Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15/9/26

Μεθύστε.

 


«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι». Ο Μπωντλαίρ το λέει σαν προσταγή, μα πίσω από την προσταγή κρύβεται μια βαθύτερη ανάγκη: να μην αφήσουμε τον χρόνο να γίνει η μόνη πραγματικότητα της ζωής μας.

Γιατί ο άνθρωπος δεν αντέχει εύκολα τη νηφαλιότητα της ύπαρξης. Ξυπνά, εργάζεται, συναλλάσσεται, περιμένει, γερνά. Οι ώρες περνούν χωρίς να ρωτούν αν προλάβαμε να τις ζήσουμε. Κι έτσι αναζητά κάτι που να διακόπτει αυτή τη μηχανική συνέχεια. Ένα ποτήρι κρασί, ένα τραγούδι, ένας έρωτας, ένα ποίημα, μια θάλασσα που ανοίγει μπροστά στο βλέμμα. Όχι για να ξεφύγει από τη ζωή, αλλά για να την αισθανθεί πιο έντονα.

Το μεθύσι αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η χρησιμότητα. Εκεί όπου ένα πράγμα δεν χρειάζεται να υπηρετεί κανέναν σκοπό για να αποκτήσει αξία. Η μουσική δεν χρησιμεύει. Το ποίημα δεν παράγει. Ο έρωτας δεν υπακούει σε λογιστικά βιβλία. Κι όμως, μέσα σ’ αυτά κατοικεί κάτι που η καθημερινότητα αδυνατεί να μετρήσει.

Ίσως γι’ αυτό ο Μπωντλαίρ βάζει δίπλα στο κρασί την ποίηση και την αρετή. Το ουσιαστικό δεν είναι με τι μεθάς, αλλά από τι αφήνεσαι να καταληφθείς. Να υπάρχει κάτι που να διαταράσσει τη στερεότητα του εαυτού, να ανοίγει μια ρωγμή στη συνήθεια, να κάνει τον κόσμο για μια στιγμή λιγότερο δεδομένο.

Γιατί η νηφαλιότητα δεν είναι πάντοτε καθαρότητα. Μπορεί να είναι και παραίτηση. Μπορεί να είναι η τέχνη με την οποία συνηθίζουμε το απαράδεκτο, μέχρι να πάψει να μας ενοχλεί. Να βλέπουμε την αδικία και να την ονομάζουμε πραγματικότητα, τη μοναξιά και να την ονομάζουμε ωριμότητα, την απουσία νοήματος και να την ονομάζουμε λογική.

Το μεθύσι, αντίθετα, είναι μια μικρή ανυπακοή απέναντι στο αυτονόητο.

Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ποτό του χρόνου. Άλλος μεθά με μια φωνή, άλλος με ένα βιβλίο, άλλος με ένα σώμα, άλλος με μια ιδέα. Κάποιος κοιτάζει έναν πίνακα και ξεχνά την ώρα. Κάποιος άλλος περπατά μόνος και ξαφνικά αισθάνεται πως ο κόσμος δεν είναι αυτό που νόμιζε. Εκείνη τη στιγμή δεν έχει σταματήσει ο χρόνος. Έχει σταματήσει, για λίγο, η εξουσία του πάνω μας.

Κι αυτό ίσως είναι το μυστικό του Μπωντλαίρ.

Δεν μας καλεί να μεθύσουμε για να ξεχάσουμε ότι θα πεθάνουμε. Μας καλεί να μεθύσουμε επειδή θα πεθάνουμε.

Να βρούμε μέσα στη σύντομη διάρκεια κάτι που να μην υπακούει στη διάρκεια. Κάτι που να μην προσμετριέται σε ώρες, χρόνια και ημερομηνίες. Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνει τη ζωή του μόνο όταν πεθαίνει. Τη χάνει και όταν περνά από μέσα της χωρίς να έχει υπάρξει πραγματικά.

Μεθύστε, λοιπόν.

Όχι απαραίτητα από κρασί.

Μεθύστε από εκείνο που σας κάνει να ξεχνάτε για λίγο πως ο χρόνος περνά.

Και ίσως, τότε, να είναι ο χρόνος που θα ξεχάσει για λίγο εμάς.



"Πρέπει να ‘σαι πάντα μεθυσμένος.

Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα.

Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου

που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη,

πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα. Αλλά με τι;

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.

Αλλά μεθύστε.

Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού,

στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού,

μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας,

ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο η χαμένο,

ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,

το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά,

το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά,

ρωτήστε τι ώρα είναι,

και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,

θα σας απαντήσουν:

– Είναι η ώρα να μεθύσετε!

Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,

μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει."

✒️Σαρλ Μπωντλαίρ, "Μεθύστε."

12/9/26

Η αξία ενός ποιήματος.

 


Η αξία ενός ποιήματος δεν βρίσκεται στις λέξεις του, αλλά σε εκείνο που οι λέξεις κατορθώνουν να αφήσουν πίσω τους. Ένα ποίημα μπορεί να είναι μικρό σαν ανάσα και να χωράει μέσα του μια ολόκληρη ζωή. Μπορεί να μιλά για ένα δέντρο, έναν άνθρωπο, ένα παράθυρο, κι όμως να μιλά για τον χρόνο που περνά και για όσα δεν προλάβαμε να πούμε.

Δεν μετριέται με το πόσοι το διάβασαν ούτε με το πόσοι το κατάλαβαν. Ίσως μάλιστα ένα ποίημα να αρχίζει να αποκτά την πραγματική του αξία ακριβώς εκεί όπου παύει να εξηγείται. Όταν μια λέξη μένει μέσα σου και επιστρέφει χρόνια αργότερα, σε μια άσχετη στιγμή, σαν κάτι που είχες ξεχάσει αλλά εκείνο δεν σε είχε ξεχάσει.

Γιατί το ποίημα δεν είναι μόνο αυτό που γράφτηκε. Είναι κι αυτό που γεννιέται μέσα στον αναγνώστη. Η ίδια φράση μπορεί για έναν να είναι ανάμνηση, για άλλον απώλεια, για κάποιον έρωτας και για κάποιον άλλο μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ.

Κι ίσως τελικά η αξία ενός ποιήματος να είναι αυτή: να μη σου δίνει μια απάντηση, αλλά να σου αλλάζει για λίγο το βάρος της ερώτησης.

7/9/26

Μέλλον.

 


Τρέχα γύρευε τι γράφει το μέλλον.

Ίσως να μην υπάρχει πριν το ζήσουμε.

Ίσως να είναι απλώς το όνομα που δίνουμε στην άγνοιά μας, όταν το παρόν δεν μας αρκεί.

Το κοιτάζουμε σαν να είναι γραμμένο κάπου,

ενώ κάθε μας βήμα σβήνει μια πιθανότητα και γεννά μια άλλη.

Κι έτσι, το μέλλον δεν έρχεται.

Γίνεται.

Γίνεται από τις επιλογές που κάναμε χωρίς να γνωρίζουμε το τίμημά τους, από εκείνες που φοβηθήκαμε να κάνουμε, από τις συμπτώσεις που βαφτίσαμε μοίρα και από τις απώλειες που, αργότερα, καταλάβαμε πως ήταν δρόμοι.

Ίσως τελικά η μοίρα να μην είναι αυτό που μας περιμένει, αλλά αυτό που δημιουργείται κάθε φορά που προχωρούμε μέσα στο άγνωστο.

Και το παράδοξο είναι πως, για να συναντήσουμε το αύριο, πρέπει πρώτα να χάσουμε το σήμερα.

Τρέχα γύρευε, λοιπόν, τι γράφει το μέλλον.

Μπορεί να κρατάει ήδη την πένα μας.

Μα κρατάει και τη δική του σβήστρα.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο αληθινό του μυστικό: πως ακόμη κι όταν νομίζουμε ότι γράφουμε τη ζωή μας,

κάποιος αόρατος χρόνος μπορεί να περνά πάνω από τις λέξεις μας

και να τις σβήνει,

όχι για να μείνει το χαρτί λευκό,

αλλά για να μας αναγκάσει να γράψουμε ξανά.

Γιατί το μέλλον δεν είναι ό,τι θα συμβεί.

Είναι και ό,τι θα σβηστεί πριν προλάβει να συμβεί.

5/9/26

Δρόμοι Παλιοί.



Υπάρχουν δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά πια.

Κι όμως, τους περπατάμε ακόμη.

Είναι οι παλιοί δρόμοι της ζωής μας· εκείνοι που κάποτε περπατήσαμε βιαστικά, χωρίς να ξέρουμε πως μια μέρα θα επιστρέφαμε σ' αυτούς μόνο με τη μνήμη.

Ένας δρόμος μπορεί να κρατήσει ένα ολόκληρο καλοκαίρι.

Μια γωνιά μπορεί να θυμάται έναν έρωτα.

Ένα παγκάκι μπορεί να έχει φυλαγμένη μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε ποτέ μέχρι το τέλος.

