνει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι κρατώντας την καρδιά του Γκουισκάρντο στο στήθος της και πεθαίνει, αφήνοντας τον πατέρα της βυθισμένο στις τύψεις.

Ο Βοκάκιος, μέσω της Γκισμόντας, διατυπώνει μια καθαρά αναγεννησιακή ιδέα: όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και η πραγματική «ευγενής καταγωγή» πηγάζει από την αρετή του ατόμου, όχι από τα πλούτη. Η Γκισμόντα δεν παρουσιάζεται ως ένα αδύναμο, παθητικό θύμα. Είναι μια γυναίκα με τρομερή ρητορική δεινότητα, θάρρος και σταθερότητα, που επιλέγει τον θάνατο με τους δικούς της όρους.

Λιζαμπέτα της Μεσίνας.

Η ιστορία της Λιζαμπέτας της Μεσίνας (Lisabetta da Messina) είναι η 5η Ιστορία της 4ης Ημέρας (με αφηγητή τον Φιλόστρατο). Είναι μία από τις πιο σπαρακτικές και διάσημες νουβέλες του «Δεκαημέρου», η οποία ενέπνευσε τον Άγγλο ποιητή Τζον Κιτς να γράψει το περίφημο ποίημα «Ιζαμπέλα ή η Γλάστρα του Βασιλικού». Πρωταγωνίστρια στην ιστορία είναι η Λιζαμπέτα, μια νεαρή, όμορφη και ορφανή κοπέλα που ζει στη Μεσίνα της Σικελίας. Τα τρία αδέλφια της, πλούσιοι έμποροι που ελέγχουν τη ζωή και την περιουσία της, έχουν σκοπό να την παντρέψουν με κάποιον της δικής τους κοινωνικής τάξης. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον Λορέντζο: έναν όμορφος νεαρό από την Πίζα, ο οποίος εργάζεται ως υπάλληλος στις εμπορικές επιχειρήσεις τους. Η Λιζαμπέτα και ο Λορέντζο ερωτεύονται παράφορα. Καθώς ξέρουν ότι τα αδέλφια της δεν θα δέχονταν ποτέ τη σχέση τους λόγω της ταπεινής καταγωγής του Λορέντζο, συναντιούνται κρυφά τη νύχτα. Ωστόσο, μια νύχτα, το μεγαλύτερο αδελφό της τους βλέπει κρυφά. Την επόμενη μέρα, τα τρία αδέλφια συνεδριάζουν. Αποφασίζουν να κρατήσουν το μυστικό για να μην αμαυρωθεί η οικογενειακή τους φήμη στην πόλη, αλλά να ξεφορτωθούν τον νεαρό. Με το πρόσχημα μιας εμπορικής δουλειάς εκτός πόλης, τα αδέλφια παίρνουν μαζί τους τον Λορέντζο σε μια απομονωμένη, ερημική τοποθεσία. Εκεί, του επιτίθενται, τον δολοφονούν και τον θάβουν κρυφά στο χώμα. Όταν επιστρέφουν στη Μεσίνα, διαδίδουν ότι τον έστειλαν σε μια μακρινή αποστολή. Η Λιζαμπέτα τον περιμένει για μέρες, ρωτώντας συνεχώς τα αδέλφια της για εκείνον, μέχρι που το ένα της φωνάζει άγρια: «Σταμάτα να ρωτάς, αν συνεχίσεις θα σου δώσουμε την απάντηση που σου αξίζει!». Η Λιζαμπέτα βυθίζεται στην κατάθλιψη. Μια νύχτα, ο Λορέντζο εμφανίζεται στο όνειρό της χλωμός, με σκισμένα ρούχα. Της αποκαλύπτει ότι τα αδέλφια της τον σκότωσαν και της περιγράφει με ακρίβεια το σημείο όπου τον έθαψαν. Την επόμενη μέρα, η Λιζαμπέτα, με τη βοήθεια μιας πιστής της υπηρέτριας, πηγαίνει στο δάσος και σκάβει στο σημείο που είδε στο όνειρο. Βρίσκει το πτώμα του αγαπημένου της, το οποίο δεν έχει αλλοιωθεί ακόμα. Καθώς δεν μπορεί να μεταφέρει ολόκληρο το σώμα, παίρνει ένα μαχαίρι και του κόβει το κεφάλι. Επιστρέφοντας στο σπίτι, η Λιζαμπέτα τυλίγει το κεφάλι του Λορέντζο σε ένα όμορφο μαντήλι. Το τοποθετεί στον πάτο μιας μεγάλης, κομψής γλάστρας και το σκεπάζει με χώμα. Στη συνέχεια, φυτεύει από πάνω αρκετά κλωνάρια από εκλεκτό βασιλικό του Σαλέρνο. Η κοπέλα περνάει όλη της την ημέρα κλεισμένη στο δωμάτιο, αγκαλιάζοντας τη γλάστρα, ποτίζοντάς την αποκλειστικά με τα δάκρυά της. Λόγω της αποσύνθεσης του κεφαλιού και της συνεχούς φροντίδας, ο βασιλικός μεγαλώνει απίστευτα γρήγορα, γίνεται πυκνός και αναδύει μια υπέροχη, έντονη μυρωδιά. Οι γείτονες παρατηρούν την παράξενη εμμονή της και ενημερώνουν τα αδέλφια της. Εκείνοι, βλέποντας την αδελφή τους να μαραζώνει, της κλέβουν κρυφά τη γλάστρα. Όταν η Λιζαμπέτα αρχίζει να αρρωσταίνει από τη θλίψη ζητώντας πίσω τον βασιλικό της, τα αδέλφια αδειάζουν το χώμα για να δουν τι κρύβεται μέσα. Αντικρίζοντας το κεφάλι του Λορέντζο, τα αδέλφια πανικοβάλλονται. Φοβούμενοι ότι το έγκλημά τους θα μαθευτεί στη Μεσίνα, μαζεύουν κρυφά τα πράγματά τους, παίρνουν τα χρήματά τους και διαφεύγουν στη Νάπολη. Η Λιζαμπέτα, στερημένη από τον έρωτά της και την πολύτιμη γλάστρα της, πεθαίνει λίγο μετά από τη θλίψη της, κλαίγοντας και ζητώντας τον βασιλικό της μέχρι την τελευταία της πνοή.

Γουλιέλμος του Ρουσιγιόν.

Η ιστορία του Γουλιέλμου του Ρουσιγιόν (Guglielmo di Rossiglione) είναι η 9η Ιστορία της 4ης Ημέρας (με αφηγήτρια τη Φιαμέτα). Είναι μία από τις πιο άγριες, μακάβριες και διάσημες νουβέλες της ενότητας του τραγικού έρωτα, καθώς βασίζεται σε έναν γνωστό μεσαιωνικό θρύλο (το μοτίβο της «φαγωμένης καρδιάς»). Ο Γουλιέλμος του Ρουσιγιόν είναι ένας ισχυρός, πλούσιος και γενναίος ιππότης της Προβηγκίας. Είναι παντρεμένος με μια πανέμορφη και περήφανη γυναίκα, η οποία κάνει το λάθος και ερωτεύεται τον Γκουαρνταστάνιο, ο οποίος είναι γείτονας του ζευγαριού, εξίσου γενναίος ιππότης και ο καλύτερος και πιο πιστός του φίλος του Γουλιέλμου Ρουσιγιόν. Η σύζυγος του Ρουσιγιόν και ο Γκουαρνταστάνιο ξεκινούν μια κρυφή ερωτική σχέση. Αν και ο Γκουαρνταστάνιο νιώθει τύψεις που προδίδει τον καλύτερό του φίλο, το πάθος του είναι πολύ μεγάλο. Σύντομα, ο Ρουσιγιόν αντιλαμβάνεται την απιστία. Η αγάπη που έτρεφε για τον φίλο του μετατρέπεται σε τυφλό, θανάσιμο μίσος και αποφασίζει να εκδικηθεί με έναν φρικτό τρόπο.

Ο Ρουσιγιόν διοργανώνει ένα μεγάλο κυνήγι και προσκαλεί τον Γκουαρνταστάνιο. Καθώς ο Γκουαρνταστάνιο πλησιάζει έφιππος και ανυποψίαστος στο σημείο συνάντησης, ο Ρουσιγιόν τού επιτίθεται αιφνιδιαστικά μέσα στο δάσος, τον καρφώνει με ένα κοντάρι και τον σκοτώνει. Στη συνέχεια, παίρνει ένα μαχαίρι, του ξεριζώνει την καρδιά, την τυλίγει σε ένα μαντήλι και διατάζει τους υπηρέτες του να κρατήσουν το έγκλημα κρυφό.

Επιστρέφοντας στο κάστρο, ο Ρουσιγιόν παραδίδει την καρδιά στον αρχιμάγειρά του. Του λέει ότι πρόκειται για την καρδιά ενός εκλεκτού αγριογούρουνου και τον διατάζει να τη μαγειρέψει με τα καλύτερα μπαχαρικά και να τη σερβίρει σε ένα πολύτιμο ασημένιο πιάτο. Το βράδυ, στο δείπνο, ο Ρουσιγιόν προσποιείται ότι δεν έχει όρεξη και σερβίρει ολόκληρο το πιάτο στη σύζυγό του. Εκείνη, βρίσκοντας το φαγητό εξαιρετικά νόστιμο, το τρώει μέχρι την τελευταία μπουκιά. Όταν η γυναίκα τελειώνει το γεύμα της, ο Ρουσιγιόν τη ρωτάει με ένα παγερό χαμόγελο αν της άρεσε. Εκείνη απαντά ότι ήταν το πιο νόστιμο κρέας που είχε φάει ποτέ. Τότε ο Ρουσιγιόν τής αποκαλύπτει την αλήθεια:

«Μην απορείς που σου άρεσε τόσο πολύ. Είναι απόλυτα φυσικό, αφού αυτό που μόλις έφαγες ήταν η καρδιά εκείνου που αγαπούσες περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο, του Γκουαρνταστάνιο».

Η γυναίκα παγώνει. Όταν συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί, κοιτάζει τον σύζυγό της στα μάτια και του λέει με απόλυτη περηφάνια:

«Έκανες μια πράξη άνανδρη και άδικη. Όμως, αφού ένα τόσο ευγενικό και υπέροχο πράγμα, όπως η καρδιά του Γκουαρνταστάνιο, μπήκε μέσα στο σώμα μου, κανένα άλλο φαγητό δεν πρόκειται να λερώσει το στόμα μου ποτέ ξανά».

Πριν προλάβει ο Ρουσιγιόν να αντιδράσει, η γυναίκα τρέχει προς το μεγάλο παράθυρο του κάστρου και πέφτει στο κενό βρίσκοντας έτσι ακαριαίο θάνατο. Ο Ρουσιγιόν, βλέποντας το πτώμα της και φοβούμενος την εκδίκηση του λαού και των συγγενών τόσο της γυναίκας του όσο και του Γκουαρνταστάνιο, για το διπλό αυτό έγκλημα, μαζεύει εσπευσμένα τα πράγματά του και διαφεύγει για πάντα από την περιοχή. Την επόμενη μέρα, οι κάτοικοι της Προβηγκίας μαζεύουν τα σώματα των δύο εραστών και, συγκινημένοι από την τραγωδία, τους θάβουν μαζί στον ίδιο τάφο, μέσα σε μεγάλες τιμές.

Ημέρα Πέμπτη.

