Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική θυμίζει περισσότερο τον Χορό του Ζαλόγγου παρά μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον μιας χώρας. Όχι επειδή οι πολιτικοί οδηγούνται στον γκρεμό - αυτό θα ήταν υπερβολικά αισιόδοξο. Επειδή, συνήθως, φροντίζουν να οδηγούν τους άλλους.
Ο «χορός» έχει αλλάξει μορφή. Δεν γίνεται πλέον στην άκρη ενός βράχου. Γίνεται μπροστά στις κάμερες, στα κοινοβουλευτικά έδρανα, στα τηλεοπτικά πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν ακούγονται νταούλια και δημοτικά τραγούδια. Ακούγονται συνθήματα, χειροκροτήματα, κομματικές αντιπαραθέσεις και, κυρίως, υποσχέσεις.
Και όλοι χορεύουν.
Η σύγχρονη πολιτική έχει αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να παρουσιάζει την υποχώρηση ως νίκη. Κάνουμε ένα βήμα πίσω και το ονομάζουμε «στρατηγική». Κάνουμε δύο βήματα πίσω και το ονομάζουμε «ρεαλισμό». Φτάνουμε στην άκρη του γκρεμού και κάποιος ανακοινώνει ότι πρόκειται για «ιστορική ευκαιρία».
Το κοινό χειροκροτεί,...και χορεύει.
Άλλωστε, ο πολιτικός χορός απαιτεί συγχρονισμό. Ο ένας λέει «όλα πάνε καλά», ο άλλος απαντά «θα πάνε ακόμη καλύτερα», ο τρίτος εξηγεί ότι ποτέ δεν πήγαν καλύτερα και ο τέταρτος καταγγέλλει τους τρεις πρώτους επειδή δεν κατάλαβαν ότι η κατάσταση είναι εξαιρετική.
Και κάπου εκεί χορεύει ο πολίτης.
Ο πολίτης είναι το πιο απαραίτητο πρόσωπο σε αυτό το χορευτικό. Είναι εκείνος που πληρώνει τον λογαριασμό, ψηφίζει, περιμένει, διαμαρτύρεται και στο τέλος καλείται να αισθανθεί και υπεύθυνος για όλα όσα αποφασίστηκαν χωρίς αυτόν.
Η πολιτική, άλλωστε, έχει έναν θαυμαστό μηχανισμό μεταφοράς ευθύνης. Όταν κάτι πηγαίνει καλά, είναι αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής. Όταν κάτι πηγαίνει στραβά, φταίνε οι προηγούμενοι, οι επόμενοι, η διεθνής συγκυρία, η αντιπολίτευση, τα μέσα ενημέρωσης, η κοινωνία, ο καιρός και, αν χρειαστεί, ο Ερμής ανάδρομος.
Ποτέ όμως ο πρωτοχορευτής. Ούτε η ορχήστρα.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι κάθε παράταξη έχει τον δικό της «Χορό του Ζαλόγγου». Άλλος χορεύει προς τα δεξιά, άλλος προς τα αριστερά, άλλος προς το κέντρο και κάποιος πάντοτε δηλώνει ότι δεν χορεύει καθόλου.
Μέχρι να ανοίξει η μουσική.
Τότε όλοι βρίσκουν ρυθμό.
Η σύγχρονη πολιτική έχει μετατρέψει ακόμη και την τραγωδία σε επικοινωνιακό προϊόν. Μια καταστροφή γίνεται ανακοίνωση, μια κοινωνική αδικία γίνεται σύνθημα, ένα σκάνδαλο γίνεται τηλεοπτικό επεισόδιο και μια ανθρώπινη απώλεια γίνεται αφορμή για φωτογραφίες, δηλώσεις και πολιτική αντιπαράθεση.
Και ύστερα έρχεται η επόμενη είδηση.
Ο χορός συνεχίζεται.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι οι πολιτικοί μάς οδηγούν στον γκρεμό. Είναι ότι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να χορεύουμε μαζί τους, ώστε κάποτε ξεχνάμε να ρωτήσουμε πού βρίσκεται ο γκρεμός.
Κι αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο.
Γιατί ο ιστορικός Χορός του Ζαλόγγου συμβολίζει, μέσα στη συλλογική μνήμη, την επιλογή μπροστά στην απόλυτη απελπισία.
Ο σύγχρονος πολιτικός «χορός» κινδυνεύει να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό: να ξέρουμε ότι πλησιάζουμε στην άκρη και παρ' όλα αυτά να συνεχίζουμε να ακολουθούμε τον ρυθμό.
Μόνο που στην πολιτική υπάρχει μια σημαντική διαφορά.
Η μυθική ζωή της «Βασίλισσας της Country» που σίγησε στα 80 της χρόνια.
Στις 25 Αυγούστου 2026, ο κόσμος της μουσικής έγινε λίγο πιο φτωχός. Η Ντόλι Πάρτον, η γυναίκα με την εκρηκτική εμφάνιση, το χαρακτηριστικό γέλιο, την αστείρευτη δημιουργικότητα και τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε παγκόσμια συγκίνηση, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών. Ο θάνατός της στο Νάσβιλ σηματοδότησε το τέλος μιας από τις πιο αξιοθαύμαστες διαδρομές στην ιστορία της αμερικανικής μουσικής. Η οικογένειά της ανακοίνωσε ότι πέθανε ειρηνικά, έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο.
Πίσω της δεν άφησε μόνο τραγούδια. Άφησε μια ολόκληρη πολιτιστική κληρονομιά. Περισσότερα από 100 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων, περίπου 3.000 τραγούδια, έντεκα Grammy και μια διαδρομή που πέρασε από την country στην pop, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στις επιχειρήσεις και, τελικά, στη φιλανθρωπία.
Η ιστορία της, όμως, δεν αρχίζει μέσα στη λάμψη.
Αρχίζει σε μια μικρή ξύλινη κατοικία στους λόφους του ανατολικού Τενεσί.
Η Ντόλι Ρεμπέκα Πάρτον γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1946 στο Λόκουστ Ριτζ του Τενεσί, σε μια οικογένεια δώδεκα παιδιών. Η οικογένειά της ήταν φτωχή, τόσο φτωχή ώστε η έλλειψη χρημάτων αποτελούσε καθημερινή πραγματικότητα. Όμως το σπίτι της ήταν γεμάτο μουσική, θρησκευτικά τραγούδια, ιστορίες και οικογενειακές αναμνήσεις. Εκεί, μέσα στη φτώχεια, διαμορφώθηκε ο κόσμος από τον οποίο αργότερα θα αντλούσε σχεδόν όλη τη δημιουργική της δύναμη.
Η Πάρτον δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει αυτή την καταγωγή της. Αντίθετα, την έκανε μέρος της μυθολογίας της.
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι το «Coat of Many Colors». Το τραγούδι, που κυκλοφόρησε το 1971, αφηγείται την ιστορία ενός παιδικού παλτού φτιαγμένου από κομμάτια υφάσματος. Για ένα παιδί που μεγάλωνε μέσα στη φτώχεια, το παλτό θα μπορούσε να είναι σύμβολο ντροπής. Για την Πάρτον έγινε σύμβολο αγάπης.
Εκεί βρίσκεται ίσως ο πυρήνας ολόκληρης της φιλοσοφίας της.
Δεν είναι πλούσιος εκείνος που έχει τα περισσότερα. Είναι εκείνος που μπορεί να μετατρέψει ακόμη και την έλλειψη σε κάτι που έχει αξία.
Η μουσική μπήκε στη ζωή της από πολύ νωρίς. Ως παιδί τραγουδούσε και έγραφε τραγούδια, ενώ στα δεκατρία της εμφανίστηκε στο Grand Ole Opry. Μετά την αποφοίτησή της από το λύκειο, το 1964, έφυγε για το Νάσβιλ, έχοντας μαζί της κάτι περισσότερο από ένα όνειρο: την πεποίθηση ότι μπορούσε να το πραγματοποιήσει.
Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1967, όταν ο Porter Wagoner την προσκάλεσε στην τηλεοπτική εκπομπή του. Η συνεργασία τους την έκανε ευρύτερα γνωστή και της άνοιξε τον δρόμο για μια σόλο καριέρα που σύντομα θα ξεπερνούσε τα όρια της country μουσικής.
Το πρώτο της άλμπουμ, «Hello, I'm Dolly», κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.
Από εκεί και πέρα, η πορεία της υπήρξε σχεδόν ασταμάτητη.
Η Πάρτον είχε ένα σπάνιο χάρισμα: μπορούσε να γράφει τραγούδια που έμοιαζαν απλά και, ταυτόχρονα, έκρυβαν μέσα τους τεράστια συναισθηματική δύναμη. Δεν χρειαζόταν περίπλοκες φιλοσοφίες. Μιλούσε για ζήλια, απώλεια, έρωτα, εργασία, φτώχεια, μοναξιά και αξιοπρέπεια.
Και τα έκανε τραγούδια που μπορούσαν να τραγουδηθούν από εκατομμύρια ανθρώπους.
Το «Jolene», το «Coat of Many Colors», το «9 to 5» και το «I Will Always Love You» αποτελούν μόνο μερικούς από τους σταθμούς μιας τεράστιας δημιουργικής πορείας.
Το «I Will Always Love You», που έγραψε το 1973 ως αποχαιρετισμό στον Porter Wagoner, απέκτησε μια δεύτερη, ακόμη μεγαλύτερη ζωή όταν η Whitney Houston το τραγούδησε για την ταινία «The Bodyguard» το 1992. Το τραγούδι που γεννήθηκε ως προσωπικός αποχαιρετισμός μετατράπηκε σε παγκόσμιο μουσικό φαινόμενο.
Το «9 to 5», από την άλλη, έγινε κάτι περισσότερο από επιτυχία. Έγινε τραγούδι για την καθημερινότητα εκατομμυρίων εργαζομένων και συνδέθηκε με τις συζητήσεις γύρω από τη θέση των γυναικών στον εργασιακό χώρο.
Η Πάρτον είχε πλέον αποδείξει ότι δεν ήταν απλώς μια τραγουδίστρια της country.
Ήταν δημιουργός.
Και δημιουργός με εξαιρετική επιχειρηματική αντίληψη.
Το 1980 πέρασε στον κινηματογράφο με την ταινία «9 to 5», δίπλα στις Jane Fonda και Lily Tomlin. Η παρουσία της στην οθόνη αποκάλυψε μια ακόμη πλευρά της προσωπικότητάς της: το χιούμορ, την αυτοπεποίθηση και την ικανότητά της να μετατρέπει την ιδιαίτερη σκηνική της εικόνα σε πλεονέκτημα.
Ακολούθησαν ταινίες όπως οι «Steel Magnolias», ενώ η Πάρτον απέδειξε ότι μπορούσε να κινηθεί με την ίδια άνεση ανάμεσα στη μουσική, την υποκριτική και την επιχειρηματικότητα.