Τα χρόνια αλλάζουν τις πόλεις. Κατεδαφίζουν σπίτια, ανοίγουν δρόμους, αλλάζουν τις πινακίδες. Μα υπάρχει κάτι που δεν μπορούν να αλλάξουν: τον τρόπο με τον οποίο τα κατοικούσαμε κάποτε.

Γιατί τελικά δεν νοσταλγούμε τους δρόμους.

Νοσταλγούμε τα βήματά μας πάνω τους.

Εκείνον τον εαυτό που περπατούσε χωρίς να γνωρίζει πως κάθε στιγμή περνά οριστικά. Τον άνθρωπο που αγαπούσε χωρίς να φοβάται την απώλεια, που περίμενε χωρίς να ξέρει πως κάποτε η αναμονή θα γινόταν ανάμνηση.

Κι ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο με τον χρόνο:

Δεν παίρνει μόνο τους ανθρώπους από τη ζωή μας.

Παίρνει και τον άνθρωπο που ήμασταν όταν τους αγαπούσαμε.

Κι έτσι, χρόνια αργότερα, ένας παλιός δρόμος γίνεται κάτι περισσότερο από δρόμος.

Γίνεται μια μικρή επιστροφή.

Ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη αρκεί πολλές φορές για να τον ξαναβρούμε. Να περπατήσουμε πάλι εκεί, χωρίς να φύγουμε από τη θέση μας. Να συναντήσουμε για λίγο εκείνους που χάθηκαν, εκείνους που φύγαμε εμείς, κι εκείνον τον παλιό μας εαυτό που κάπου, ανάμεσα σε δύο δρόμους, έμεινε να μας περιμένει.

Γιατί οι δρόμοι οι παλιοί δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά.

Τους τελειώνει μόνο η ζωή.

Η μνήμη, όμως, συνεχίζει να τους περπατά.



"Δρόμοι παλιοί που αγάπησα

Και μίσησα ατέλειωτα

Κάτω απ' τους ίσκιους του σπιτιών να περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπες

Κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσια μου

Βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε

Φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ,

ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ

Κρατώντα μια σπίθα τρεμόσβηστη

Στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα

Χωρίς να γνωριζω κανένα

Κι ούτε κανένας, κι ούτε κανένας

Με γνώριζε, με γνώριζε

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα

Χωρίς να γνώριζω κανένα

Κι ούτε κανένας, κι ούτε κανένας

Με γνώριζε, με γνώριζε..."

Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης, Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.


23/8/26

Ο κυρ-Μέντιος.

 

Ο γάιδαρος είναι ένα παράξενο πολιτικό ζώο. Δεν κυβερνά, δεν αποφασίζει, δεν ψηφίζει νόμους. Κι όμως, πάνω του καταλήγουν σχεδόν όλες οι αποφάσεις. Είναι εκείνος που βρίσκεται πάντα στο τέλος της αλυσίδας.

Άλλοι σχεδιάζουν την οικονομία, άλλοι μοιράζουν τα προνόμια, άλλοι μιλούν για θυσίες. Και κάποιος πρέπει να τις κάνει αυτές τις θυσίες. Ο γάιδαρος.

Όταν η οικονομία πάει καλά, είναι η «ραχοκοκαλιά της κοινωνίας». Όταν πάει άσχημα, γίνεται «δημοσιονομικό βάρος». Όταν χρειάζονται φόροι, είναι υπεύθυνος πολίτης. Όταν ζητά δικαιοσύνη, γίνεται λαϊκιστής κι ανεύθυνος.

Τον θέλουν δυνατό για να σηκώνει βάρη και αδύναμο για να μην τα αμφισβητεί.

Κι έτσι η πολιτική έχει μάθει να μιλά για τον λαό χωρίς να μιλά μαζί του.

Ο γάιδαρος, όμως, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους ανθρώπους: δεν ξεγελιέται από τις λέξεις. Αν πεινάσει, πεινάει. Αν κουραστεί, σταματά. Αν διψάσει, ψάχνει νερό.

Ο άνθρωπος είναι πιο περίπλοκος.

Μπορεί να πεινά και να χειροκροτά εκείνον που του εξηγεί γιατί πρέπει να πεινάσει. Μπορεί να χάνει και να πιστεύει ότι κάποτε θα κερδίσει. Μπορεί να πληρώνει τον λογαριασμό και να αισθάνεται ότι συμμετέχει στη διακυβέρνηση.

Ίσως γι’ αυτό ο γάιδαρος να είναι τελικά πιο ελεύθερος από εμάς.

Δεν χρειάζεται να του υποσχεθούν ένα καλύτερο αύριο για να δεχτεί ένα χειρότερο σήμερα.

Ξέρει απλώς πως όταν ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις.

Και ίσως εκεί να αρχίζει η πολιτική.


«Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου.»
Στίχοι: Κώστα Βάρναλη, 
Μελοποίηση: Λουκάς Θάνος, 
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.

"Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια

Kούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό

Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι

Oύλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό

Kαι μ' αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι

Kαι με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή

Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι

Kι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά

Tου χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι

Όργωνα στα ρέματα τ' αφεντός τα στρέμματα

Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει'

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει

Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο

Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς."




19/8/26

Και του ύψους και του βάθους...

Ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό

δεν υπάρχει απόσταση.

Υπάρχει ο ορίζοντας.

Εκεί το βάθος συναντά το ύψος,

χωρίς να χάνει κανένα από τα δύο.

Κι η ζωή,

μια μικρή γραμμή ανάμεσά τους,

προχωρά προς τα πάνω,

με το βλέμμα στραμμένο πίσω της.

Δύο όψεις της ίδιας καθόδου.

Στο τέλος όλοι "Χαμένοι".

17/8/26

Φωτογραφία, Ποίημα, Φιλοσοφία, Τραγούδι- Ο Φορτίνο Σάμανο και η υπερχείλιση του χρόνου.

Κάρλος Φορτίνο Σάμανο: Από το εκτελεστικό απόσπασμα του 1917, στη γαλλική φιλοσοφία και το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Υπάρχουν κάποιες ιστορικές φωτογραφίες που καταφέρνουν να νικήσουν τον χρόνο, όχι επειδή καταγράφουν ένα κορυφαίο πολιτικό γεγονός, αλλά επειδή αποτυπώνουν το απόλυτο μεγαλείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στο μοιραίο. Μία από αυτές είναι η εμβληματική φωτογραφία του Κάρλος Φορτίνο Σάμανο, ενός 27χρονου λοχαγού πρώτης τάξης (Capitán primero) του Συνταγματικού Στρατού κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης.

Ο Σάμανο έμεινε στην παγκόσμια ιστορία όχι για τη στρατιωτική του δράση ή κάποια στρατηγική, αλλά για την απόλυτη ψυχραιμία (sang-froid) και την προκλητική του στάση απέναντι στον θάνατο. Υπηρέτησε ως λοχαγός υπό τις διαταγές του Βενουστιάνο Καράνσα (Venustiano Carranza). Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1917, συνελήφθη και κατηγορήθηκε για βίαιη ληστεία εις βάρος μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Τον Οκτώβριο του 1916, ο Καράνσα είχε εκδώσει ένα αυστηρό διάταγμα που επέβαλλε τη θανατική ποινή σε στρατιώτες που διέπρατταν εγκλήματα υπό το πρόσχημα του επαναστατικού αγώνα. Αν και μια κοινή κλοπή συνήθως δεν επέσυρε τη θανατική ποινή, αυτή η σαρωτική στρατιωτική νομοθεσία σφράγισε τη μοίρα του Σάμανο. Μετά από μια σύντομη στρατιωτική δίκη, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο. Παρά την καταδίκη, ο Σάμανο δήλωνε αθώος μέχρι το τέλος.

Στις 2 Μαρτίου 1917, στην Πόλη του Μεξικού, ο Σάμανο οδηγήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Πριν οδηγηθεί εκεί, ζήτησε ως τελευταία επιθυμία ένα τελευταίο ποτό από λικέρ πιπεριάς τσιπότλε (chile chipotle), το οποίο οι δεσμοφύλακες του παραχώρησαν. Ζήτησε επίσης να δώσει ο ίδιος το τελικό παράγγελμα της εκτέλεσής του, αλλά αυτό το αίτημα απορρίφθηκε. Ζήτησε τότε από το απόσπασμα να σημαδέψει κατευθείαν στο στήθος του. Ίσιωσε το καπέλο του, έβαλε το δεξί του πόδι πάνω σε μια πέτρα, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και χαμογέλασε ελαφρά. Λίγες στιγμές πριν την εκτέλεση, ο σπουδαίος Μεξικανός φωτογράφος Agustín Víctor Casasola τον απαθανάτισε σε μια εμβληματική φωτογραφία να καπνίζει ήρεμος το πούρο του, κοιτάζοντας κατάματα τους εκτελεστές του. Σύμφωνα με τα αρχεία των εφημερίδων της εποχής, τα τελευταία του λόγια προς τους φρουρούς ήταν: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο επειδή ο νόμος πρέπει να τηρείται· ξέρω πώς να πεθάνω σαν άντρας.».

