Η δύση δεν είναι τέλος· είναι δοκιμασία.
Ο ήλιος δεν χάνεται πίσω από τον ορίζοντα επειδή νικήθηκε. Χάνεται γιατί γνωρίζει πως η δύναμη δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη παρουσία, αλλά στην πίστη της επιστροφής. Μόνο όποιος τολμά να βυθιστεί στο σκοτάδι αξίζει να ξαναφέρει το φως.
Ο άνθρωπος φοβάται τη δύση, γιατί μέσα της αναγνωρίζει τη δική του μοίρα. Θέλει να κρατήσει τη μέρα, τη νιότη, τη χαρά, τη ζωή. Μα η ζωή δεν χαρίζεται σε όποιον κρατά· χαρίζεται σε όποιον αφήνει. Το χέρι που σφίγγει γίνεται φυλακή· το χέρι που ανοίγει γίνεται ουρανός.
Κάθε δειλινό είναι μια άσκηση ελευθερίας. Η φύση μάς διδάσκει πως τίποτε μεγάλο δεν αντιστέκεται στον κύκλο του κόσμου. Το δέντρο αφήνει τα φύλλα του, η θάλασσα παραδίνεται στον άνεμο, ο ήλιος στη νύχτα. Μόνο ο άνθρωπος παλεύει να νικήσει τον χρόνο, ενώ η αληθινή νίκη είναι να τον περπατήσει όρθιος.
Κοίτα τη δύση. Δεν θρηνεί. Φλέγεται. Σκορπίζει το τελευταίο της φως με γενναιοδωρία, σαν να θέλει να αφήσει στον κόσμο ό,τι καλύτερο έχει πριν χαθεί από τα μάτια του. Έτσι θα έπρεπε να ζει κι ο άνθρωπος: να καίγεται χωρίς τσιγκουνιά, να φωτίζει χωρίς αντάλλαγμα, να φεύγει χωρίς φόβο.
Γιατί η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να μη δύσεις ποτέ. Είναι να έχεις γίνει φως αρκετό, ώστε ακόμη κι όταν χαθείς από τον ορίζοντα, να συνεχίζεις να λάμπεις στις ψυχές όσων συνάντησες.





































































