Το 1986, το θεματικό πάρκο που συνδέθηκε με το όνομά της πήρε τη μορφή του Dollywood. Η επένδυση αυτή δεν ήταν απλώς μια ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα. Έγινε ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς πυλώνες της περιοχής του Τενεσί και συνδέθηκε με την ιδιαίτερη πατρίδα της. Η γυναίκα που κάποτε έφυγε από τους λόφους για να κυνηγήσει το όνειρό της επέστρεψε, αυτή τη φορά έχοντας τη δυνατότητα να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και ευκαιρίες στον τόπο της.
Κι όμως, η μεγαλύτερη κληρονομιά της δεν βρίσκεται ούτε στα τραγούδια ούτε στις επιχειρήσεις.
Βρίσκεται στα βιβλία.
Το 1995 ίδρυσε το Dolly Parton's Imagination Library, εμπνευσμένη σε μεγάλο βαθμό από τον πατέρα της, ο οποίος δεν μπορούσε να διαβάσει και να γράψει. Η αρχική ιδέα ήταν απλή: κάθε παιδί στην ιδιαίτερη πατρίδα της να μπορεί να λαμβάνει δωρεάν ένα βιβλίο κάθε μήνα.
Η μικρή τοπική πρωτοβουλία εξελίχθηκε σε ένα διεθνές πρόγραμμα.
Σήμερα η Imagination Library προσφέρει δωρεάν, κατάλληλα για την ηλικία τους βιβλία σε παιδιά από τη γέννηση έως τα πέντε χρόνια, σε πέντε χώρες. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν δοθεί περισσότερα από 300 εκατομμύρια βιβλία.
Και εδώ η ζωή της Πάρτον κλείνει έναν εκπληκτικό κύκλο.
Το παιδί που μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και γνώρισε την αξία ενός βιβλίου χωρίς να έχει πάντα πρόσβαση σε αφθονία, έγινε η γυναίκα που θέλησε να εξασφαλίσει ότι τα παιδιά δεν θα στερούνται ποτέ την ευκαιρία να ανοίξουν ένα.
Δεν χάρισε απλώς βιβλία.
Χάρισε πιθανότητες και δυνατότητες.
Ένα βιβλίο μπορεί να γίνει η πρώτη πόρτα προς έναν διαφορετικό κόσμο. Μπορεί να γεννήσει ένα όνειρο. Μπορεί να κάνει ένα παιδί να φανταστεί τον εαυτό του ως γιατρό, επιστήμονα, συγγραφέα ή μουσικό. Αυτό ακριβώς ήταν το όραμα της Πάρτον: να δώσει στα παιδιά όχι απλώς ένα αντικείμενο, αλλά την αφετηρία της φαντασίας.
Η φιλανθρωπία της επεκτάθηκε και πέρα από την εκπαίδευση. Κατά την πανδημία της COVID-19, δώρισε ένα εκατομμύριο δολάρια στο Vanderbilt University Medical Center για την έρευνα του εμβολίου. Η δωρεά της συνδέθηκε με την έρευνα που συνέβαλε στην ανάπτυξη του εμβολίου της Moderna.
Η προσφορά, επομένως, δεν ήταν μια παράλληλη δραστηριότητα της καριέρας της.
Ήταν μέρος της ίδιας της ταυτότητάς της.
Ίσως γι' αυτό κατάφερε να αγαπηθεί από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό μεταξύ τους. Η Πάρτον είχε έναν σπάνιο τρόπο να ξεπερνά τις πολιτιστικές, κοινωνικές και πολιτικές διαχωριστικές γραμμές. Δεν ζητούσε από το κοινό της να συμφωνήσει σε όλα μαζί της. Του έδινε τραγούδια, γέλιο, συγκίνηση και μια εικόνα ανθρώπου που δεν ντράπηκε ποτέ για την καταγωγή του.
Και ούτε την εμφάνισή της πήρε ποτέ υπερβολικά στα σοβαρά.
Η χαρακτηριστική της εικόνα -τα ξανθά μαλλιά, τα έντονα ρούχα, το μακιγιάζ, τα ψηλοτάκουνα- έγινε αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας παρουσίας της. Όμως η ίδια γνώριζε πολύ καλά ότι πίσω από την εικόνα υπήρχε ένας άνθρωπος που δούλευε ασταμάτητα.
Η αυτοσαρκαστική της διάθεση υπήρξε ένας από τους τρόπους με τους οποίους έλεγχε η ίδια τον μύθο της.
Δεν άφησε ποτέ τους άλλους να αποφασίσουν ποια ήταν.
Το 2023, με το «Rockstar», έκανε ακόμη μία εντυπωσιακή κίνηση: μια καλλιτέχνιδα ταυτισμένη επί δεκαετίες με την country επιχείρησε να συνομιλήσει ανοιχτά με τη ροκ ιστορία. Ήταν σαν να αρνείται να δεχτεί ότι η ηλικία ή η κατηγορία στην οποία είχε τοποθετηθεί μπορούσαν να περιορίσουν τη δημιουργικότητά της.
Η αναγνώριση ήρθε σε κάθε πιθανό επίπεδο. Grammy, κινηματογραφικές διακρίσεις, ένταξη στο Country Music Hall of Fame και στο Rock & Roll Hall of Fame. Όμως ακόμη και αυτές οι τιμές μοιάζουν μικρές μπροστά στο εύρος της επιρροής της.
Γιατί η Πάρτον δεν έγινε μόνο «σταρ».
Έγινε σύμβολο.
Σύμβολο της δυνατότητας να ξεκινάς από το μηδέν και να φτάνεις στην κορυφή χωρίς να χρειάζεται να διαγράψεις το παρελθόν σου.
Η ζωή της είχε μια σχεδόν μυθιστορηματική γεωμετρία: από τη φτωχή οικογένεια του Τενεσί στο Νάσβιλ, από το Νάσβιλ στο Χόλιγουντ, από το τραγούδι στην επιχειρηματικότητα και από την επιτυχία στην προσφορά.
Και όσο μεγάλωνε η περιουσία της, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ανάγκη της να επιστρέφει κάτι στην κοινωνία.
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ζωής της.
Γιατί η επιτυχία από μόνη της δεν αποτελεί πάντα δικαίωση.
Η πραγματική δικαίωση έρχεται όταν ο άνθρωπος που ανέβηκε ψηλά δεν ξεχνά εκείνους που έμειναν χαμηλά.
Η Ντόλι Πάρτον δεν ξέχασε ποτέ την παράγκα των παιδικών της χρόνων. Τη μετέφερε μαζί της σε κάθε σκηνή, σε κάθε τραγούδι, σε κάθε βιβλίο που έφτασε στα χέρια ενός παιδιού.
Στις 25 Αυγούστου 2026, η φωνή της σίγησε.
Αλλά η σιωπή δεν σημαίνει τέλος.
Τα τραγούδια της θα συνεχίσουν να τραγουδιούνται. Οι χαρακτήρες που δημιούργησε θα συνεχίσουν να ζουν. Τα βιβλία που έστειλε στα παιδιά θα συνεχίσουν να ανοίγουν. Και τα όνειρα που γεννήθηκαν μέσα από αυτά θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν.
Η Ντόλι Πάρτον ξεκίνησε από ένα μικρό σπίτι στους λόφους του Τενεσί και έφτασε σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όμως ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά της ήταν ότι, όταν έφτασε στην κορυφή, δεν κοίταξε μόνο πόσο ψηλά είχε ανέβει.
Κοίταξε πίσω.
Και άπλωσε το χέρι της προς τα κάτω.
Αυτό είναι που κάνει μια καλλιτέχνιδα κάτι περισσότερο από διάσημη.
Η κατεύθυνση μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με κάτι αντικειμενικό. Ένα βέλος δείχνει προς τα δεξιά, ένας άνθρωπος βαδίζει προς τον βορρά, ένα πλοίο απομακρύνεται από την ακτή. Κι όμως, η κατεύθυνση δεν υπάρχει ποτέ εντελώς μόνη της. Χρειάζεται έναν παρατηρητή, ένα σημείο αναφοράς, ένα βλέμμα απέναντι στο οποίο θα οριστεί.
Το ίδιο πλοίο που για κάποιον κινείται προς το πέλαγος, για κάποιον άλλον κινείται προς την ξηρά. Ο ένας βλέπει την αναχώρηση, ο άλλος την προσέγγιση. Το αντικείμενο είναι ένα· οι κατευθύνσεις του πολλές.
Ίσως λοιπόν η κατεύθυνση να μην είναι ιδιότητα του πράγματος αλλά σχέση ανάμεσα στο πράγμα-αντικείμενο και σε εκείνον που το κοιτάζει- το παρατηρεί.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη ζωή. Ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρεί ότι προχωρά, ενώ κάποιος που τον παρατηρεί πιστεύει ότι απομακρύνεται. Εκείνος μπορεί να βλέπει μια επιλογή ως επιστροφή στον εαυτό του, ενώ οι άλλοι ως υποχώρηση. Μπορεί να εγκαταλείπει κάτι που οι άλλοι θεωρούν επιτυχία και να κατευθύνεται προς κάτι που μόνο ο ίδιος αναγνωρίζει ως ελευθερία.
Ποιος έχει δίκιο;
Ίσως και οι δύο -εφόσον κοιτούν από διαφορετικά σημεία.
Η κατεύθυνση προϋποθέτει χώρο, και ο χώρος προϋποθέτει θέση αναφοράς. Δεν υπάρχει «μπροστά» χωρίς κάποιον που βρίσκεται πίσω. Δεν υπάρχει «πάνω» χωρίς κάποιο «κάτω». Δεν υπάρχει «μακριά» χωρίς ένα σημείο από το οποίο απομακρύνεσαι. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την κίνηση είναι κρυφά δεμένες με τη θέση του παρατηρητή.
Κι έτσι η πραγματικότητα αποκτά κάτι βαθιά σχετικό: όχι επειδή όλα είναι ψευδή ή επειδή καμία αλήθεια δεν υπάρχει, αλλά επειδή η ίδια πραγματικότητα μπορεί να εμφανίζεται διαφορετικά από διαφορετικές θέσεις. Γίνεται υποκείμενο βίωμα.
Ακόμη και η έννοια της προόδου κρύβει έναν παρατηρητή. Πρόοδος προς τα πού; Και προς όφελος τίνος; Αυτό που ένας πολιτισμός ονομάζει ανάπτυξη, ένας άλλος μπορεί να το ονομάσει καταστροφή. Αυτό που για έναν άνθρωπο είναι εξέλιξη, για έναν άλλον είναι απώλεια. Η κατεύθυνση δεν έχει νόημα χωρίς το σημείο αναφοράς της.
Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι διαφωνούν τόσο συχνά όχι για το γεγονός, αλλά για την κατεύθυνσή του. Βλέπουν την ίδια κίνηση και της αποδίδουν διαφορετικό προσανατολισμό. Ο ένας βλέπει άνοδο, ο άλλος πτώση. Ο ένας βλέπει φυγή, ο άλλος σωτηρία. Ο ένας βλέπει τέλος, ο άλλος αρχή.
Και υπάρχει εδώ μια σημαντική φιλοσοφική συνέπεια: πριν κρίνουμε την κατεύθυνση κάποιου, θα έπρεπε να γνωρίζουμε από πού κοιτάζει.
Γιατί μπορεί να μην πηγαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που βλέπουμε. Μπορεί απλώς να βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο του κόσμου.
Ο παρατηρητής δεν αλλάζει πάντοτε αυτό που συμβαίνει. Αλλάζει συχνά το νόημα της κίνησής του.
Ίσως, τελικά, η πιο δύσκολη κατεύθυνση δεν είναι αυτή που οδηγεί κάπου. Είναι εκείνη που πρέπει να επιλέξεις όταν καταλαβαίνεις πως το «προς τα πού» εξαρτάται και από το «από πού κοιτάζω».
Και τότε η φιλοσοφία δεν μας ζητά να βρούμε απλώς τη σωστή κατεύθυνση. Μας ζητά πρώτα να αναρωτηθούμε: Από ποιο σημείο κοιτάζω;
Η φράση «αν σκοτώσεις μια κατσαρίδα, είσαι ήρωας· αν σκοτώσεις μια όμορφη πεταλούδα, είσαι κακός· η ηθική έχει αισθητικά κριτήρια» έχει γίνει εξαιρετικά δημοφιλής στο διαδίκτυο και αποδίδεται συχνά στον Φρίντριχ Νίτσε. Δεν είναι, όμως, αυθεντικό απόφθεγμα του Νίτσε και δεν υπάρχει στα έργα του. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η φράση είναι φιλοσοφικά άσχετη με τον Νίτσε. Αντίθετα, αγγίζει ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα της σκέψης του: ποιος αποφασίζει τι είναι καλό και τι είναι κακό και από πού προέρχονται οι ηθικές αξίες μας;
Δεν έχει τελικά σημασία αν τη φράση την είπε ο Νίτσε. Που σίγουρα δεν την είπε. Έχει σημασία ότι μέσα σε λίγες λέξεις αποκαλύπτει μια βαθιά ανθρώπινη αντίφαση. Σκοτώνεις μια κατσαρίδα και θεωρείται ότι έκανες το αυτονόητο. Σκοτώνεις μια πεταλούδα και ξαφνικά η ίδια πράξη αποκτά το βάρος της σκληρότητας. Η ζωή, όμως, δεν άλλαξε. Άλλαξε μόνο η μορφή της. Η πράξη της αφαίρεσης μιας ζωής παραμένει ακριβώς η ίδια (το πάτημα ενός εντόμου). Παρόλα αυτά, η κοινωνία μεταφράζει την πράξη με δύο εκ διαμέτρου αντίθετους όρους. Ηθικά, αν η ζωή είχε αντικειμενική αξία, οι δύο πράξεις θα έπρεπε να κρίνονται ισότιμα. Η διαφοροποίηση αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν βάσει λογικής ή καθολικών νόμων, αλλά βάσει της προσωπικής τους ηθικής και αισθητικής.
Στη "Γενεαλογία της Ηθικής", ο Νίτσε δεν παίρνει τις έννοιες «καλό» και «κακό» ως αιώνιες και αυτονόητες αλήθειες. Ζητά να εξετάσουμε τη γενεαλογία τους: κάτω από ποιες συνθήκες δημιουργήθηκαν, ποιοι τις δημιούργησαν και τι ανάγκες, φόβοι ή σχέσεις δύναμης εκφράζουν. Χαρακτηριστικά ζητά να τεθεί υπό αμφισβήτηση ακόμη και η αξία των ίδιων των αξιών.
Εδώ ακριβώς αποκτά ενδιαφέρον η κατσαρίδα και η πεταλούδα.
Η πράξη μπορεί να είναι η ίδια: αφαιρούμε μια ζωή. Η ηθική μας κρίση, όμως, αλλάζει ανάλογα με το πλάσμα που βρίσκεται μπροστά μας. Η κατσαρίδα θεωρείται βρώμικη, αποκρουστική, απειλητική. Η πεταλούδα θεωρείται όμορφη, εύθραυστη, σχεδόν ποιητική. Έτσι, η μία πράξη μπορεί να μας βρει επικροτητές ή τουλάχιστον να μας αφήσει αδιάφορους, ενώ η άλλη να μας προκαλέσει θλίψη ή και αγανάκτηση.
Δεν κρίνουμε, λοιπόν, μόνο την πράξη. Κρίνουμε πρώτα την αξία που έχουμε αποδώσει στο αντικείμενό της αλλά και στο υποκείμενό της. Είμαστε εξαρχής προκατειλημμένοι τόσο από το υποκείμενο, όσο και από το αντικείμενο μίας πράξης, που την ίδια πράξη μπορεί να την κρίνουμε θετικά ή αρνητικά, ανεξάρτητα αν η πράξη είναι η ίδια ακριβώς.
Και αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στη νιτσεϊκή «γενεαλογία» της ηθικής. Ο φιλόσοφος θέλει να μας κάνει καχύποπτους απέναντι στις βεβαιότητές μας. Να αναρωτηθούμε γιατί ονομάζουμε κάτι «καλό» και κάτι άλλο «κακό», αντί να θεωρούμε ότι αυτές οι κατηγορίες είναι φυσικοί και αιώνιοι νόμοι. Στο "Πέρα από το Καλό και το Κακό", άλλωστε, εξετάζει ακριβώς την ιστορία, την ποικιλία και τις διαφορετικές μορφές των ηθικών αξιών.
Η πράξη (το «τι συμβαίνει») δεν εξετάζεται ποτέ σε κενό αέρος. Φιλτράρεται πάντα μέσα από την αξία που έχουμε προ-αποδώσει τόσο στο αντικείμενο (αυτόν που δέχεται την πράξη) όσο και στο υποκείμενο (αυτόν που την εκτελεί).
Η πρώτη προκατάληψη βρίσκεται στο ίδιο το αντικείμενο της πράξης. Δεν αξιολογούμε πάντοτε την πράξη καθαυτή· αξιολογούμε εκείνο το αντικείμενο πάνω στο οποίο στρέφεται η πράξη.
Η θανάτωση ενός δελφινιού προκαλεί παγκόσμια συγκίνηση. Η θανάτωση ενός τόνου αποτελεί, τις περισσότερες φορές, απλώς «αλιεία». Μια πεταλούδα θεωρείται σύμβολο ομορφιάς και ευαισθησίας. Μια κατσαρίδα αντιμετωπίζεται ως παράσιτο και η εξόντωσή της ως «εξυγίανση».
Έχουμε δημιουργήσει, δηλαδή, μια άτυπη ιεραρχία ενσυναίσθησης. Δεν έχουν όλα τα όντα την ίδια θέση στη συνείδησή μας. Τους αποδίδουμε αξία πριν ακόμη αποφασίσουμε πώς θα τους συμπεριφερθούμε.
Και η αξία αυτή συχνά είναι ανθρωποκεντρική. Ό,τι μας προσφέρει ομορφιά, τροφή, χρησιμότητα ή συντροφιά προστατεύεται ευκολότερα. Ό,τι μας προκαλεί αηδία, φόβο ή οικονομική ζημιά μπορεί να εξοντωθεί χωρίς ιδιαίτερη ηθική ανησυχία. Η λέξη αλλάζει: άλλοτε λέμε «προστασία», άλλοτε «παραγωγή», άλλοτε «εξυγίανση». Η πράξη, όμως, μπορεί να παραμένει η ίδια: η αφαίρεση μιας ζωής.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη προκατάληψη, ακόμη πιο ανθρώπινη: η αξία που προαποδίδουμε στο υποκείμενο της πράξης.
Η ίδια πράξη δεν κρίνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, αλλά κρίνεται ανάλογα με το ποιος την κάνει.
Από έναν ισχυρό, πλούσιο ή κοινωνικά αποδεκτό άνθρωπο δεχόμαστε ευκολότερα το «ήταν ένα λάθος», «βρισκόταν υπό πίεση», «παρασύρθηκε». Από έναν περιθωριοποιημένο ή κοινωνικά στιγματισμένο άνθρωπο, η ίδια πράξη μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη χαρακτήρα: «έτσι είναι αυτοί».
Το ίδιο συμβαίνει και ανάμεσα στις συλλογικότητες. Όταν το κάνουν «οι δικοί μας», η βία μπορεί να ονομαστεί αυτοάμυνα, αναγκαιότητα, ιστορική ανάγκη. Όταν την ίδια πράξη την κάνει ο αντίπαλος, αποκτά αμέσως άλλο λεξιλόγιο: βαρβαρότητα, έγκλημα, τρομοκρατία.
Η πράξη δεν άλλαξε. Άλλαξε ο δράστης.
Κι εδώ η σκέψη του Νίτσε γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Ο Νίτσε δεν μας προσφέρει μια απλή θεωρία σχετικισμού, ούτε λέει απλώς ότι «όλα είναι υποκειμενικά». Ο προοπτικισμός του μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι οι κρίσεις μας προέρχονται πάντοτε από κάποια οπτική γωνία, από μια συγκεκριμένη θέση μέσα στη ζωή, την ιστορία και τις σχέσεις δύναμης. Ακόμη και όταν θεωρούμε ότι μιλάμε από την απόλυτη θέση της αλήθειας, χρειάζεται να ρωτήσουμε: ποιος μιλά, από πού μιλά και ποια δύναμη εκφράζει αυτή η κρίση;
Στη νιτσεϊκή σκέψη, οι αξίες δεν είναι απλώς ουδέτεροι κανόνες που έπεσαν από τον ουρανό. Έχουν ιστορία. Έχουν δημιουργούς. Έχουν συγκρούσεις πίσω τους. Συνδέονται με ένστικτα, ανάγκες και μορφές δύναμης. Η «Γενεαλογία της Ηθικής» ακριβώς αυτό επιχειρεί: να αναζητήσει την προέλευση των ηθικών αξιών αντί να τις δεχθεί ως αυτονόητες.
Γι' αυτό και η "Θέληση για Δύναμη" δεν πρέπει να κατανοείται απλοϊκά ως η επιθυμία κάποιου να επιβληθεί στους άλλους. Στον Νίτσε συνδέεται βαθύτερα με την ενεργητική δύναμη της ζωής να ερμηνεύει, να αξιολογεί, να δημιουργεί αξίες και να επιβάλλει μια προοπτική πάνω στον κόσμο.