Η φωτογραφία αυτή, με επίσημο τίτλο «Fortino Samano Moments before His Execution», θεωρείται ένα αριστούργημα της πρώιμης φωτοδημοσιογραφίας. Η αυθεντική εκτύπωση φυλάσσεται στο εθνικό φωτογραφικό αρχείο του Μεξικού (Fototeca Nacional del INAH). Ωστόσο, η παγκόσμια απήχησή της είναι τεράστια, με ένα διάσημο αντίγραφο να αποτελεί μέρος της μόνιμης συλλογής του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης (The Met) στη Νέα Υόρκη.

Αυτή η συγκλονιστική εικόνα ενέπνευσε ένα πολύ συγκεκριμένο και διάσημο βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2004 από τον εκδοτικό οίκο Galilée, με τίτλο «Fortino Sámano: Les débordements du poème» (Φορτίνο Σάμανο: Οι υπερχειλίσεις του ποιήματος). Πρόκειται για μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και φιλοσοφική συνεργασία ανάμεσα σε δύο εξέχουσες προσωπικότητες της Γαλλίας, την ποιήτρια Virginie Lalucq και τον σπουδαίο σύγχρονο φιλόσοφο Jean-Luc Nancy

Είναι ένα πρωτοποριακό, πειραματικό έργο που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την κουλτούρα της εικόνας.

Η ποιήτρια Virginie Lalucq είδε την εμβληματική φωτογραφία του Agustín Víctor Casasola σε μια έκθεση για τη Μεξικανική Επανάσταση και συγκλονίστηκε από το βλέμμα και την απόλυτη ψυχραιμία του Σάμανο μπροστά στον θάνατο. Η Lalucq ενεπνεύστηκε μια σειρά από περίπου 40 σύντομα ποιήματα. Δεν προσπαθεί μέσα από αυτά να γράψει μια ιστορική βιογραφία. Αντιθέτως, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο φωτογραφικός φακός «πάγωσε» τη ζωή του Σάμανο ακριβώς την τελευταία στιγμή πριν από το τέλος της. Όπως έχει δηλώσει η ίδια σε συνέντευξή της, επέλεξε εσκεμμένα να μην συμπεριλάβει τη φωτογραφία μέσα στο βιβλίο. Ήθελε το ποίημα να μην λειτουργεί απλώς ως επεξήγηση της εικόνας, προκαλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει μόνος του το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις. Το βιβλίο αποτελείται από αυτά τα 40 σύντομα ποιήματα της Lalucq που λειτουργούν ως στοχασμός πάνω στη φωτογραφία (τη στιγμή που η κάμερα "παγώνει" τη ζωή ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το τέλος της). Κάθε ποίημα συνοδεύεται από ένα φιλοσοφικό σχόλιο του Jean-Luc Nancy. 

Το βιβλίο απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση όταν μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2012 από τους Cynthia Hogue και Sylvain Gallais, με τον τίτλο «Fortino Sámano (The Overflowing of the Poem)» από τον εκδοτικό οίκο Omnidawn. Η έκδοση αυτή είναι δίγλωσση (με το γαλλικό κείμενο στη μία σελίδα και το αγγλικό στην απέναντι).

Το βιβλίο λειτουργεί ως ένας ανατρεπτικός «διάλογος» καθρεφτών και αποτελείται από δύο διακριτά αλλά αλληλένδετα μέρη:

-Το Ποίημα (Virginie Lalucq): 

Η Lalucq έγραψε μια σειρά από περίπου 40 σύντομα ποιήματα. Χρησιμοποιεί λιτή, απογυμνωμένη, σχεδόν κλινική γλώσσα, αποφεύγοντας κάθε λυρισμό, για να εστιάσει στη γεωμετρία της εικόνας, στα υλικά αντικείμενα γύρω του, στα τούβλα του τοίχου, στο φως, στις σκιές και στη μηχανική του φωτογραφικού φακού που «παγώνει» τη ζωή ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το τέλος της. Προσπαθεί να μετρήσει τα δευτερόλεπτα· στο 34ο ποίημα της σειράς γράφει χαρακτηριστικά:

«Μπορώ να γλιστρήσω κατά μήκος του τοίχου, μπορώ να μετρήσω τα τούβλα, μπορώ. Μπορώ να αναρωτηθώ πόση ώρα θα πάρει αυτό. Μπορώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό θα πάρει τον χρόνο που χρειάζεται…». 

Το ποίημα παίζει συνεχώς με το φως και το σκοτάδι, την παρουσία και την απουσία. 

Στο 6ο ποίημα αναφέρει: «Και η σκιά έγινε Φορτίνο και ήμουν η σκιά που ακολουθούσε τη σκιά του που ακολουθούσε τη δική μου σκιά που έγινε Φορτίνο.». 

Η Lalucq χρησιμοποιεί κοφτές φράσεις για να δείξει ότι οι λέξεις αδυνατούν να «αιχμαλωτίσουν» πλήρως αυτό που συνέβη, αναρωτώμενη πώς μια φωτογραφία μπορεί να κρατά ζωντανό έναν άνθρωπο που πέθανε πριν από έναν αιώνα. Μάλιστα, επέλεξε εσκεμμένα να μην συμπεριλάβει τη φωτογραφία μέσα στο βιβλίο. Ήθελε το ποίημα να μην λειτουργεί απλώς ως επεξήγηση της εικόνας, προκαλώντας τον αναγνώστη να αναζητήσει μόνος του το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις.

-Η Υπερχείλιση (Jean-Luc Nancy): 

Ο φιλόσοφος απαντά με μια φιλοσοφική ανάλυση που χρησιμοποιεί μια βαθιά ποιητική, γεμάτη λογοπαίγνια γλώσσα, αντιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο τους ρόλους. Για κάθε ποίημα της Lalucq, συνέθεσε ένα φιλοσοφικό και ποιητικό σχόλιο στο μέρος που ονομάζεται «Les débordements du poème». Ο Nancy χρησιμοποιεί τον όρο «υπερχείλιση» (overflowing) για να εξηγήσει ότι το ποίημα -και η ίδια η φωτογραφία- παράγουν πολύ περισσότερα νοήματα από όσα εμφανώς δείχνουν ή λένε. Γράφει ότι ο Φορτίνο, στεκόμενος μπροστά στον τοίχο της εκτέλεσης, είναι «unmoving-in-motion» (ακίνητος-σε-κίνηση)· είναι απόλυτα σταθερός, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται σε μια βίαιη τροχιά προς την ανυπαρξία. Ο Nancy δεν προσπαθεί να «εξηγήσει» τι σημαίνουν οι στίχοι, αλλά στοχάζεται πάνω στο πώς η ποίηση καταφέρνει να μιλήσει για το ανείπωτο: το ακριβές μεταίχμιο της θνητότητας. Για τον φιλόσοφο, το πούρο, το χαμόγελο και το σταυρωμένο πόδι του Σάμανο δεν είναι απλές λεπτομέρειες. Είναι η άρνηση του ανθρώπου να υποταχθεί στον εκμηδενισμό του. Η φωτογραφία, επομένως, «υπερχειλίζει» από ζωή ακριβώς τη στιγμή που ο θάνατος καραδοκεί.

Αυτό ακριβώς το βιβλίο έφτασε στα χέρια του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ο Έλληνας δημιουργός γοητεύτηκε βαθιά, πήρε την ατμόσφαιρα του βιβλίου, τον μεξικανικό μύθο και τη φιλοσοφική διάσταση της φωτογραφίας και τα μεταμόρφωσε σε ένα συγκλονιστικό ελληνικό τραγούδι. Το 2008, κυκλοφόρησε τον κοινό του δίσκο με τον Διονύση Σαββόπουλο με τίτλο «Ο Σαμάνος», όπου το ομώνυμο τραγούδι, «Ο Φορτίνο Σάμανος», αποτελεί την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ.

Στην εισαγωγή ή στο ιστορικό πλαίσιο που συνυπολογίστηκε για το βιβλίο, είχε καταγραφεί λανθασμένα ένας αστικός μύθος της εποχής: ότι ο Σάμανο ήταν αντάρτης, υπαρχηγός του Εμιλιάνο Ζαπάτα και παραχαράκτης που τύπωνε πλαστά νομίσματα για τον αγώνα. Αυτό το στοιχείο γοήτευσε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος μετέφερε αυτούσιο αυτόν τον ρομαντικό μύθο στους στίχους του (παρόλο που η ιστορική πραγματικότητα έδειξε ότι ήταν λοχαγός του κυβερνητικού/συνταγματικού στρατού):

«Ο Φορτίνο Σάμανος, υπαρχηγός του Ζαπάτα, που τύπωνε νομίσματα με των φτωχών τα νιάτα...». Εδώ γίνεται ένα ποιητικό λογοπαίγνιο: η «παραχάραξη» δεν γίνεται για προσωπικό κέρδος, αλλά για να δώσει αξία και δύναμη στη νεολαία και τους καταπιεσμένους της επανάστασης.