Η Πέμπτη Ημέρα του Δεκαημέρου αποτελεί το σημείο της απόλυτης συναισθηματικής ανακούφισης και της αισιοδοξίας στο έργο. Έρχεται αμέσως μετά τη σκοτεινή Τέταρτη Ημέρα (που ήταν γεμάτη θανάτους και τραγωδίες) για να αποδείξει ότι ο έρωτας μπορεί να θριαμβεύσει απέναντι σε κάθε εμπόδιο. Βασίλισσα της Ημέρας είναι η Φιαμέτα (Fiammetta). Είναι η γυναίκα που αντιπροσωπεύει το πάθος, τη ζωντάνια και την κομψότητα, και θεωρείται η λογοτεχνική «μούσα» του ίδιου του Βοκάκιου. Το Κεντρικό θέμα της ημέρας είναι ιστορίες για εραστές που, αφού πέρασαν μέσα από σκληρές και άτυχες περιπέτειες, κατάφεραν τελικά να βρουν την ευτυχία. Μετά το αίμα της 4ης ημέρας (όπως η ιστορία της Γκισμόντας), η 5η ημέρα αποκαθιστά την ισορροπία. Διδάσκει ότι η ζωή και η χαρά πάντα επικρατούν. Η αγάπη δεν παρουσιάζεται ως αμαρτία, αλλά ως μια ανώτερη δύναμη που μπορεί να εξανθρωπίσει τον άνθρωπο, να τον κάνει καλύτερο, πιο γενναίο και πιο ευγενή. Οι περιπέτειες (ναυάγια, απαγωγές από πειρατές, φυλακίσεις) δεν λυγίζουν τους ήρωες. Το τέλος σχεδόν πάντα σφραγίζεται με έναν νόμιμο γάμο, δείχνοντας ότι η κοινωνία πρέπει να αποδέχεται τις επιθυμίες της φύσης και των ατόμων.

Το Γεράκι του Φεντερίγκο.

Η ιστορία «Το Γεράκι του Φεντερίγκο» (Federigo degli Alberighi e il suo falcone) είναι η 9η Ιστορία της 5ης Ημέρας (με αφηγήτρια τη Φιαμέτα). Θεωρείται μία από τις πιο κομψές, συγκινητικές και διάσημες νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου», καθώς αποθεώνει την ιπποτική ευγένεια και την απόλυτη θυσία. Η υπόθεση εξελίσσεται έχοντας κεντρικό πρωταγωνιστή τον Φεντερίγκο, ένα νεαρό ευγενή από τη Φλωρεντία, διάσημο για την ιπποτική του συμπεριφορά, τις ικανότητές του στα όπλα και την ευγένειά του. Ο Φεντερίγκο είναι παράφορα ερωτευμένος με την Μονάνα Τζοβάνα, μια από τις πιο όμορφες, πλούσιες και έντιμες παντρεμένες γυναίκες της Φλωρεντίας. Για να κερδίσει την προσοχή της, διοργανώνει συνεχώς πανάκριβες γιορτές, κονταρομαχίες, χορούς και της στέλνει πολύτιμα δώρα. Η Τζοβάνα, όμως, ως πιστή σύζυγος, τον αγνοεί πλήρως. Λόγω των αλόγιστων αυτών εξόδων, ο Φεντερίγκο χάνει ολόκληρη την περιουσία του. Του απομένει μόνο ένα μικρό, φτωχικό κτήμα στην εξοχή (στο Καμπιάνο) και το αγαπημένο του γεράκι- ένα από τα καλύτερα εκπαιδευμένα και πιο γρήγορα κυνηγετικά γεράκια στον κόσμο, και την μεγαλύτερη και τελευταία υπερηφάνειά του. Μετακομίζει εκεί και ζει μέσα στη φτώχεια, κυνηγώντας με το γεράκι του για να εξασφαλίσει λίγο φαγητό. Χρόνια μετά, ο σύζυγος της Τζοβάνας πεθαίνει, αφήνοντας την τεράστια περιουσία του στον μικρό τους γιο. Το καλοκαίρι, η Τζοβάνα παίρνει το παιδί για παραθερισμό στην εξοχή, σε ένα κτήμα που τυχαίνει να βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε αυτό του Φεντερίγκο. Ο μικρός γιος γίνεται φίλος με τον Φεντερίγκο και μαγεύεται από το γεράκι του. Ξαφνικά, το παιδί αρρωσταίνει βαριά. Η Τζοβάνα, απελπισμένη, του λέει ότι θα του φέρει ό,τι επιθυμεί για να γίνει καλά. Το αγόρι της ζητάει το γεράκι του Φεντερίγκο, λέγοντας ότι αν το αποκτήσει, θα θεραπευτεί. Η Τζοβάνα βρίσκεται σε τρομερό δίλημμα: ξέρει πόσο έχει υποφέρει ο Φεντερίγκο για χάρη της και ότι το γεράκι είναι το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει στον κόσμο. Παρόλα αυτά, η μητρική αγάπη υπερισχύει. Αποφασίζει να τον επισκεφτεί στο φτωχικό του σπίτι μαζί με μια φίλη της. Όταν ο Φεντερίγκο τη βλέπει στην πόρτα του, γεμίζει χαρά. Η Τζοβάνα του λέει ότι ήρθε για να δειπνήσει μαζί του. Ο Φεντερίγκο, όμως, πανικοβάλλεται: είναι τόσο φτωχός που δεν έχει τίποτα απολύτως στο σπίτι για να σερβίρει σε μια τόσο αρχοντική κυρία. Κοιτάζοντας γύρω του, το βλέμμα του πέφτει στο γεράκι που καθόταν στο κλουβί του. Βλέποντας πόσο παχύ και όμορφο ήταν, αποφασίζει ότι είναι το μόνο φαγητό που αξίζει να προσφερθεί στην αγαπημένη του. Παίρνει το γεράκι, του στρίβει τον λαιμό, το μαγειρεύει κρυφά και το σερβίρει στο τραπέζι. Η Τζοβάνα τρώει το φαγητό χωρίς να γνωρίζει τι είναι. Όταν το δείπνο τελειώνει, η Τζοβάνα παίρνει το θάρρος και του αποκαλύπτει τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής της: του ζητάει το γεράκι για να σώσει τη ζωή του ετοιμοθάνατου γιου της. Ακούγοντάς την, ο Φεντερίγκο ξεσπά σε λυγμούς. Η Τζοβάνα νομίζει ότι κλαίει επειδή δεν θέλει να αποχωριστεί το πουλί, αλλά ο Φεντερίγκο της δείχνει τα φτερά, τα πόδια και το ράμφος που είχαν απομείνει, εξηγώντας της ότι της το πρόσφερε για δείπνο. Η Τζοβάνα συγκλονίζεται από το μέγεθος της θυσίας και της ευγένειάς του, αλλά επιστρέφει στο σπίτι της με άδεια χέρια. Λίγες μέρες μετά, το παιδί πεθαίνει. Μετά από καιρό, τα αδέλφια της Τζοβάνας την πιέζουν να ξαναπαντρευτεί, καθώς είναι ακόμα νέα και πάμπλουτη. Εκείνη θυμάται την απόλυτη θυσία του Φεντερίγκο και λέει στα αδέλφια της:

«Δεν θα παντρευτώ κανέναν άλλον εκτός από τον Φεντερίγκο».

Τα αδέλφια της τη κοροϊδεύουν, λέγοντάς της ότι ο Φεντερίγκο είναι ένας πάμπτωχος ζητιάνος. Εκείνη όμως απαντά με τη διάσημη φράση:

«Προτιμώ έναν άνδρα που έχει ανάγκη από χρήματα, παρά χρήματα που έχουν ανάγκη από άνδρα».

Έτσι, οι δύο τους παντρεύονται. Ο Φεντερίγκο, έχοντας κερδίσει την γυναίκα που λάτρευε και ολόκληρη την περιουσία της, γίνεται πλέον σοφός και προσεκτικός με τα οικονομικά του, ζώντας μαζί της ευτυχισμένος για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το Αηδόνι.

Η ιστορία «Το Αηδόνι» (Il usignolo) είναι η 4η Ιστορία της 5ης Ημέρας (με αφηγητή τον Φιλόστρατο). Πρόκειται για μία από τις πιο τρυφερές, διάσημες και χιουμοριστικές νουβέλες του «Δεκαημέρου». Είναι ένας ύμνος στη νεανική επιθυμία, που χρησιμοποιεί ένα πανέξυπνο και τολμηρό λογοπαίγνιο για να μετατρέψει μια δυνητικά σκανδαλώδη κατάσταση σε ένα απόλυτα ευτυχισμένο τέλος.

Πρωταγωνιστές είναι η Κατερίνα και ο Ρικάρντο. Η Κατερίνα είναι η πανέμορφη νεαρή κόρη του Μεσέρ Λίζιο ντα Φολίforce (Lizio da Valbona), ενός πλούσιου και αυστηρού ευγενή από τη Ρομάνια. Ο Ρικάρντο ένας κομψός, πλούσιος και ευγενικός νεαρός, ο οποίος είναι στενός φίλος της οικογένειας και συχνάζει στο σπίτι τους. Η Κατερίνα και ο Ρικάρντο ερωτεύονται παράφορα, αλλά λόγω της αυστηρότητας του πατέρα της, δεν μπορούν ούτε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Μετά από πολλές κρυφές ματιές, καταφέρνουν να ανταλλάξουν λίγες κουβέντες. Συμφωνούν ότι ο μόνος τρόπος να συναντηθούν είναι να κοιμηθεί η Κατερίνα στην ανοιχτή ταράτσα του σπιτιού, η οποία συνορεύει με το μπαλκόνι του Ρικάρντο. Για να το πετύχει αυτό, η Κατερίνα επιστρατεύει ένα τέχνασμα. Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι, παραπονιέται έντονα στους γονείς της ότι σκάει από τη ζέστη στο δωμάτιό της και δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Ζητάει επίμονα να της στρώσουν ένα κρεβάτι στην ταράτσα, λέγοντας: «Θέλω να κοιμηθώ έξω για να ακούω το αηδόνι να τραγουδάει τη νύχτα». Ο πατέρας της στην αρχή αρνείται, αλλά η μητέρα της τον πείθει, λέγοντας ότι οι νέοι αρέσκονται στο να ακούν τα πουλιά. Έτσι, της στρώνουν το κρεβάτι στην ταράτσα. Μόλις το σπίτι ησυχάζει και όλοι κοιμούνται, ο Ρικάρντο σκαρφαλώνει με μια ανεμόσκαλα από το μπαλκόνι του στην ταράτσα. Η Κατερίνα τον υποδέχεται με μεγάλη χαρά. Οι δύο νέοι περνούν ολόκληρη τη νύχτα μαζί, ζώντας τον έρωτά τους. Από την κούραση και την ευτυχία, ο ύπνος τούς παίρνει βαριά. Καθώς ξημερώνει, λόγω της ζέστης, τα σεντόνια γλιστρούν. Το ζευγάρι κοιμάται ολόγυμνο, αγκαλιασμένο, με την Κατερίνα να κρατά σφιχτά στο χέρι της το ανδρικό μόριο του Ρικάρντο. Το πρωί, ο Μεσέρ Λίζιο ξυπνάει και θυμάται την κόρη του. Πηγαίνει στην ταράτσα για να δει πώς κοιμήθηκε με το «αηδόνι». Μόλις τραβάει την κουρτίνα, αντικρίζει το θέαμα. Αντί όμως να αρχίσει να ουρλιάζει ή να ζητήσει εκδίκηση (όπως θα έκανε ένας τυπικός μεσαιωνικός πατέρας), ο Λίζιο αντιδρά με απίστευτο αναγεννησιακό χιούμορ και πρακτικό μυαλό. Καταλαβαίνει ότι ο Ρικάρντο είναι πλούσιος και ευγενής, άρα μια εξαιρετική επιλογή για γαμπρός. Τρέχει κρυφά, ξυπνάει τη γυναίκα του και της ψιθυρίζει:

«Σήκω γρήγορα να πας να δεις, γιατί η κόρη σου τελικά έπιασε το αηδόνι και το κρατάει σφιχτά στο χέρι της!»