Έτσι, η κατσαρίδα και η πεταλούδα γίνονται κάτι περισσότερο από δύο έντομα. Γίνονται ένας καθρέφτης της ηθικής μας.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση.
Ο Νίτσε δεν θεωρεί την αισθητική κάτι εντελώς ξένο προς τη φιλοσοφία της ζωής. Ήδη στη "Γέννηση της Τραγωδίας" διατυπώνει την περίφημη θέση ότι η ύπαρξη και ο κόσμος δικαιώνονται ως αισθητικό φαινόμενο. Η τέχνη, όχι η ηθική, εμφανίζεται εκεί ως η κατεξοχήν μεταφυσική δραστηριότητα του ανθρώπου.
Και έτσι η πεταλούδα αποκτά έναν παράξενο φιλοσοφικό συμβολισμό.
Την προστατεύουμε επειδή είναι όμορφη. Την κατσαρίδα τη συνθλίβουμε επειδή είναι άσχημη. Μήπως, λοιπόν, ένα μέρος της ηθικής μας δεν είναι παρά αισθητική μεταμφιεσμένη σε ηθική;
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Νίτσε θα συμφωνούσε απλά με το διαδικτυακό απόφθεγμα. Η φράση είναι σύγχρονη και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως δική του. Η συγγένεια βρίσκεται αλλού: στην αμφισβήτηση της αυτονόητης ηθικής, στην εξέταση της προέλευσης των αξιών και στην υποψία ότι πίσω από τις κρίσεις μας κρύβονται βαθύτερες επιθυμίες, ένστικτα, φόβοι και τρόποι θέασης του κόσμου.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενοχλητικό ερώτημα.
Αν η κατσαρίδα ήταν όμορφη και η πεταλούδα αποκρουστική, θα παρέμενε ίδια η ηθική μας;
Ίσως ο Νίτσε δεν μας ζητά να αγαπήσουμε την κατσαρίδα ούτε να μισήσουμε την πεταλούδα. Μας ζητά κάτι δυσκολότερο: να εξετάσουμε τον ίδιο τον μηχανισμό με τον οποίο αποφασίζουμε τι αξίζει να αγαπάμε, τι αξίζει να λυπόμαστε και τι θεωρούμε άξιο να καταστραφεί.
Γιατί η πιο επικίνδυνη ηθική δεν είναι εκείνη που γνωρίζει ότι έχει προκαταλήψεις. Είναι εκείνη που τις έχει ξεχάσει και τις ονομάζει αλήθειες.
Ο γάιδαρος είναι ένα παράξενο πολιτικό ζώο. Δεν κυβερνά, δεν αποφασίζει, δεν ψηφίζει νόμους. Κι όμως, πάνω του καταλήγουν σχεδόν όλες οι αποφάσεις. Είναι εκείνος που βρίσκεται πάντα στο τέλος της αλυσίδας.
Άλλοι σχεδιάζουν την οικονομία, άλλοι μοιράζουν τα προνόμια, άλλοι μιλούν για θυσίες. Και κάποιος πρέπει να τις κάνει αυτές τις θυσίες. Ο γάιδαρος.
Όταν η οικονομία πάει καλά, είναι η «ραχοκοκαλιά της κοινωνίας». Όταν πάει άσχημα, γίνεται «δημοσιονομικό βάρος». Όταν χρειάζονται φόροι, είναι υπεύθυνος πολίτης. Όταν ζητά δικαιοσύνη, γίνεται λαϊκιστής κι ανεύθυνος.
Τον θέλουν δυνατό για να σηκώνει βάρη και αδύναμο για να μην τα αμφισβητεί.
Κι έτσι η πολιτική έχει μάθει να μιλά για τον λαό χωρίς να μιλά μαζί του.
Ο γάιδαρος, όμως, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους ανθρώπους: δεν ξεγελιέται από τις λέξεις. Αν πεινάσει, πεινάει. Αν κουραστεί, σταματά. Αν διψάσει, ψάχνει νερό.
Ο άνθρωπος είναι πιο περίπλοκος.
Μπορεί να πεινά και να χειροκροτά εκείνον που του εξηγεί γιατί πρέπει να πεινάσει. Μπορεί να χάνει και να πιστεύει ότι κάποτε θα κερδίσει. Μπορεί να πληρώνει τον λογαριασμό και να αισθάνεται ότι συμμετέχει στη διακυβέρνηση.
Ίσως γι’ αυτό ο γάιδαρος να είναι τελικά πιο ελεύθερος από εμάς.
Δεν χρειάζεται να του υποσχεθούν ένα καλύτερο αύριο για να δεχτεί ένα χειρότερο σήμερα.
Ξέρει απλώς πως όταν ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις.
Και ίσως εκεί να αρχίζει η πολιτική.
«Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου.»
Στίχοι: Κώστα Βάρναλη,
Μελοποίηση: Λουκάς Θάνος,
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.
"Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
Kούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
Oύλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
Kαι μ' αφήναν νηστικό
Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
Kαι με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή
Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
Kι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
Tου χωριού την εκκλησιά
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
Όργωνα στα ρέματα τ' αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
Να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
Aν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει'
Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη
Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη
Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
Άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη
Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
Υπάρχουν στιγμές που η θάλασσα μοιάζει να έχει ξεχάσει τον άνεμο.
Ακίνητη σχεδόν, κρατά τον ουρανό στην αγκαλιά της και τον επιστρέφει χωρίς ρυτίδα. Το φως απλώνεται πάνω της σαν λεπτό μετάξι και κάπου μακριά ένα καΐκι περνά αργά, τόσο αργά, σαν να φοβάται μήπως ταράξει τη γαλήνη.
Δεν ακούγεται τίποτε περισσότερο από έναν μικρό παφλασμό στην ακτή.
Κι εκεί, μπροστά σ’ αυτή την ήρεμη θάλασσα, καταλαβαίνεις πως η γαλήνη δεν είναι ένας τόπος όπου φτάνεις. Είναι μια στιγμή όπου δεν χρειάζεται πια να πας πουθενά.
Μένεις.
Κοιτάς.
Αναπνέεις.
Και για λίγο, ο κόσμος είναι ακριβώς όπως θα ήθελες να είναι.
Η πολιτική ορθότητα παρουσιάζεται συχνά σαν μια διαμάχη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά: ποιος μιλά σωστά, ποιος προσβάλλει, ποιος αποκλείει, ποιος υπερασπίζεται την ελευθερία. Ίσως όμως έτσι χάνουμε το σημαντικότερο ερώτημα: Ποιος καθορίζει τελικά τι θεωρείται «ορθό» και ποιος καθορίζει την ίδια την ατζέντα της συζήτησης;
Γιατί η πολιτική ορθότητα δεν είναι μόνο θέμα λέξεων. Είναι και θέμα εξουσίας.
Ξεκινά από μια θεμιτή ανάγκη. Η γλώσσα μπορεί να προσβάλει, να ταπεινώσει και να αποκλείσει. Η προσπάθεια να απαλλαγούμε από τον ρατσισμό, τον σεξισμό και τις διακρίσεις είναι αναμφισβήτητα στοιχείο κοινωνικής προόδου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ευαισθησία μετατρέπεται σε μηχανισμό συμμόρφωσης: όταν δεν αρκεί να σέβεσαι τον άλλον, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείς το «σωστό» λεξιλόγιο, να έχεις τη «σωστή» άποψη και, τελικά, να σκέφτεσαι μέσα στα όρια που έχουν ήδη οριστεί.
Εδώ η σκέψη του Νόαμ Τσόμσκι είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν απορρίπτει την ηθική ευαισθησία που βρίσκεται πίσω από την πολιτική ορθότητα. Αντιθέτως, αναγνωρίζει τη διεύρυνση της ηθικής ανησυχίας ως θετική εξέλιξη. Η αντίρρησή του αρχίζει όταν η πολιτική ορθότητα γίνεται εργαλείο φίμωσης και δογματισμού. Η ελευθερία του λόγου δοκιμάζεται ακριβώς όταν προστατεύει απόψεις που μας ενοχλούν, όχι όταν προστατεύει μόνο τις δικές μας.
Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Βλέπει στην πολιτική ορθότητα έναν πιθανό νέο τύπο ιδεολογικής πειθαρχίας. Δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει μια εμφανής απαγόρευση. Αρκεί να δημιουργηθεί ένα κλίμα στο οποίο ο άνθρωπος αυτολογοκρίνεται, επειδή γνωρίζει ποια άποψη μπορεί να τον καταστήσει κοινωνικά ύποπτο.Η εξουσία δεν λέει πάντοτε «μη μιλήσεις». Μπορεί να σου λέει: «Μίλησε ελεύθερα, αλλά να ξέρεις ότι υπάρχει ένας σωστός τρόπος να μιλήσεις».
Για τον Ζίζεκ, η πολιτική ορθότητα μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως προοδευτικό άλλοθι του καπιταλισμού. Οι επιχειρήσεις μπορούν να μιλούν για συμπερίληψη, διαφορετικότητα και κοινωνική ευαισθησία, ενώ οι οικονομικές ανισότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες. Αλλάζουμε το λεξιλόγιο χωρίς να αλλάζουμε τις κοινωνικές σχέσεις.
Ο Τομά Πικετί μεταφέρει το ζήτημα στο πεδίο της κοινωνικής τάξης. Η έννοια της «Βραχμανικής Αριστεράς» περιγράφει τη μετατόπιση της δυτικής Αριστεράς από την παραδοσιακή εργατική της βάση προς τους περισσότερο μορφωμένους και εκπαιδευμένους ψηφοφόρους.
Έτσι η πολιτική της αναδιανομής μπορεί να υποχωρεί μπροστά στην πολιτική της πολιτισμικής αναγνώρισης. Οι ταυτότητες, η γλώσσα και η πολιτισμική συμπερίληψη αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ ζητήματα όπως ο πλούτος, η ιδιοκτησία, η φορολογία, οι μισθοί και η κοινωνική ανισότητα περνούν σε δεύτερο πλάνο.
Δεν σημαίνει ότι οι διακρίσεις ή οι ταυτότητες δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι η αναγνώριση δεν αρκεί χωρίς αναδιανομή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το κοινό σημείο των τριών.
Μπορούμε να αλλάξουμε τις λέξεις χωρίς να αλλάξουμε την πραγματικότητα.
Και πραγματικότητα είναι η κυρίαρχη Δεξιά πολιτική ορθότητα.
Η Δεξιά έχει τα δικά της ταμπού: το έθνος, η παράδοση, η θρησκεία, η οικογένεια, η ασφάλεια, η ελεύθερη αγορά. Η κριτική στο κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί «αντιπατριωτική». Η αμφισβήτηση μιας εθνικής αφήγησης μπορεί να θεωρηθεί «προδοσία». Η κριτική στη θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί προσβολή της παράδοσης. Η αμφισβήτηση της οικονομικής ορθοδοξίας μπορεί να βαφτιστεί «κομμουνιστική προπαγάνδα» ή και «φθόνος για τους πλούσιους».