Παράλληλα, ο Θανάσης δανείζεται απευθείας τις εικόνες της γεωμετρίας, των τούβλα και της σκιάς από το ποίημα της Lalucq. Εκεί που η ποιήτρια έγραφε «μπορώ να μετρήσω τα τούβλα...», ο Θανάσης γράφει: «Στο εκτελεστικό απόσπασμα, μπροστά σε τοίχο με τούβλα, που βγάζανε τη μυρωδιά που βγάζει η ψητή σούβλα...» (μια σκληρή, γήινη μεταφορά για τη μυρωδιά του μπαρουτιού και του επικείμενου θανάτου). Αποτυπώνει επίσης τη διάσημη στάση του Σάμανο με το τσιγάρο, περιγράφοντάς τον σαν έναν άνθρωπο που δεν λυγίζει: «...κοιτάζει το απόσπασμα με το τσιγάρο στο στόμα, δεν το πιστεύει ο χάροντας πως θα τον πιει το χώμα.».

Στο τελευταίο μέρος, ο Θανάσης ξεφεύγει από την απλή περιγραφή της εκτέλεσης και περνάει σε έναν βαθύ, υπαρξιακό στοχασμό που θυμίζει την ανάλυση του Jean-Luc Nancy για το πώς η μνήμη και η τέχνη (η φωτογραφία, το ποίημα, το τραγούδι) νικούν τον θάνατο: «Κι έτσι όπως στέκει ατάραχος, με το ένα πόδι πάνω σε μια πετρούλα, προσπαθεί τον χρόνο να τρελάνει...». Ο Σάμανο «τρελαίνει τον χρόνο» γιατί, αν και εκτελέστηκε το 1917, η στιγμή του έμεινε αθάνατη. Το τραγούδι κλείνει με μια συγκλονιστική εικόνα μεταφυσικής δικαίωσης, όπου ο Φορτίνο γίνεται ένα με τη φύση και τον αέρα, συνεχίζοντας να ζει αιώνια: «Και το κορμί του, που έπεσε διάτρητο απ' τις σφαίρες, έγινε σκόνη και καπνός και μας φυλάει τις μέρες. Και κάθε που φυσάει νοτιάς στα κτήματα του Μάγια, ακούγεται ένα σφύριγμα, παράπονο στα πλάγια...».

Η επιλογή του Θανάση να δώσει το τραγούδι στον Διονύση Σαββόπουλο ήταν καθοριστική. Η θεατρική, ελαφρώς ειρωνική αλλά και βαθιά συγκινητική ερμηνεία του Σαββόπουλου απέδωσε τέλεια αυτή την αντίφαση του Φορτίνο: έναν άνθρωπο που χαμογελάει με υπεροψία και αξιοπρέπεια μπροστά στις κάννες των όπλων, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη μπορεί να χαρίσει την αθανασία σε μια εφήμερη στιγμή ανθρώπινης υπερβατικότητας.

Η έννοια και ο συμβολισμός της «υπερχείλισης»:

Η λέξη «υπερχείλιση» χρησιμοποιείται στο βιβλίο με διπλή σημασία: κυριολεκτική και φιλοσοφική. Είναι το κεντρικό κλειδί για να καταλάβουμε πώς η φωτογραφία, το ποίημα και το τραγούδι συνδέονται μεταξύ τους.

Στην ουσία, περιγράφει το φαινόμενο όπου ένα ποτήρι γεμίζει τόσο πολύ, που το περιεχόμενό του χύνεται έξω από τα χείλη του.

Στην περίπτωση του Φορτίνο Σάμανο, ο φιλόσοφος Jean-Luc Nancy και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου χρησιμοποιούν την «υπερχείλιση» με τρεις συγκεκριμένους τρόπους:

1. Η υπερχείλιση της ζωής απέναντι στον θάνατο (Nancy).

Όταν ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, η λογική λέει ότι ο φόβος και ο θάνατος πρέπει να κυριεύσουν τη στιγμή. Όμως, η στάση του Σάμανο (το χαμόγελο, το πούρο, το χαλαρό πόδι πάνω στην πέτρα) δείχνει μια απίστευτη εσωτερική δύναμη. Η ζωντάνια και η αξιοπρέπειά του είναι τόσες πολλές, που «ξεχειλίζουν» από το σώμα του και πλημμυρίζουν τη φωτογραφία. Ο θάνατος δεν καταφέρνει να τον χωρέσει· η ζωή υπερχειλίζει και κυριαρχεί στο κάδρο.

2. Η υπερχείλιση του νοήματος (Το βιβλίο).

Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Οι υπερχειλίσεις του ποιήματος» γιατί ο Nancy υποστηρίζει ότι μια απλή φωτογραφία ή ένα σύντομο ποίημα δεν σταματά εκεί που τελειώνουν οι λέξεις ή το χαρτί. Τα νοήματα, τα συναισθήματα και οι ερμηνείες είναι τόσο έντονα, που «ξεχύνονται» έξω από τα όρια της εικόνας. Η φωτογραφία «υπερχείλισε» και έγινε γαλλικό ποίημα. Το ποίημα «υπερχείλισε» και έγινε ελληνικό τραγούδι. Αυτό δείχνει ότι η τέχνη δεν μπορεί να περιοριστεί· συνεχίζει να γεννά νέες ιδέες αιώνες μετά.

3. Η υπερχείλιση του χρόνου (Θανάσης Παπακωνσταντίνου).

Στο τραγούδι, ο Θανάσης λέει ότι ο Σάμανο «προσπαθεί τον χρόνο να τρελάνει». Η υπερχείλιση εδώ είναι η νίκη ενάντια στον χρόνο. Η σφαίρα τον σκότωσε σε ένα δευτερόλεπτο, αλλά η στιγμή εκείνη ήταν τόσο «γεμάτη» από ανθρώπινη περηφάνια, που έσπασε το φράγμα του χρόνου και ξεχείλισε στο μέλλον. Γι' αυτό το κορμί του έγινε «σκόνη και καπνός και μας φυλάει τις μέρες».Με απλά λόγια, η υπερχείλιση είναι η στιγμή που κάτι είναι τόσο μεγάλο, όμορφο ή δυνατό, που δεν μπορείς να το κρατήσεις κλεισμένο σε ένα κουτί – σπάει τα όρια και απλώνεται παντού.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό παράδοξο του Φορτίνο Σάμανο. Οι σφαίρες σταμάτησαν την καρδιά του, αλλά δεν κατάφεραν να σταματήσουν τη στιγμή. Ο φωτογραφικός φακός κράτησε εκείνο το τελευταίο βλέμμα, το ελαφρύ χαμόγελο, το πόδι πάνω στην πέτρα, το τσιγάρο, την παράξενη εκείνη ηρεμία ενός ανθρώπου που στέκεται απέναντι στον θάνατο και, για μια ελάχιστη στιγμή, μοιάζει να του αντιστέκεται.

Ύστερα ήρθε η ποίηση. Μετά η φιλοσοφία. Και ύστερα το τραγούδι.

Μια ζωή που τελείωσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισε να ζει ξανά μέσα από άλλους ανθρώπους, σε άλλες γλώσσες και σε άλλες εποχές. Η φωτογραφία έγινε ποίημα, το ποίημα έγινε φιλοσοφικός στοχασμός, ο στοχασμός έγινε τραγούδι. Κι έτσι η τελευταία στιγμή ενός άγνωστου Μεξικανού λοχαγού πέρασε από το 1917 στον δικό μας χρόνο.

Αυτή είναι η «υπερχείλιση».

Η ζωή που ξεπερνά τα όριά της. Η μνήμη που αρνείται να πεθάνει μαζί με τον άνθρωπο. Η τέχνη που παίρνει μια στιγμή και την αφήνει να ταξιδεύει πολύ μακρύτερα από εκεί που θα μπορούσε να φτάσει ποτέ ένα ανθρώπινο σώμα.

Ο Φορτίνο Σάμανο έπεσε μπροστά στον τοίχο.

Όμως η φωτογραφία τον κράτησε όρθιο.

Και κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει εκείνο το βλέμμα, ακούει το τραγούδι ή ξαναφέρνει στη μνήμη του την ιστορία του, ο Σάμανο στέκεται πάλι εκεί -με το ένα πόδι πάνω στην πέτρα, το τσιγάρο στα χείλη και τον θάνατο απέναντί του.

Σαν να προσπαθεί ακόμη να τρελάνει τον χρόνο.

Και ίσως, έναν αιώνα μετά, να τα έχει καταφέρει.



10/8/26

Θετή ταυτότης.


"Με την αλληγορία των αλόγων

και με την λογική των παραλόγων

λέω εκείνα που 'θελε να πει ο καθένας

και υπογράφω εγώ

για όλους ο κανένας

λέω εκείνα που 'θελε να πει ο καθένας

και υπογράφω εγώ

για όλους ο κανένας.

Εγώ είμαι εγώ, εγώ είμαι κι ο άλλος

εγώ ο μικρός, εγώ και ο μεγάλος

βαρώ τα όργανα και τραγουδάω στους δρόμους

με τους ελεύθερους

και με τους παρανόμους

βαρώ τα όργανα και τραγουδάω στους δρόμους

με τους ελεύθερους

και με τους παρανόμους.

Εγώ αϊτός, εγώ και Προμηθέας

εγώ ο τρελός της διπλανής παρέας

λέω αυτά που δε τολμάτε εσείς να πείτε

και χαρμοκλαίω που

στο βάθος συμφωνείτε

λέω αυτά που δε τολμάτε εσείς να πείτε

και χαρμοκλαίω που

στο βάθος συμφωνείτε.

Τα όνειρα εκδίκηση γυρεύουν.

Πετούμενα στον ουρανό χορεύουν.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε

ρε όλοι τρελαθείτε.

Τα χρόνια τρέχουν ρε μάγκες σηκωθείτε

και εν ανάγκη τώρα

όλοι τρελαθείτε

ρε όλοι τρελαθείτε."

Νίκος Καλογερόπουλος, "Ο Κανένας."




8/8/26

Νίκος Καρβούνης: Από την Ιθάκη της μνήμης στα βουνά της Αντίστασης.


Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιστρέφουν ποτέ πραγματικά στον τόπο από όπου ξεκίνησαν. Κι υπάρχουν άλλοι που, ακόμη κι όταν απομακρύνονται, κουβαλούν μέσα τους έναν τόπο ολόκληρο. Ο Νίκος Καρβούνης ανήκει στους δεύτερους.
Γεννημένος στην Ιθάκη, στις 12 Ιουλίου 1880, έφυγε σε ηλικία μόλις τριών ετών μαζί με την οικογένειά του για τη Ρουμανία. Εκεί, στη Βράιλα, θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και θα αποκτήσει την ευρωπαϊκή παιδεία που θα σφραγίσει αργότερα την πνευματική του διαδρομή. Το 1898 επιστρέφει στην Ελλάδα. Είναι μόλις δεκαοκτώ ετών.
Η Ιθάκη, όμως, δεν είναι πια απλώς ένας γεωγραφικός τόπος.
Είναι η αρχή.
Και ίσως, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, είναι και ο προορισμός μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Καρβούνης θα γίνει δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής και άνθρωπος της πολιτικής δράσης. Θα περάσει από τις σελίδες των εφημερίδων στα μέτωπα των πολέμων και από εκεί στις φυλακές, στην παρανομία και τελικά στα ελεύθερα βουνά της Ρούμελης.
Η ζωή του θα γίνει μια διαρκής μετακίνηση ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη.
Γιατί για τον Καρβούνη η γραφή δεν υπήρξε ποτέ απλώς λογοτεχνική άσκηση.
Ήταν τρόπος να πάρει θέση.
Στην Αθήνα εντάσσεται γρήγορα στον κόσμο της δημοσιογραφίας. Συνεργάζεται με σημαντικές εφημερίδες της εποχής, γράφει άρθρα, ανταποκρίσεις και πολιτικά κείμενα και φτάνει στη διεύθυνση του «Σκριπ».
Δεν είναι ο δημοσιογράφος που παρατηρεί από απόσταση.
Είναι ο δημοσιογράφος που μπαίνει μέσα στην ιστορία.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους θα βρεθεί κοντά στο μέτωπο και θα μεταφέρει τις εμπειρίες του στο βιβλίο του "Ο Πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας (Εντυπώσεις Πολεμιστού)".
Η δημοσιογραφία του επομένως δεν είναι μόνο καταγραφή γεγονότων. Είναι μαρτυρία.
Και η μαρτυρία έχει κόστος.
Από νωρίς, παράλληλα με τη δημοσιογραφική του δράση, αναπτύσσεται και η λογοτεχνική του δραστηριότητα. Το πρώτο του βραβευμένο ποίημα, «Βασιλόπιττα», δημοσιεύεται στη Διάπλαση των Παίδων. Αργότερα γράφει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμια και κριτικές, ενώ μεταφράζει έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πολιτικής σκέψης.
Ο λόγος του κινείται ανάμεσα στην αισθητική και στην κοινωνία.
Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ωραίο.
Ενδιαφέρεται για το δίκαιο.
Καθώς η Ευρώπη οδηγείται προς τον φασισμό, ο Καρβούνης αντιλαμβάνεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να παραμένει θεατής.
Η δεκαετία του 1930 τον φέρνει πιο κοντά στη μαρξιστική σκέψη και αρχίζει να αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη με το ψευδώνυμο Κ. Μαυροθαλασσίτης. Η αντιφασιστική του αρθρογραφία γίνεται ολοένα εντονότερη.
Και τότε η εξουσία απαντά στη λέξη με τη σιωπή.
Λογοκρισία.
Απαγόρευση δημοσιεύσεων.
Συλλήψεις.
Ξυλοδαρμοί.
Φυλακή.
Βασανιστήρια.
Ο Καρβούνης γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει σώμα. Και αυτό το σώμα μπορεί να πονέσει.
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο συλλαμβάνεται για την αντιφασιστική του δράση και φυλακίζεται στο στρατόπεδο της Λάρισας.
Η ιστορία, όμως, δεν έχει ακόμη τελειώσει μαζί του.
Όταν έρχεται η Κατοχή, ο Καρβούνης δεν επιλέγει την ασφάλεια της σιωπής.
Εντάσσεται στην Αντίσταση.
Η γραφή του περνά από τις εφημερίδες της Αθήνας στον παράνομο τύπο και από εκεί στα βουνά.
Στην Ελεύθερη Ελλάδα γίνεται ένα από τα βασικά στελέχη της αντιστασιακής δημοσιογραφίας. Ανεβαίνει στη Ρούμελη και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Πρακτορείου Ειδήσεων «Ελεύθερη Ελλάδα».
Το 1944, στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, αναλαμβάνει το Γραφείο Τύπου.
Είναι πλέον υπεύθυνος για τη φωνή μιας ολόκληρης αντιστασιακής Ελλάδας.
Προκηρύξεις, εφημερίδες, ειδήσεις, ενημέρωση.
Η λέξη γίνεται όπλο.
Όχι όπλο καταστροφής.
Όπλο απέναντι στη λήθη.
Γιατί κάθε κατοχή προσπαθεί πρώτα να ελέγξει τη γλώσσα. Να αποφασίσει ποιος θα μιλήσει, τι θα ειπωθεί, ποια γεγονότα θα υπάρχουν και ποια θα εξαφανιστούν.
Η Αντίσταση, επομένως, δεν είναι μόνο μάχη στο βουνό.
Είναι και μάχη για το δικαίωμα να ειπωθεί η αλήθεια.
Και τότε, το 1944, μέσα σε αυτή την Ελλάδα της φωτιάς, της πείνας, του φόβου και της αντίστασης, ο Καρβούνης γράφει το τραγούδι που θα ξεπεράσει τον ίδιο τον δημιουργό του.
«Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα…»
Οι στίχοι του Νίκου Καρβούνη, με τη μουσική του "Αστραπόγιαννου" Ακη Σμυρναίου, γίνονται ο ύμνος "Στ’ άρματα, στ’ άρματα".



"Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα,
μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σείεται η στεριά.
Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα,
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.
Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματωλίκι,
τα μπράτσα σίδερο, φλόγα η ψυχή,
λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι οι λύκοι
στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή.
Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό,
μιας ανάστασης νέας χτυπά καμπάνα,
μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.
Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα
που μας εβάραινε θανατερά,
θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα
και πανανθρώπινη τη λευτεριά."