Οι δύο γονείς στέκονται πάνω από το κρεβάτι. Ο Λίζιο ξυπνάει τον Ρικάρντο, ο οποίος τρομάζει θανάσιμα, νομίζοντας ότι ο πατέρας θα τον σκοτώσει για την προσβολή. Ο Λίζιο, όμως, του βάζει ένα ξεκάθαρο δίλημμα: «Ρικάρντο, μπήκες στο σπίτι μου και έκλεψες ό,τι πιο πολύτιμο είχα. Τώρα, ή θα παντρευτείς την Κατερίνα αμέσως εδώ, με αυτό το δαχτυλίδι, ή θα πεθάνεις». Ο Ρικάρντο, που λάτρευε την Κατερίνα, δέχεται με τεράστια ανακούφιση και χαρά. Παντρεύονται επί τόπου στην ταράτσα, βάζοντας το δαχτυλίδι μπροστά στους γονείς. Στη συνέχεια, ξαναπέφτουν στο κρεβάτι για να... «ξανακούσουν το αηδόνι» λίγο ακόμα, και το μεσημέρι διοργανώνεται ένας μεγάλος, επίσημος γάμος που χαροποιεί όλη την πόλη.



Ημέρα Έκτη.

Η Έκτη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία της Ελίσα. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι άνθρωποι που, δεχόμενοι κάποια προσβολή ή βρίσκοντας τους εαυτούς τους σε κίνδυνο, καταφέρνουν να γλιτώσουν ή να αντεπιτεθούν χάρη σε μια έξυπνη, ετοιμόλογη και πνευματώδη απάντηση (motto). Είναι η ημέρα που αποθεώνει τη δύναμη του λόγου, της ευφυΐας και του χιούμορ. Ο λόγος γίνεται το απόλυτο όπλο επιβίωσης. Μια και μόνο έξυπνη ατάκα αρκεί για να αφοπλίσει ισχυρούς άρχοντες, ζηλότυπους συζύγους ή θυμωμένους αφέντες. Οι ιστορίες αυτής της ημέρας είναι οι μικρότερες σε έκταση σε όλο το έργο, καθώς η πλοκή τους χτίζεται γρήγορα γύρω από την τελική, αποστομωτική ατάκα. Ο Βοκάκιος δείχνει ότι η ετοιμολογία και η εξυπνάδα δεν είναι προνόμιο των ευγενών. Απλοί μάγειρες, υπηρέτες και απλοί πολίτες αποδεικνύονται πιο ευφυείς από τους ανώτερούς τους.

Ο Μάγειρας Τσιτσιμπίο.

Ο Τσιτσίμπιο (Chichibio) είναι ο πρωταγωνιστής της 4ης Ιστορίας της 6ης Ημέρας (με αφηγητή τον Νιφόρε). Πρόκειται για μία από τις πιο σύντομες, ανάλαφρες και απολαυστικές νουβέλες του «Δεκαημέρου», η οποία αποτυπώνει τέλεια το κεντρικό θέμα της 6ης ημέρας: πώς μια έξυπνη και ετοιμόλογη ατάκα μπορεί να σώσει έναν άνθρωπο από την οργή των ισχυρών. Ο Κουράντο Τζιανφιλιάτσι είναι ένας πλούσιος, ευγενής και σεβαστός ιππότης της Φλωρεντίας, που αγαπά πολύ το κυνήγι και το καλό φαγητό. Έχει στην δούλεψή του ως μάγειρα τον Τιτσίμπιο, έναν άνθρωπο απλό, κάπως ανόητο στην καθημερινότητά του, αλλά εξαιρετικός στη δουλειά του και... ερωτευμένο με την Μπρουνέτα, μια νεαρή κοπέλα του χωριού, την οποία ο Τσιτσίμπιο πολιορκεί θέλοντας να την κατακτήσει.

Μια μέρα, ο Κουράντο σκοτώνει στο κυνήγι έναν εκλεκτό, παχύ γερανό και τον στέλνει στον Τσιτσίμπιο για να τον μαγειρέψει. Ο μάγειρας βάζει το πουλί στη σούβλα και το ψήνει υποδειγματικά, γεμίζοντας την κουζίνα με υπέροχες μυρωδιές. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στην κουζίνα η Μπρουνέτα. Μαγεμένη από τη μυρωδιά, ζητά επίμονα από τον Τσιτσίμπιο να της δώσει ένα μπούτι από τον γερανό. Ο μάγειρας αρνείται στην αρχή, ξέροντας τις συνέπειες, αλλά η Μπρουνέτα τον απειλεί ότι αν δεν της το δώσει, δεν θα του ξαναμιλήσει ποτέ. Τυφλωμένος από έρωτα, ο Τσιτσίμπιο κόβει το ένα μπούτι και της το δίνει. Το βράδυ, ο γερανός σερβίρεται στο επίσημο τραπέζι μπροστά στον Κουράντο και τους ξένους καλεσμένους του. Ο ιππότης παρατηρεί αμέσως ότι το πουλί έχει μόνο ένα πόδι. Φωνάζει τον Τσιτσίμπιο και ζητά εξηγήσεις. Ο μάγειρας, πανικοβλημένος, λέει το πρώτο ψέμα που του έρχεται στο μυαλό:

«Αφέντη μου, οι γερανοί έχουν μόνο ένα πόδι και ένα μπούτι!»

Ο Κουράντο, εξοργισμένος με το θράσος του, του φωνάζει: «Τι λες, ανόητε; Νομίζεις ότι δεν έχω ξαναδεί γερανό στη ζωή μου;». Όμως, επειδή υπάρχουν καλεσμένοι, συγκρατεί τον θυμό του και του βάζει ένα στοίχημα: το επόμενο πρωί θα πάνε στο ποτάμι για να δουν τους ζωντανούς γερανούς. Αν ο μάγειρας λέει ψέματα, η τιμωρία του θα είναι παραδειγματική. Το επόμενο πρωί, ο Κουράντο και ο Τσιτσίμπιο ιππεύουν προς το ποτάμι. Ο μάγειρας τρέμει ολόκληρος, βλέποντας τον θάνατο με τα μάτια του. Καθώς πλησιάζουν στο νερό, βλέπουν μια ομάδα από γερανούς που κοιμούνται. Όπως συνηθίζουν αυτά τα πουλιά όταν ξεκουράζονται, στέκονταν όλα στο ένα τους πόδι, έχοντας κρύψει το άλλο κάτω από τα φτερά τους. Ο Τσιτσίμπιο, γεμάτος ανακούφιση, φωνάζει:

«Βλέπετε, αφέντη μου; Σας το είπα! Κοιτάξτε τους, έχουν όλοι μόνο ένα πόδι!»

Ο Κουράντο χαμογελάει πονηρά. Στέκεται σταθερά, βάζει τα χέρια στο στόμα και φωνάζει δυνατά προς τα πουλιά:«Χο! Χο!».

Με τη φωνή, οι γερανοί τρομάζουν, κατεβάζουν αμέσως και το δεύτερο πόδι τους και πετούν μακριά. Ο Κουράντο γυρίζει θριαμβευτικά στον μάγειρα και του λέει: «Τώρα τι έχεις να πεις, κατεργάρη; Είδες ότι έχουν δύο πόδια;».

Τότε, ο Τσιτσίμπιο, εμπνευσμένος από τον απόλυτο φόβο του, πετάει την ατάκα που του σώζει τη ζωή:

«Μα, αφέντη μου, εσείς χθες το βράδυ στο τραπέζι δεν φωνάξατε "Χο! Χο!". Αν είχατε φωνάξει, ο γερανός θα είχε βγάλει και το δεύτερο πόδι του!»

Ακούγοντας αυτή την απίστευτα ετοιμόλογη και αστεία απάντηση, ο θυμός του Κουράντο μετατρέπεται σε τρελό γέλιο. «Έχεις δίκιο, Τσιτσίμπιο, έπρεπε να το είχα φωνάξει!», απαντά ο ιππότης. Ο μάγειρας συγχωρείται για τη φάρσα και το χαμένο μπούτι, και η ιστορία κλείνει με τον Βοκάκιο να υμνεί πώς το χιούμορ και η γρήγορη σκέψη μπορούν να γεφυρώσουν τις κοινωνικές αποστάσεις και να σβήσουν κάθε οργή.

Μαντόνα Φιλίππα.

Η Μαντόνα Φιλίππα (Madonna Filippa) είναι η πρωταγωνίστρια της 7ης Ιστορίας της 6ης Ημέρας (με αφηγητή τον Φιλόστρατο). Πρόκειται για μία από τις πιο ριζοσπαστικές, φεμινιστικές και διάσημες νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου», καθώς για τα δεδομένα του 14ου αιώνα, η ηρωίδα υπερασπίζεται με απίστευτο θάρρος τη γυναικεία σεξουαλικότητα και την ισότητα απέναντι στον νόμο. Η Μαντόνα Φιλίππα είναι μια ευγενής, πανέμορφη και γεμάτη πάθος γυναίκα από την πόλη Πράτο της Τοσκάνης. Είναι παντρεμένη με έναν πλούσιο ευγενή, τον Ρινάλντο ντε Πουλιέζι, αλλά είναι παράφορα ερωτευμένη με έναν νεαρό και κομψό άνδρα, τον Λαζαρίνο. Μια νύχτα, ο σύζυγός της επιστρέφει απροσδόκητα και τους πιάνει μαζί στο κρεβάτι. Ο Ρινάλντο γίνεται έξαλος. Αν και ο νόμος της εποχής του επέτρεπε να τους σκοτώσει επί τόπου, εκείνος επιλέγει να την οδηγήσει στα δικαστήρια. Ο λόγος ήταν ένας πολύ σκληρός τοπικός νόμος που ίσχυε στο Πράτο: κάθε παντρεμένη γυναίκα που πιανόταν να απατά τον σύζυγό της καταδικαζόταν σε θάνατο στην πυρά. Οι συγγενείς και οι φίλοι της Φιλίππας την παρακαλούν να κρυφτεί ή να αρνηθεί τις κατηγορίες για να σώσει τη ζωή της. Εκείνη όμως, με απίστευτη περηφάνια και θάρρος, αρνείται να κρυφτεί. Εμφανίζεται κανονικά μπροστά στον δικαστή, τον Μεσέρ Ποντέστα, με σταθερή φωνή και ψηλά το κεφάλι. Ο δικαστής, βλέποντας την ομορφιά και την ευγένειά της, τη λυπάται και προσπαθεί να την προστατεύσει, λέγοντάς της να προσέξει τι θα ομολογήσει. Η Φιλίππα, όμως, απαντά αμέσως: «Δικαστή μου, είναι αλήθεια. Δεν το αρνούμαι. Ο Ρινάλντο με βρήκε στην αγκαλιά του Λαζαρίνο, όπου έχω βρεθεί πολλές φορές, γιατί τον αγαπώ με όλη μου την ψυχή». Πριν προλάβει ο δικαστής να εκδώσει τη θανατική καταδίκη, η Φιλίππα ζητά τον λόγο και παρουσιάζει ένα νομικό και λογικό επιχείρημα που αφήνει άφωνο το δικαστήριο. Τονίζει ότι οι νόμοι πρέπει να είναι δίκαιοι και να γράφονται με τη συγκατάθεση όλων. «Αυτός ο νόμος», λέει, «είναι άδικος γιατί επιβάλλει ποινές μόνο στις γυναίκες, οι οποίες μπορούν να ικανοποιήσουν πολλούς περισσότερους ανθρώπους από τους άνδρες. Επιπλέον, όταν γράφτηκε αυτός ο νόμος, καμία γυναίκα δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της». Στρέφεται προς τον σύζυγό της και τον ρωτάει μπροστά σε όλους: «Ρινάλντο, σε ρωτώ: σου αρνήθηκα ποτέ το σώμα μου; Έλειψε ποτέ κάτι από τη δική σου ερωτική ικανοποίηση όποτε μου το ζήτησες;». Ο Ρινάλντο, αναγκασμένος να πει την αλήθεια στο δικαστήριο, απαντά «όχι». Τότε, η Φιλίππα στρέφεται θριαμβευτικά προς τον δικαστή και πετάει την ατάκα που έμεινε στην ιστορία: «Αφού λοιπόν ο σύζυγός μου έπαιρνε πάντα αυτό που χρειαζόταν και του περίσσευε, τι έπρεπε να κάνω την υπόλοιπη ερωτική μου ενέργεια; Να την αφήσω να πάει χαμένη και να σαπίσει, αντί να δώσω χαρά σε έναν άνθρωπο που με λατρεύει και με εκτιμά;». Το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην αίθουσα του δικαστηρίου ξεσπά σε ζητωκραυγές και γέλια, εντυπωσιασμένο από τη λογική, την ειλικρινή αλήθεια και το θάρρος της γυναίκας. Ο δικαστής, βλέποντας την αντίδραση του κόσμου, αθωώνει πανηγυρικά τη Μαντόνα Φιλίππα. Ο Ρινάλντο αποχωρεί ντροπιασμένος, ενώ την ίδια κιόλας μέρα, ο άδικος νόμος του Πράτο τροποποιείται μετά από απαίτηση των πολιτών, ώστε να τιμωρούνται στο εξής μόνο οι γυναίκες που απατούν τους συζύγους τους... για χρήματα (δηλαδή η πορνεία) και όχι για τον καθαρό έρωτα.

Ημέρα Εβδόμη.

Η Έβδομη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία του Διονέο, του πιο προκλητικού, πνευματώδους και αντισυμβατικού αφηγητή της συντροφιάς. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι οι φάρσες και οι απάτες που στήνουν οι γυναίκες στους συζύγους τους, είτε για λόγους έρωτα (για να συναντήσουν τους εραστές τους) είτε για λόγους αυτοσυντήρησης (για να γλιτώσουν όταν τις πιάνουν στα πράσα). Είναι μια ημέρα γεμάτη έντονο ερωτισμό, γέλιο και αποθέωση της γυναικείας πανουργίας. Οι γυναίκες παρουσιάζονται ως εξαιρετικά έξυπνες, ευέλικτες και ρητορικά δεινές. Καταφέρνουν να αντιστρέψουν την πραγματικότητα και να κάνουν το άσπρο-μαύρο. Οι σύζυγοι παρουσιάζονται συνήθως ως αφελείς, ζηλότυποι ή θρησκόληπτοι, γεγονός που τους καθιστά εύκολα θύματα. Ο Βοκάκιος δεν καταδικάζει τη μοιχεία, αλλά τη θεωρεί μια φυσική αντίδραση των γυναικών απέναντι σε καταπιεστικούς ή ακατάλληλους γάμους.

Το βαρέλι της Περονέλα.

Ένα βαρέλι είναι το κεντρικό θέμα της 2ης Ιστορίας της 7ης Ημέρας (με αφηγητή τον Φιλόστρατο). Πρόκειται για μία από τις πιο σπαρταριστές και τολμηρές κωμικές νουβέλες του «Δεκαημέρου», η οποία αποθεώνει τη γυναικεία ετοιμολογία και την ικανότητα να μετατρέπει μια καταστροφική παρεξήγηση σε απόλυτο θρίαμβο, αφήνοντας τον σύζυγο απόλυτα ευχαριστημένο. Πρωταγωνίστρια είναι η Περονέλα, μια νεαρή, πανέμορφη και πανέξυπνη γυναίκα από τη Νάπολη, η οποία είναι μεν παντρεμένη αλλά διατηρεί παράνομη εξωσυζυγική σχέση με τον Στρατσιότο. Κάθε πρωί, μόλις ο σύζυγος φεύγει για τη δουλειά, ο Στρατσιότο μπαίνει κρυφά στο σπίτι και περνάει την ώρα του με την Περονέλα. Μια μέρα, όμως, κι ενώ οι δύο εραστές βρίσκονται μαζί, ακούνε ξαφνικά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Είναι ο σύζυγος, ο οποίος επέστρεψε πολύ νωρίτερα από το κανονικό. Η Περονέλα δεν χάνει την ψυχραιμία της. Διατάζει τον Στρατσιότο να μπει και να κρυφτεί μέσα σε ένα τεράστιο ξύλινο βαρέλι που είχαν στην αποθήκη. Στη συνέχεια, ανοίγει την πόρτα στον άνδρα της με δήθεν νεύρα, κατηγορώντας τον ότι είναι τεμπέλης και έχασε το μεροκάματο. Ο σύζυγος, απολογούμενος, της εξηγεί με μεγάλο ενθουσιασμό τον λόγο της επιστροφής του: «Γυναίκα, μην φωνάζεις! Σήμερα έκανα μια σπουδαία δουλειά. Βρήκα έναν άνθρωπο που δέχεται να αγοράσει το παλιό μας βαρέλι που πιάνει χώρο, για 5 χρυσά φλουριά! Ήρθα να το πάρω για να του το πάω».

Η Περονέλα όχι μόνο δεν τα χάνει αλλά βάζει σε εφαρμογή ένα ιδιοφυές σχέδιο της στιγμής. Του βάζει τις φωνές, λέγοντας: «Καημένε άντρα, φαίνεται ότι δεν ξέρεις καθόλου από εμπόριο! Εσύ γυρνάς τις γειτονιές και βρίσκεις κάποιον για 5 φλουριά, ενώ εγώ, μια γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι, έχω ήδη πουλήσει το βαρέλι για 7 φλουριά! Μάλιστα, ο αγοραστής είναι αυτή τη στιγμή μέσα στο βαρέλι και το εξετάζει για να δει αν είναι γερό!». Ο Στρατσιότο, ακούγοντας τον διάλογο από το βαρέλι, βγαίνει έξω με σοβαρό ύφος, προσποιούμενος τον απαιτητικό πελάτη. Κοιτάζει τον σύζυγο και του λέει: «Το βαρέλι είναι καλό, αλλά έχει πολλή βρώμα και ξεραμένα κρασιά στα τοιχώματα. Δεν το αγοράζω έτσι. Πρέπει πρώτα να μπεις μέσα και να το ξύσεις καλά για να καθαρίσει».

Ο απλοϊκός σύζυγος, πανευτυχής που θα βγάλει περισσότερα χρήματα, βγάζει τα ρούχα του, παίρνει μια ξύστρα, μπαίνει μέσα στο βαρέλι και αρχίζει να δουλεύει σκληρά, καθαρίζοντας τα τοιχώματα. Καθώς ο σύζυγος είναι σκυμμένος μέσα στο σκοτεινό βαρέλι και κάνει θόρυβο ξύνοντας το ξύλο, η Περονέλα στέκεται από πάνω, σκύβει στην τρύπα και του δίνει οδηγίες: «Ξύσε εδώ, καθάρισε εκεί, έχει μια κηλίδα στον πάτο!». Την ίδια ακριβώς στιγμή, ο Στρατσιότο στέκεται πίσω από την Περονέλα και οι δύο εραστές απολαμβάνουν ο ένας τον άλλον με απόλυτη άνεση, χρησιμοποιώντας τον ρυθμό της εργασίας του συζύγου! Όταν ο σύζυγος τελειώνει το καθάρισμα και βγαίνει από το βαρέλι ίδρωμένος, ο Στρατσιότο δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος. Πληρώνει τα 7 χρυσά φλουριά στον σύζυγο, τον ευχαριστεί για την καλή δουλειά και αποχωρεί. Ο σύζυγος μένει με τα χρήματα στο χέρι, γεμάτος περηφάνια για την «έξυπνη» γυναίκα του που πέτυχε καλύτερη συμφωνία, και η Περονέλα βγαίνει για άλλη μια φορά κερδισμένη.

Η μαγεμένη αχλάδια.

Η ιστορία με «την μαγεμένο αχλαδιά» (Il gelso o il pero incantato) είναι η 9η Ιστορία της 7ης Ημέρας (με αφηγητή τον Παμφίλο). Θεωρείται μία από τις πιο ευφυείς, προκλητικές και διάσημες νουβέλες ολόκληρου του «Δεκαημέρου», καθώς παρουσιάζει την απόλυτη ανατροπή: οι εραστές κάνουν έρωτα μπροστά στα μάτια του συζύγου, κι εκείνος πείθεται ότι φταίει η... «μαγεία» ενός δέντρου! Κεντρική πρωταγωνίστρια είναι η Λυδία, μια πανέμορφη, πανέξυπνη και παμπόνηρη νεαρή γυναίκα που είναι όμως παντρεμένη ένα πλούσιο, ηλικιωμένο και ζηλότυπος ευγενής από την Κιλικία, τον Νικόστρατο. Η Λυδία η οποία νιώθει καταπιεσμένη από τον γάμο της, ερωτεύεται παράφορα τον Πύρρο, έναν νέο κι όμορφο υπηρέτη του σπιτιού. Η Λυδία εξομολογείται τον έρωτά της στον Πύρρο, αλλά εκείνος φοβάται ότι πρόκειται για παγίδα του αφεντικού του για να τον δοκιμάσει. Για να πειστεί για την ειλικρίνειά της, της ζητά να περάσει τρεις ακραίες δοκιμασίες μπροστά στα μάτια του Νικόστρατου. Να σκοτώσει το αγαπημένο κυνηγετικό γεράκι του συζύγου της. Να ξεριζώσει μια τούφα από τα γένια του Νικόστρατου παίζοντας μαζί του. Να του βγάλει ένα υγιές δόντι, πείθοντάς τον ότι είναι χαλασμένο και μυρίζει. Η Λυδία, χάρη στην απίστευτη υποκριτική της ικανότητα, φέρνει σε πέρας και τις τρεις δοκιμασίες με επιτυχία. Ο Πύρρος, εντυπωσιασμένος από το θάρρος της, γίνεται τελικά εραστής της. Μια όμορφη μέρα, ο Νικόστρατος, η Λυδία και ο Πύρρος κάνουν βόλτα στον υπέροχο κήπο της έπαυλης. Η Λυδία λέει ότι θέλει να φάει μερικά από τα εκλεκτά αχλάδια του κήπου, και ο Νικόστρατος διατάζει τον Πύρρο να ανεβεί στην αχλαδιά για να τα κόψει. Μόλις ο Πύρρος ανεβαίνει στα κλαδιά του δέντρου και κοιτάζει προς τα κάτω, αρχίζει ξαφνικά να φωνάζει με δήθεν τρόμο και σοκ:

«Αφέντη μου, τι κάνεις; Ντροπή σου! Και εσύ, κυρά μου, μπροστά στα μάτια μου; Πώς είναι δυνατόν να κάνετε έρωτα έτσι ελεύθερα πάνω στο γρασίδι;»

Ο Νικόστρατος μένει άναυδος. «Τι λες, ανόητε;», του φωνάζει. «Είμαστε καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον και δεν κουνηθήκαμε καθόλου!». Ο Πύρρος επιμένει, περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια τη σεξουαλική πράξη που υποτίθεται ότι έβλεπε να συμβαίνει από κάτω. Η Λυδία, καταλαβαίνοντας το σχέδιο, λέει στον σύζυγό της: «Άντρα μου, για να φωνάζει έτσι, ίσως αυτό το δέντρο να είναι μαγεμένο και να προκαλεί παράξενες ψευδαισθήσεις σε όποιον ανεβαίνει. Γιατί δεν ανεβαίνεις κι εσύ να δεις αν είναι αλήθεια;». Ο Νικόστρατος, περίεργος, ανεβαίνει στην αχλαδιά. Μόλις φτάνει στα ψηλά κλαδιά και κοιτάζει κάτω, η Λυδία και ο Πύρρος ξαπλώνουν αμέσως μαζί στο γρασίδι και ξεκινούν να κάνουν έρωτα με πάθος. Κοιτάζοντας από ψηλά, ο Νικόστρατος βλέπει τη γυναίκα του με τον υπηρέτη και αρχίζει να ωρύεται: «Άπιστη γυναίκα, κατεργάρη Πύρρο, τι κάνετε εκεί; Σας βλέπω!». Κατεβαίνει τρέχοντας το δέντρο με σκοπό να τους σκοτώσει. Όταν ο Νικόστρατος φτάνει στο έδαφος, η Λυδία και ο Πύρρος έχουν ήδη τακτοποιήσει τα ρούχα τους. Κάθονται ήρεμα στο γρασίδι και τον κοιτούν με απόλυτη απορία. Η Λυδία τού λέει με παράπονο: «Βλέπεις, άντρα μου; Μόλις κατέβηκες από το δέντρο, η ψευδαίσθηση χάθηκε. Αν ήμασταν όντως έτσι, δεν θα είχαμε προλάβει να ντυθούμε. Αυτό το δέντρο είναι καταραμένο!» Ο ηλικιωμένος σύζυγος, απόλυτα πεισμένος πλέον ότι τα μάτια του τον γέλασαν λόγω της «μαγείας» της αχλαδιάς, ζητάει γονατιστός συγγνώμη από τη γυναίκα του που την υποψιάστηκε άδικα. 

Μαντόνα Ιζαμπέλα.

Η Μαντόνα Ιζαμπέλα αποτελεί ένα ακόμη λαμπρό παράδειγμα της γυναικείας ευφυΐας και ετοιμόλογης πονηριάς (ingenio) που εξυμνεί ο Βοκάκιος στην 7η Ημέρα του «Δεκαημέρου». Η ικανότητά της να διαχειριστεί ταυτόχρονα την ξαφνική επιστροφή του συζύγου της και την παρουσία δύο εραστών στο ίδιο δωμάτιο, αναδεικνύει τη στρατηγική της σκέψη υπό συνθήκες ακραίας πίεσης. Μετατρέποντας μια σκανδαλώδη παγίδα σε μια δήθεν «πράξη χριστιανικής ευσπλαχνίας και προστασίας», αφήνει τον σύζυγό της απόλυτα περήφανο για την αρετή της, ενώ ο ίδιος αναλαμβάνει ειρωνικά τον ρόλο του προστάτη για τον εραστή της.

Η Μαντόνα Ιζαμπέλα είναι μια πανέμορφη και πανέξυπνη παντρεμένη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας της Φλωρεντίας. Είναι σε εξωσυζυγική σχέση με τον νεαρό κι ευγενικό ιππότη Λεονέτο, τον οποίο λατρεύει. Ταυτόχρονα ένας άλλος ιππότης της πόλης, άνδρας άγριος, υπερόπτης και δυνατός, ο Μεσέρ Λαμπέρτο είναι επίσης ερωτευμένος μαζί της και την εκβιάζει ότι θα αποκαλύψει τα πάντα αν δεν πλαγιάσει μαζί του.

Μια μέρα που ο σύζυγος της Ιζαμπέλας λείπει εκτός πόλης, εκείνη προσκαλεί στην εξοχική της έπαυλη τον αγαπημένο της, τον Λεονέτο. Ενώ οι δυο τους απολαμβάνουν τον έρωτά τους, καταφθάνει απρόσκλητος και ο άγριος Μεσέρ Λαμπέρτο έφιππος. Η Ιζαμπέλα, φοβούμενη την οργή του Λαμπέρτο, αναγκάζεται να κρύψει τον Λεονέτο πίσω από τις κουρτίνες του δωματίου και δέχεται τον Λαμπέρτο στο κρεβάτι της. Ενώ η Ιζαμπέλα βρίσκεται στο κρεβάτι με τον Λαμπέρτο (και ο Λεονέτο κρύβεται στην ίδια κάμαρα), ακούγεται θόρυβος στην αυλή. Ο σύζυγός της έχει επιστρέψει ξαφνικά! Η κατάσταση μοιάζει καταστροφική, καθώς υπάρχουν δύο εραστές μέσα στο δωμάτιο. Η Ιζαμπέλα όμως αντιδρά με αστραπιαία πονηριά. Στρέφεται στον άγριο Λαμπέρτο και του λέει:

«Αν σε βρει ο άντρας μου εδώ, θα καταστραφούμε. Άκου τι θα κάνεις: Βγάλε το σπαθί σου, πάρε το πιο άγριο και θυμωμένο σου ύφος, τρέξε κάτω τις σκάλες και φύγε φωνάζοντας "Στο ορκίζομαι, θα σε βρω και θα σε σκοτώσω!". Μην σταματήσεις να μιλήσεις στον άντρα μου για κανέναν λόγο!»

Ο Λαμπέρτο τραβάει το σπαθί του, κατεβαίνει τις σκάλες σαν μανιασμένος, βγαίνει στην αυλή και περνάει ακριβώς δίπλα από τον έκπληκτο σύζυγο, ωρυόμενος: «Μα τον Θεό, θα σε πετύχω κάπου και θα πληρώσεις!». Καβαλικεύει το άλογό του και φεύγει καλπάζοντας. Ο σύζυγος μπαίνει στο δωμάτιο τρομαγμένος και ρωτάει την Ιζαμπέλα: «Γυναίκα, τι συνέβη; Γιατί ο Μεσέρ Λαμπέρτο ήταν τόσο έξαλος;». Τότε, η Ιζαμπέλα βάζει σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου για να σώσει και τον Λεονέτο που κρύβεται. Παριστάνει την αναστατωμένη και του λέει:

«Άντρα μου, ευτυχώς που ήρθες! Λίγο πριν, ένας τρομαγμένος νεαρός (ο Λεονέτο) μπήκε τρέχοντας στο σπίτι μας για να σωθεί. Ο Μεσέρ Λαμπέρτο τον κυνηγούσε με το σπαθί για να τον σφάξει. Εγώ λυπήθηκα το παλικάρι, τον έκρυψα εδώ στο δωμάτιο, και έτσι όταν ο Λαμπέρτο μπήκε μέσα, δεν τον βρήκε.»

Ο σύζυγος, ακούγοντας την ιστορία, ενθουσιάζεται με την «ευγενική και γενναία» πράξη της γυναίκας του που έσωσε έναν άνθρωπο. Φωνάζει τον Λεονέτο να βγει από την κρυψώνα του, τον αγκαλιάζει, τον παρηγορεί για τον τρόμο που έζησε και διατάζει τους υπηρέτες να του φέρουν κρασί. Μάλιστα, ο ίδιος ο σύζυγος επιμένει να συνοδεύσει τον Λεονέτο με ασφάλεια μέχρι το σπίτι του στη Φλωρεντία για να μην τον πετύχει ο Λαμπέρτο στον δρόμο! Έτσι, η Ιζαμπέλα κατάφερε όχι μόνο να μην πιαστεί, αλλά και να σώσει και τους δύο εραστές της, με τον σύζυγο να λειτουργεί ως... σωματοφύλακάς τους.



Ημέρα Ογδόη.

Η Όγδοη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία του Λαουρέτα. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι οι φάρσες και οι απάτες που γίνονται καθημερινά μεταξύ των ανθρώπων (μεταξύ γυναικών και ανδρών, συζύγων, φίλων ή γειτόνων). Σε αντίθεση με την 7η ημέρα, όπου οι απάτες γίνονταν αποκλειστικά από γυναίκες προς τους συζύγους τους για ερωτικούς λόγους, εδώ το θέμα είναι γενικό και ο στόχος είναι το καθαρό γέλιο, η εκδίκηση ή το οικονομικό κέρδος. Η φάρσα αναδεικνύεται σε κοινωνικό θεσμό και μορφή τέχνης. Το να στήσεις μια πετυχημένη φάρσα αποτελεί απόδειξη ανώτερης ευφυΐας. Η απληστία, η κουταμάρα, η ματαιοδοξία και η υπεροψία τιμωρούνται σκληρά μέσα από τον εξευτελισμό. Κάποιες ιστορίες ξεφεύγουν από το ανάλαφρο αστείο και γίνονται ιδιαίτερα σκληρές, δείχνοντας τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης όταν ζητά εκδίκηση.

Ο σπουδαστής και η Χήρα.