Η Δεξιά ορίζει σήμερα τα όρια του επιτρεπτού λόγου. Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Γιατί σε αυτή βρίσκει την απόλυτη έκφραση ο λόγος της Κυρίαρχης Αστικής Τάξης.
Η Κυρίαρχη Τάξη δεν χρειάζεται πάντοτε να μας υπαγορεύει τι θα πιστέψουμε. Της αρκεί συχνά να καθορίσει για ποια πράγματα θα συζητήσουμε.
Αυτή είναι μια πολύ βαθύτερη μορφή εξουσίας.
Μπορούμε να διαφωνούμε ατελείωτα για τις λέξεις, τις ταυτότητες, τα σύμβολα, τα αγάλματα, τις αντωνυμίες και τα αστεία. Μπορούμε να συγκρουόμαστε για το ποιος είναι αρκετά προοδευτικός ή αρκετά πατριώτης.
Αλλά ποιος αποφασίζει πόσο θα μιλήσουμε για τον πλούτο;
Ποιος αποφασίζει πόσο θα συζητήσουμε για τη συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης;
Ποιος αποφασίζει ποιοι πόλεμοι θα παρουσιαστούν ως άμυνα και ποιοι ως επιθετικότητα;
Ποιος αποφασίζει ποια κρατική βία είναι νόμιμη και ποια εγκληματική;
Εδώ η πολιτική ορθότητα συναντά την ιδεολογική ηγεμονία.
Το κράτος, για την Κυρίαρχη Τάξη, μπορεί να είναι ιερό -όταν είναι το δικό της κράτος. Το αντίπαλο κράτος, όμως, δεν απολαμβάνει πάντοτε την ίδια ιερότητα.
Η δική μας στρατιωτική επέμβαση μπορεί να ονομαστεί «άμυνα» ή «ανθρωπιστική δράση». Η αντίστοιχη πράξη του αντιπάλου «επιθετικότητα».
Η δική μας κρατική βία μπορεί να ονομαστεί «ασφάλεια». Η δική του «καταστολή».
Η δική μας προπαγάνδα μπορεί να ονομαστεί «ενημέρωση». Η δική του «προπαγάνδα».
Έτσι η πολιτική ορθότητα δεν αφορά μόνο το τι λέμε, αλλά και το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζει τα πράγματα.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη εξουσία: όχι να σου απαγορεύει μια ερώτηση, αλλά να σε κάνει να πιστεύεις ότι η ερώτηση δεν χρειάζεται καν να τεθεί.
Η πραγματική σύγκρουση, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο ανάμεσα στην «αριστερή» και τη «δεξιά» πολιτική ορθότητα. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την ατζέντα και σε εκείνους που προσπαθούν να την αμφισβητήσουν.
Γι' αυτό χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα:
Άλλο η πολιτική ορθότητα κι άλλο η ορθότητα.
Η πολιτική ορθότητα αφορά συχνά το πώς μιλάμε.
Η ορθότητα αφορά το πώς κρίνουμε.
Να μην προσβάλλεις τον άλλον είναι πολιτισμός.
Να εφαρμόζεις όμως το ίδιο μέτρο στον εαυτό σου και στον αντίπαλό σου είναι δικαιοσύνη.
Το δικό μας κράτος δεν μπορεί να είναι ιερό και το αντίπαλο βέβηλο.
Η δική μας βία δεν μπορεί να είναι πάντοτε άμυνα και η απέναντι πάντοτε έγκλημα.
Η δική μας προπαγάνδα δεν μπορεί να είναι ενημέρωση και η απέναντι πάντοτε ψέμα.
Και η δική μας ιδεολογία δεν μπορεί να είναι «η πραγματικότητα», ενώ η αντίθετη άποψη «παρέκκλιση».
Ίσως λοιπόν η πραγματική ελευθερία της σκέψης να μην είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιούμε όλες τις λέξεις που θέλουμε. Είναι η δυνατότητα να αμφισβητούμε την ίδια την ατζέντα.
Να ρωτάμε όχι μόνο «τι επιτρέπεται να πω;», αλλά: «Γιατί αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»
Και ακόμη:
«Ποιος κερδίζει επειδή αυτή είναι η συζήτηση που κάνουμε;»
Εκεί αρχίζει η πραγματική ορθότητα.
Όχι στην τελειότητα των λέξεων, αλλά στην εντιμότητα του μέτρου.
Όχι στο να φαίνεσαι σωστός, αλλά στο να προσπαθείς να είσαι δίκαιος.
Γιατί μια κοινωνία μπορεί να γίνει ολοένα και πιο πολιτικά ορθή και να παραμένει βαθιά άδικη.
Μπορεί να αλλάξει το λεξιλόγιό της χωρίς να αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας.
Μπορεί να μάθει να μιλά καλύτερα για τον άνθρωπο χωρίς να μάθει να φέρεται καλύτερα στον άνθρωπο.
Και τότε η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι αν είμαστε πολιτικά ορθοί.
Είναι αν είμαστε πραγματικά ορθοί απέναντι στη ζωή.
Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η φύση είχε τον δικό της τρόπο να βάζει όρια στη ζωή. Τα βουνά, οι θάλασσες, οι έρημοι, οι ποταμοί και το κλίμα δεν ήταν τείχη απόλυτα, ήταν όμως αρκετά ισχυρά ώστε να επιβραδύνουν τη μετακίνηση των ειδών. Η ζωή ταξίδευε, αλλά ταξίδευε αργά. Ένα είδος μπορούσε να περάσει σε έναν νέο τόπο, όμως συνήθως χρειαζόταν πολύς χρόνος για να το κατορθώσει.
Ύστερα ήρθε ο άνθρωπος και έκανε τον κόσμο μικρότερο.
Άνοιξε διώρυγες, ένωσε θάλασσες, διέσχισε ωκεανούς, κατασκεύασε πλοία και λιμάνια, μετέφερε ζώα, φυτά, ξυλεία και εμπορεύματα. Χωρίς να το καταλάβει πάντοτε, έγινε ο μεγαλύτερος μεταφορέας οργανισμών στην ιστορία του πλανήτη.
Ο άνθρωπος δεν μετακίνησε μόνο ανθρώπους και προϊόντα.Μετακίνησε και τη γεωγραφία της ζωής.
Ο λαγοκέφαλος είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ένα ψάρι του Ινδο-Δυτικού Ειρηνικού βρήκε, μέσω του Σουέζ, έναν δρόμο προς τη Μεσόγειο. Δεν χρειάστηκε να νικήσει έναν ωκεανό ούτε να περιμένει χιλιάδες χρόνια για να εξαπλωθεί. Ο άνθρωπος είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο.
Μαζί του ήρθαν και άλλα είδη. Το λεοντόψαρο, ο γερμανός και άλλοι οργανισμοί από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδο-Ειρηνικό έγιναν μέρος της νέας μεσογειακής πραγματικότητας. Η Μεσόγειος απέκτησε κατοίκους που δεν υπήρχαν στην παλιά της βιογεωγραφία.
Και το ενδιαφέρον είναι ότι ο λαγοκέφαλος δεν είναι «κακός» στον τόπο από τον οποίο προέρχεται. Εκεί αποτελεί μέρος ενός οικοσυστήματος, μέσα σε ένα σύνολο σχέσεων με θηρευτές, ανταγωνιστές και λεία. Στη Μεσόγειο βρέθηκε σε ένα διαφορετικό οικολογικό σύστημα. Η τοξίνη του, η μεγάλη προσαρμοστικότητά του και η περιορισμένη φυσική θήρευσή του τον βοήθησαν να εγκατασταθεί.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να τον εξαφανίσουμε. Ένα είδος που έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ και συνεχίζει να βρίσκει έναν ανοιχτό δρόμο από το Σουέζ δύσκολα εξαφανίζεται από ολόκληρη τη Μεσόγειο. Το πιο ρεαλιστικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις του και να κατανοήσουμε ποιοι φυσικοί μηχανισμοί μπορούν, με τον χρόνο, να συγκρατήσουν τον πληθυσμό του.
Ίσως τελικά να πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί του.
Το ίδιο δίλημμα εμφανίζεται και με το μπλε καβούρι. Ένα είδος του δυτικού Ατλαντικού έφτασε στη Μεσόγειο μέσω ανθρώπινων δραστηριοτήτων και εγκαταστάθηκε σε εκβολές, λιμνοθάλασσες και υφάλμυρα νερά. Μπορεί να επηρεάζει τα τοπικά τροφικά πλέγματα, αλλά ταυτόχρονα απέκτησε και οικονομική αξία ως αλιευτικό είδος.
Η φύση, λοιπόν, δεν ακολουθεί πάντα τις δικές μας κατηγορίες. Ένα είδος που θεωρούμε ανεπιθύμητο μπορεί κάποτε να γίνει αλιευτικός πόρος. Ένας οργανισμός που αντιμετωπίζεται ως εισβολέας μπορεί να γίνει μέρος μιας νέας οικολογικής πραγματικότητας.
Και μετά η ιστορία βγαίνει από τη θάλασσα.
Στις πόλεις πετούν παπαγάλοι. Δεν ήταν μέρος της ευρωπαϊκής ορνιθοπανίδας. Ήρθαν μέσα από το εμπόριο εξωτικών πτηνών, δραπέτευσαν ή απελευθερώθηκαν και κάποιοι κατάφεραν να επιβιώσουν. Βρήκαν δέντρα, τροφή, νερό και ένα σχετικά ήπιο κλίμα. Και εγκαταστάθηκαν.
Η πόλη, που ο άνθρωπος δημιούργησε ως χώρο μακριά από τη φύση, έγινε τελικά ένας καινούργιος βιότοπος.
Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της εποχής μας: ο άνθρωπος δεν μετακινεί μόνο τα είδη. Δημιουργεί και νέα περιβάλλοντα στα οποία αυτά μπορούν να ζήσουν.
Κάτι ανάλογο συνέβη με τον μυοκάστορα, ένα μεγάλο τρωκτικό της Νότιας Αμερικής. Μεταφέρθηκε σε άλλες χώρες για την εκτροφή του για γούνα. Ζώα δραπέτευσαν ή απελευθερώθηκαν και δημιούργησαν άγριους πληθυσμούς. Στους υγροτόπους όπου εγκαταστάθηκε τρέφεται με βλάστηση και σκάβει στις όχθες, επηρεάζοντας τη λειτουργία αυτών των οικοσυστημάτων.
Από τη Νότια Αμερική στην Ευρώπη, από ένα εκτροφείο σε έναν υγρότοπο.