Οι στίχοι αυτοί παύουν να είναι πλέον απλώς ποίηση.
Γίνονται συλλογική φωνή.
Το τραγούδι εγκαταλείπει τον δημιουργό του και περνά από στόμα σε στόμα, από βουνό σε βουνό, από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δικαίωση ενός ποιητή.
Να πάψει το ποίημα να του ανήκει.
Να γίνει κοινό κτήμα.
Να γίνει φωνή ανθρώπων που μπορεί να μην γνωρίζουν καν ποιος έγραψε τους στίχους, αλλά αναγνωρίζουν μέσα τους τη δική τους εποχή.
Κι όμως, ο Καρβούνης δεν είναι μόνο ο ποιητής του "Στ’ άρματα".
Αν περιορίσουμε τη μνήμη του σε ένα τραγούδι, αδικούμε μια ολόκληρη πνευματική διαδρομή.
Ήταν ένας άνθρωπος των γραμμάτων που πέρασε από την ευρωπαϊκή παιδεία στη δημοσιογραφία, από τη δημοσιογραφία στην πολιτική συνείδηση και από εκεί στην ενεργό αντίσταση.
Ήταν ο άνθρωπος που έγραψε όταν μπορούσε να γράψει ελεύθερα και συνέχισε να γράφει όταν η γραφή μπορούσε να τον οδηγήσει στη φυλακή.
Η ζωή του δείχνει ότι η πνευματική ελευθερία δεν μετριέται όταν όλα επιτρέπονται.
Μετριέται όταν η σιωπή είναι η ασφαλέστερη επιλογή.
Ο Καρβούνης πέθανε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 1947, σε ηλικία 67 ετών.
Η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στην αρχή μιας νέας και τραγικής περιόδου. Ο Εμφύλιος είχε αρχίσει να ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω στη χώρα.
Ο Καρβούνης δεν πρόλαβε να δει ολόκληρη αυτή τη νέα ιστορία.
Έφυγε λίγο πριν η χώρα βυθιστεί βαθύτερα στη σύγκρουση.
Άφησε όμως πίσω του κάτι περισσότερο από βιβλία, άρθρα, ποιήματα και μεταφράσεις.
Άφησε μια στάση ζωής.
Και υπάρχει κάτι βαθιά συμβολικό στο γεγονός ότι ο Νίκος Καρβούνης γεννήθηκε στην Ιθάκη.
Γιατί η Ιθάκη είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τόπος επιστροφής.
Ο Οδυσσέας ξεκινά από εκεί για να γνωρίσει τον κόσμο και περνά μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να επιστρέψει.
Ο Καρβούνης έκανε μια αντίστροφη διαδρομή.
Έφυγε παιδί από την Ιθάκη και δεν επέστρεψε σε αυτήν για να κατοικήσει.
Επέστρεψε όμως με άλλον τρόπο.
Μέσα από τη μνήμη.
Μέσα από τη γλώσσα.
Μέσα από την ποίηση.
Μέσα από την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο εκεί όπου βρίσκεται, αλλά και εκεί από όπου ξεκίνησε.
Ίσως γι’ αυτό η Ιθάκη του Καρβούνη δεν είναι μόνο το νησί της γέννησής του.
Είναι η εσωτερική του πατρίδα.
Και η πραγματική του επιστροφή δεν ήταν γεωγραφική.
Ήταν ηθική.
Ο Νίκος Καρβούνης έζησε σε μια εποχή όπου οι λέξεις είχαν ακόμη τη δύναμη να τρομάζουν την εξουσία.
Και γι’ αυτό διώχθηκε.
Έζησε σε μια εποχή όπου η δημοσιογραφία μπορούσε να γίνει πράξη αντίστασης.
Και γι’ αυτό βρέθηκε στα βουνά.
Έζησε σε μια εποχή όπου ένα ποίημα μπορούσε να γίνει τραγούδι ενός ολόκληρου λαού.
Και γι’ αυτό το «Στ’ άρματα» δεν έμεινε στο χαρτί.
Από την Ιθάκη μέχρι τη Ρούμελη, από τη δημοσιογραφική πένα μέχρι τον παράνομο τύπο, από τη φυλακή μέχρι το τραγούδι, η ζωή του υπήρξε μια διαρκής διαδρομή προς την ελευθερία.
Μια Οδύσσεια χωρίς επιστροφή στο νησί.
Αλλά με έναν βαθύτερο νόστο:
την επιστροφή του ανθρώπου στις αξίες που επέλεξε να υπηρετήσει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο αληθινή Ιθάκη του Νίκου Καρβούνη.

6/8/26

Η Ιθάκη του Πασχαλίδη και η Ιθάκη του Καβάφη: δύο ταξίδια προς τον ίδιο εσωτερικό προορισμό.



«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος…»

Με αυτούς τους στίχους ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν μιλά μόνο για τον νόστο του Οδυσσέα. Μιλά για κάθε άνθρωπο που ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης, έχοντας μπροστά του έναν σκοπό, μια επιθυμία, ένα όνειρο. Η Ιθάκη γίνεται σύμβολο του προορισμού, αλλά ο ποιητής μας υπενθυμίζει πως η πραγματική αξία δεν βρίσκεται στην άφιξη· βρίσκεται στη διαδρομή.

Η ζωή δεν είναι μια ευθεία πορεία προς έναν τελικό σταθμό. Είναι ένας ωκεανός εμπειριών, συναντήσεων, απωλειών και ανακαλύψεων. Οι «Λαιστρυγόνες» και οι «Κύκλωπες» δεν είναι μόνο εξωτερικοί εχθροί· είναι οι φόβοι, οι αυταπάτες και οι περιορισμοί που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του. Ο Καβάφης όμως λέει πως δεν πρέπει να τους φοβόμαστε, γιατί συχνά το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν βρίσκεται στον κόσμο αλλά στην ψυχή μας.

Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι η προσδοκία που δίνει νόημα στην πορεία. Χωρίς στόχους, χωρίς όνειρα, ο άνθρωπος κινδυνεύει να περιπλανιέται χωρίς πυξίδα. Όμως, αν η επιθυμία για την Ιθάκη γίνει μόνο αγωνία για την κατάκτηση, τότε χάνεται η ουσία. Ο ταξιδιώτης πρέπει να μάθει να απολαμβάνει τα λιμάνια που συναντά, τα αρώματα, τις γνώσεις, τους ανθρώπους.

«Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.»

Ο στίχος αυτός κρύβει μια βαθιά φιλοσοφική αλήθεια: ο τελικός απολογισμός της ζωής δεν μετριέται από το πόσο μεγάλο ήταν το έπαθλο, αλλά από το πόσο πλούσιος έγινε ο άνθρωπος μέσα από την πορεία του. Η Ιθάκη μπορεί να είναι μικρή, γιατί το μεγάλο ταξίδι έχει ήδη συντελεστεί μέσα μας.

Ο Καβάφης μετατρέπει τον μύθο του Οδυσσέα σε μια υπαρξιακή παραβολή. Δεν μας καλεί να φτάσουμε γρήγορα στον προορισμό, αλλά να γίνουμε άξιοι του ταξιδιού. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που κατακτά· είναι κυρίως αυτό που γίνεται καθώς αναζητά.

Και ίσως η μεγαλύτερη σοφία της «Ιθάκης» είναι πως κάθε τέλος κρύβει μια νέα αρχή. Όταν φτάσουμε στον προορισμό μας, αυτό που πραγματικά έχουμε κερδίσει δεν είναι ο τόπος που αναζητούσαμε, αλλά ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε στον δρόμο προς αυτόν.




Η «Ιθάκη» του Μίλτου Πασχαλίδη συνομιλεί με την εμβληματική «Ιθάκη» του Κωνσταντίνου Καβάφη, όχι ως αντιγραφή ενός μύθου, αλλά ως μια νέα ανάγνωση της ίδιας μεγάλης ανθρώπινης αγωνίας: της αναζήτησης νοήματος μέσα στον χρόνο.

Στον Καβάφη, η Ιθάκη είναι η αφορμή για να ξεκινήσει ο άνθρωπος το ταξίδι. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται τόσο για την άφιξη, όσο για όσα θα αποκτήσει ο ταξιδιώτης στη διαδρομή.

Η Ιθάκη είναι ένας στόχος που δίνει κατεύθυνση, αλλά η πραγματική αξία βρίσκεται στις εμπειρίες, στις γνώσεις και στις συναντήσεις που γεμίζουν το ταξίδι.

Στον Πασχαλίδη, η ίδια εικόνα αποκτά έναν πιο προσωπικό και βιωματικό χαρακτήρα. Η Ιθάκη δεν είναι μόνο ένας προορισμός που περιμένει τον ταξιδιώτη· είναι οι αναμνήσεις του, οι άνθρωποι που αγάπησε, οι απώλειες που τον σημάδεψαν και οι στιγμές που τον διαμόρφωσαν. Είναι περισσότερο μια εσωτερική επιστροφή παρά μια εξωτερική άφιξη.

Ο Καβάφης βλέπει το ταξίδι ως διαδικασία ωρίμανσης. Ο Πασχαλίδης φωτίζει περισσότερο το συναισθηματικό βάρος αυτής της πορείας. Στον πρώτο, ο άνθρωπος πλουτίζει από τη γνώση του κόσμου. Στον δεύτερο, πλουτίζει από τα ίχνη που αφήνει ο κόσμος μέσα του.

Κοινός πυρήνας και των δύο έργων είναι η άρνηση της εύκολης λύσης. Η Ιθάκη δεν χαρίζει την ευτυχία επειδή κατακτήθηκε. Η αξία της βρίσκεται στο ότι υπήρξε η αφορμή για να ξεκινήσει η αναζήτηση. Αν δεν υπήρχε ο προορισμός, ίσως να μην υπήρχε ούτε το ταξίδι.

Η μεγάλη φιλοσοφική συγγένεια ανάμεσα στον Καβάφη και τον Πασχαλίδη είναι πως και οι δύο μας λένε ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται τη διαδρομή. Οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις και οι απώλειες δεν ακυρώνουν το ταξίδι· το κάνουν ανθρώπινο.

Τελικά, η Ιθάκη δεν είναι ένας τόπος στον χάρτη. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης.

Ο Καβάφης μας λέει: να αγαπήσουμε τον δρόμο προς την Ιθάκη.

Ο Πασχαλίδης μας θυμίζει: να μην ξεχάσουμε ποτέ τι αφήσαμε και τι γίναμε στον δρόμο.

Και οι δύο, με διαφορετική γλώσσα, μιλούν για την ίδια αλήθεια: η ζωή δεν είναι η στιγμή της άφιξης· είναι το ταξίδι που μας μεταμορφώνει.

4/8/26

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...


"Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος

για τα ωραία και μεγάλα έργα

η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα

ενθάρρυνσι κι επιτυχία να σε αρνείται·

να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,

και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις

(η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις),

και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,

και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη

που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,

και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.

Και συ τα δέχεσαι με απελπισία

αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·

τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,

τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·

την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.

Αυτά πού θα σ' τα δώσει ο Αρταξέρξης,

αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·

και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις."


Κ.Π. Καβάφης, "Η σατραπεία".


 

Πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πώς το ’φεραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή...

 



"Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα.
Θερίζει δάση ολόκληρα κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται οδηγό.
Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο.
Πετάει πιο γρήγορα απ' τον άνεμο κι απ' τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται πιλότο.
Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ.
Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Ξέρει να σκέφτεται."
«Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου», Μπέρτολτ Μπρεχτ.



"Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χτες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές
Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να ’σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να ’χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ’φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς."
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος-Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.

3/8/26

«Δεν είσαι πια εκεί όπου ήσουν, αλλά είσαι παντού όπου βρίσκομαι».

 

Υπάρχουν άνθρωποι, στιγμές και παρουσίες που δεν περιορίζονται ποτέ σε έναν τόπο. Δεν χρειάζονται τη φυσική εγγύτητα για να υπάρχουν. Μένουν μέσα μας σαν μια αόρατη δύναμη που συνοδεύει τα βήματά μας, σαν μια σκέψη που επιστρέφει χωρίς να την καλέσουμε, σαν μια φωνή που συνεχίζει να συνομιλεί μαζί μας μέσα στη σιωπή.

Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο σε όσα αγγίζει. Ζει και σε όσα αισθάνεται. Σε μια μυρωδιά που ξυπνά μια ανάμνηση, σε ένα τραγούδι που φέρνει πίσω μια εποχή, σε ένα βλέμμα που μας θυμίζει μια παλιά συζήτηση. Υπάρχουν παρουσίες που ξεπερνούν την απόσταση, γιατί έχουν γίνει μέρος του δικού μας εσωτερικού κόσμου.

Αυτό είναι ίσως το μεγάλο μυστήριο των ανθρώπινων σχέσεων: κάποιοι άνθρωποι παύουν να βρίσκονται δίπλα μας, αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται μέσα μας. Δεν κατοικούν πια σε έναν συγκεκριμένο χώρο· κατοικούν στις σκέψεις μας, στις επιλογές μας, στον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, μέσα από την ποίησή του, μίλησε για αυτή τη βαθιά ανθρώπινη αλήθεια: πως η πραγματική παρουσία δεν μετριέται με την απόσταση. Εκεί που υπάρχει αγάπη, μνήμη και σύνδεση, ο άνθρωπος παραμένει παρών με έναν διαφορετικό τρόπο. "Tu n'es plus là où tu étais, mais tu es partout là où je suis": η φράση αυτή χρησιμοποιείται παγκοσμίως για να περιγράψει το παράδοξο του πένθους και της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Αν και συχνά συνδέεται γενικά με το έργο του "Οι Ρεμβασμοί" (Les Contemplations), η φιλοσοφία αυτή πηγάζει από τον βαθύτατο πόνο του ίδιου του Ουγκώ μετά τον τραγικό πνιγμό της αγαπημένης του κόρης, Λεοπολδίνης, το 1843- ένα γεγονός που σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή και την ποίησή του. Ο Ουγκώ εκφράζει την ιδέα ότι όταν χάνουμε κάποιον, η σωματική του απουσία μετατρέπεται σε μια εσωτερική, πανταχού παρούσα συντροφιά. Το πρόσωπο που έφυγε δεν περιορίζεται πλέον σε έναν φυσικό χώρο, αλλά ζει μέσα στις αναμνήσεις, στις σκέψεις και στην καθημερινότητα αυτού που μένει πίσω.

Γιατί τελικά οι πιο σημαντικές παρουσίες στη ζωή μας δεν είναι πάντα εκείνες που βρίσκονται κοντά μας. Είναι εκείνες που έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα στην ψυχή μας. Είναι οι άνθρωποι και οι στιγμές που έγιναν μέρος της ιστορίας μας και συνεχίζουν να φωτίζουν τον δρόμο μας, ακόμη κι όταν δεν τους αναζητούμε.

"Δεν είσαι πια εκεί όπου ήσουν. Είσαι όμως παντού όπου βρίσκομαι.": γιατί ό,τι αγαπήσαμε αληθινά δεν περιορίζεται ποτέ στον χώρο. Γίνεται κομμάτι της ύπαρξής μας.

Η σιωπηλή ηθική των πλασμάτων που δεν έχουν φωνή.


"Ποτέ δε θα πειράξω

τα ζώα τα καημένα,

μην τάχα σαν εμένα

κι εκείνα δεν πονούν;

Θα τα χαϊδεύω πάντα,

προστάτης τους θα γίνω.

Ποτέ δε θα τ' αφήνω

στους δρόμους να πεινούν.

Ακόμα κι όταν βλέπω

πως τα παιδεύουν άλλοι,

εγώ θα τρέχω πάλι

με θάρρος σταθερό,

θα προσπαθώ με χάδια

τον πόνο τους να γιάνω

κι ό,τι μπορώ θα κάνω

να τα παρηγορώ."

Ιωάννης Πολέμης, "Τα ζώα."

ΥΓ) Υπάρχουν στιγμές που η πιο καθαρή μορφή ανθρωπιάς δεν βρίσκεται στα μεγάλα λόγια, αλλά σε μια απλή πράξη φροντίδας. Ένα χέρι που χαϊδεύει ένα φοβισμένο ζώο, ένα μπολ νερό σε μια ζεστή μέρα, μια φωνή που υψώνεται απέναντι στην κακοποίηση. Εκεί κρίνεται η ποιότητα του ανθρώπου: στον τρόπο που συμπεριφέρεται σε εκείνους που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Το ερώτημα του ποιητή «μην τάχα σαν εμένα κι εκείνα δεν πονούν;» είναι ίσως ένα από τα πιο βαθιά ερωτήματα της ηθικής. Γιατί ο πόνος δεν έχει ανθρώπινο προνόμιο. Δεν ανήκει μόνο σε εκείνον που μιλά, που κλαίει με λέξεις, που μπορεί να ζητήσει βοήθεια. Υπάρχει και στη σιωπή των ματιών ενός ζώου, στον φόβο ενός πλάσματος που εγκαταλείφθηκε, στην αγωνία μιας ζωής που ζητά μόνο λίγη ασφάλεια και στοργή.

Ο άνθρωπος συχνά θεωρεί τον εαυτό του κυρίαρχο της φύσης. Όμως η πραγματική ανωτερότητα δεν βρίσκεται στη δύναμη να επιβάλλεται, αλλά στην ικανότητα να προστατεύει. Η δύναμη χωρίς ευσπλαχνία γίνεται αλαζονεία. Η γνώση χωρίς ευθύνη γίνεται εκμετάλλευση. Ο πολιτισμός χωρίς σεβασμό στη ζωή παραμένει μια κενή λέξη.

Τα ζώα δεν ζητούν από εμάς μεγάλα πράγματα. Δεν ζητούν ανταλλάγματα, ούτε γνωρίζουν την έννοια της ιδιοτέλειας. Προσφέρουν συντροφιά, εμπιστοσύνη και μια αγάπη αθόρυβη, χωρίς όρους. Και ακριβώς γι’ αυτό η ευθύνη μας απέναντί τους είναι μεγαλύτερη. Όταν ένα πλάσμα εξαρτάται από τη δική μας καλοσύνη, η αδιαφορία μας γίνεται μια μορφή σκληρότητας.

Η προστασία των ζώων δεν είναι μια δευτερεύουσα ευαισθησία. Είναι καθρέφτης της κοινωνίας μας. Μια κοινωνία που ανέχεται την κακοποίηση των αδύναμων, είτε αυτοί είναι άνθρωποι είτε ζώα, χάνει σταδιακά την ικανότητα να αισθάνεται. Αντίθετα, μια κοινωνία που μαθαίνει στα παιδιά της να αγαπούν και να προστατεύουν κάθε ζωντανό πλάσμα, καλλιεργεί πολίτες με ενσυναίσθηση και συνείδηση.