Η ιστορία του Σπουδαστή και της Χήρας (Ρινιέρι και Έλενα) είναι η 7η Ιστορία της 8ης Ημέρας (με αφηγητή τον Παμφίλο). Πρόκειται για μία από τις πιο σκληρές, σκοτεινές και ιδιαιτέρως πνευματώδεις νουβέλες του «Δεκαημέρου». Αν και ανήκει στην ημέρα των φαρσών (beffe), ξεχωρίζει γιατί η «φάρσα» εδώ μετατρέπεται σε μια ανελέητη, μαθηματική εκδίκηση, όπου η πνευματική ανωτερότητα τιμωρεί την επιπολαιότητα και την αλαζονεία. Ο Ρινιέρι είναι ένας νεαρός Φλωρεντινός ευγενής, ο οποίος σπούδασε για χρόνια στο Παρίσι και επέστρεψε στην γενέτειρά του γεμάτος γνώσεις, σοφία και ορθολογισμό. Η χήρα Έλενα είναι μια πανέμορφη, πάμπλουτη, αλλά εξαιρετικά επιπόλαιη και αλαζονική γυναίκα, η οποία είναι κρυφά ερωτευμένη με έναν άλλον άνδρα. Ο Ρινιέρι ερωτεύεται παράφορα την Έλενα και αρχίζει να την πολιορκεί με μηνύματα. Εκείνη, θέλοντας να διασκεδάσει με τον εραστή της, αποφασίζει να τον ρεζιλέψει. Μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα (κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων), του στέλνει μήνυμα να πάει στην εσωτερική αυλή του σπιτιού της, υποσχόμενη ότι θα τον δεχτεί στο κρεβάτι της μόλις κοιμηθούν οι υπηρέτες. Ο Ρινιέρι πηγαίνει γεμάτος ελπίδα. Η Έλενα κλειδώνει την πόρτα της αυλής εγκλωβίζοντας τον νεαρό και περνάει τη νύχτα κάνοντας έρωτα με τον αληθινό της εραστή, ενώ οι δυο τους κοιτούν από το παράθυρο τον Ρινιέρι και γελούν. Ο σπουδαστής περνάει όλη τη νύχτα μέσα στα χιόνια και τον παγετό, παγώνοντας μέχρι θανάτου. Καταλαβαίνοντας την προδοσία, ο έρωτάς του μετατρέπεται σε ένα βαθύ, ψυχρό μίσος. Ορκίζεται να εκδικηθεί, όχι με βία, αλλά με το μυαλό του. Το καλοκαίρι, η Τύχη αλλάζει. Ο εραστής της Έλενας την εγκαταλείπει για μια άλλη γυναίκα και εκείνη βυθίζεται στην κατάθλιψη. Ξέροντας ότι ο Ρινιέρι έχει σπουδάσει στο Παρίσι (όπου τότε πίστευαν ότι διδάσκονταν η «μαγεία»), τον πλησιάζει και τον παρακαλεί να τη βοηθήσει με κάποιο ξόρκι για να κερδίσει πίσω τον εραστή της. Ο Ρινιέρι προσποιείται ότι την έχει συγχωρήσει και της προτείνει μια «μαγική τελετή»: πρέπει να πάει ολομόναχη σε έναν μισογκρεμισμένο, απομονωμένο πύργο στην εξοχή, δίπλα στο ποτάμι. Μέσα στη νύχτα, πρέπει να ανέβει γυμνή στην οροφή του πύργου, να λουστεί στο ποτάμι επτά φορές και να διαβάσει κάποιες μαγικές λέξεις. Η Έλενα, τυφλωμένη από απελπισία, πηγαίνει στον πύργο με τη θεραπαινίδα της, γδύνεται και ανεβαίνει στην κορυφή χρησιμοποιώντας μια ξύλινη σκάλα. Μόλις ανεβαίνει, ο Ρινιέρι, που ήταν κρυμμένος, κλέβει τη σκάλα και την κλειδώνει εκεί ψηλά. Την επόμενη μέρα, ο καλοκαιρινός ήλιος της Ιταλίας αρχίζει να καίει την οροφή του πύργου. Η Έλενα, εντελώς γυμνή και χωρίς νερό, βρίσκεται εκτεθειμένη: το λευκό και ντελικάτο δέρμα της γεμίζει εγκαύματα και φουσκάλες από τον ήλιο. Σμήνη από κουνούπια, μύγες και έντομα της επιτίθενται, τσιμπώντας την παντού. Ο Ρινιέρι εμφανίζεται από κάτω, κάθεται στη σκιά και την κοιτάζει. Η Έλενα τον παρακαλεί κλαίγοντας να τη λυπηθεί, ζητώντας συγγνώμη για την παγωμένη νύχτα. Ο λόγος του Ρινιέρι είναι γεμάτος ειρωνεία: της εξηγεί ότι ο δικός του πάγος τον χειμώνα ήταν πολύ πιο επώδυνος γιατί πλήγωσε την ψυχή του, ενώ το δικό της κάψιμο θα κάνει καλό στην αλαζονεία της. Την αφήνει εκεί μέχρι το απόγευμα, όταν πλέον το δέρμα της έχει καταστραφεί τελείως και η ίδια είναι έτοιμη να λιποθυμήσει. Στο τέλος, ο Ρινιέρι επιστρέφει τη σκάλα, επιτρέποντας στη θεραπαινίδα της να την κατεβάσει. Η Έλενα επιστρέφει στη Φλωρεντία βαριά άρρωστη, περνώντας μήνες στο κρεβάτι για να θεραπεύσει τα εγκαύματά της, ενώ το μυστικό της μαθεύεται σε όλη την πόλη. Ο Ρινιέρι, απόλυτα ικανοποιημένος που αποκατέστησε την αξιοπρέπειά του, συνεχίζει τη ζωή του, δείχνοντας ότι η γνώση και η υπομονή νικούν πάντα την επιπολαιότητα.


Ο Καλαντρίνο και η Λίθος Ηλιοτρόπιο.

Η ιστορία «Ο Καλαντρίνο και η Λίθος Ηλιοτρόπιο» (Calandrino e l'elitropia) είναι η 3η Ιστορία της 8ης Ημέρας (με αφηγητή τον Ελισέο). Είναι η πρώτη και πιο εμβληματική νουβέλα στην οποία εμφανίζεται ο Καλαντρίνο, ένας αφελής, ανόητος και άπληστος Φλωρεντινός ζωγράφος, ο οποίος γίνεται ο μόνιμος στόχος των πιο ξεκαρδιστικών φαρσών της παρέας. Ένας νεαρός φαρσέρ, ο Μασό ντελ Σάτζιο, γνωρίζοντας την ακραία αφέλεια του Καλαντρίνο, τον πλησιάζει στην εκκλησία και αρχίζει να του μιλάει για τα «θαύματα» των μαγικών λίθων. Του εξηγεί ότι στο κοντινό ποτάμι, τον Μουνιόνε, υπάρχει μια σπάνια μαύρη πέτρα που ονομάζεται Ηλιοτρόπιο. Όποιος κρατά αυτή την πέτρα επάνω του, αποκτά μια απίστευτη ιδιότητα: γίνεται εντελώς αόρατος. Ο Καλαντρίνο, τυφλωμένος από την απληστία και σκεπτόμενος πόσα χρήματα θα μπορούσε να κλέψει αν ήταν αόρατος, τρέχει στους δύο καλύτερους φίλους και συναδέλφους του, τον Μπρούνο και τον Μπουφαλμάκο. Τους πείθει να πάνε μαζί στο ποτάμι για να βρουν την πέτρα, υποσχόμενος ότι θα μοιραστούν τα πλούτη. Οι δύο φίλοι, που είναι πανούργοι και καταλαβαίνουν αμέσως την απάτη, αποφασίζουν να στήσουν τη δική τους φάρσα. Φτάνουν στο ποτάμι και ο Καλαντρίνο αρχίζει να μαζεύει μανιωδώς κάθε μαύρη πέτρα που βρίσκει, γεμίζοντας τις τσέπες και τον κόρφο του. Ξαφνικά, ο Μπρούνο και ο Μπουφαλμάκο ξεκινούν το θέατρο. Παριστάνουν ότι κοιτάζουν γύρω τους χαμένοι και φωνάζουν: «Πού πήγε ο Καλαντρίνο; Μα πού χάθηκε ξαφνικά;» Ο Καλαντρίνο, ακούγοντάς τους, πείθεται απόλυτα ότι βρήκε την πέτρα και έγινε όντως αόρατος! Για να μην καταλάβουν ποια από όλες τις πέτρες έχει τη μαγεία, αποφασίζει να μην τους μιλήσει και να επιστρέψει κρυφά στην πόλη. Οι δύο φίλοι τον ακολουθούν από πίσω, προσποιούμενοι ότι δεν τον βλέπουν. Για να διασκεδάσουν, αρχίζουν να λένε δυνατά: «Αχ, αυτός ο κατεργάρης ο Καλαντρίνο, μας παράτησε εδώ μόνους. Αν τον είχα μπροστά μου, θα του έριχνα αυτή τη μεγάλη πέτρα στη φτέρνα!». Και πράγματι, του ρίχνουν πέτρες στα πόδια και την πλάτη. Ο Καλαντρίνο υπομένει τον πόνο σιωπηλός, σφίγγοντας τα δόντια, προκειμένου να μην χαλάσει η «μαγεία» της αορατότητάς του. Ο Καλαντρίνο μπαίνει στη Φλωρεντία φορτωμένος πέτρες και καταλήγει στο σπίτι του. Εκεί, όμως, τον περιμένει η σύζυγός του, η Μονάνα Τέσα, η οποία τον βλέπει κανονικά και του βάζει τις φωνές: «Πού γυρνάς όλη μέρα, ανόητε, και γιατί γέμισες το σπίτι πέτρες;». Ο Καλαντρίνο καταρρακώνεται. Πιστεύοντας ότι η γυναικεία παρουσία έχει την ιδιότητα να καταστρέφει και να «σπάει» τα μαγικά ξόρκια, γίνεται έξαλος. Θεωρώντας ότι η γυναίκα του τού στέρησε τη μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής του, πετάει τις πέτρες κάτω και αρχίζει να τη δέρνει άγρια. Εκείνη τη στιγμή μπαίνουν στο σπίτι ο Μπρούνο και ο Μπουφαλμάκο, προσποιούμενοι ότι μόλις τον βρήκαν. Τον σταματούν από το ξύλο και του αποκαλύπτουν την αλήθεια, κοροϊδεύοντάς τον μπροστά στη γυναίκα του. Ο Καλαντρίνο μένει μόνος, γεμάτος μώλωπες από τις πέτρες που έφαγε στο ποτάμι, ντροπιασμένος και διπλά ρεζιλεμένος, δείχνοντας πώς η απληστία και η βλακεία τιμωρούνται πάντα με τον πιο γελοίο τρόπο.

Ημέρα Ενάτη.

Η Ένατη Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία της Αιμιλίας. Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι ελεύθερο. Μετά από πολλές ημέρες αυστηρών περιορισμών, η βασίλισσα επιτρέπει στους αφηγητές να επιλέξουν όποιο θέμα επιθυμούν. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά ζωντανή ημέρα, γεμάτη από καθημερινές ιστορίες, ανθρώπινα ελαττώματα, φάρσες και πρακτική σοφία. Η απουσία συγκεκριμένου θέματος επιτρέπει μια ποικιλία απόψεων, από το ανάλαφρο αστείο μέχρι τη σοβαρή διδαχή. Ο Καλαντρίνο επιστρέφει ως πρωταγωνιστής, αποδεικνύοντας ότι το μοτίβο του εμπαιγμού της αφέλειας παραμένει αγαπημένο θέμα της συντροφιάς. Εισάγονται ιστορίες που πραγματεύονται τη διαχείριση των ανθρωπίνων σχέσεων (όπως ο γάμος) με βάση την κοινή λογική και τη φύση.

Το Κρεβάτι του Πανδοχείου.

Η ιστορία «Το Κρεβάτι του Πανδοχείου» είναι η 6η Ιστορία της 9ης Ημέρας (με αφηγητή τον Παμφίλο). Πρόκειται για μία από τις πιο σπαρταριστές και κωμικές νουβέλες του «Δεκαημέρου», η οποία βασίζεται σε ένα κλασικό μεσαιωνικό μοτίβο: το απόλυτο ερωτικό μπέρδεμα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου οι ήρωες αλλάζουν κρεβάτια χωρίς να το καταλάβουν. Κεντρικοί πρωταγωνιστές είναι ο Πινύτσιο και ο Αντριάνουο, δύο νεαροί και κομψοί Φλωρεντινοί φίλοι. Ο Πινύτσιο είναι παράφορα ερωτευμένος με τη Νικολέτα, την κόρη ενός πανδοχέα λίγο έξω από την πόλη. Ο πατέρας της Νικολέτας διαχειρίζεται το πανδοχείο του μαζί με την γυναίκα του, με την οποία εκτός της Νικολέτας έχουν μόλις αποκτήσει κι ένα μικρό μωρό. Ο Πινύτσιο θέλει απεγνωσμένα να περάσει μια νύχτα με τη Νικολέτα. Έτσι, πείθει τον φίλο του, τον Αντριάνουο, να νοικιάσουν δύο άλογα και να πάνε στο φτωχικό πανδοχείο, προσποιούμενοι ότι τους έπιασε η νύχτα στον δρόμο. Ο πανδοχέας, επειδή το σπίτι του είναι πολύ μικρό, τους στρώνει να κοιμηθούν όλοι μαζί στο μοναδικό μεγάλο δωμάτιο που διέθετε. Μόλις όλοι αποκοιμιούνται, ο Πινύτσιο γλιστράει κρυφά στο κρεβάτι της Νικολέτας, η οποία τον ...υποδέχεται με χαρά. Λίγο μετά, η σύζυγος του πανδοχέα σηκώνεται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι για την ανάγκη της. Καθώς σηκώνεται, μετακινεί κατά λάθος την κούνια του μωρού, αφήνοντάς την δίπλα στο κρεβάτι των δύο νεαρών. Ο άλλος νεαρός, ο Αντριάνουο, σηκώνεται επίσης για την ανάγκη του. Επιστρέφοντας στο σκοτάδι, ψάχνει να βρει το κρεβάτι του, αλλά σκοντάφτει στην κούνια. Πιστεύοντας ότι εκεί που είναι η κούνια είναι το κρεβάτι του πανδοχέα, πάει και ξαπλώνει στο απέναντι άδειο κρεβάτι (το οποίο όμως ήταν του πανδοχέα κι ο οποίος είχε σηκωθεί κι αυτός από το κρεβάτι του). Η γυναίκα του πανδοχέα επιστρέφει στο δωμάτιο. Ψάχνει να βρει το κρεβάτι της ψηλαφίζοντας την κούνια. Μόλις την ακουμπάει, νομίζει ότι εκεί είναι ο άνδρας της, μπαίνει κάτω από τα σεντόνια και ξαπλώνει... με τον Αντριάνουο! Ο νεαρός δεν χάνει την ευκαιρία και η γυναίκα τον δέχεται με μεγάλη χαρά, νομίζοντας ότι είναι ο σύζυγός της. Στο μεταξύ ο Πανδοχέας επιστρέφει ψάχνει στα τυφλά, ακουμπάει την κούνια και -κάνοντας το ίδιο λάθος με τους άλλους- ξαπλώνει στο μόνο κενό κρεβάτι, αυτό που κανονικά κοιμόντουσαν οι δύο φίλοι. Πριν ξημερώσει, ο Πινύτσιο αφήνει τη Νικολέτα και αποφασίζει να επιστρέψει στο κρεβάτι του. Αυτός ξαπλώνει κανονικά στο κρεβάτι του. Νομίζει ότι εκεί κοιμάται ο φίλος του. Ξαπλώνει δίπλα στον άνθρωπο που βρίσκεται εκεί (ο οποίος είναι στην πραγματικότητα είναι ο πανδοχέας) και, γεμάτος περηφάνια, του ψιθυρίζει στο αυτί:

«Αδελφέ μου, δεν ξέρεις τι έχασες! Πέρασα την πιο υπέροχη νύχτα της ζωής μου. Η Νικολέτα ήταν απίστευτη, την απόλαυσα όπως ποτέ ξανά!»

Ο πανδοχέας γίνεται έξαλος. Αρχίζει να ουρλιάζει μέσα στο σκοτάδι: «Τι λες, παλιάνθρωπε; Πώς τόλμησες να αγγίξεις την κόρη μου;» και ορμάει να τον δείρει.

Η σύζυγος, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην αγκαλιά του Αντριάνουο, καταλαβαίνει αμέσως τι συνέβη. Καταλαμβάνεται από τρόμο μήπως αποκαλυφθεί ότι και η ίδια απάτησε τον άνδρα της. Με αστραπιαία πονηριά, σηκώνεται από το κρεβάτι του Αντριάνουο, τρέχει και πέφτει στο κρεβάτι της κόρης της. Αρχίζει να φωνάζει δυνατά στον άνδρα της: «Άντρα μου, σταμάτα, είσαι τρελός! Μην τους ακούς, ο νεαρός υπνοβατεί! Εγώ κοιμάμαι όλη τη νύχτα εδώ δίπλα στη Νικολέτα και δεν κουνήθηκε κανείς. Αυτοί οι άνθρωποι βλέπουν όνειρα επειδή ήπιαν πολύ κρασί!»

Ο Αντριάνουο μπαίνει και αυτός στο παιχνίδι. Σηκώνεται, τρίβει τα μάτια του και φωνάζει στον Πινύτσιο: «Πινύτσιο, πάλι σηκώθηκες στον ύπνο σου; Σου έχω πει χίλιες φορές ότι η υπνοβασία σου θα μας βάλει σε μπελάδες! Έλα πίσω στο κρεβάτι μας!».

Ο πανδοχέας, βλέποντας τη γυναίκα του στο κρεβάτι της κόρης του και τον Πινύτσιο να παραπατάει σαν χαμένος, πείθεται ότι όλα ήταν μια παρεξήγηση λόγω υπνοβασίας. Το πρωί, οι δύο νέοι πληρώνουν το πανδοχείο και αποχωρούν ελεύθεροι, έχοντας περάσει και οι δύο μια αξέχαστη νύχτα χάρη στο απόλυτο μπέρδεμα των κρεβατιών.

Η Συμβουλή του Σολομώντα.

Η «Συμβουλή του Σολομώντα» είναι η ένατη ιστορία της ένατης ημέρας. Την ιστορία αυτή διηγείται η Εμίλια, σε μια ημέρα όπου οι δέκα νέοι της συντροφιάς δεν έχουν κάποιο συγκεκριμένο δεσμευτικό θέμα και είναι ελεύθεροι να επιλέξουν όποιο περιεχόμενο επιθυμούν. Η ιστορία διαδραματίζεται στην Ανατολή. Δύο νεαροί άνδρες, ο Μελίσσος από το Λαζιάνο και ο Ιωσήφ από την Αντιόχεια, ταξιδεύουν προς την Ιερουσαλήμ για να συναντήσουν τον Βασιλιά Σολομώντα, ο οποίος είχε τεράστια φήμη για τη σοφία του. Ο καθένας τους θέλει να του θέσει ένα προσωπικό πρόβλημα. Το πρόβλημα του Μελίσσου ήταν ότι ήταν ένας πλούσιος και ευγενικός νέος που έκανε τα πάντα για τους άλλους, αλλά ένιωθε ότι κανένας δεν τον αγαπούσε. Ήθελε να μάθει πώς να κερδίσει την αγάπη των ανθρώπων. Το πρόβλημα του Ιωσήφ ήταν ότι είχε παντρευτεί μια γυναίκα εξαιρετικά πεισματάρα, κακότροπη και ανυπάκουη, η οποία δεν δεχόταν καμία συμβουλή του. Ήθελε να μάθει πώς να τη συνετίσει. Όταν οι δύο άνδρες παρουσιάζονται μπροστά στον Σολομώντα, ο βασιλιάς τους ακούει προσεκτικά και τους δίνει δύο σύντομες, αινιγματικές απαντήσεις. Στον Μελίσσο λέει απλώς: «Αγάπα». Στον Ιωσήφ λέει: «Πήγαινε στη Γέφυρα των Χηνών». Οι δύο φίλοι αποχωρούν απογοητευμένοι, καθώς θεωρούν τις συμβουλές υπερβολικά απλοϊκές ή χωρίς νόημα. Κατά την επιστροφή τους, οι δύο άνδρες αρχίζουν να καταλαβαίνουν τι εννοούσε ο σοφός βασιλιάς μέσα από την ίδια την πραγματικότητα. Καθώς περνούν από μια γέφυρα, ένα καραβάνι από μουλάρια κολλάει επειδή ένα από αυτά αρνείται πεισματικά να προχωρήσει. Ο αγωγιάτης, βλέποντας το πείσμα του ζώου, παίρνει ένα μεγάλο ξύλο και το χτυπάει με δύναμη μέχρι το μουλάρι να υπακούσει και να περάσει τη γέφυρα. Ο Ιωσήφ καταλαβαίνει το νόημα: η κακότροπη σύζυγός του χρειάζεται σταθερότητα και πυγμή. Όταν επιστρέφει σπίτι και η γυναίκα του τον υποδέχεται ξανά με προσβολές και ανυπακοή, ο Ιωσήφ χρησιμοποιεί τη βία («ξύλο») για να τη συνετίσει. Από εκείνη την ημέρα, η συμπεριφορά της αλλάζει ριζικά και γίνεται υποδειγματική σύζυγος. Ο Μελίσσος συνειδητοποιεί ότι παρά τα πλούτη του, ίσως η δική του συμπεριφορά δεν ήταν πραγματικά γεμάτη ανιδιοτελή αγάπη, αλλά εγωισμό. Καταλαβαίνει ότι για να αγαπηθείς, πρέπει πρώτα να μάθεις να αγαπάς αληθινά και βαθιά τους γύρω σου.

Η συγκεκριμένη ιστορία αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές αντιλήψεις του Μεσαίωνα και της πρώιμης Αναγέννησης. Με την πρώτη ματιά, οι δύο συμβουλές του Σολομώντα μοιάζουν διαμετρικά αντίθετες και δημιουργούν μια έντονη ηθική αντίφαση. Από τη μία πλευρά έχουμε το απόλυτο μήνυμα της αγάπης και της ενσυναίσθησης, και από την άλλη πλευρά τη χρήση βίας και επιβολής. Αυτή η αντίφαση όμως δεν είναι τυχαία. Ο Βοκάκιος τη χρησιμοποιεί σκόπιμα για να αναδείξει τα κεντρικά στοιχεία της φιλοσοφίας του. Για τον Βοκάκιο και τη μεσαιωνική σκέψη, η σοφία του Σολομώντα δεν κρίνεται από μια ενιαία ηθική συνταγή, αλλά από την ικανότητά του να διαγνώσει τι λείπει από τον καθένα. Ο Μελίσσος είχε έλλειμμα συναισθήματος. Έδινε υλικά αγαθά αλλά όχι πραγματική ψυχή. Η «θεραπεία» του ήταν να ανοίξει την καρδιά του (Αγάπη). Ο Ιωσήφ είχε έλλειμμα ορίων και πυγμής. Η σύζυγός του, με βάση τα στερεότυπα της εποχής, εκλαμβανόταν ως ένα άτομο που δεν άκουγε τη λογική, οπότε η «θεραπεία» ήταν η σκληρή πειθαρχία (Επιβολή). Η Λύση του Ιωσήφ (η σωματική τιμωρία της συζύγου) σοκάρει τον σύγχρονο αναγνώστη, αλλά για την εποχή του Βοκάκιου αποτελούσε κοινό λογοτεχνικό μοτίβο (τροπάριο) για τη διατήρηση της οικογενειακής ιεραρχίας. Ο Βοκάκιος χρησιμοποιεί τη φιγούρα του Σολομώντα όχι για να δώσει μεταφυσικές απαντήσεις, αλλά για να δείξει ότι οι λύσεις στα ανθρώπινα προβλήματα κρύβονται στην παρατήρηση της ίδιας της καθημερινής ζωής και της φύσης.

Ημέρα Δεκάτη και Τελευταία.

Η Δέκατη και τελευταία Ημέρα του Δεκαημέρου τελεί υπό την προεδρία του Πανφίλου.Το κεντρικό θέμα της ημέρας είναι οι άνθρωποι που έπραξαν με εξαιρετική γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία και ευγένεια, είτε στον έρωτα, είτε στη φιλία, είτε στην πολιτική. Μετά από ημέρες γεμάτες φάρσες, πάθη και απάτες, το έργο κλείνει με έναν πανηγυρικό ύμνο στις ανώτερες ανθρώπινες αρετές, δείχνοντας το ιδανικό πρότυπο ανθρώπου της Αναγέννησης.

Τα "Κεντρικά Μοτίβα" που χαρκτηρίζουν τις ιστορίες της 10ης Ημέρας είναι:  η Ανιδιοτελής Προσφορά και η θυσία του προσωπικού συμφέροντος για χάρη της τιμής, της φιλίας ή του καθήκοντος. Η Ταξική Υπέρβαση: Η ευγένεια της ψυχής δεν είναι πλέον προνόμιο μόνο των βασιλιάδων· ακόμα και απλοί άνθρωποι αποδεικνύονται ικανοί για σπουδαίες πράξεις. Η Κάθαρση: Η ημέρα λειτουργεί ως ηθική κορύφωση ολόκληρης της συλλογής. Προετοιμάζει τους δέκα νέους να επιστρέψουν στη Φλωρεντία, έχοντας πλέον θεραπεύσει τις ψυχές τους από τη φρίκη της πανούκλας μέσω της τέχνης και των υψηλών ιδανικών.

Η Υπομονετική Γυναίκα.

Η «Υπομονετική Γκρινζέλντα» είναι η δέκατη ιστορία της δέκατης ημέρας (10.10) και αποτελεί το κλείσιμο ολόκληρου του Δεκαημέρου. Τη διηγείται ο Διονέο, ο πιο αντισυμβατικός και προκλητικός νέος της παρέας. Αν η «Συμβουλή του Σολομώντα» δείχνει τη χρήση βίας για τη συμμόρφωση μιας κακότροπης συζύγου, η ιστορία της Γκρινζέλντα πηγαίνει το θέμα της γυναικείας υποταγής και του «τεσταρίσματος» σε ένα ακραίο, σχεδόν σαδιστικό επίπεδο. Ο Γκουαλτιέρι, ο Μαρκήσιος του Σαλούτσο, πιέζεται από τους υπηκόους του να παντρευτεί για να αποκτήσει κληρονόμο. Εκείνος, επιλέγει μια πανέμορφη αλλά φτωχή χωρική, την Γκρινζέλντα, αφού πρώτα την κάνει να ορκιστεί ότι θα τον υπακούει τυφλά και δεν θα παραπονεθεί ποτέ για καμία απόφασή του. Μόλις παντρεύονται, η Γκρινζέλντα μεταμορφώνεται σε μια ευγενική και αγαπητή αρχόντισσα. Ωστόσο, ο Γκουαλτιέρι κυριεύεται από μια παράξενη και σκληρή επιθυμία να δοκιμάσει την πίστη και την υπομονή της. Την υποβάλλει σε τρία φρικτά μαρτύρια. Όταν γεννιέται η κόρη τους, ο Γκουαλτιέρι της λέει ότι οι ευγενείς είναι οργισμένοι με την ταπεινή καταγωγή της και ότι το παιδί πρέπει να θανατωθεί. Η Γκρινζέλντα, με δάκρυα στα μάτια αλλά χωρίς να φέρει αντίρρηση, του παραδίδει το μωρό. (Στην πραγματικότητα, ο Μαρκήσιος το στέλνει κρυφά να μεγαλώσει σε συγγενείς). Λίγα χρόνια μετά, γεννιέται ο γιος τους. Ο Γκουαλτιέρι επαναλαμβάνει το ίδιο σκληρό ψέμα. Η Γκρινζέλντα υποτάσσεται ξανά, υπομένοντας τον απόλυτο πόνο της μάνας χωρίς να κατηγορήσει τον άνδρα της. Μετά από χρόνια, ο Γκουαλτιέρι της δείχνει πλαστά έγγραφα από τον Πάπα, ισχυριζόμενος ότι τη χωρίζει για να παντρευτεί μια νέα, ευγενή γυναίκα. Της παίρνει τα ρούχα, την αφήνει μόνο με το μεσοφόρι της και τη στέλνει πίσω στο φτωχικό του πατέρα της. Σαν να μην έφτανε αυτό, τη φωνάζει πίσω στο παλάτι ως υπηρέτρια για να ετοιμάσει τον γάμο της... νέας του γυναίκας! Η «νέα νύφη» φτάνει και είναι μια πανέμορφη 12χρονη κοπέλα (συνοδευόμενη από τον μικρότερο αδελφό της). Η Γκρινζέλντα τη δέχεται με απόλυτη ευγένεια. Η μόνη στιγμή που λυγίζει είναι όταν παρακαλεί τον Γκουαλτιέρι: «Σε ικετεύω μόνο να μην της προκαλέσεις τα ίδια βάσανα που προκάλεσες σε μένα, γιατί εκείνη μεγάλωσε στις ανέσεις και δεν θα άντεχε όσα άντεξα εγώ». Τότε, ο Γκουαλτιέρι, βλέποντας ότι η υπομονή της είναι ακλόνητη, αποκαλύπτει την αλήθεια: Η «νύφη» και το αγόρι είναι τα δύο τους παιδιά που ζουν. Την αγκαλιάζει, της ζητά συγχώρεση, της επιστρέφει τους τίτλους της και ζουν «ευτυχισμένοι».

Γιατί ο Βοκάκιος κλείνει το βιβλίο με αυτή την ιστορία; Η ιστορία αυτή αποτελεί το μεγαλύτερο αίνιγμα του Δεκαημέρου και συνδέεται άμεσα με τις αντιφάσεις που συναντά κανείς σε όλο το έργο. Το θέμα της 10ης ημέρας ήταν οι «πράξεις μεγάλης γενναιοδωρίας και μεγαλοψυχίας». Ο Διονέο, αντί για μια ιστορία γενναιοδωρίας, παρουσιάζει μια ιστορία ακραίας ψυχικής σκληρότητας. Ο ίδιος ο Διονέο, ξεκινώντας και τελειώνοντας την ιστορία, καταδικάζει τον Γκουαλτιέρι. Λέει ότι οι πράξεις του δεν ήταν δείγμα σοφίας, αλλά «απάνθρωπη θηριωδία» και ότι ήταν καθαρή τύχη που η ιστορία τελείωσε καλά. Πολλοί μελετητές του Βοκάκιου βλέπουν την Γκρινζέλντα όχι ως πραγματική γυναίκα, αλλά ως μια αλληγορία (όπως ο Ιώβ της Βίβλου) που δοκιμάζεται από τη Μοίρα ή τον Θεό και υπομένει τα πάντα με στωικότητα. Αν στην ιστορία του Σολομώντα η βία χρησιμοποιείται για να διορθωθεί μια «κακιά» γυναίκα, εδώ ο άνδρας βασανίζει μια γυναίκα που είναι ήδη τέλεια. Ο Βοκάκιος δείχνει έτσι την παράνοια της ανδρικής ανασφάλειας και της ανάγκης για απόλυτο έλεγχο. Η ιστορία αυτή έγινε τόσο διάσημη που ο Πετράρχης τη μετέφρασε στα λατινικά και ο Τσώσερ τη συμπεριέλαβε στις «Ιστορίες του Καντέρμπουρι».



Ο Επίλογος.

Μετά την ολοκλήρωση των δέκα ημερών, των εκατό ιστοριών και την επιστροφή των δέκα νέων στη Φλωρεντία, ο ίδιος ο Τζοβάνι Βοκάκιος παίρνει τον λόγο στον Επίλογο του Συγγραφέα (Conclusione dell'autore) για να κλείσει το έργο του. Το κλείσιμο αυτό είναι εξαιρετικά ανατρεπτικό. Αντί να ζητήσει συγχώρεση ή να δείξει μεταμέλεια για τις προκλητικές ή ερωτικές ιστορίες του, ο Βοκάκιος επιλέγει να κλείσει το Δεκαήμερο με χιούμορ, ειρωνεία και μια παθιασμένη υπεράσπιση της ελευθερίας της τέχνης. Ο Βοκάκιος απευθύνεται και πάλι στις «ευγενικές κυρίες» (στις οποίες είχε αφιερώσει το βιβλίο) και απαντά στις επικρίσεις που φαντάζεται ότι θα δεχτεί. Υποστηρίζει ότι ένας συγγραφέας οφείλει να είναι ρεαλιστής. Αν μια ιστορία μιλάει για απλούς ανθρώπους, για έρωτες ή για απάτες, πρέπει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα της καθημερινότητας. Λέει χαρακτηριστικά ότι δεν μπορείς να γράψεις για τις αμαρτίες των ανθρώπων χρησιμοποιώντας εκκλησιαστική ορολογία. Εξηγεί ότι καμία ιστορία δεν είναι από μόνη της κακή. Η ηθική βρίσκεται στο μυαλό του αναγνώστη. Όπως ένα μαχαίρι (ή ένα σπαθί) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψει ψωμί αλλά και για να σκοτώσει, έτσι και μια ιστορία μπορεί να ωφελήσει ή να βλάψει, ανάλογα με το ποιος τη διαβάζει. Σε μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση για τον 14ο αιώνα, ο Βοκάκιος θυμίζει στους επικριτές του ότι ακόμα και η Αγία Γραφή περιέχει ιστορίες με αιμομιξίες, φόνους και προδοσίες. Αν η Βίβλος μπορεί να περιλαμβάνει τέτοια θέματα για να διδάξει, τότε και η λογοτεχνία έχει το δικαίωμα να απεικονίσει την πλήρη αλήθεια της ανθρώπινης φύσης. Επίσης, σημειώνει ότι οι ιστορίες αυτές δεν ειπώθηκαν σε εκκλησίες, αλλά σε κήπους και εξοχές, μέρη που είναι φτιαγμένα για διασκέδαση και ανάπαυλα. Τέλος, δηλώνει ότι ήρθε η ώρα να ξεκουράσει το κουρασμένο του χέρι και την πένα του. Ευχαριστεί τον Θεό που τον βοήθησε να ολοκληρώσει αυτό το μεγάλο ταξίδι και αποχαιρετά τις αναγνώστριές του, ζητώντας τους να τον θυμούνται με αγάπη. Με αυτόν τον επίλογο, ο Βοκάκιος κάνει κάτι επαναστατικό για την εποχή του: διαχωρίζει τη λογοτεχνία από τη θεολογία. Αντίθετα με τον Δάντη (που κλείνει τη Θεία Κωμωδία με το Θείον φως) ή τον Πετράρχη (που αναζητά την πνευματική λύτρωση), ο Βοκάκιος κλείνει το έργο του επιστρέφοντας τη λογοτεχνία στη γη, στους ανθρώπους και στην απόλαυση της ανάγνωσης.

Ο Βοκάκιος κλείνει το κείμενο με έντονο αυτοσαρκασμό και χιούμορ. Απαντά σε όσους τον κατηγορούν ότι ασχολείται υπερβολικά με το να ...ευχαριστεί τις γυναίκες, λέγοντας με νόημα ότι μια γειτόνισσά του, του είπε κάποτε πως έχει ...«την καλύτερη και πιο γλυκιά γλώσσα του κόσμου».