Μερικές φορές όμως το ταξίδι είναι ακόμη πιο αθόρυβο.
Η αγαύη ήρθε από την Αμερική ως καλλωπιστικό φυτό. Ο άνθρωπος την έφερε στους κήπους και στις αυλές του και τελικά η αγαύη πέρασε σε πολλά σημεία του μεσογειακού τοπίου. Σήμερα τη βλέπουμε τόσο συχνά στις ξηρές πλαγιές και στις ακτές, ώστε μοιάζει σχεδόν να ανήκει εκεί.
Όμως η οικειότητα δεν σημαίνει γηγενής καταγωγή.
Η αγαύη είναι ένα μικρό μάθημα για το πώς ένα ξένο είδος μπορεί να γίνει τόσο συνηθισμένο σε έναν τόπο, ώστε να ξεχάσουμε ότι κάποτε δεν υπήρχε.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο αείλανθος.
Ένα δέντρο από την Ανατολική Ασία, που μεταφέρθηκε στην Ευρώπη ως καλλωπιστικό. Γρήγορο, ανθεκτικό, ικανό να ζει σε φτωχά εδάφη και σε υποβαθμισμένα περιβάλλοντα. Ακριβώς αυτές οι ιδιότητες που το έκαναν χρήσιμο το βοήθησαν να γίνει χωροκατακτητικό.
Ο αείλανθος πολλαπλασιάζεται εύκολα, αναγεννάται από τις ρίζες και μπορεί να δημιουργεί πυκνές συστάδες. Επιπλέον, διαθέτει χημικούς μηχανισμούς που μπορούν να περιορίζουν την ανάπτυξη άλλων φυτών.
Είναι μια ειρωνεία της ανθρώπινης ιστορίας: μερικές φορές φέρνουμε ένα φυτό επειδή μας αρέσει και αργότερα ανακαλύπτουμε ότι του άρεσε υπερβολικά ο καινούργιος τόπος.
Και υπάρχουν οι οργανισμοί που δεν βλέπουμε καθόλου.
Ο μύκητας του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου, μεταφέρθηκε από τη Βόρεια Αμερική στην Ευρώπη και έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες πλατάνων στην Ελλάδα.
Εδώ η ανθρώπινη μετακίνηση αποκτά μια σχεδόν αόρατη διάσταση. Δεν μεταφέρθηκε ένα ζώο ή ένα φυτό. Μεταφέρθηκε ένας μικροσκοπικός παθογόνος οργανισμός.
Και το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ο θάνατος ενός δέντρου που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των ελληνικών ποτάμιων τοπίων.
Η παγκοσμιοποίηση της ζωής δεν έχει πάντα φτερά, πτερύγια ή πόδια. Μερικές φορές είναι μικροσκοπική.
Όλες αυτές οι ιστορίες φαίνονται διαφορετικές. Και είναι.
Ο λαγοκέφαλος ταξίδεψε από το Σουέζ. Το μπλε καβούρι από τον Ατλαντικό. Ο παπαγάλος μέσα από το εμπόριο κατοικίδιων. Ο μυοκάστορας μέσα από την εκτροφή. Η αγαύη και ο αείλανθος ως καλλωπιστικά φυτά. Ο μύκητας μέσα από ανθρώπινες μεταφορές.
Όμως όλες συναντώνται σε ένα σημείο: ο άνθρωπος έκανε τις αποστάσεις μικρότερες.
Στο παρελθόν, ένα βουνό ήταν βουνό. Μια θάλασσα ήταν θάλασσα. Ένας ωκεανός ήταν ωκεανός. Σήμερα ένα πλοίο μπορεί να περάσει από τη μία ήπειρο στην άλλη, ένα φυτό να ταξιδέψει μέσα σε ένα φορτίο, ένα ζώο να μεταφερθεί σε ένα αεροπλάνο και ένας μικροοργανισμός να ακολουθήσει την ξυλεία.
Τα φυσικά σύνορα δεν εξαφανίστηκαν.
Έγιναν όμως πιο διαπερατά.
Και τώρα προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας: η κλιματική αλλαγή.
Δεν μετακινούμε μόνο τα είδη. Μετακινούμε και τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτά μπορούν να επιβιώσουν. Η θερμότερη Μεσόγειος μπορεί να επιτρέψει σε είδη που κάποτε δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν να βρουν σήμερα ευνοϊκότερες συνθήκες.
Έτσι ο άνθρωπος λειτουργεί ταυτόχρονα ως μεταφορέας και ως μεταμορφωτής του περιβάλλοντος.
Ανοίγει τον δρόμο και αλλάζει το τοπίο στο οποίο φτάνει ο ταξιδιώτης.
Γι' αυτό η συζήτηση για τα χωροκατακτητικά είδη δεν μπορεί να περιορίζεται στο «να τα εξαφανίσουμε». Σε ορισμένες περιπτώσεις η έγκαιρη εξάλειψη είναι πράγματι η καλύτερη λύση. Όταν όμως ένα είδος έχει εγκατασταθεί σε τεράστια έκταση, η πλήρης εξαφάνισή του μπορεί να είναι αδύνατη.
Τότε χρειάζεται διαχείριση, παρακολούθηση, πρόληψη νέων εισαγωγών, προστασία των ευάλωτων οικοσυστημάτων και, κυρίως, γνώση.
Γιατί δεν είναι κάθε ξενικό είδος καταστροφικό. Ούτε όμως είναι κάθε εγκατάσταση αθώα.
Το κρίσιμο είναι να καταλάβουμε τι αλλάζει, πόσο αλλάζει και ποιο είναι το οικολογικό κόστος της αλλαγής.
Ίσως, τελικά, να χρειάζεται να συμφιλιωθούμε με μια δύσκολη αλήθεια: δεν μπορούμε πάντοτε να επιστρέψουμε τη φύση στο χθες.
Η φύση δεν είναι μουσείο.
Είναι μια διαδικασία που συνεχίζεται.
Το πρόβλημα είναι ότι, για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία της Γης, ένα μόνο είδος -ο άνθρωπος- έχει αποκτήσει τη δύναμη να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία σε πλανητική κλίμακα.
Η φύση δεν σταμάτησε ποτέ να αλλάζει. Ούτε θα σταματήσει. Αυτό που άλλαξε είναι η ταχύτητα με την οποία την αλλάζουμε εμείς.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη οικολογική πρόκληση της εποχής μας: όχι απλώς να εμποδίσουμε κάθε αλλαγή, αλλά να μάθουμε να ξεχωρίζουμε ποιες αλλαγές πρέπει να αναστρέψουμε, ποιες πρέπει να περιορίσουμε και με ποιες τελικά θα πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε.
Ο λαγοκέφαλος στη Μεσόγειο, το μπλε καβούρι στους υγροτόπους, ο παπαγάλος στις πόλεις, ο μυοκάστορας στις όχθες, η αγαύη στις πλαγιές, ο αείλανθος στους δρόμους και ο μύκητας στον πλάτανο είναι διαφορετικές εικόνες του ίδιου φαινομένου.
Μας δείχνουν έναν κόσμο όπου τα είδη ταξιδεύουν περισσότερο, γρηγορότερα και μακρύτερα από ποτέ.
Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα να μην αφορά τελικά τα ίδια τα είδη, αλλά εμάς.
Δεν μετακινήσαμε μόνο τη ζωή. Μετακινήσαμε τα σύνορά της.
Και τώρα πρέπει να μάθουμε να ζούμε σε έναν κόσμο όπου η γεωγραφία της φύσης δεν είναι πια αυτή που κληρονομήσαμε.
Οι τελευταίες μέρες τ’ Αυγούστου είναι σαν τον άνθρωπο που έχει αποφασίσει να φύγει, αλλά κάθεται ακόμη για έναν τελευταίο καφέ.
Το ημερολόγιο λέει «τέλος καλοκαιριού», η θάλασσα λέει «μην ακούς το ημερολόγιο» και η άμμος αρνείται να ξεκολλήσει από πάνω μας, σαν να έχει κάνει συναισθηματική επένδυση.
Οι παραλίες αρχίζουν να αδειάζουν, οι βαλίτσες γεμίζουν, τα μαγιό κρεμιούνται για τελευταία φορά και το «θα τα πούμε τον Σεπτέμβρη» ακούγεται όλο και πιο συχνά -συνήθως από ανθρώπους που δεν θυμούνται καν το όνομά σου.
Κι ο Αύγουστος, πριν κλείσει την πόρτα, αφήνει πίσω του λίγο ήλιο, λίγο αλάτι και αρκετές φωτογραφίες για να αποδείξουμε τον χειμώνα ότι, πράγματι, περάσαμε καλά.
Το Αιγαίο δεν είναι μια γραμμή πάνω στον χάρτη. Είναι ένας τόπος που αρνείται να χωρέσει στις γραμμές που χαράζουν οι άνθρωποι. Από νησί σε νησί, από ακτή σε ακτή, η θάλασσα ενώνει περισσότερο απ’ όσο χωρίζει. Οι ίδιοι άνεμοι φυσούν πάνω από τα παράλια της Μικράς Ασίας και τα ελληνικά νησιά. Τα ίδια κύματα φτάνουν στις απέναντι ακτές. Οι άνθρωποι απέναντι κοιτάζουν τον ίδιο ορίζοντα, ακούν την ίδια θάλασσα, ζουν με τον ίδιο φόβο της καταιγίδας και την ίδια προσμονή της γαλήνης.
Κι όμως, εμείς επιμένουμε να ακροβατούμε.
Ακροβατούμε ανάμεσα στην ειρήνη και την ένταση, ανάμεσα στη γεωγραφία και τη γεωπολιτική, ανάμεσα σε αυτό που είναι η θάλασσα και σε αυτό που θέλουν να την κάνουν οι κυβερνήσεις, οι στρατοί και τα οικονομικά συμφέροντα.
Το Αιγαίο έχει γίνει πολλές φορές σκηνή όπου οι άνθρωποι μετρούν μίλια, βράχους, χωρικά ύδατα, εναέριους χώρους και στρατιωτικές δυνατότητες. Σαν να μπορούσε η θάλασσα να μετρηθεί μόνο με αριθμούς. Σαν να ήταν ο ορίζοντας ένα σύνορο που περιμένει να χαραχτεί.
Όμως η θάλασσα δεν γνωρίζει σύνορα.
Τα σύνορα τα γνωρίζουν οι χάρτες.
Τα γνωρίζουν οι σημαίες.
Τα γνωρίζουν οι κυβερνήσεις.
Και κάποτε, τα γνωρίζουν και τα κανόνια.
Ο ψαράς όμως δεν βλέπει γεωπολιτικές ζώνες όταν ρίχνει τα δίχτυα του. Ο ναυτικός δεν βλέπει εθνικές αντιπαλότητες όταν κοιτάζει το ξημέρωμα. Ο νησιώτης απέναντι από την άλλη ακτή δεν βλέπει έναν εχθρό μέσα σε κάθε άνθρωπο που ζει στην απέναντι πλευρά. Βλέπει έναν άλλον άνθρωπο.
Γι' αυτό το Αιγαίο είναι μια παράξενη θάλασσα. Είναι ταυτόχρονα πέρασμα και σύνορο, μνήμη και διεκδίκηση, κοινός τόπος και πεδίο αντιπαράθεσης.
Και εμείς ακροβατούμε πάνω του.
Με μια λέξη μπορεί να αλλάξει ο τόνος. Με μια στρατιωτική άσκηση μπορεί να αλλάξει η ατμόσφαιρα. Με μια δήλωση μπορεί να σηκωθεί κύμα εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο θάλασσα.
Ίσως όμως πρέπει κάποτε να θυμηθούμε κάτι απλό: η θάλασσα δεν χωρίζει τους λαούς. Τη θάλασσα προσπαθούν να τη χωρίσουν οι άνθρωποι.
Και πίσω από αυτές τις διαιρέσεις δεν βρίσκονται πάντα μόνο οι σημαίες και οι πατρίδες. Βρίσκονται συμφέροντα, ενέργεια, εξοπλισμοί, δρόμοι εμπορίου, γεωπολιτικές επιρροές και μια ολόκληρη οικονομία που συχνά χρειάζεται την ένταση για να δικαιολογεί την ύπαρξή της.
Το Αιγαίο, όμως, έχει άλλη μνήμη.
Έχει τη μνήμη των καϊκιών που πέρασαν από απέναντι. Των ανθρώπων που ταξίδεψαν, εμπορεύτηκαν, αγάπησαν, εγκαταστάθηκαν, ξεριζώθηκαν και ξαναγύρισαν. Έχει τη μνήμη πολιτισμών που δεν γεννήθηκαν σε απομονωμένα νησιά αλλά σε έναν κοινό θαλάσσιο χώρο.
Ίσως γι' αυτό κάθε φορά που στεκόμαστε απέναντι στη θάλασσα, κάτι μέσα μας αρνείται να πιστέψει πως αυτή μπορεί να είναι πραγματικά τείχος.
Το Αιγαίο δεν χρειάζεται περισσότερους φράχτες.
Χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους που θα το κοιτούν χωρίς να κρατούν χάρτες στα χέρια.
Γιατί πάνω σε αυτή τη θάλασσα δεν περπατάμε ποτέ πραγματικά μόνοι.
Ακροβατούμε όλοι πάνω στην ίδια μπλε γραμμή του ορίζοντα.
Από την οικολογία ως αντίσταση στην οικολογία ως γεωπολιτική διαχείριση.
Κάποτε η οικολογία ήταν μια μορφή αντίστασης. Ήταν η φωνή εκείνων που έλεγαν ότι η φύση δεν είναι αποθήκη πρώτων υλών, ότι το δάσος δεν είναι οικόπεδο, ότι το ποτάμι δεν είναι αγωγός και η θάλασσα δεν είναι απλώς ένας χώρος για αλιεία, τουρισμό, εξορύξεις και οικονομική εκμετάλλευση. Ήταν μια αμφισβήτηση της βαθιά ριζωμένης αντίληψης ότι ο άνθρωπος βρίσκεται έξω και πάνω από τη φύση και έχει το δικαίωμα να τη μετατρέπει σε αντικείμενο χρήσης.
Η οικολογία γεννήθηκε ως υπενθύμιση ενός απλού αλλά επαναστατικού γεγονότος: η φύση δεν μας ανήκει. Εμείς ανήκουμε στη φύση.
Κάποτε, λοιπόν, υπήρχε η οικολογία ως αντίσταση. Σήμερα υπάρχει όλο και περισσότερο η οικολογία ως θεσμός, ως πολιτική, ως κανονισμός, ως οικονομία, ως διεθνής στρατηγική.
Και μαζί με αυτή τη μεταμόρφωση εμφανίζεται μια μεγάλη αντίφαση: από την οικολογία ως αντίσταση στην οικολογία ως διαχείριση.
Η φύση πλέον χαρτογραφείται, κατηγοριοποιείται, μετριέται και διοικείται.
Το δάσος γίνεται προστατευόμενη περιοχή.
Η θάλασσα γίνεται θαλάσσιο πάρκο.
Το οικοσύστημα αποκτά όρια.
Η βιοποικιλότητα γίνεται δείκτης.
Το κλίμα γίνεται πολιτική.
Η προστασία της φύσης γίνεται νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο.
Και πολλά από αυτά είναι απολύτως αναγκαία. Η φύση χρειάζεται προστασία. Οι θάλασσες χρειάζονται κανόνες. Τα δάση χρειάζονται θεσμική θωράκιση. Η ανθρώπινη δραστηριότητα χρειάζεται όρια.
Όμως, από τη στιγμή που η οικολογία εισέρχεται στον κόσμο της εξουσίας, αποκτά και μια δεύτερη διάσταση. Μπορεί να γίνει εργαλείο.
Και τότε η οικολογία συναντά τη γεωπολιτική.
Η θάλασσα είναι ένας από τους σημαντικότερους χώρους του σύγχρονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Είναι δρόμος εμπορίου, πηγή τροφής, πεδίο ενεργειακών συμφερόντων, χώρος στρατιωτικής παρουσίας, αλλά και περιοχή όπου συναντώνται θαλάσσια δικαιώματα, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδες και εθνικές διεκδικήσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα θαλάσσια πάρκα αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία.
Ένα θαλάσσιο πάρκο είναι, πρωτίστως, περιβαλλοντικό μέτρο. Προστατεύει οικοσυστήματα, περιορίζει δραστηριότητες, προστατεύει είδη και επιδιώκει τη διατήρηση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας.
Δεν δημιουργεί αυτομάτως νέα κυριαρχικά δικαιώματα.
Έτσι, ένα κράτος αποκτά μια οργανωμένη θεσμική παρουσία σε έναν συγκεκριμένο θαλάσσιο χώρο.
Και στη γεωπολιτική, η παρουσία στον χάρτη έχει σημασία.
Ο χάρτης δεν είναι ποτέ απλώς ένα κομμάτι χαρτί.
Στην ιστορία οι χάρτες χρησιμοποιήθηκαν για να αποτυπώσουν αυτοκρατορίες, σύνορα, εμπορικούς δρόμους και εδαφικές διεκδικήσεις.
Σήμερα αποτυπώνουν επίσης ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδες, ενεργειακούς διαδρόμους και προστατευόμενες περιοχές.
Ένας χάρτης θαλάσσιου πάρκου δεν αλλάζει από μόνος του το διεθνές δίκαιο. Μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ένας θαλάσσιος χώρος παρουσιάζεται, αντιλαμβάνεται και εντάσσεται στο διεθνές πολιτικό αφήγημα.
Και η γεωπολιτική δεν διεξάγεται μόνο με πολεμικά πλοία και διπλωματικές νότες.
Διεξάγεται και με χάρτες.
Με επιστημονικά δεδομένα.
Με διεθνείς οργανισμούς.
Με θεσμούς.
Με λέξεις.
Με αφηγήματα.
Ένα κράτος που προστατεύει τη θάλασσα αποκτά ένα διαφορετικό είδος ισχύος. Δεν εμφανίζεται μόνο ως στρατιωτική δύναμη ή οικονομικός παράγοντας. Εμφανίζεται ως προστάτης της βιοποικιλότητας. Ως υπερασπιστής των θαλάσσιων θηλαστικών. Ως δύναμη απέναντι στην υπεραλίευση. Ως χώρα που εφαρμόζει πολιτικές για την κλιματική αλλαγή.
Αυτό είναι η ήπια ισχύς της οικολογίας.
Και έχει ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, γιατί είναι δύσκολο να αντιταχθεί κανείς δημόσια στην προστασία της φύσης χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα δυσμενές ηθικό και επικοινωνιακό πλαίσιο.
Έτσι, η οικολογία μπορεί να αποκτήσει διπλωματική δύναμη.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι η οικολογική ανάγκη είναι ψεύτικη. Σημαίνει ότι μπορεί να συνυπάρχει με άλλες επιδιώξεις.
Στο Αιγαίο η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητη λόγω ακριβώς αυτών των επιδιώξεων.
Ελλάδα και Τουρκία έχουν μακρόχρονη διαφωνία για ζητήματα που αφορούν τον θαλάσσιο χώρο, μεταξύ άλλων την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτικών και στρατηγικών αντιπαραθέσεων.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε σημαντική θεσμική παρέμβαση στη θάλασσα εύκολα μπορεί να αποκτήσει πολιτική ανάγνωση.
Για την Ελλάδα, ένα θαλάσσιο πάρκο μπορεί να είναι -και οφείλει να είναι- μια πραγματική προσπάθεια προστασίας της θαλάσσιας ζωής.
Για την άλλη πλευρά μπορεί να ερμηνευθεί ως κίνηση που δημιουργεί νέα δεδομένα στον θαλάσσιο χώρο. Η δεύτερη ανάγνωση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι νομικά ορθή. Σημαίνει ότι στο Αιγαίο η περιβαλλοντική πολιτική δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό.
Κάθε χάρτης, κάθε ζώνη, κάθε κανονισμός μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Εδώ βρίσκεται η λεπτή γραμμή.
Άλλο είναι να προστατεύεις τη φύση και άλλο να χρησιμοποιείς την προστασία της φύσης ως εργαλείο.
Ένα θαλάσσιο πάρκο μπορεί να προστατεύει πραγματικά ένα οικοσύστημα και ταυτόχρονα να εξυπηρετεί, συνειδητά ή όχι, ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις.
Αυτό δεν είναι παράδοξο.
Η πολιτική συχνά λειτουργεί σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το οικολογικό επιχείρημα χρησιμοποιείται για να καλύψει κάτι που στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως πολιτικό ή γεωπολιτικό. Τότε η οικολογία κινδυνεύει να χάσει την αυτονομία της.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής μας. Η οικολογία γεννήθηκε για να αντισταθεί στην εργαλειοποίηση της φύσης. Και τώρα κινδυνεύει να εργαλειοποιηθεί η ίδια.
Η οικολογία ξεκίνησε λέγοντας: Μην καταστρέφετε τη φύση.
Σήμερα συχνά λέει: Διαχειριστείτε τη φύση.
Η διαφορά φαίνεται μικρή. Δεν είναι.
Η πρώτη φράση είναι ηθική.
Η δεύτερη είναι διοικητική.
Η πρώτη αμφισβητεί την εξουσία του ανθρώπου πάνω στη φύση.
Η δεύτερη προσπαθεί να κάνει αυτή την εξουσία πιο αποτελεσματική.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη μεταμόρφωση: από την οικολογία ως αντίσταση στην οικολογία ως διαχείριση.
Το δάσος γίνεται «διαχειριζόμενος πόρος».
Η θάλασσα γίνεται «θαλάσσιος χώρος διαχείρισης».
Τα είδη γίνονται «πληθυσμοί προς παρακολούθηση».
Η βιοποικιλότητα γίνεται «δείκτης».
Η φύση μετατρέπεται σε ένα τεράστιο σύστημα δεδομένων και διοικητικών κατηγοριών.
Και ο άνθρωπος παραμένει στο κέντρο.
Απλώς τώρα φοράει πράσινο χρώμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορρίψουμε τα θαλάσσια πάρκα ή τις περιβαλλοντικές πολιτικές.
Το αντίθετο.
Χρειαζόμαστε περισσότερη προστασία της φύσης, όχι λιγότερη.
Χρειαζόμαστε πραγματική προστασία των θαλασσών, των δασών και των οικοσυστημάτων.
Αλλά χρειαζόμαστε και κάτι ακόμη: κριτική σκέψη απέναντι στην ίδια την οικολογία όταν αυτή γίνεται θεσμός εξουσίας.
Να μπορούμε να προστατεύουμε τη φύση χωρίς να την κάνουμε εργαλείο.
Να μπορούμε να δημιουργούμε θαλάσσια πάρκα χωρίς να μετατρέπουμε την οικολογία σε γεωπολιτικό όπλο.
Να μπορούμε να χαρτογραφούμε τη θάλασσα χωρίς να πιστεύουμε ότι η φύση υπακούει στους χάρτες μας.
Γιατί η φάλαινα δεν γνωρίζει τις ΑΟΖ.
Η χελώνα δεν γνωρίζει τις διπλωματικές διαφορές.
Το δελφίνι δεν γνωρίζει ποια χώρα διεκδικεί ποια θάλασσα.
Και το δάσος δεν γνωρίζει πού τελειώνει μια διοικητική περιφέρεια.
Εμείς χαράζουμε τις γραμμές. Η φύση τις διασχίζει.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό στοίχημα της σύγχρονης οικολογίας δεν είναι να γίνει πιο ισχυρή μέσα στους μηχανισμούς της εξουσίας. Είναι να μην ξεχάσει γιατί γεννήθηκε. Να παραμείνει συνείδηση πριν γίνει κανονισμός. Να παραμείνει αντίσταση πριν γίνει διαχείριση. Να προστατεύει τη φύση χωρίς να την υποτάσσει σε νέες μορφές εξουσίας.
Γιατί αν η οικολογία κερδίσει ως θεσμός αλλά χάσει ως ιδέα, θα έχουμε ίσως περισσότερα προστατευόμενα δάση, περισσότερα θαλάσσια πάρκα, περισσότερους κανονισμούς και περισσότερους πράσινους χάρτες.
Το Μπλόκο της Κοκκινιάς: Η μέρα που μια γειτονιά έγινε τόπος μαρτυρίου.
Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ανήκουν μόνο στο ημερολόγιο. Ανήκουν στη μνήμη. Μία από αυτές είναι η 17η Αυγούστου 1944, η ημέρα του Μπλόκου της Κοκκινιάς. Μια ημέρα κατά την οποία μια ολόκληρη προσφυγική συνοικία περικυκλώθηκε από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις και τους Έλληνες συνεργάτες τους και μετατράπηκε σε τόπο συλλήψεων, εκτελέσεων, βασανισμών και τρόμου.
Η Κοκκινιά δεν ήταν τυχαία επιλογή. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αττικής και ταυτόχρονα περιοχή με έντονη αντιστασιακή δράση. Η εργατική της σύνθεση, οι προσφυγικές οικογένειες και η ισχυρή παρουσία του ΕΑΜ και της Αντίστασης είχαν καταστήσει την περιοχή έναν από τους σημαντικούς πυρήνες αντίστασης στην Κατοχή.
Ήδη από τον Μάρτιο του 1944 η Κοκκινιά είχε γνωρίσει τη σκληρότητα της κατοχικής καταστολής. Η Μάχη της Κοκκινιάς, τον ίδιο μήνα, αποτέλεσε μια σημαντική σύγκρουση ανάμεσα στις αντιστασιακές δυνάμεις και τους Γερμανούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν τότε να επιβάλουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Πέντε μήνες αργότερα επέστρεψαν με διαφορετικό σχέδιο: όχι μόνο με στρατιωτική δύναμη, αλλά με μια οργανωμένη επιχείρηση μαζικής τρομοκράτησης του πληθυσμού.
Τα ξημερώματα της 17ης Αυγούστου, η Κοκκινιά περικυκλώθηκε. Γερμανικές δυνάμεις, μαζί με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και κουκουλοφόρους καταδότες, απέκλεισαν την περιοχή. Με ντουντούκες διατάχθηκε ο ανδρικός πληθυσμός να συγκεντρωθεί στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Η διαταγή αφορούσε άνδρες ηλικίας περίπου από 14 έως 60 ετών.
Η εικόνα εκείνης της πλατείας πρέπει να ήταν από τις πιο εφιαλτικές που γνώρισε η κατεχόμενη Αθήνα. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι, οικογένειες χωρισμένες, γυναίκες και παιδιά να παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ ανάμεσα στο πλήθος κινούνταν άνθρωποι που γνώριζαν πρόσωπα και ονόματα και υπέδειχναν στους κατακτητές ποιοι θεωρούνταν μέλη ή υποστηρικτές της Αντίστασης.
Οι καταδότες, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, λειτουργούσαν ως μηχανισμός επιλογής των θυμάτων. Άνθρωποι ξεχωρίζονταν από το πλήθος. Κάποιοι οδηγούνταν προς τη σύλληψη, άλλοι προς τα στρατόπεδα και άλλοι προς τον θάνατο. Η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές κατοχικές αρχές αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Κατοχής, γιατί δείχνει πως η καταπίεση δεν στηριζόταν μόνο στη δύναμη του ξένου κατακτητή, αλλά μπορούσε να βρει και ελληνικά χέρια πρόθυμα να την υπηρετήσουν.
Από την πλατεία της Οσίας Ξένης, πολλοί οδηγήθηκαν στη Μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή. Εκεί γράφτηκε η πιο αιματηρή σελίδα του Μπλόκου. Οι κατοχικές δυνάμεις εκτέλεσαν δεκάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους αγωνιστές και αγωνίστριες της Αντίστασης. Το Αρχείο της ΕΡΤ καταγράφει 75 εκτελεσμένους στο πλαίσιο του Μπλόκου, ενώ οι πηγές και οι καταγραφές που αφορούν τον χώρο της Μάντρας παρουσιάζουν διαφορετικές επιμέρους καταμετρήσεις.
Η Μάντρα δεν ήταν απλώς ένας τόπος εκτέλεσης. Έγινε τόπος μνήμης.
Οι τοίχοι της κουβαλούν την ιστορία ανθρώπων που μέχρι λίγες ώρες πριν είχαν οικογένειες, δουλειές, σπίτια, όνειρα. Δεν ήταν απρόσωποι αριθμοί. Ήταν γιοι, πατέρες, αδέλφια, σύζυγοι, νέοι άνθρωποι. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και πολύ νέες ηλικίες· χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Στέλιου Αντωνόπουλου, ο οποίος εκτελέστηκε μόλις στα 16 του χρόνια.
Όμως το Μπλόκο δεν περιορίστηκε στις εκτελέσεις. Συνοδεύτηκε από συλλήψεις, λεηλασίες και καταστροφές. Κάποιοι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι και από εκεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Οι γυναίκες της Κοκκινιάς προσπάθησαν μέσα στον πανικό να βοηθήσουν τους εγκλωβισμένους και τους αιχμαλώτους. Η κατοχή δεν ήταν μια αφηρημένη ιστορική έννοια· ήταν η καθημερινότητα μιας κοινωνίας που έβλεπε μπροστά στα μάτια της ανθρώπους να χάνονται.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την κόλαση, υπάρχει και κάτι που δεν κατάφεραν να εξοντώσουν οι κατακτητές: η συλλογική αξιοπρέπεια.
Το Μπλόκο της Κοκκινιάς είχε ως στόχο να χτυπήσει την Αντίσταση, να αποδυναμώσει τους οργανωμένους πυρήνες της και να τρομοκρατήσει τον πληθυσμό. Τα μπλόκα αποτελούσαν ευρύτερη μέθοδο καταστολής και εκφοβισμού, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η Αντίσταση είχε ισχυρή κοινωνική βάση.
Η Κοκκινιά, όμως, δεν έγινε σύμβολο επειδή νίκησε στρατιωτικά εκείνη την ημέρα. Έγινε σύμβολο επειδή άντεξε στη μνήμη.
Κάθε κατοχή προσπαθεί να επιβληθεί δύο φορές: πρώτα πάνω στους ανθρώπους και ύστερα πάνω στη μνήμη τους. Η πρώτη επιβολή γίνεται με τα όπλα. Η δεύτερη με τη λήθη. Γι' αυτό και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν είναι μια τυπική τελετουργία. Είναι πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.
Σήμερα η Μάντρα του Μπλόκου παραμένει ένας χώρος όπου τα ονόματα και οι φωτογραφίες των θυμάτων θυμίζουν ότι πίσω από τις μεγάλες λέξεις της Ιστορίας -«Κατοχή», «Αντίσταση», «εκτέλεση», «αντίποινα»- υπήρχαν άνθρωποι.
Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα της 17ης Αυγούστου.
Ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους στρατηγούς και τις κυβερνήσεις. Γράφεται και στις πλατείες των συνοικιών, στα σπίτια των φτωχών, στα εργοστάσια, στις προσφυγικές γειτονιές. Γράφεται από ανθρώπους που κάποτε βρέθηκαν μπροστά στην επιλογή ανάμεσα στον φόβο και την αξιοπρέπεια.
Η Κοκκινιά πλήρωσε βαρύ τίμημα. Αλλά δεν ξεχάστηκε.
Και όσο τα ονόματα των νεκρών παραμένουν ζωντανά, όσο η Μάντρα στέκει ως τόπος μνήμης και όσο η 17η Αυγούστου εξακολουθεί να θυμίζει τι σημαίνει κατοχή, προδοσία, αντίσταση και θυσία, το Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν ανήκει μόνο στο 1944.
Ανήκει σε κάθε γενιά που καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει όταν η Ιστορία ξαναφέρει μπροστά της τον φόβο.
Γιατί οι νεκροί του Μπλόκου δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν να μην ξεχαστούν. Και η μνήμη είναι ο τρόπος των ζωντανών να τους κρατούν ακόμη ανάμεσά τους.