Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιστρέφουν ποτέ πραγματικά στον τόπο από όπου ξεκίνησαν. Κι υπάρχουν άλλοι που, ακόμη κι όταν απομακρύνονται, κουβαλούν μέσα τους έναν τόπο ολόκληρο. Ο Νίκος Καρβούνης ανήκει στους δεύτερους.
Γεννημένος στην Ιθάκη, στις 12 Ιουλίου 1880, έφυγε σε ηλικία μόλις τριών ετών μαζί με την οικογένειά του για τη Ρουμανία. Εκεί, στη Βράιλα, θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και θα αποκτήσει την ευρωπαϊκή παιδεία που θα σφραγίσει αργότερα την πνευματική του διαδρομή. Το 1898 επιστρέφει στην Ελλάδα. Είναι μόλις δεκαοκτώ ετών.
Η Ιθάκη, όμως, δεν είναι πια απλώς ένας γεωγραφικός τόπος.
Είναι η αρχή.
Και ίσως, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, είναι και ο προορισμός μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Καρβούνης θα γίνει δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής και άνθρωπος της πολιτικής δράσης. Θα περάσει από τις σελίδες των εφημερίδων στα μέτωπα των πολέμων και από εκεί στις φυλακές, στην παρανομία και τελικά στα ελεύθερα βουνά της Ρούμελης.
Η ζωή του θα γίνει μια διαρκής μετακίνηση ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη.
Γιατί για τον Καρβούνη η γραφή δεν υπήρξε ποτέ απλώς λογοτεχνική άσκηση.
Ήταν τρόπος να πάρει θέση.
Στην Αθήνα εντάσσεται γρήγορα στον κόσμο της δημοσιογραφίας. Συνεργάζεται με σημαντικές εφημερίδες της εποχής, γράφει άρθρα, ανταποκρίσεις και πολιτικά κείμενα και φτάνει στη διεύθυνση του «Σκριπ».
Δεν είναι ο δημοσιογράφος που παρατηρεί από απόσταση.
Είναι ο δημοσιογράφος που μπαίνει μέσα στην ιστορία.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους θα βρεθεί κοντά στο μέτωπο και θα μεταφέρει τις εμπειρίες του στο βιβλίο του "Ο Πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας (Εντυπώσεις Πολεμιστού)".
Η δημοσιογραφία του επομένως δεν είναι μόνο καταγραφή γεγονότων. Είναι μαρτυρία.
Και η μαρτυρία έχει κόστος.
Από νωρίς, παράλληλα με τη δημοσιογραφική του δράση, αναπτύσσεται και η λογοτεχνική του δραστηριότητα. Το πρώτο του βραβευμένο ποίημα, «Βασιλόπιττα», δημοσιεύεται στη Διάπλαση των Παίδων. Αργότερα γράφει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμια και κριτικές, ενώ μεταφράζει έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πολιτικής σκέψης.
Ο λόγος του κινείται ανάμεσα στην αισθητική και στην κοινωνία.
Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ωραίο.
Ενδιαφέρεται για το δίκαιο.
Καθώς η Ευρώπη οδηγείται προς τον φασισμό, ο Καρβούνης αντιλαμβάνεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να παραμένει θεατής.
Η δεκαετία του 1930 τον φέρνει πιο κοντά στη μαρξιστική σκέψη και αρχίζει να αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη με το ψευδώνυμο Κ. Μαυροθαλασσίτης. Η αντιφασιστική του αρθρογραφία γίνεται ολοένα εντονότερη.
Και τότε η εξουσία απαντά στη λέξη με τη σιωπή.
Λογοκρισία.
Απαγόρευση δημοσιεύσεων.
Συλλήψεις.
Ξυλοδαρμοί.
Φυλακή.
Βασανιστήρια.
Ο Καρβούνης γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει σώμα. Και αυτό το σώμα μπορεί να πονέσει.
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο συλλαμβάνεται για την αντιφασιστική του δράση και φυλακίζεται στο στρατόπεδο της Λάρισας.
Η ιστορία, όμως, δεν έχει ακόμη τελειώσει μαζί του.
Όταν έρχεται η Κατοχή, ο Καρβούνης δεν επιλέγει την ασφάλεια της σιωπής.
Εντάσσεται στην Αντίσταση.
Η γραφή του περνά από τις εφημερίδες της Αθήνας στον παράνομο τύπο και από εκεί στα βουνά.
Στην Ελεύθερη Ελλάδα γίνεται ένα από τα βασικά στελέχη της αντιστασιακής δημοσιογραφίας. Ανεβαίνει στη Ρούμελη και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Πρακτορείου Ειδήσεων «Ελεύθερη Ελλάδα».
Το 1944, στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, αναλαμβάνει το Γραφείο Τύπου.
Είναι πλέον υπεύθυνος για τη φωνή μιας ολόκληρης αντιστασιακής Ελλάδας.
Προκηρύξεις, εφημερίδες, ειδήσεις, ενημέρωση.
Η λέξη γίνεται όπλο.
Όχι όπλο καταστροφής.
Όπλο απέναντι στη λήθη.
Γιατί κάθε κατοχή προσπαθεί πρώτα να ελέγξει τη γλώσσα. Να αποφασίσει ποιος θα μιλήσει, τι θα ειπωθεί, ποια γεγονότα θα υπάρχουν και ποια θα εξαφανιστούν.
Η Αντίσταση, επομένως, δεν είναι μόνο μάχη στο βουνό.
Είναι και μάχη για το δικαίωμα να ειπωθεί η αλήθεια.