Ίσως η πιο μεγάλη μάθηση να βρίσκεται σε μια απλή πράξη: να σκύψουμε δίπλα σε μια ανήμπορη ζωή και να της δείξουμε ότι δεν είναι μόνη. Γιατί τελικά η ανθρωπιά δεν μετριέται από το πόσο ψηλά μπορούμε να φτάσουμε, αλλά από το πόσο χαμηλά μπορούμε να σκύψουμε για να βοηθήσουμε εκείνον που έχει ανάγκη.



15/7/26

Κώστας Κρυστάλλης: Ο Ποιητής του Βουνού και της Στάνης.

Υπάρχουν δημιουργοί που το πέρασμά τους από τον κόσμο είναι σύντομο σαν μια αστραπή, αλλά το αποτύπωμά τους μένει ανεξίτηλο. Ένας από αυτούς είναι ο Κώστας Κρυστάλλης (1868–1894). 

Αν και έζησε μόλις 26 χρόνια, κατάφερε να γίνει η πιο αυθεντική «φωνή» της ελληνικής υπαίθρου και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.

Γεννημένος στο πανέμορφο Συρράκο της Ηπείρου, ο Κρυστάλλης μεγάλωσε μέσα στα άγρια τοπία, τους ήχους της φλογέρας και τις παραδόσεις του τόπου του. Η μοίρα του, όμως, άλλαξε βίαια στα 19 του χρόνια.

Η έκδοση του πατριωτικού του ποιήματος «Αι σκιαί του Άδου» προκάλεσε την οργή των τουρκικών αρχών κατοχής. Καταδικάστηκε ερήμην σε 25 χρόνια εξορίας και αναγκάστηκε να καταφύγει κρυφά στην Αθήνα το 1889 για να γλυτώσει τη σύλληψη.

Η πρωτεύουσα δεν του φέρθηκε με τρυφερότητα. Μακριά από τα αγαπημένα του βουνά, ο Κρυστάλλης έζησε μέσα στη φτώχεια και τις στερήσεις. Εργάστηκε σκληρά ως τυπογράφος, διορθωτής και υπάλληλος σιδηροδρόμων. Παρά την εξάντληση, το πάθος του για τη γραφή δεν έσβησε. Κλείνοντας τα μάτια, μεταφερόταν ξανά στην Ήπειρο, αποτυπώνοντας στο χαρτί τη ζωή των βοσκών, τα πανηγύρια, τους έρωτες και τους καημούς του χωριού. Η βαθιά επιθυμία του για ελευθερία και επιστροφή στα πάτρια εδάφη αποτυπώνεται συγκλονιστικά στο ποίημά του «Στο Σταυραετό»:

«...Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.

Θέλω τ' αψήλου ν' ανεβώ· ν' αράξω θέλω, αϊτέ μου,

μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,

θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα.

Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,

καθημερνή μου κι ακριβή να τα 'χω συντροφιά μου.

Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι

να 'ρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα, σαν αδέρφι

να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες

να μου προσφέρουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.

Θέλω του λόγκου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους

να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ.

Και θέλω να 'χω στρώμα μου να 'χω και σκέπασμά μου

το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμών' τα χιόνια.

Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια

θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνου να πλαγιάζω,

ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

Από ημερόδεντρον, αϊτέ, θέλω να τρώω βαλάνια,

θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.

Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,

θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,

θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.

Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,

ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.

Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια

και τυραννιέμαι και πονώ και σβηέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλώ σε, σταυραϊτέ, για χαμηλώσου ολίγο

και δώσ' μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,

πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!»

Με συλλογές όπως τα «Αγροτικά» (1891) και «Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης» (1893), ο Κρυστάλλης καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν «ειδυλλιακός» ποιητής. Η γλώσσα του, βαθιά επηρεασμένη από το δημοτικό τραγούδι, είναι γεμάτη ζωντάνια, εικόνες και αυθεντικότητα.

Παράλληλα, ο πόνος της ξενιτιάς και ο καημός του μακριά από την πατρίδα έγιναν κεντρικό θέμα στο έργο του, όπως βλέπουμε στο «Τραγούδι της ξενιτιάς»:

«Ξένος εδώ, ξένος εκεί, όπου κι αν πάω ξένος!

Καημός που με πλημμύρισε, φαρμάκι που με σφάζει...

Ανάθεμά σε, ξενιτιά, και σε και το ψωμί σου,

που το κερδίζω με δάκρυα, με στεναγμούς το τρώω...» 

Δεν έγραψε όμως μόνο ποίηση· τα διηγήματά του αποτελούν πολύτιμα λαογραφικά ντοκουμέντα για τα ήθη και τα έθιμα της εποχής.

Ποιητικές Συλλογές & Συνθέσεις:

«Αι σκιαί του Άδου» (1887): Το πρώτο του πατριωτικό-επικό ποίημα, γραμμένο σε καθαρεύουσα με αρχαΐζοντες τόνους, το οποίο προκάλεσε τη δίωξή του από τους Τούρκους.

«Ο καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου» (1890): Έμμετρη ποιητική σύνθεση, εμπνευσμένη από την Ελληνική Επανάσταση.

«Αγροτικά» (1891): Η πρώτη μεγάλη στροφή του στη δημοτική γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι. Η συλλογή αυτή βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό.

«Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης» (1893): Το ωριμότερο και πιο διάσημο ποιητικό του έργο, που τον καθιέρωσε ως τον κορυφαίο ποιητή της ελληνικής υπαίθρου.

«Ποιήματα» (1894): Συγκεντρωτική έκδοση των έργων του, που κυκλοφόρησε λίγο μετά τον θάνατό του.

Πεζογραφία & Διηγήματα:

Τα πεζογραφήματά του είναι κυρίως ηθογραφικά, επικεντρωμένα στη ζωή, τα βάσανα και τις παραδόσεις των ανθρώπων της Ηπείρου:

«Σκιαί του Σουλίου» 

«Ο Χαλκιάς»

«Το πανηγύρι της Καστρίτσας»

«Το ξύπνημα»

«Ηλιογέννητη»

«Αι απασχολήσεις του χωρικού»

«Ο γάμος της Μάρμως»

Λαογραφικές & Ιστορικές Μελέτες:

Ο Κρυστάλλης ασχολήθηκε συστηματικά με τη συλλογή λαογραφικού υλικού της Ηπείρου, δημοσιεύοντας μελέτες σε περιοδικά της εποχής (όπως η «Εβδομάς» και η «Εστία»):

«Οι Βλάχοι της Πίνδου»

«Ηπειρωτικαί αναμνήσεις»

«Το Συρράκον»

Δυστυχώς η εύθραυστη υγεία του δεν άντεξε τις κακουχίες της Αθήνας. Χτυπημένος από τη φυματίωση, επέστρεψε στην Άρτα, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Απριλίου 1894.

Ο Κώστας Κρυστάλλης δεν πρόλαβε να δει την Ήπειρο ελεύθερη, ούτε να ζήσει τη δικαίωση του έργου του. Μας άφησε όμως μια σπουδαία παρακαταθήκη: μια ποίηση που μυρίζει θυμάρι, έλατο και καθαρό βουνίσιο αέρα.

13/7/26

«Ειρήνη».

 


«Ειρήνη»

Στον Κώστα Βάρναλη.


Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.

Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.

Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,

είναι η ειρήνη.


Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια

μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα

κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του

είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,

είναι η ειρήνη.


Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου

και μες στους λάκκους που 'σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα

και στις καρδιές που 'καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα

κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο

ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,

είναι η ειρήνη.


Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,

τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,

τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,

και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός

γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,

είναι η ειρήνη.


Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ' ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.

Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ' άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,

και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως

είναι η ειρήνη.


Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,

τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα

τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ' το σύγνεφο

όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο

είναι η ειρήνη.


Τότε που η μέρα που πέρασε

δεν είναι μια μέρα που χάθηκε

μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι

κ' είναι μια κερδισμένη μέρα κ' ένας δίκαιος ύπνος

τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του

να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές του χρόνου

είναι η ειρήνη.


Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού

είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.

Όταν λες: αδελφέ μου -όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε

όταν χτίζουμε και τραγουδάμε

είναι η ειρήνη.


Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά

κ' οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,

τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού

το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος

είναι η ειρήνη.


Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων

είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου

είναι το χαμόγελο της μάνας.

Μονάχα αυτό.

Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη.

Και τ' αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ' όλη τη γης

ένα όνομα μονάχα γράφουν:

Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.


Πάνω στις ράγες των στίχων μου

το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον

φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα

είναι η ειρήνη.


Αδέρφια μου,

μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει

όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.

Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,

αυτό 'ναι η ειρήνη.


Γενάρης 1953

Γιάννης Ρίτσος.

Από τη συλλογή "Αγρύπνια" (1941-1953).