Και τότε, το 1944, μέσα σε αυτή την Ελλάδα της φωτιάς, της πείνας, του φόβου και της αντίστασης, ο Καρβούνης γράφει το τραγούδι που θα ξεπεράσει τον ίδιο τον δημιουργό του.
«Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα…»
Οι στίχοι του Νίκου Καρβούνη, με τη μουσική του "Αστραπόγιαννου" Ακη Σμυρναίου, γίνονται ο ύμνος "Στ’ άρματα, στ’ άρματα".
"Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα,
μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σείεται η στεριά.
Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα,
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.
Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματωλίκι,
τα μπράτσα σίδερο, φλόγα η ψυχή,
λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι οι λύκοι
στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή.
Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό,
μιας ανάστασης νέας χτυπά καμπάνα,
μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.
Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα
που μας εβάραινε θανατερά,
θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα
και πανανθρώπινη τη λευτεριά."
Οι στίχοι αυτοί παύουν να είναι πλέον απλώς ποίηση.
Γίνονται συλλογική φωνή.
Το τραγούδι εγκαταλείπει τον δημιουργό του και περνά από στόμα σε στόμα, από βουνό σε βουνό, από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δικαίωση ενός ποιητή.
Να πάψει το ποίημα να του ανήκει.
Να γίνει κοινό κτήμα.
Να γίνει φωνή ανθρώπων που μπορεί να μην γνωρίζουν καν ποιος έγραψε τους στίχους, αλλά αναγνωρίζουν μέσα τους τη δική τους εποχή.
Κι όμως, ο Καρβούνης δεν είναι μόνο ο ποιητής του "Στ’ άρματα".
Αν περιορίσουμε τη μνήμη του σε ένα τραγούδι, αδικούμε μια ολόκληρη πνευματική διαδρομή.
Ήταν ένας άνθρωπος των γραμμάτων που πέρασε από την ευρωπαϊκή παιδεία στη δημοσιογραφία, από τη δημοσιογραφία στην πολιτική συνείδηση και από εκεί στην ενεργό αντίσταση.
Ήταν ο άνθρωπος που έγραψε όταν μπορούσε να γράψει ελεύθερα και συνέχισε να γράφει όταν η γραφή μπορούσε να τον οδηγήσει στη φυλακή.
Η ζωή του δείχνει ότι η πνευματική ελευθερία δεν μετριέται όταν όλα επιτρέπονται.
Μετριέται όταν η σιωπή είναι η ασφαλέστερη επιλογή.
Ο Καρβούνης πέθανε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 1947, σε ηλικία 67 ετών.
Η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στην αρχή μιας νέας και τραγικής περιόδου. Ο Εμφύλιος είχε αρχίσει να ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω στη χώρα.
Ο Καρβούνης δεν πρόλαβε να δει ολόκληρη αυτή τη νέα ιστορία.
Έφυγε λίγο πριν η χώρα βυθιστεί βαθύτερα στη σύγκρουση.
Άφησε όμως πίσω του κάτι περισσότερο από βιβλία, άρθρα, ποιήματα και μεταφράσεις.
Άφησε μια στάση ζωής.
Και υπάρχει κάτι βαθιά συμβολικό στο γεγονός ότι ο Νίκος Καρβούνης γεννήθηκε στην Ιθάκη.
Γιατί η Ιθάκη είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τόπος επιστροφής.
Ο Οδυσσέας ξεκινά από εκεί για να γνωρίσει τον κόσμο και περνά μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να επιστρέψει.
Ο Καρβούνης έκανε μια αντίστροφη διαδρομή.
Έφυγε παιδί από την Ιθάκη και δεν επέστρεψε σε αυτήν για να κατοικήσει.
Επέστρεψε όμως με άλλον τρόπο.
Μέσα από τη μνήμη.
Μέσα από τη γλώσσα.
Μέσα από την ποίηση.
Μέσα από την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο εκεί όπου βρίσκεται, αλλά και εκεί από όπου ξεκίνησε.
Ίσως γι’ αυτό η Ιθάκη του Καρβούνη δεν είναι μόνο το νησί της γέννησής του.
Είναι η εσωτερική του πατρίδα.
Και η πραγματική του επιστροφή δεν ήταν γεωγραφική.
Ήταν ηθική.
Ο Νίκος Καρβούνης έζησε σε μια εποχή όπου οι λέξεις είχαν ακόμη τη δύναμη να τρομάζουν την εξουσία.
Και γι’ αυτό διώχθηκε.
Έζησε σε μια εποχή όπου η δημοσιογραφία μπορούσε να γίνει πράξη αντίστασης.
Και γι’ αυτό βρέθηκε στα βουνά.
Έζησε σε μια εποχή όπου ένα ποίημα μπορούσε να γίνει τραγούδι ενός ολόκληρου λαού.
Και γι’ αυτό το «Στ’ άρματα» δεν έμεινε στο χαρτί.
Από την Ιθάκη μέχρι τη Ρούμελη, από τη δημοσιογραφική πένα μέχρι τον παράνομο τύπο, από τη φυλακή μέχρι το τραγούδι, η ζωή του υπήρξε μια διαρκής διαδρομή προς την ελευθερία.
Μια Οδύσσεια χωρίς επιστροφή στο νησί.
Αλλά με έναν βαθύτερο νόστο:
την επιστροφή του ανθρώπου στις αξίες που επέλεξε να υπηρετήσει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο αληθινή Ιθάκη του Νίκου Καρβούνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου