Ο Οκτώβρης έχει το δικό του φεγγάρι. Ένα φεγγάρι που δεν μοιάζει να φωτίζει απλώς τη νύχτα, αλλά να ξυπνά κάτι αρχέγονο μέσα της.
Η Πανσέληνος του Κυνηγού, όπως ονομάστηκε στην παράδοση των λαών του Βορρά, συνδέεται με την εποχή που η φύση ετοιμάζεται να αποσυρθεί στον χειμερινό της ύπνο. Τα χωράφια έχουν θεριστεί, τα δάση γεμίζουν χρυσοκόκκινα φύλλα και τα ζώα αναζητούν τροφή πριν από το μεγάλο κρύο. Κάτω από το δυνατό φως του φεγγαριού, οι άνθρωποι μπορούσαν άλλοτε να κινούνται και να κυνηγούν ακόμη κι όταν η μέρα είχε τελειώσει.
Κι όμως, υπάρχει κάτι παράξενα αντιφατικό σ' αυτό το φεγγάρι. Το λένε του Κυνηγού, μα εκείνο δεν κυνηγά τίποτα. Στέκεται ψηλά, αμέτοχο στις αγωνίες της γης, και φωτίζει με την ίδια αδιαφορία εκείνον που κρατά το όπλο και εκείνον που τρέχει να σωθεί.
Ίσως, τελικά, η πανσέληνος να μας θυμίζει πως η ομορφιά δεν παίρνει θέση. Φωτίζει την θάλασσα, ασημώνει κορυφές, αποκαλύπτει μονοπάτια, και κάνει τα φύλλα να μοιάζουν με μικρές φλόγες. Κι αν σταθείς για λίγο κάτω από το φως της, μπορεί να ξεχάσεις πως ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που συχνά μετατρέπει την ομορφιά σε στόχο.
Απόψε, λοιπόν, ας αφήσουμε τα όπλα κάτω. Ας γίνουμε περιπατητές μιας νύχτας που δεν μας ανήκει. Γιατί η Γη δεν είναι σκηνικό μόνο της δικής μας ζωής, ούτε οι άλλοι κομπάρσοι στις επιθυμίες μας. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που υπήρχε πριν από εμάς και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά.
Κάτω από την Πανσέληνο του Κυνηγού, το πιο όμορφο θήραμα είναι η ίδια η στιγμή. Και το μόνο που αξίζει να πάρουμε μαζί μας είναι η ανάμνησή της.
Η βαρβαρότητα δεν χρειάζεται πάντοτε ανθρώπους που χτυπούν, βασανίζουν ή εξοντώνουν. Χρειάζεται και ανθρώπους που κοιτούν αλλού. Εκείνους που συνηθίζουν την αδικία, που προσπερνούν τον πόνο, που βρίσκουν πάντα μια δικαιολογία για να μη διαταράξουν την ησυχία τους.
Ο ένας ασκεί τη βία, ο άλλος την παρακολουθεί. Ο ένας χτίζει το στρατόπεδο, ο άλλος πείθει τον εαυτό του πως δεν είναι δική του δουλειά. Κι έτσι, ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, φυτρώνει η πιο βολική συνενοχή: η σιωπή.
Γιατί η βαρβαρότητα δεν επικρατεί μόνο όταν οι άνθρωποι χάνουν την ανθρωπιά τους, αλλά κι όταν διατηρούν την ανθρωπιά τους αποκλειστικά για τον εαυτό τους και τους δικούς τους.
Το άλλο μισό της βαρβαρότητας είναι να την ανέχεσαι.
Να τη βλέπεις και να συνηθίζεις. Να την καταδικάζεις θεωρητικά και να τη δικαιολογείς στην πράξη. Να πιστεύεις πως, όσο δεν χτυπά τη δική σου πόρτα, ο κόσμος εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά.
Μόνο που η βαρβαρότητα δεν σταματά στην πόρτα του θύματος. Περιμένει απλώς τη σειρά των υπολοίπων.
Και τότε, ίσως να μην υπάρχει πια κανείς για να διαμαρτυρηθεί.
Γιατί ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση με καλώδια, τηλεφωνικά κέντρα και υπαλλήλους. Ήταν ένα κομμάτι της μεταπολεμικής Ελλάδας, ένας μηχανισμός που ένωσε χωριά με πόλεις, σπίτια με συγγενείς, μετανάστες με οικογένειες, ανθρώπους με ανθρώπους. Το τηλέφωνο δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο. Κάποτε ήταν πολυτέλεια, αναμονή, αίτηση, ουρά και υπομονή. Κι όταν επιτέλους αποκτούσες τηλεφωνική γραμμή, ένιωθες ότι η απόσταση είχε χάσει μια μικρή μάχη.
Ύστερα ήρθε η εποχή των ιδιωτικοποιήσεων, της απελευθέρωσης των αγορών, του ανταγωνισμού και της μεγάλης υπόσχεσης ότι η αγορά θα τα κάνει όλα καλύτερα. Ο δημόσιος οργανισμός μετατράπηκε σταδιακά σε εταιρεία, οι μετοχές άλλαξαν χέρια και ο έλεγχος πέρασε σε μεγάλο βαθμό στον γερμανικό όμιλο Deutsche Telekom.
Το κράτος δεν εξαφανίστηκε εντελώς από τη μετοχική σύνθεση, αλλά ο ΟΤΕ έπαψε να είναι εκείνος ο οργανισμός που γνωρίζαμε ως βασικό πυλώνα των ελληνικών τηλεπικοινωνιών.
Και τώρα, το κτίριο της Κηφισίας ντύθηκε στα χρώματα της Telekom. Το ματζέντα, αυτή η απόχρωση ανάμεσα στο κόκκινο και το μωβ, δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Είναι η εταιρική υπογραφή ενός διεθνούς ομίλου. Το παλιό όνομα υποχωρεί, η νέα ταυτότητα προβάλλεται και η ιστορία αποκτά καινούργια επιγραφή.
Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως. Το χρώμα δεν είναι αθώο. Στον καπιταλισμό, η εταιρική ταυτότητα είναι ιδιοκτησία, ισχύς και αναγνωρισιμότητα. Όταν μια πολυεθνική αλλάζει την επιγραφή ενός οργανισμού, δεν αλλάζει απλώς τη διακόσμηση. Ενοποιεί τις αγορές της, συμπυκνώνει την εξουσία της και κάνει το ίδιο εμπορικό σήμα να ταξιδεύει από χώρα σε χώρα. Η ίδια η Telekom παρουσιάζει τη μετάβαση ως ενοποίηση της διεθνούς παρουσίας της και αξιοποίηση κοινών δυνατοτήτων.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική οικονομία του χρώματος. Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως εκσυγχρονισμός, σαν να ήταν το δημόσιο συνώνυμο της καθυστέρησης και το ιδιωτικό συνώνυμο της προόδου. Μόνο που η ιδιοκτησία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Καθορίζει ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει τις στρατηγικές υποδομές, πού κατευθύνονται τα κέρδη και ποια συμφέροντα έχουν προτεραιότητα. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε ιδιωτική επιχείρηση λειτουργεί εις βάρος της κοινωνίας ούτε πως κάθε δημόσιος οργανισμός ήταν υπόδειγμα αποτελεσματικότητας. Σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν το καινούργιο λογότυπο είναι πιο μοντέρνο. Ασφαλώς, οι δημόσιοι οργανισμοί δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικοί ούτε η ιδιωτική συμμετοχή συνεπάγεται αυτομάτως κακή διαχείριση. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην ιδέα ότι η ιδιοκτησία και ο έλεγχος μιας στρατηγικής υποδομής είναι αδιάφορα ζητήματα, αρκεί να λειτουργεί το τηλέφωνο και να φτάνει το σήμα στο κινητό. Δεν είναι αδιάφορα. Και ο πόλεμος στην Ουκρανία το έκανε οδυνηρά σαφές.
Το 2022, όταν η ρωσική εισβολή απείλησε να διαλύσει τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της χώρας, το δορυφορικό δίκτυο Starlink της SpaceX, της εταιρείας του Έλον Μασκ, απέκτησε κρίσιμη σημασία για τις ουκρανικές επικοινωνίες. Έγινε ένα από τα μέσα με τα οποία στρατιωτικές μονάδες μπορούσαν να επικοινωνούν σε συνθήκες καταστροφής των συμβατικών δικτύων και ηλεκτρονικών παρεμβολών. Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας αναγνώρισε τη στρατηγική σημασία των δορυφορικών επικοινωνιών και το 2023 ανακοίνωσε σχετική σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών Starlink στην Ουκρανία.
Εδώ, όμως, αποκαλύπτεται μια αντίφαση που αφορά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο: μια υπηρεσία που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για την άμυνα μιας χώρας βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας ιδιωτικής εταιρείας.
Η Ελλάδα βέβαια δεν βρίσκεται σε πόλεμο όπως η Ουκρανία.Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι τηλεπικοινωνίες της είναι ένα συνηθισμένο εμπορικό προϊόν. Σε μια χώρα με εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα, νησιά, κρίσιμες υποδομές, σεισμούς, πυρκαγιές και γεωπολιτικές εντάσεις, τα δίκτυα επικοινωνίας αποτελούν μέρος της εθνικής ασφάλειας. Από αυτά εξαρτώνται η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η πολιτική προστασία, η ενημέρωση, η οικονομία και ο συντονισμός των υπηρεσιών σε μια κρίση. Η ανθεκτικότητά τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επιχειρηματικός δείκτης.
Γιατί οι τηλεπικοινωνίες δεν πουλούν μόνο λεπτά ομιλίας και δεδομένα. Διαχειρίζονται ένα βασικό νευρικό σύστημα της κοινωνίας. Από εκεί περνούν η άμυνα, η εργασία, η εκπαίδευση, η ενημέρωση, οι συναλλαγές, ακόμη και οι σχέσεις των ανθρώπων. Το δίκτυο μπορεί να έχει ιδιοκτήτη, αλλά η κοινωνική του χρησιμότητα ξεπερνά τα όρια της μετοχικής του σύνθεσης.
Το μέγαρο της Κηφισίας, λοιπόν, δεν χρειάζεται να μας προκαλεί νοσταλγία για τις εποχές των τηλεφωνικών θαλάμων ούτε να μας εντυπωσιάζει με το καινούργιο του χρώμα. Χρειάζεται να μας θυμίζει μια απλή ερώτηση: σε ποιον ανήκουν οι υποδομές που κάνουν δυνατή τη ζωή μας και με ποια κριτήρια αξιολογούμε όσους τις διαχειρίζονται;
Ο ΟΤΕ βάφτηκε ροζ. Η ιστορία του, όμως, δεν βάφεται τόσο εύκολα. Κάτω από το ματζέντα παραμένουν οι αποφάσεις για την ιδιοκτησία, οι αλλαγές στον έλεγχο, οι εργαζόμενοι, οι συνδρομητές και μια κοινωνία που εξακολουθεί να χρειάζεται επικοινωνία, ανεξάρτητα από το χρώμα του λογοτύπου.
Γιατί τα χρώματα αλλάζουν με μια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Το ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει για τις ανάγκες μιας κοινωνίας είναι πολύ σοβαρότερο ζήτημα από μια αλλαγή επιγραφής.
Οι εκλογές είναι μια παράξενη υπόθεση. Κάθε τέσσερα χρόνια, περίπου, οι κυβερνώντες θυμούνται ότι η εξουσία ανήκει στον λαό. Στο μεταξύ, κάνουν ό,τι μπορούν για να τον πείσουν πως δεν υπάρχει λόγος να την πάρει πίσω: την εξουσία εννοείται- που ο λαός τους την παραχώρησε με την ψήφο του. Γιατί την ψήφο άπαξ και ο λαός την ρίξει στην κάλπη με τίποτα δεν την παίρνει πίσω.
Τον καλούν να ψηφίσει, αρκεί να μην αμφισβητήσει όσα έχουν ήδη αποφασιστεί. Του ζητούν να επιλέξει, αρκεί να μην επιλέξει κάτι που θα ανατρέψει τις ισορροπίες. Του μιλούν για τη δημοκρατία, αλλά συχνά συμπεριφέρονται σαν να είναι μια ενοχλητική διαδικασία που πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.
Και τότε αρχίζει η γνωστή συζήτηση: Είναι η κατάλληλη στιγμή; Είναι ώριμες οι συνθήκες; Αντέχει η οικονομία; Μήπως χρειάζεται σταθερότητα;
Η σταθερότητα, βέβαια, είναι υπέροχο πράγμα. Ιδίως για εκείνους που βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Για τους υπόλοιπους, μπορεί να σημαίνει απλώς ότι πρέπει να συνηθίσουν τη θέση τους.
Αλλά ποιος φοβάται πραγματικά τις εκλογές; Εκείνος που κυβερνά και θέλει να συνεχίσει να κυβερνά χωρίς να ενοχλείται; Εκείνος που έχει επενδύσει στην πολιτική του επιβίωση; Εκείνος που συγχέει το κράτος με το κόμμα του, τους θεσμούς με τους μηχανισμούς του και την κοινωνική συναίνεση με τη σιωπή;
Ή μήπως τις φοβούνται όσοι έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως θεατές μιας παράστασης, στην οποία οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κοστούμια, αλλά το έργο παραμένει το ίδιο;
Οι εκλογές, ασφαλώς, δεν λύνουν από μόνες τους τα προβλήματα. Δεν καταργούν την ανισότητα, δεν εξαφανίζουν τη διαφθορά, δεν εξασφαλίζουν ότι οι υποσχέσεις θα γίνουν πράξεις. Προσφέρουν, όμως, κάτι θεμελιώδες: τη δυνατότητα του πολίτη να κρίνει, να αποδοκιμάσει, να επιβραβεύσει ή να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Κι αυτό είναι που κάνει την κάλπη τόσο ενοχλητική για όποιον θεωρεί την εξουσία προσωπική ιδιοκτησία.
Γιατί στη δημοκρατία η κυβέρνηση δεν έχει ιδιοκτήτη. Έχει ημερομηνία λήξης και οφείλει να λογοδοτεί. Δεν δικαιούται να απαιτεί την εμπιστοσύνη των πολιτών ως λευκή επιταγή ούτε να επικαλείται διαρκώς τον φόβο της επόμενης ημέρας για να αποφεύγει την κρίση της κοινωνίας.
Οι εκλογές δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία. Είναι η δοκιμασία της.
Και αν κάποιος τις φοβάται, το ερώτημα δεν είναι γιατί ο λαός θέλει να ψηφίσει.
Το ερώτημα είναι γιατί ορισμένοι θέλουν τόσο πολύ να αποφασίζουν εκείνοι πότε δικαιούται να μιλήσει.
Υπάρχουν τραγούδια που γράφονται για την εποχή τους και τραγούδια που μοιάζουν να περιμένουν να περάσουν δεκαετίες για να αποκαλύψουν πόσο επίκαιρα ήταν. Το «The Times They Are A-Changin’» του Μπομπ Ντίλαν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γραμμένο το 1963, μέσα σε έναν κόσμο κοινωνικών συγκρούσεων, πολιτικών ανακατατάξεων και γενεαλογικής αμφισβήτησης, δεν περιέγραφε απλώς μια αλλαγή που ερχόταν. Προειδοποιούσε εκείνους που επέμεναν να μην τη βλέπουν.
Και να που, περισσότερο από εξήντα χρόνια αργότερα, οι καιροί εξακολουθούν να αλλάζουν. Μόνο που τώρα οι αλλαγές έρχονται ταυτόχρονα από τόσες κατευθύνσεις, ώστε δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε ποια είναι η επόμενη μέρα και ποια η τελευταία πράξη του κόσμου που γνωρίζαμε.
Οι πολιτικές βεβαιότητες κλονίζονται, οι κοινωνικές συμβάσεις αμφισβητούνται, οι τεχνολογίες ανατρέπουν επαγγέλματα και σχέσεις, το κλίμα διαλύει την ψευδαίσθηση ότι η φύση θα ανέχεται επ’ άπειρον την ανθρώπινη αλαζονεία. Πόλεμοι επιστρέφουν σε εδάφη που θεωρούσαμε πως είχαν αφήσει πίσω τους την Ιστορία. Άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για να βρουν αλλού μια πιθανότητα ζωής, ενώ άλλοι, ασφαλείς πίσω από σύνορα και συρματοπλέγματα, συζητούν για αριθμούς, ροές και μέτρα αποτροπής.
Κι εμείς; Εμείς εξακολουθούμε συχνά να συμπεριφερόμαστε σαν να είναι ο κόσμος μια ακίνητη φωτογραφία, τραβηγμένη τη στιγμή που μας βόλευε περισσότερο.
🌍 Η εξουσία δεν ακούει το νερό που ανεβαίνει...
Ο Ντίλαν απευθυνόταν στους πολιτικούς, στους συγγραφείς, στους γονείς, σε όλους όσοι πίστευαν ότι μπορούσαν να ελέγχουν την κατεύθυνση της κοινωνίας. Το μήνυμά του ήταν απλό: τα νερά ανεβαίνουν. Κι όταν ανεβαίνουν, δεν αρκεί να υπερασπίζεσαι το ύψος του παλιού σου βάθρου.
Στη σημερινή Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν αλλάζει τίποτε. Είναι ότι αλλάζουν πολλά, ενώ οι μηχανισμοί εξουσίας συχνά επιδιώκουν να παρουσιάζουν την αλλαγή ως μια καλά οργανωμένη συνέχεια. Ανανεώνονται τα πρόσωπα, εκσυγχρονίζονται οι επικοινωνιακές τεχνικές, αλλά οι παλιές σχέσεις εξάρτησης, οι πελατειακές αντιλήψεις και η δυσκολία λογοδοσίας εξακολουθούν να διεκδικούν τη θέση τους.
Η πολιτική μετατρέπεται ολοένα συχνότερα σε διαγωνισμό εντυπώσεων. Οι λέξεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις πράξεις και η εικόνα της διακυβέρνησης κινδυνεύει να υποκαταστήσει την ίδια τη διακυβέρνηση. Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, ένας πολιτικός μπορεί να αισθάνεται ότι ελέγχει την πραγματικότητα επειδή ελέγχει το μικρόφωνο. Μέχρι να ανακαλύψει ότι η κοινωνία δεν ζει μέσα στην οθόνη του.
Κανένα επικοινωνιακό επιτελείο δεν μπορεί να διαγράψει επ’ άπειρον την απόσταση ανάμεσα στις επίσημες διακηρύξεις και στην καθημερινή εμπειρία του πολίτη. Η ακρίβεια, η στεγαστική ανασφάλεια, οι ανισότητες, η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος βρήκε έναν εύηχο τίτλο για το επόμενο κυβερνητικό πρόγραμμα.
Η πραγματικότητα έχει μια ενοχλητική ιδιότητα: δεν υπακούει πάντοτε στη σκηνοθεσία.
👨👦Οι νέοι δεν κληρονόμησαν τον ίδιο κόσμο.
Ο Ντίλαν μιλούσε και στους γονείς που δυσκολεύονταν να καταλάβουν τα παιδιά τους. Σήμερα, αυτή η απόσταση δεν αφορά μόνο τις μουσικές, τα ρούχα ή τις διαφορετικές αντιλήψεις περί ελευθερίας. Αφορά τις ίδιες τις δυνατότητες της ζωής.
Μια γενιά μεγάλωσε με την υπόσχεση ότι η μόρφωση οδηγεί στην επαγγελματική αποκατάσταση, η εργασία στην αυτονομία και η προσπάθεια σε μια καλύτερη ζωή. Μια άλληγενιά καλείται να πληρώνει δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός της για ένα σπίτι, να σχεδιάζει το μέλλον της μέσα στην αβεβαιότητα και να αναρωτιέται αν η παραμονή στον τόπο της αποτελεί επιλογή ή πολυτέλεια.
Δεν πρόκειται απλώς για σύγκρουση γενεών. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε μια υπόσχεση που δόθηκε και σε μια πραγματικότητα που δεν την εκπληρώνει.
Και όμως, οι μεγαλύτεροι συχνά ζητούν από τους νεότερους να δείξουν υπομονή, να σεβαστούν τις δομές, να περιμένουν τη σειρά τους. Σαν να είναι η Ιστορία μια ουρά αναμονής σε δημόσια υπηρεσία. Σαν να οφείλουν οι νέοι να ζήσουν με τους όρους ενός κόσμου που σχεδιάστηκε χωρίς να ερωτηθούν.
Το παράδοξο είναι ότι κάθε γενιά που κατέκτησε κάποτε το δικαίωμα να αμφισβητεί τους γονείς της κινδυνεύει, μεγαλώνοντας, να μετατρέψει τις δικές της κατακτήσεις σε απαγορεύσεις για τους επόμενους.
Η ελευθερία, όταν παύει να επεκτείνεται, μπορεί εύκολα να μεταμφιεστεί σε προνόμιο.
📲 Η τεχνολογία προχωρά. Ο άνθρωπος ακολουθεί;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία αλλάζει ταχύτερα από την ικανότητά μας να συζητήσουμε τις συνέπειές της. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, η αδιάκοπη κυκλοφορία πληροφοριών και η μεταφορά ολοένα περισσότερων δραστηριοτήτων στον ψηφιακό χώρο μετασχηματίζουν την εργασία, την εκπαίδευση, την ενημέρωση και την ανθρώπινη επικοινωνία.
Ωστόσο, κάθε τεχνολογική πρόοδος δεν συνιστά αυτομάτως κοινωνική πρόοδο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορούμε πλέον να κάνουμε, αλλά ποιος αποφασίζει πώς θα το κάνουμε, ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει το τίμημα.
Μπορούμε να επικοινωνούμε με ολόκληρο τον πλανήτη και να μην ακούμε τον άνθρωπο που κάθεται απέναντί μας. Μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αμέτρητες πληροφορίες και να δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε την αλήθεια από τη χειραγώγηση. Μπορούμε να αυτοματοποιούμε διαδικασίες και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζουμε τον εργαζόμενο ως αναλώσιμο εξάρτημα.
Η πρόοδος των εργαλείων δεν εγγυάται την πρόοδο των σχέσεων.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αντίφαση της εποχής μας: διαθέτουμε μέσα που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν χρόνο, να περιορίσουν τον ανθρώπινο μόχθο και να διευρύνουν την πρόσβαση στη γνώση, αλλά εξακολουθούμε να οργανώνουμε την κοινωνία γύρω από τον ανταγωνισμό, την ανασφάλεια και τη συσσώρευση ισχύος.
Αλλάζουν τα μέσα. Το ερώτημα είναι αν αλλάζουν και οι σκοποί.
🌲 Όταν η φύση παύει να περιμένει.
Υπάρχει, ωστόσο, μια αλλαγή που δεν ενδιαφέρεται για τις πολιτικές μας αντιπαραθέσεις ούτε περιμένει να συμφωνήσουμε για την ύπαρξή της. Είναι η οικολογική κρίση.
Τα δάση καίγονται, οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, τα οικοσυστήματα πιέζονται, το νερό γίνεται πολύτιμο αγαθό και η βιοποικιλότητα υποχωρεί. Κι εμείς εξακολουθούμε συχνά να αντιμετωπίζουμε τη φύση σαν ένα οικόπεδο που απλώς περιμένει την αξιοποίησή του.
Αναζητούμε ανάπτυξη χωρίς όρια, ενέργεια χωρίς χωροταξικές συγκρούσεις, κατανάλωση χωρίς συνέπειες. Θέλουμε να διατηρήσουμε ανέπαφο τον τρόπο ζωής που δημιούργησε το πρόβλημα, αλλά να αλλάξουμε το αποτέλεσμα.
Είναι σαν να απαιτούμε από το ποτάμι να αλλάξει κατεύθυνση για να μη χρειαστεί να μετακινήσουμε το σπίτι μας.
Η φύση δεν εκδικείται. Δεν έχει σχέδιο τιμωρίας για το ανθρώπινο είδος. Απλώς λειτουργεί σύμφωνα με τις δικές της ισορροπίες, τις οποίες εμείς διαταράσσουμε θεωρώντας ότι οι συνέπειες μπορούν να μετατεθούν επ’ αόριστον.
Κάποτε, λοιπόν, τα νερά ανεβαίνουν κυριολεκτικά. Και τότε η αλλαγή παύει να είναι πολιτική μεταφορά και γίνεται καθημερινή εμπειρία.
☹️ Οι τελευταίοι, οι πρώτοι και η ψευδαίσθηση της αιωνιότητας.
Η φράση του Ντίλαν ότι οι σημερινοί τελευταίοι μπορεί να βρεθούν αύριο πρώτοι δεν αποτελεί εγγύηση πως η Ιστορία θα αποδώσει δικαιοσύνη. Η ανατροπή μιας τάξης πραγμάτων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η επόμενη θα είναι δικαιότερη. Οι επαναστάσεις μπορούν να απελευθερώσουν, αλλά μπορούν και να δημιουργήσουν νέες εξουσίες. Οι περιθωριοποιημένοι μπορούν να διεκδικήσουν ισότητα, αλλά και να αναπαράγουν τους αποκλεισμούς που υπέστησαν.
Το κρίσιμο δεν είναι απλώς ποιος θα ανέβει στην κορυφή. Είναι αν θα πάψει η κοινωνία να χρειάζεται ανθρώπους στον πάτο.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην εναλλαγή των ισχυρών και στην πραγματική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων. Η πρώτη μπορεί να περιοριστεί σε μια αναδιανομή θέσεων. Η δεύτερη απαιτεί να επανεξετάσουμε τους κανόνες που επιτρέπουν σε ορισμένους να αποφασίζουν για τη ζωή των πολλών.
Κανένα κατεστημένο δεν είναι αιώνιο. Αλλά ούτε και καμία κατάκτηση είναι οριστικά εξασφαλισμένη. Τα δικαιώματα χρειάζονται υπεράσπιση, οι θεσμοί λογοδοσία, η δημοκρατία συμμετοχή και η ελευθερία κοινωνικές προϋποθέσεις για να μην παραμένει προνόμιο εκείνων που έχουν τα μέσα να την ασκήσουν.
Η Ιστορία δεν κινείται σε ευθεία γραμμή προς ένα προδιαγεγραμμένο καλύτερο μέλλον. Κινείται μέσα από συγκρούσεις, υποχωρήσεις, διεκδικήσεις και απρόβλεπτες συναντήσεις. Και κάθε εποχή κρίνεται, σε μεγάλο βαθμό, από το αν οι άνθρωποί της αντιλαμβάνονται εγκαίρως τι πρέπει να αλλάξει και τι αξίζει να προστατευτεί.
✊️ Οι καιροί αλλάζουν. Εμείς;
Ίσως τελικά το τραγούδι του Ντίλαν να μην είναι τόσο μια προφητεία όσο μια πρόσκληση σε εγρήγορση. Δεν μας λέει ότι το μέλλον θα είναι αναγκαστικά καλύτερο. Μας υπενθυμίζει ότι το παρόν δεν έχει ιδιοκτήτες και ότι η αδράνεια δεν αποτελεί ουδέτερη στάση.
Όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται, η άρνηση της αλλαγής έχει κι αυτή συνέπειες. Όταν οι κοινωνίες απαιτούν νέες απαντήσεις, οι παλιές συνταγές δεν γίνονται σοφότερες επειδή επαναλαμβάνονται. Κι όταν οι άνθρωποι που μένουν πίσω αρχίζουν να διεκδικούν τη θέση τους, το πρόβλημα δεν είναι ότι διαταράσσουν την τάξη, αλλά το αν η τάξη αυτή είχε εξαρχής χώρο γι’ αυτούς.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν αλλάζουν οι καιροί. Αυτό έχει ήδη συμβεί πολλές φορές και θα συμβεί ξανά. Το ερώτημα είναι ποιοι θα αναγνωρίσουν την αλλαγή, ποιοι θα προσπαθήσουν να την ελέγξουν και ποιοι θα επιλέξουν να συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή της.
Γιατί υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά ξεχνάμε: οι καιροί δεν αλλάζουν έξω από την κοινωνία, σαν να πρόκειται για τον καιρό που βλέπουμε από το παράθυρο. Αλλάζουν από τις αποφάσεις, τις συγκρούσεις, τις ιδέες, τις αρνήσεις και τις πράξεις των ανθρώπων.
Και ίσως η πιο επικίνδυνη αυταπάτη να είναι ότι μπορούμε να παραμένουμε οι ίδιοι, διατηρώντας τα ίδια προνόμια, τις ίδιες βεβαιότητες και τις ίδιες δικαιολογίες, ενώ απαιτούμε από τον κόσμο να γίνει διαφορετικός.
Οι καιροί αλλάζουν. Το ερώτημα είναι αν θα αλλάξουμε μαζί τους ή αν θα περάσουμε τη ζωή μας υπερασπιζόμενοι έναν κόσμο που έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από κάτω μας.
"Κόσμε ελάτε, συναχθείτε
Όπου κι αν περιπλανιόσασταν
Και παραδεχθείτε
Πως γύρω σας φουσκώνουν τα νερά
Θα σας μουσκέψουν ως το κόκαλο, για τα καλά
Κι αν θαρρείτε
Πως αξίζει να σωθείτε
Να κολυμπάτε αρχίστε τώρα
Αλλιώς σαν πέτρες θα βυθιστείτε
Ναι, τα νερά μανιάζουν
Οι καιροί αλλάζουν
Ελάτε συγγραφείς, ελάτε κριτικοί
Σεις που με την πένα προφητεύετε και τη γραφή
Τα μάτια σας διάπλατα ανοιχτά
Η ευκαιρία δεν έρχεται ξανά
Έγκαιρα φροντίστε η φωνή σας ν’ ακουστεί
Γιατί ο τροχός γυρίζει πάλι απ’ την αρχή
Και δεν μπορείς να ξέρεις ποιος θα σωθεί ή θα χαθεί
Υπάρχει κάτι βαθιά άρρωστο σε μια κοινωνία που μπορεί να συνηθίσει τον θάνατο ενός παιδιού, αρκεί το παιδί να γεννήθηκε στη λάθος πλευρά του κόσμου.
Ένα ακόμη ναυάγιο στο Αιγαίο. Άνθρωποι νεκροί. Ανάμεσά τους ένα βρέφος. Ένα πλάσμα που δεν πρόλαβε να μάθει τη λέξη «πατρίδα», αλλά πρόλαβε να πληρώσει το τίμημά της. Δεν γνώρισε σύνορα, σημαίες, εθνικές ταυτότητες και υπουργικές δηλώσεις. Δεν ήξερε τι θα πει παράνομη είσοδος, γεωπολιτική στρατηγική, αποτροπή και μεταναστευτική πολιτική. Ήξερε, αν ήξερε κάτι, τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς. Κι ύστερα ήρθε η θάλασσα.
Και τώρα τι; Θα εκδοθεί μια ανακοίνωση. Θα εκφραστεί η λύπη των αρμοδίων. Θα αναζητηθούν οι διακινητές, θα εξεταστούν οι συνθήκες του δυστυχήματος, θα ακουστούν οι γνώριμες λέξεις: «ανθρωπισμός», «ασφάλεια», «προστασία των συνόρων». Οι κάμερες θα στραφούν αλλού, η επικαιρότητα θα βρει το επόμενο θύμα της και το Αιγαίο θα συνεχίσει να καταπίνει ανθρώπους, σαν να έχει αναλάβει εργολαβικά μια δουλειά που κανείς δεν θέλει να υπογράψει.
Μόνο το βρέφος δεν θα εκδώσει ανακοίνωση.
😢 Η ισορροπία της απανθρωπιάς.
Ας μην παριστάνουμε τους έκπληκτους. Το σημερινό δράμα δεν είναι μια κεραμίδα που έπεσε από τον ουρανό. Είναι η επανάληψη μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που έχει μετατρέψει τα σύνορα σε μηχανισμό διαλογής ανθρώπων: από τη μία όσοι δικαιούνται να ζήσουν με ασφάλεια και από την άλλη όσοι πρέπει πρώτα να αποδείξουν ότι αξίζουν να σωθούν.
Δεν χρειάζεται να προκαταλάβουμε το αποτέλεσμα των ερευνών για να θέσουμε το πολιτικό ερώτημα. Δεν χρειάζεται να καταδικάσουμε εκ των προτέρων κανέναν λιμενικό για να καταγγείλουμε ένα σύστημα που αφήνει ανθρώπους να διασχίζουν μια θάλασσα μέσα σε πλωτά φέρετρα, παραδομένους σε διακινητές και στην απελπισία τους.
Γιατί οι διακινητές υπάρχουν. Εκμεταλλεύονται τον φόβο, την ανάγκη και την απουσία ασφαλών διεξόδων. Αλλά η καταγγελία των διακινητών δεν αποτελεί μαγική λέξη που απαλλάσσει τις κυβερνήσεις από την υποχρέωση να εξασφαλίζουν ασφαλείς διαδικασίες, αποτελεσματική διάσωση και πραγματική προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η ευκολία με την οποία η πολιτική εξουσία εντοπίζει τον ένοχο είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη δυσκολία της να αναμετρηθεί με τις δικές της ευθύνες.
Ο διακινητής βρίσκεται στο στόχαστρο της δικαιοσύνης, όπως οφείλει. Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να εξαντλείται στη σύλληψή του. Οφείλει να απαντήσει γιατί η απόγνωση εξακολουθεί να αποτελεί εισιτήριο για το Αιγαίο και γιατί η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το προσφυγικό κυρίως ως πρόβλημα ελέγχου, αντί να το αντιμετωπίζει συγχρόνως ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνούς ευθύνης.
😱 Η πατρίδα ως άλλοθι.
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο δημόσιος διάλογος για τη μετανάστευση συχνά παγιδεύεται σε μια βολική αντίθεση: ή υπερασπίζεσαι τα σύνορα ή υπερασπίζεσαι τους ανθρώπους.
Μα ποιος αποφάσισε ότι αυτά τα δύο είναι ασυμβίβαστα;
Ένα κράτος έχει δικαίωμα και υποχρέωση να προστατεύει τα σύνορά του. Δεν αποκτά, όμως, a priori το δικαίωμα να αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή ως παράπλευρη απώλεια. Η φύλαξη των συνόρων δεν είναι διαγωνισμός σκληρότητας. Και η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής δεν μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των ανθρώπων που δεν πέρασαν, αλλά και με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν όσοι βρέθηκαν στη θάλασσα, στην ακτή, μπροστά στις αρχές.
Η Ελλάδα δεν είναι μια αφηρημένη γραμμή στον χάρτη. Είναι μια κοινωνία με ιστορική μνήμη προσφυγιάς, ξεριζωμού και μετακίνησης πληθυσμών. Οι πρόγονοι εκατοντάδων χιλιάδων σημερινών Ελλήνων γνώρισαν την απώλεια της πατρίδας, την περιφρόνηση, την ανάγκη να ξαναρχίσουν τη ζωή τους αλλού.
Αυτή η ιστορική μνήμη δεν επιβάλλει να συμφωνούμε σε όλα για τη μεταναστευτική πολιτική. Επιβάλλει, όμως, να μην ξεχνάμε πως ο άνθρωπος που φτάνει ικετεύοντας για ασφάλεια δεν χάνει την ανθρώπινη ιδιότητά του επειδή δεν διαθέτει το σωστό διαβατήριο.
Η πατρίδα είναι δικαίωμα των ανθρώπων να ανήκουν κάπου. Δεν είναι άδεια να περιφρονούν όσους δεν έχουν πού να ανήκουν.
🤢 Ανισόρροπα μυαλά, ισορροπημένες δικαιολογίες.
Το πιο παράδοξο είναι ότι οι κοινωνίες μας δεν στερούνται ηθικών κανόνων. Στερούνται τη συνέπεια να τους εφαρμόζουν όταν η εφαρμογή τους γίνεται πολιτικά ασύμφορη.
Δεν είναι ισορροπημένος εκείνος που μοιράζει ίσες δόσεις συμπόνιας και αδιαφορίας. Ούτε εκείνος που βρίσκει τη μέση οδό ανάμεσα στη διάσωση και στην εγκατάλειψη. Η ηθική δεν είναι λογιστικό φύλλο, όπου οι ανθρώπινες απώλειες αντισταθμίζονται από πολιτικά οφέλη.
Και το βρέφος δεν είναι αριθμός που μπορεί να ενσωματωθεί σε μια στατιστική αφίξεων, ένα δελτίο Τύπου ή μια τηλεοπτική αντιπαράθεση.
Δεν γνωρίζουμε τι θα γινόταν αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε αυθαίρετα την ευθύνη για κάθε θάνατο σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο ή θεσμό. Μπορούμε, όμως, να αρνηθούμε την κανονικοποίηση του θανάτου. Να απαιτήσουμε διαφάνεια, λογοδοσία και πολιτικές που δεν αφήνουν την απελπισία να καθορίζει τις διαδρομές των ανθρώπων.
Γιατί η αδιαφορία δεν γίνεται λιγότερο αδιαφορία όταν φοράει γραβάτα, επικαλείται νόμους ή εκφωνεί τον εθνικό ύμνο.
☠️Το Αιγαίο δεν είναι νεκροταφείο εθνικής αξιοπρέπειας.
Η εθνική αξιοπρέπεια δεν απειλείται όταν διασώζεται ένας άνθρωπος. Απειλείται όταν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι ο άνθρωπος αυτός δικαιούται να σωθεί.
Και η Ελλάδα δεν έχει τίποτε να κερδίσει από μια πολιτική που θα μετρά την επιτυχία της με τη σιωπή των πνιγμένων. Χρειάζεται αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων, εξάρθρωση των δικτύων διακίνησης, ασφαλείς και νόμιμες οδούς για όσους δικαιούνται προστασία, δίκαιες διαδικασίες ασύλου και ουσιαστική ευρωπαϊκή συνεργασία. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να πάψει η ανθρώπινη ζωή να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ας ερευνηθούν, λοιπόν, οι σημερινές τραγωδίες. Ας αποδοθούν οι ευθύνες εκεί όπου πραγματικά ανήκουν. Ας μην αθωωθεί κανείς προκαταβολικά, αλλά ας μη στοχοποιηθεί κανείς χωρίς στοιχεία. Και ας πάψουμε να θεωρούμε ότι η αυστηρότητα μιας πολιτικής αποδεικνύεται από το πόσο λίγο συγκινείται.
Και όταν η συνείδηση χρειάζεται διαβατήριο για να αναγνωρίσει έναν άνθρωπο, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στα σύνορα.
Βρίσκεται μέσα στο κεφάλι μας.
Το βρέφος δεν ήξερε ότι περνούσε σύνορα. Εμείς ξέραμε ότι ήταν άνθρωπος. Κι αυτό είναι που κάνει τον θάνατό του τόσο αβάσταχτο: δεν χάθηκε μόνο μια ζωή στη θάλασσα. Βυθίστηκε άλλη μία φορά η ιδέα ότι ο πολιτισμός μας αξίζει το όνομά του.
Υπάρχει μια παράξενη στιγμή στην πολιτική ζωή, όταν ο πολιτικός ξεχνά ότι βρίσκεται μπροστά σε πολίτες και συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται απέναντι σε εχθρούς. Δεν επιχειρηματολογεί πια· κραυγάζει. Δεν απαντά· επιτίθεται. Δεν συζητά· καταλαμβάνει τον τηλεοπτικό χρόνο με την ένταση της φωνής του, λες και η ένταση αποτελεί απόδειξη ορθότητας.
Ο πολιτικός που κραυγάζει δεν είναι κατ’ ανάγκην πολιτικά ισχυρός. Είναι, όμως, τηλεοπτικά χρήσιμος. Η οργή πουλάει, η σύγκρουση ανεβάζει την τηλεθέαση και η συζήτηση μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου ανάμεσα σε διακοπές, ειρωνείες και λεκτικές επιθέσεις. Στο τέλος, κανείς δεν θυμάται τι ακριβώς συζητήθηκε. Θυμάται μόνο ποιος φώναξε περισσότερο.
Και κάπως έτσι, η πολιτική κατεβαίνει από το βήμα και ανεβαίνει στο ρινγκ.
Η αντίθεση είναι αποκαλυπτική. Από τη μία, οι άνθρωποι που μετρούν τον μισθό πριν από το τέλος του μήνα, οι νέοι που αναρωτιούνται αν θα αποκτήσουν ποτέ δικό τους σπίτι, οι εργαζόμενοι που βλέπουν τις ανάγκες τους να ακριβαίνουν ταχύτερα από τις αποδοχές τους. Από την άλλη, ένα πολιτικό σύστημα που συχνά μοιάζει να μετρά την επιτυχία του με τη δύναμη του χειροκροτήματος.
🦥 Η πολιτική του «α και ου»!
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ότι ένας υπουργός τραγουδά ένα σύνθημα. Ούτε ότι ένας πολιτικός ενθουσιάζεται ανάμεσα στους κομματικούς του φίλους. Η δημοκρατία δεν απαιτεί από τους πολιτικούς να κυκλοφορούν με ύφος επιτρόπου κηδείας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική εξαντλείται στην παράσταση και η παράσταση παρουσιάζεται ως πολιτική ουσία.
Το «α και ου» έχει τη δική του ιστορία στα ελληνικά πανεπιστήμια. Είναι το σύνθημα μιας παράταξης, ένα απομεινάρι της φοιτητικής αντιπαράθεσης, ένα ηχητικό σύμβολο κομματικής ταυτότητας. Όταν όμως το επαναλαμβάνει ένας υπουργός, δεν βρίσκεται απλώς ένας άνθρωπος ανάμεσα σε νεολαίους. Βρίσκεται μπροστά μας η ίδια η σχέση της εξουσίας με την πολιτική της καταγωγή: μια εξουσία που θυμάται με ευκολία τα συνθήματα της νεότητάς της, αλλά οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν ξέχασε τις ανάγκες της κοινωνίας.
Δεν πληρώνουν το ενοίκιο με χειροκροτήματα. Δεν αγοράζουν τρόφιμα με κομματική συσπείρωση. Δεν βρίσκουν γιατρό στο δημόσιο νοσοκομείο επειδή κάποιος φώναξε δυνατότερα από τον αντίπαλό του. Και δεν αποκτούν εργασιακή ασφάλεια επειδή μια κομματική αίθουσα σείστηκε από ενθουσιασμό.
Η πολιτική, ωστόσο, έχει βρει έναν βολικό τρόπο να αντιστρέφει τους ρόλους. Αντί να λογοδοτεί για την κοινωνική πραγματικότητα, συχνά απαιτεί από την κοινωνία να απολογηθεί για τη δυσαρέσκειά της. Ο διαδηλωτής γίνεται ταραχοποιός, ο εργαζόμενος που διεκδικεί γίνεται συντεχνιακός, ο νέος που αμφισβητεί γίνεται ανώριμος. Κάπως έτσι, η εξουσία διεκδικεί για τον εαυτό της το δικαίωμα της σοβαρότητας και παραχωρεί στους υπόλοιπους το προνόμιο της υπακοής.
Και όταν η υπακοή δεν έρχεται, ανεβαίνει η ένταση.
✊️ Η Ευρώπη δεν διαδηλώνει επειδή δεν άκουσε αρκετά συνθήματα...
Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις δεν αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό κίνημα ούτε έχουν όλες το ίδιο ιδεολογικό υπόβαθρο. Έχουν, όμως, ένα κοινό πεδίο ανησυχίας: την απόσταση ανάμεσα στις επίσημες διαβεβαιώσεις για την οικονομία και στην καθημερινή εμπειρία μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας.
Όταν η στέγη μετατρέπεται σε πολυτέλεια, η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και οι δημόσιες υπηρεσίες δοκιμάζονται, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή η κυβέρνηση διαθέτει επικοινωνιακό μηχανισμό. Συσσωρεύεται. Κι όταν δεν βρίσκει πειστική πολιτική έκφραση, αναζητά άλλους δρόμους, από την απεργία και τη διαδήλωση μέχρι την οργή και τη σύγκρουση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διαμαρτυρία έχει δίκιο σε όλα ή ότι κάθε πράξη βίας δικαιολογείται. Σημαίνει ότι μια δημοκρατία οφείλει να ξεχωρίζει το κοινωνικό αίτημα από την παραβατική πράξη και να απαντά στο πρώτο χωρίς να χρησιμοποιεί τη δεύτερη ως πρόσχημα για να αγνοήσει το σύνολο.
Εδώ δοκιμάζεται η πολιτική ωριμότητα. Όχι στο πόσο δυνατά μπορεί να φωνάξει ένας υπουργός μπροστά στους οπαδούς του, αλλά στο αν μπορεί να ακούσει εκείνους που δεν τον χειροκροτούν.
🤑 Οι ανισορροπίες της εξουσίας.
Ο τίτλος «ανισόρροποι πολιτικοί» δεν χρειάζεται να γίνει χαρακτηρισμός της ψυχικήςκατάστασης κανενός. Αφορά τις ανισορροπίες ενός ολόκληρου πολιτικού πολιτισμού: την υπερβολή της εικόνας απέναντι στην ανεπάρκεια της ουσίας, την αλαζονεία απέναντι στη λογοδοσία, την κομματική αυτοεπιβεβαίωση απέναντι στην κοινωνική αμφισβήτηση.
Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ. Όσο περισσότερο η πολιτική επενδύει στην ένταση, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να αποκαλύψει την αδυναμία της να πείσει. Όσο περισσότερο επιδιώκει να μετατρέψει κάθε δημόσια εμφάνιση σε παράσταση νίκης, τόσο πιο εκκωφαντική γίνεται η σιωπή των προβλημάτων που παραμένουν άλυτα.
Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν είναι διαγωνισμός ντεσιμπέλ. Είναι η δύσκολη τέχνη της συνύπαρξης, της επιχειρηματολογίας, της σύγκρουσης συμφερόντων και της αναζήτησης λύσεων. Η εξουσία δεν κρίνεται από το πόσους ανθρώπους μπορεί να κάνει να φωνάζουν μαζί της, αλλά από το αν μπορεί να εξηγήσει σε εκείνους που διαφωνούν γιατί οι αποφάσεις της αξίζουν να γίνουν αποδεκτές.
Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας: οι πολιτικοί να πανηγυρίζουν για τη συσπείρωση των δικών τους την ώρα που οι κοινωνίες δυσκολεύονται να συσπειρωθούν γύρω από την ίδια τους τη ζωή.
Και κάπου ανάμεσα στις κραυγές της κομματικής επιβεβαίωσης και στις φωνές της κοινωνικής διεκδίκησης βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα:
Ποιος είναι τελικά εκτός τόπου και χρόνου; Εκείνος που διαμαρτύρεται επειδή δεν μπορεί να ζήσει όπως του αξίζει ή εκείνος που πανηγυρίζει επειδή εξακολουθούν να τον χειροκροτούν;
Και κάπως έτσι, κοντεύουμε να φάμε το 2026. Όχι ολόκληρο, βέβαια. Κάποιοι το έφαγαν ήδη με το κουτάλι, άλλοι το κατάπιαν αμάσητο κι άλλοι ακόμη προσπαθούν να χωνέψουν όσα τους έτυχαν.
Ο Οκτώβριος προχωράει ακάθεκτος, τα σούπερ μάρκετ αρχίζουν να μυρίζουν Χριστούγεννα και οι βιτρίνες ετοιμάζονται να μας πουλήσουν λίγη οικογενειακή θαλπωρή σε τιμή πολυτελείας. Σε λίγο θα ξεφυτρώσουν τα πρώτα λαμπιόνια, οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα και οι γνωστές ευχές για υγεία, αγάπη και ευτυχία. Τα τρία τελευταία, ως γνωστόν, δεν περιλαμβάνονται σε καμία προσφορά Black Friday.
Και κάπου εκεί αρχίζει ο μεγάλος απολογισμός. Τι κάναμε, τι δεν κάναμε, ποιοι έφυγαν, ποιοι ήρθαν, τι χάσαμε και τι αφήσαμε να χαθεί επειδή νομίζαμε πως είχαμε άφθονο χρόνο. Ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι η χρονιά δεν τελειώνει στις 31 Δεκεμβρίου, αλλά κάθε φορά που συνειδητοποιούμε πως κάτι πέρασε και δεν πρόκειται να ξανάρθει.
Βέβαια, δεν χρειάζεται να μας πιάνει υπαρξιακή κρίση κάθε φορά που αλλάζει το ημερολόγιο. Η ζωή δεν είναι λογιστικό φύλλο για να ισοσκελίζουμε κέρδη και ζημιές. Είναι περισσότερο σαν ένα τραπέζι με φίλους, όπου σημασία δεν έχει πόσα πιάτα άδειασαν, αλλά ποιοι κάθισαν μαζί μας και πόσο γελάσαμε.
Ας μην αρχίσουμε, λοιπόν, από τώρα τις υποσχέσεις για τον καινούργιο χρόνο. Έχουμε ακόμη δυόμισι μήνες μπροστά μας. Χρόνο για μια εκδρομή, έναν έρωτα, ένα καλό φαγητό, ένα τηλεφώνημα που αναβάλλουμε, μια συγγνώμη που χρωστάμε ή μια ανοησία που έχουμε κάθε δικαίωμα να διαπράξουμε.
Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Ο χρόνος, όμως, δεν περιμένει να στολίσουμε το δέντρο για να συνεχίσει.
Κι αν είναι να μετράμε μέρες, ας μετρήσουμε καλύτερα τις στιγμές που αξίζουν. Γιατί ο χρόνος περνάει έτσι κι αλλιώς. Το ζήτημα είναι να μη φτάσουμε στην Πρωτοχρονιά και ανακαλύψουμε ότι, ενώ μετρούσαμε αντίστροφα για τα Χριστούγεννα, ξεχάσαμε να ζήσουμε τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο και όσα μικρά θαύματα είχαν στριμωχτεί ανάμεσά τους.
Ο χειμώνας έχει τον δικό του τρόπο να γδύνεται ο άνθρωπος χωρίς να βγάζει τα ρούχα του. Ένα μακρύ παλτό που ανοίγει καθώς περπατάς, ένα κασκόλ που τυλίγεται γύρω από τον λαιμό, ένα πουλόβερ που αφήνει ακάλυπτο τον έναν ώμο. Μικρές ατέλειες στην προστασία του σώματος, μικρές προσκλήσεις προς τη φαντασία.
Τα χειμωνιάτικα ρούχα έχουν μια ιδιότυπη ερωτική οικονομία. Κρύβουν για να κάνουν την αποκάλυψη πιο ενδιαφέρουσα. Κάτω από τα χοντρά υφάσματα, το σώμα δεν εξαφανίζεται· γίνεται υπόσχεση. Ένα ζευγάρι χέρια που βγαίνει από τα μανίκια, μια τούφα μαλλιών πάνω σε ένα μάλλινο γιακά, τα χείλη που μόλις διακρίνονται πάνω από το κασκόλ. Ο έρωτας δεν χρειάζεται πάντα γυμνό δέρμα. Μερικές φορές αρκεί να υποψιάζεσαι τη θερμοκρασία του.
Κι ύστερα υπάρχουν τα ρούχα που δανείζονται. Το πουλόβερ του άλλου, λίγο μεγάλο στους ώμους, με τα μανίκια να σκεπάζουν τις παλάμες. Το πουκάμισό του που φοριέται το πρωί, όταν η νύχτα έχει τελειώσει αλλά η επιθυμία δεν έχει αποφασίσει να φύγει. Το άρωμα που έχει μείνει στο ύφασμα και κάνει την απουσία να μοιάζει με μια παράξενη μορφή παρουσίας. Κάποιος έφυγε, αλλά το ρούχο του εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, σαν να μην ολοκληρώθηκε ακόμη ο αποχαιρετισμός.
Τα γάντια, πάλι, είναι μια μικρή ερωτική αδικία. Κρατούν τα χέρια χωριστά από τον κόσμο, μέχρι κάποιος να τα βγάλει και να αναζητήσει μια παλάμη γυμνή. Και το κασκόλ; Μπορεί να γίνει η πιο αθώα δικαιολογία για να πλησιάσουν δύο πρόσωπα. Να το ισιώσεις γύρω από τον λαιμό του άλλου, να σταθείς λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, να αφήσεις τα δάχτυλα να καθυστερήσουν εκεί όπου η λογική θα είχε ήδη τελειώσει τη δουλειά της.
Ίσως τελικά το πιο ερωτικό χειμωνιάτικο ένδυμα να μην είναι το μαύρο φόρεμα, το στενό παντελόνι ή το ακριβό παλτό. Να είναι εκείνο που βγαίνει αργά, χωρίς βιασύνη, όταν ο δρόμος έχει μείνει πίσω, το κρύο δεν μπορεί πια να φτάσει ως το κρεβάτι και δύο σώματα ανακαλύπτουν πως δεν χρειάζονται άλλη προστασία.
Γιατί ο χειμώνας δεν είναι η εποχή που ντυνόμαστε περισσότερο. Είναι η εποχή που βρίσκουμε περισσότερες αφορμές να πλησιάσουμε.
Και το καλύτερο χειμωνιάτικο ρούχο είναι εκείνο που, στο τέλος της νύχτας, βρίσκεται πεταμένο σε μια καρέκλα, ενώ κανείς από τους δύο δεν θυμάται ποιος το έβγαλε πρώτος.
Το καλάθι της νοικοκυράς ήταν κάποτε μια μικρή αποθήκη καθημερινής αισιοδοξίας. Λίγο ψωμί, γάλα, αυγά, όσπρια, φρούτα, ένα κομμάτι τυρί. Πράγματα αυτονόητα, που δεν απαιτούσαν οικονομικό σχεδιασμό ούτε τη συμβουλή ειδικού. Σήμερα, πριν γεμίσει το καλάθι, αδειάζει το πορτοφόλι. Κι ανάμεσα στα ράφια του σούπερ μάρκετ, ο καταναλωτής εξασκείται σε μια καινούργια επιστήμη: την αριθμητική της στέρησης.
Η ακρίβεια έχει το δικό της χιούμορ. Οι τιμές ανεβαίνουν με την άνεση ασανσέρ πολυτελούς ξενοδοχείου, ενώ οι μισθοί ανεβαίνουν με την ταχύτητα ηλικιωμένου σαλιγκαριού. Κάθε τόσο ανακοινώνονται μέτρα, πλαφόν, έλεγχοι και καλάθια με ειδικές προσφορές. Η πολιτική ανακαλύπτει το περιεχόμενο του ψυγείου, λες και μέχρι χθες η οικονομία ήταν μια αφηρημένη εξίσωση χωρίς ανθρώπους που πεινούν.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι η μεταμόρφωση του ίδιου του καταναλωτή. Εκεί που άλλοτε διάλεγε τι θέλει να φάει, τώρα υπολογίζει τι μπορεί να μην αγοράσει. Συγκρίνει τιμές ανά κιλό, κυνηγά προσφορές, αλλάζει μάρκες, εγκαταλείπει αγαπημένες γεύσεις. Το κρέας γίνεται πολυτέλεια, το ψάρι περιστασιακή γιορτή και τα φρούτα αγοράζονται με το τεμάχιο. Η διατροφή, από καθημερινή ανάγκη και απόλαυση, μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση με το ταμείο.
Κι εδώ αρχίζει η κοινωνική ειρωνεία. Οι διαφημίσεις υπόσχονται αφθονία, τα ράφια ξεχειλίζουν από προϊόντα και οι οθόνες μάς καλούν να καταναλώσουμε περισσότερο. Μόνο που η αφθονία των εμπορευμάτων δεν σημαίνει αφθονία στη ζωή των ανθρώπων. Μπορεί ένα κατάστημα να είναι γεμάτο και το τραπέζι ενός σπιτιού φτωχό. Η αγορά έχει ό,τι επιθυμείς, αρκεί να διαθέτεις το απαραίτητο εισιτήριο: χρήματα.
Και το καλάθι δεν είναι τελικά υπόθεση μόνο της νοικοκυράς. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Γιατί η ακρίβεια δεν μοιράζεται ισότιμα. Για τον εύπορο, μια αύξηση τιμών είναι ενόχληση. Για τον χαμηλόμισθο, είναι ένα γεύμα λιγότερο, ένα φάρμακο που αναβάλλεται, μια ανάγκη που βαφτίζεται περιττή. Όσο μικρότερο είναι το εισόδημα, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι του καταναλώνεται για να εξασφαλιστούν τα στοιχειώδη. Κι έτσι, η φτώχεια δεν μετριέται μόνο με όσα λείπουν, αλλά και με όσα αναγκάζεται κανείς να στερηθεί ενώ τα βλέπει μπροστά του.
Το καλάθι της νοικοκυράς, λοιπόν, είναι κάτι περισσότερο από ένας δείκτης τιμών. Είναι ένας καθρέφτης της οικονομικής πολιτικής, της κατανομής του πλούτου και των κοινωνικών προτεραιοτήτων. Εκεί φαίνεται αν η ανάπτυξη φτάνει στο τραπέζι ή αν σταματά στις βιτρίνες των αριθμών. Εκεί δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια μιας κοινωνίας, όχι στις πανηγυρικές ανακοινώσεις των υπουργείων.
Γιατί ο πολιτισμός μιας χώρας δεν μετριέται από τα πολυτελή εστιατόριά της, αλλά από το αν οι άνθρωποί της μπορούν να αγοράσουν τα τρόφιμα που χρειάζονται χωρίς να κάνουν λογαριασμούς μπροστά σε κάθε ράφι.
Όταν το ψωμί γίνεται είδος πολυτελείας, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο καλάθι. Βρίσκεται σε μια κοινωνία που έμαθε να μετρά την επιτυχία με τα κέρδη εκείνων που γεμίζουν τις αποθήκες και όχι με την αξιοπρέπεια εκείνων που προσπαθούν να γεμίσουν το τραπέζι τους.
Υπάρχει μια ηλικία που δεν μετριέται με χρόνια, αλλά με εκπλήξεις που έχουν πάψει να σε εκπλήσσουν. Νομίζεις πως γνώρισες όλους τους τύπους ανθρώπων, πως είδες κάθε πιθανή εκδοχή της υποκρισίας, πως εξάντλησες τον κατάλογο της ανοησίας και πως η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχει πια καινούργια κόλπα να σου δείξει.
Κι εκεί ακριβώς, όταν αρχίζεις να πιστεύεις πως τίποτα δεν μπορεί να σε ξαφνιάσει, εμφανίζεται κάποιος και σου αποδεικνύει ότι υποτίμησες τις δυνατότητες του παραλόγου.
Βλέπεις ανθρώπους να προδίδουν εκείνους που τους στήριξαν, να μιλούν για αξίες που δεν γνώρισαν ποτέ, να κουνάνε το δάχτυλο για αμαρτίες που οι ίδιοι διαπράττουν με συνέπεια και να φορούν τη μάσκα της αξιοπρέπειας με την άνεση ανθρώπου που ξέχασε ότι υπάρχει καθρέφτης.
Και τότε χαμογελάς. Όχι επειδή διασκεδάζεις, αλλά επειδή κάπου ανάμεσα στην απογοήτευση και στην εμπειρία ανακαλύπτεις πως η έκπληξη δεν είναι πάντα ένδειξη αθωότητας. Μερικές φορές είναι η τελευταία προσπάθεια του μυαλού να συμφιλιωθεί με όσα αρνείται να πιστέψει.
Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν χειρότεροι απ’ όσο φανταζόσουν. Είναι ότι εσύ εξακολουθείς να τους μετράς με τα δικά σου μέτρα.
Κι όταν νομίζεις πως τα έχεις δει όλα, η ζωή σού κλείνει το μάτι και σου λέει:
«Μην ανησυχείς. Δεν έχεις δει ακόμη τίποτα. Απλώς μέχρι τώρα ήσουν θεατής. Περίμενε να γίνεις πρωταγωνιστής».
Η πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μα πολιτική μοιάζει με τη ζύμη. Θέλει αλεύρι, νερό, μαγιά και χρόνο. Μόνο που στην πολιτική το αλεύρι είναι ο λαός, το νερό οι υποσχέσεις και η μαγιά η φιλοδοξία εκείνων που θέλουν να φουσκώσουν πάνω από το μπόι τους.
Ο πολιτικός παίρνει τα υλικά, τα ανακατεύει με προσεκτικές δόσεις πατρίδας, θρησκείας, ασφάλειας και ανάπτυξης, κι ύστερα αφήνει το μείγμα να φουσκώσει. Όσο περισσότερο φουσκώνει, τόσο μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί. Κανείς δεν σκέφτεται να ρωτήσει πόσο ψωμί θα βγει τελικά. Η βιτρίνα έχει ήδη γεμίσει καρβέλια.
Κι εδώ αρχίζει η μαγειρική της εξουσίας. Γιατί άλλο η ζύμη κι άλλο το ψωμί. Η πρώτη υπόσχεται όγκο, το δεύτερο οφείλει να θρέψει. Η πολιτική, όμως, έχει ανακαλύψει πως μπορείς να πουλάς το πρώτο για το δεύτερο. Αρκεί να διαθέτεις καλό φούρνο, επικοινωνιακούς αρτοποιούς και μερικά κανάλια που θα μεταδίδουν αδιάκοπα τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου μέλλοντος.
Ο λαός ζυμώνεται καθημερινά. Με την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τους φόρους, την εργασία που δεν φτάνει για να καλύψει τις ανάγκες της ζωής. Του λένε πως πρέπει να κάνει υπομονή, να σφίξει το ζωνάρι, να περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Κανείς δεν του εξηγεί γιατί εκείνοι που κρατούν τον φούρνο έχουν πάντα γεμάτο τραπέζι, ενώ εκείνοι που κουβαλούν τα σακιά με το αλεύρι συχνά δεν έχουν ούτε ψίχουλα.
Και η μαγιά δουλεύει. Φουσκώνει τους αριθμούς, τις δημοσκοπήσεις, τις προσδοκίες, τις προεκλογικές εξαγγελίες. Φουσκώνει τα βιογραφικά των σωτήρων και τις τσέπες των επιτήδειων. Κάθε τόσο αλλάζει η συνταγή, όχι όμως και οι μερίδες. Οι ίδιοι κάθονται στο τραπέζι της εξουσίας, οι ίδιοι μοιράζουν τα κομμάτια και οι υπόλοιποι καλούνται να χειροκροτήσουν την αρμονία του γεύματος.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η εξουσία δεν φοβάται τόσο τον πεινασμένο όσο εκείνον που θα μάθει να ξεχωρίζει τα υλικά. Γιατί ο πεινασμένος μπορεί να αρκεστεί σε μια υπόσχεση ψωμιού. Εκείνος, όμως, που γνωρίζει ποιος καλλιεργεί το σιτάρι, ποιος αλέθει το αλεύρι, ποιος ελέγχει την παραγωγή και ποιος καθορίζει την τιμή, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η πείνα δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα έλλειψης. Μπορεί να είναι και αποτέλεσμα διανομής.
Και τότε η συζήτηση παύει να αφορά τη συνταγή. Αφορά την ιδιοκτησία του φούρνου.
Αυτή είναι η λεπτομέρεια που αποφεύγει επιμελώς η πολιτική ρητορεία. Μας καλεί να διαλέξουμε τον αρτοποιό, αλλά σπάνια μας καλεί να συζητήσουμε ποιος κατέχει τον φούρνο, ποιος πληρώνει τα καύσιμα και ποιος αποφασίζει ποιος θα φάει. Μας προσφέρει εναλλαγές προσώπων ως υποκατάστατο της αλλαγής των σχέσεων. Και κάθε φορά που η ζύμη ξεφουσκώνει, ανακαλύπτει έναν καινούργιο εχθρό για να δικαιολογήσει το αποτυχημένο ψήσιμο.
Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι ότι η ζύμη δεν φουσκώνει αρκετά. Ίσως είναι ότι κάποιοι έχουν αποκτήσει το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζουν τι θα γίνει με αυτήν.
Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο ψηλά φουσκώνει το ψωμί της εξουσίας, αλλά από το αν φτάνει στο τραπέζι όλων.
Και η μεγαλύτερη πολιτική απάτη δεν είναι να σου πουλήσουν μπαγιάτικο ψωμί. Είναι να σε πείσουν πως, επειδή εσύ ζύμωσες το αλεύρι, ο φούρνος τούς ανήκει δικαιωματικά. Ο λαός δίνει το αλεύρι, η εξουσία κρατάει τον φούρνο, οι ολιγάρχες μοιράζουν τα καρβέλια και οι πολιτικοί εξηγούν στους πεινασμένους πως φταίει η συνταγή. Κι όταν η οργή αρχίζει να φουσκώνει, ρίχνουν λίγη μαγιά πατριωτισμού, έναν εχθρό απ’ έξω και δυο κουταλιές φόβου. Γιατί η εξουσία ξέρει καλά: τον πεινασμένο τον φοβάται λιγότερο απ’ όσο φοβάται εκείνον που κατάλαβε ποιος του έφαγε το ψωμί.
Υπάρχουν αντικείμενα που αποκαλύπτουν τον πολιτισμό μιας κοινωνίας καλύτερα από τα μνημεία της. Το χαρτί υγείας, για παράδειγμα. Έχει μια αξιοθαύμαστη ιδιότητα: καταργεί προσωρινά τις κοινωνικές διαφορές. Ο πλούσιος και ο φτωχός, ο υπουργός και ο άνεργος, ο εφοπλιστής και ο συνταξιούχος, όλοι διαθέτουν την ίδια ανατομική έξοδο για τα προϊόντα του πολιτισμού τους. Η ισότητα, βέβαια, διαρκεί ελάχιστα. Αμέσως μετά, ορισμένοι επιστρέφουν στα πολυτελή τους μπάνια, ενώ άλλοι ψάχνουν ακόμη και για χαρτί.
Η δημοκρατία είναι μια ωραία ιδέα. Αλλά η τουαλέτα είναι πιο ειλικρινής.
Εκεί δεν υπάρχουν τηλεοπτικά πάνελ, προεκλογικές υποσχέσεις, δημοσκοπήσεις και εθνικοί στόχοι. Υπάρχει μόνο η υλική αλήθεια του σώματος. Ο άνθρωπος θυμάται ξαφνικά ότι, κάτω από το κοστούμι, τη γραβάτα, το πτυχίο και την κομματική ταυτότητα, παραμένει ένα ζώο με έντερο. Κι αυτή είναι ίσως η τελευταία κοινωνική αλήθεια που δεν κατάφερε να ιδιωτικοποιήσει ο καπιταλισμός.
Ή μήπως κατάφερε και αυτήν;
Το χαρτί υγείας παράγεται, συσκευάζεται, διαφημίζεται, μεταφέρεται και πωλείται. Ακόμη και η ανθρώπινη ανάγκη έχει μετατραπεί σε αγορά. Μας πουλάνε μαλακότητα τριών στρώσεων, αίσθηση πολυτέλειας, άρωμα χαμομηλιού και υπόσχεση καθαριότητας. Η βιομηχανία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν αρκείται να καθαριστεί· θέλει να αισθανθεί ανώτερος ακόμη κι όταν καθαρίζεται.
Έτσι αγοράζει επώνυμο χαρτί για να σκουπίσει την ίδια ανατομική μοίρα που μοιράζεται με τον τελευταίο άστεγο. Η ταξική συνείδηση εξαφανίζεται μπροστά στο ράφι του σουπερμάρκετ και επανεμφανίζεται στο ταμείο.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική.
Γιατί η εξουσία δεν είναι μόνο εκείνη που αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει, ποιος θα φορολογηθεί και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της κρίσης. Είναι και εκείνη που καταφέρνει να πείσει τους ανθρώπους ότι τα σκατά τους μυρίζουν λιγότερο από των άλλων.
Ο πολιτικός που υπόσχεται κάθαρση εμφανίζεται συνήθως ως ειδικός στην αποχέτευση. Καταγγέλλει τη διαφθορά των προηγουμένων, υπόσχεται να καθαρίσει τον τόπο και ζητά την εμπιστοσύνη μας για να πιάσει τη σφουγγαρίστρα. Μόνο που, όταν φτάνει η ώρα της δουλειάς, ανακαλύπτει ότι το σύστημα δεν χρειάζεται καθαρισμό αλλά συντήρηση. Τα λύματα έχουν ήδη αποκτήσει διεύθυνση, ΑΦΜ και πολιτική προστασία.
Η κάθαρση αναβάλλεται. Η καρέκλα καθαρίζεται καθημερινά.
Κι εμείς, οι θεατές της δημόσιας τουαλέτας, παρακολουθούμε την εναλλαγή των διαχειριστών. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι λέρωσε τον χώρο, ο δεύτερος απαντά πως παρέλαβε χειρότερη κατάσταση, ο τρίτος υπόσχεται ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Στο μεταξύ, η δυσοσμία παραμένει και ο λογαριασμός έρχεται στον πολίτη.
Η γλώσσα, άλλωστε, είναι το καλύτερο αποσμητικό της πολιτικής. Η φτώχεια γίνεται «δημοσιονομική προσαρμογή», η εκμετάλλευση «ευελιξία της αγοράς», η εγκατάλειψη «περιορισμός δαπανών» και η κοινωνική αδικία «αναγκαίο τίμημα». Με μερικές λέξεις μπορείς να μετατρέψεις ένα βουνό από περιττώματα σε αναπτυξιακή πρόκληση.
Αρκεί να έχεις καλό επικοινωνιολόγο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία παράγει σκουπίδια. Όλες οι κοινωνίες παράγουν. Το πρόβλημα είναι ποιος τα παράγει, ποιος κερδίζει από αυτά, ποιος υποχρεώνεται να τα καθαρίσει και ποιος πληρώνεται για να διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει δυσοσμία.
Ο εργάτης καθαρίζει τα δημόσια αποχωρητήρια. Ο επιχειρηματίας πουλάει το χαρτί. Ο πολιτικός εγκαινιάζει την ανακαίνιση. Ο διαφημιστής υπόσχεται υγιεινή. Και ο πολίτης πληρώνει εισιτήριο για να παρακολουθήσει την παράσταση της καθαριότητας.
Η κοινωνική αδικία δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι όλοι έχουμε ανάγκη από χαρτί. Βρίσκεται στο ότι ορισμένοι έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν τα απόβλητά τους στην αυλή των άλλων και να τους χρεώνουν επιπλέον για τον καθαρισμό.
Αυτό ονομάζεται οικονομία.
Και η πιο πετυχημένη της διαφήμιση είναι να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η βρομιά είναι ατομική ευθύνη, ενώ τα κέρδη της καθαριότητας αποτελούν ιδιωτικό δικαίωμα.
Στο τέλος, το χαρτί υγείας αποδεικνύεται ένα μικρό πολιτικό εγχειρίδιο. Μας διδάσκει ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από το πόσο ακριβό είναι το χαρτί που χρησιμοποιούμε, αλλά από το αν χρειάζεται να γονατίσουμε για να το αποκτήσουμε. Ότι η καθαριότητα δεν είναι διαφημιστικό σλόγκαν και ότι η κάθαρση δεν επιτυγχάνεται αλλάζοντας απλώς εκείνον που κρατάει το ρολό.
Γιατί η εξουσία έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους υπηκόους της: μπορεί να λερώσει τον κόσμο και ύστερα να τους πείσει ότι εκείνοι φταίνε που μυρίζει.
Και το χειρότερο δεν είναι πως μας αφήνει χωρίς χαρτί.
Είναι πως μας έχει πείσει ότι το χαρτί είναι αρκετό.
Η εξουσία θέλει χρήμα. Το χρήμα αγοράζει επιρροή, η επιρροή εξασφαλίζει πρόσβαση και η πρόσβαση ανοίγει πόρτες που παραμένουν ερμητικά κλειστές για τους πολλούς. Κάπως έτσι λειτουργούσαν ανέκαθεν οι βασιλικές αυλές: άλλοι κυβερνούσαν, άλλοι χρηματοδοτούσαν, άλλοι ψιθύριζαν στο αυτί του μονάρχη και κάποιοι φρόντιζαν να βρίσκονται πάντοτε στο σωστό δωμάτιο, τη σωστή στιγμή. Οι εποχές άλλαξαν, τα ανάκτορα έγιναν προεδρικές κατοικίες και τα παλάτια πολυτελή ξενοδοχεία, αλλά η αρχιτεκτονική της επιρροής παρέμεινε αξιοσημείωτα σταθερή.
Σήμερα, μάλιστα, η αυλή έχει αποκτήσει τηλεοπτικά στούντιο, κοινωνικά δίκτυα, δεξιώσεις και φωτογράφους. Η δημόσια αναγνωρισιμότητα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο, η προσωπική γνωριμία σε επαγγελματικό πλεονέκτημα και η κοινωνική παρουσία σε διαβατήριο προς τους μηχανισμούς της εξουσίας. Δεν χρειάζεται να ανοίξει κανείς μια μυστική πόρτα. Αρκεί να είναι προσκεκλημένος στην επίσημη δεξίωση.
Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο αυτής της σύγχρονης πολιτικής σκηνογραφίας. Πρώην εισαγγελέας, τηλεοπτική προσωπικότητα και πρώην αρραβωνιαστικιά του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιου του Αμερικανού προέδρου, ανέλαβε την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα. Η διαδρομή της συνδέει την τηλεοπτική προβολή, την προσωπική εγγύτητα στην οικογένεια Τραμπ και τη θεσμική εκπροσώπηση μιας υπερδύναμης.
Η προσωπική της σχέση με τον γιο του προέδρου δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε τα κριτήρια του διορισμού της ούτε κάποια παρατυπία. Φωτίζει, ωστόσο, ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η αναγνωρισιμότητα, η προσωπική εμπιστοσύνη και η εγγύτητα στον ηγέτη μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Και εδώ η ιστορία παύει να αφορά μόνο μια γυναίκα και αρχίζει να αφορά το σύστημα που την ανέδειξε.
Το σύστημα αυτό έχει και όνομα: MAGA.
Το "Make America Great Again" παρουσιάστηκε ως "εξέγερση" εναντίον του κατεστημένου. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε να ταράξει τα νερά της Ουάσιγκτον, να αποκαταστήσει την εθνική αυτοπεποίθηση και να επιστρέψει την Αμερική στους πολίτες που αισθάνονταν παραμελημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ. Η ρητορική του μίλησε για προδομένες κοινωνικές ομάδες, χαμένες θέσεις εργασίας, εθνική παρακμή και την ανάγκη να ανακτηθεί ο έλεγχος της αμερικανικής μοίρας.
Κάθε εξέγερση, όμως, έχει ένα κρίσιμο ερώτημα: θέλει να γκρεμίσει την πυραμίδα ή απλώς να αλλάξει εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της;
Το MAGA δεν εξαφανίζει τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Αναδιατάσσει συμμαχίες, ενισχύει νέους ή διαφορετικούς κύκλους επιρροής και διεκδικεί άλλη κατανομή ισχύος. Η πυραμίδα παραμένει· αλλάζουν οι ένοικοί της, οι συμμαχίες τους και οι διαδρομές που οδηγούν στα ανώτερα διαμερίσματα. Η δήθεν εξέγερση εναντίον του κατεστημένου μπορεί, έτσι, να καταλήξει σε μια διαφορετική εκδοχή του: με νέα πρόσωπα, νέους χρηματοδότες και νέους ευνοουμένους, αλλά με την ίδια παλιά ανάγκη να βρίσκεσαι κοντά σε εκείνον που αποφασίζει.
Αυτή είναι η αντίφαση που αξίζει να εξεταστεί. Ένα κίνημα που καταγγέλλει τα προνόμια μπορεί να διατηρεί την ίδια τη λογική τους, αρκεί να αλλάξει τους δικαιούχους. Και όταν η προσωπική πίστη στον ηγέτη αποκτά πολιτική αξία, η οικογένεια, οι φίλοι και οι στενοί συνεργάτες του παύουν να είναι απλώς ένας ιδιωτικός κύκλος. Γίνονται μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κατανέμονται η εμπιστοσύνη, οι ευκαιρίες και η πρόσβαση.
Από αυτό το περιβάλλον η διαδρομή της Γκίλφοϊλ έφτασε στην Αθήνα.
Η πρεσβεία δεν είναι κοινωνικό σαλόνι. Είναι θεσμός εκπροσώπησης ενός κράτους, με ευθύνη για σχέσεις που αφορούν την άμυνα, την ενέργεια, τις υποδομές, τις επενδύσεις και τη γεωπολιτική ισορροπία. Η Ελλάδα, λόγω της θέσης της και του ρόλου της στην ευρύτερη περιοχή, αποτελεί σημαντικό πεδίο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Επομένως, κάθε πρέσβης αναλαμβάνει μια αποστολή που υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική του προβολή.
Η διπλωματία, βέβαια, δεν ασκείται μόνο στα υπουργεία και στις επίσημες συναντήσεις. Ασκείται και στα δείπνα, στις δεξιώσεις, στις ανεπίσημες συνομιλίες, στις γνωριμίες που οδηγούν σε άλλες γνωριμίες. Εκεί συναντώνται οι κρατικές επιδιώξεις με τα ιδιωτικά συμφέροντα και η πολιτική με την επιχειρηματική ισχύ. Μια συζήτηση μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή, μια γνωριμία χρήσιμη και μια συνεργασία επωφελής. Το κρίσιμο ζήτημα αρχίζει όταν η πρόσβαση παύει να είναι απλώς μέσο επικοινωνίας και μετατρέπεται σε προνόμιο.
Γι’ αυτό οι δημόσιες εμφανίσεις της Γκίλφοϊλ με πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής και επιχειρηματικής ζωής δεν χρειάζεται ούτε να δαιμονοποιούνται ούτε να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες αποδείξεις επιτυχίας. Μια φωτογραφία δεν αποδεικνύει συναλλαγή. Μια χειραψία δεν αποτελεί τεκμήριο διαπλοκής. Αλλά ούτε και η φωτογραφία είναι πάντα τόσο αθώα όσο φαίνεται: μπορεί να λειτουργήσει ως δημόσιο πιστοποιητικό εγγύτητας, ως μήνυμα προς την αγορά, ως υπόσχεση πρόσβασης ή ως διαφήμιση πολιτικού κύρους.
Η πρόσβαση είναι ένα ιδιότυπο κεφάλαιο. Δεν καταγράφεται πάντοτε σε ισολογισμούς, αλλά μπορεί να έχει πραγματική αξία. Ένα τηλεφώνημα που απαντιέται, μια συνάντηση που κανονίζεται, μια πόρτα που ανοίγει πιο εύκολα για κάποιον απ’ ό,τι για κάποιον άλλον. Δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια επαφή οδηγεί σε ανταλλάγματα. Σημαίνει, όμως, ότι η εγγύτητα στην εξουσία δημιουργεί μια ασυμμετρία: κάποιοι αποκτούν ευκαιρίες να ακουστούν, ενώ άλλοι δεν φτάνουν ποτέ μέχρι την αίθουσα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Εδώ η ελληνική διάσταση του MAGA γίνεται πιο καθαρή. Η Ουάσιγκτον αναδιατάσσει τους δικούς της κύκλους επιρροής· η Αθήνα προσπαθεί να διαβάσει τη νέα πραγματικότητα και να διατηρήσει τις σχέσεις της με το αμερικανικό κέντρο ισχύος. Πολιτικοί αναζητούν διπλωματικά ερείσματα, επιχειρηματίες επιδιώκουν να ενισχύσουν τις θέσεις τους και θεσμικοί παράγοντες αναζητούν διαύλους επικοινωνίας. Όλα αυτά μπορούν να αποτελούν μέρος της κανονικής λειτουργίας της διπλωματίας. Η διαφορά ανάμεσα στη θεμιτή επαφή και στο προνόμιο, όμως, δεν κρίνεται από το χαμόγελο της φωτογραφίας. Κρίνεται από τους κανόνες, τη διαφάνεια και τις αποφάσεις που ακολουθούν.
Οι Έλληνες πολιτικοί δεν μπορούν να μετρούν την επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής με τον αριθμό των χειραψιών τους. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να θεωρούν την εγγύτητα προς την εξουσία υποκατάστατο του θεμιτού ανταγωνισμού. Και οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να εκλαμβάνουν κάθε δεξίωση ως εθνική επιτυχία επειδή σε αυτήν παρευρίσκονται πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις.
Το εθνικό συμφέρον δεν αποδεικνύεται με φωτογραφίες. Αποδεικνύεται με αποτελέσματα, με διαφανείς διαδικασίες και με δυνατότητα δημόσιου ελέγχου. Διαφορετικά, η διπλωματία κινδυνεύει να μετατραπεί σε σκηνοθεσία κύρους, όπου όλοι εμφανίζονται να εκπροσωπούν τη χώρα, αλλά ο καθένας μπορεί να προσδοκά κάτι διαφορετικό από τη συνάντηση.
Και τότε εμφανίζεται το λογοπαίγνιο: "Γκίλφοϊλ – Μίλφοϊλ."
Ηχητικό παιχνίδι, εύκολο στην αναπαραγωγή και κατάλληλο για την πολιτική του θεάματος. Η συζήτηση μπορεί έτσι να διολισθήσει από τους θεσμούς στην εμφάνιση, από τις σχέσεις εξουσίας στην προσωπική ζωή και από τα πραγματικά ερωτήματα σε ένα πονηρό χαμόγελο. Η γυναίκα γίνεται θέαμα και το σύστημα που την περιβάλλει περνάει στο φόντο.
Αυτό είναι το βολικότερο τέχνασμα της δημόσιας σκηνής: να μετατρέπει ένα πολιτικό ζήτημα σε κουτσομπολιό, ώστε να μη χρειάζεται να συζητήσει κανείς την πολιτική του ουσία. Η κριτική δεν χρειάζεται σεξιστικά υπονοούμενα ούτε ατεκμηρίωτες κατηγορίες. Χρειάζεται να εξετάζει πώς η προσωπική προβολή μετατρέπεται σε κύρος, πώς το κύρος γίνεται πρόσβαση και πώς η πρόσβαση μπορεί να αποκτήσει πολιτική ή οικονομική αξία.
Από το κρεβάτι στο κοινωνικό σαλόνι και από εκεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων: ο τίτλος δεν υποστηρίζει ότι κάθε προσωπική σχέση είναι συναλλαγή. Περιγράφει, ειρωνικά, μια διαδρομή μέσα από την οποία η ιδιωτική εγγύτητα, η δημόσια αναγνωρισιμότητα και η θεσμική εξουσία μπορούν να συναντηθούν. Το ερώτημα δεν είναι ποιος γνώριζε ποιον, αλλά τι σημασία αποκτά αυτή η γνωριμία όταν ο ένας διαθέτει εξουσία και ο άλλος αναζητά πρόσβαση σε αυτήν.
Και ύστερα ήρθε η αποχώρηση.
Στις 13 Οκτωβρίου 2026, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Λευκός Οίκος ζήτησε από την Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί από τη θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα, έπειτα από καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά και ισχυρισμούς σχετικά με πιθανή προσφορά πρόσβασης σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλες παροχές. Η ίδια αμφισβήτησε τις καταγγελίες. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν αποδεδειγμένα γεγονότα και η αποχώρησή της δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ενοχής. Αποτελούν, ωστόσο, μια σοβαρή εξέλιξη για ένα πρόσωπο που είχε αναδειχθεί μέσα από τον στενό κύκλο του Τραμπ και εκπροσωπούσε την κυβέρνησή του στην Αθήνα.
Η πολιτική ειρωνεία είναι προφανής. Ένα κίνημα που υποσχέθηκε να καθαρίσει την Ουάσιγκτον από το κατεστημένο βρίσκεται αντιμέτωπο με καταγγελίες που αγγίζουν ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία κάθε εξουσίας: τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική επιρροή και το ιδιωτικό όφελος. Αυτό δεν επιτρέπει την καταδίκη ενός προσώπου χωρίς αποδείξεις. Επιτρέπει, όμως, να τεθεί το ερώτημα αν η υπόσχεση της πολιτικής ανανέωσης συνοδεύεται από κανόνες που ισχύουν για όλους ή αν η ηθική αυστηρότητα εξαντλείται στους αντιπάλους.
Και στην Αθήνα τι μένει; Οι φωτογραφίες, οι δεξιώσεις, οι χειραψίες και οι δημόσιες φιλοφρονήσεις. Κυρίως, όμως, μένουν τα ερωτήματα για τη λειτουργία της ίδιας της πολιτικής εγγύτητας. Ποιοι είχαν πρόσβαση; Πώς χρησιμοποιήθηκαν οι δίαυλοι επικοινωνίας; Ποιες θεσμικές διαδικασίες διασφάλιζαν τη διαφάνεια; Και πόσο εύκολα μια κοινωνική γνωριμία μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματικό επίτευγμα, χωρίς να εξετάζεται τι πραγματικά προσέφερε στη χώρα;
Η συνάντηση με μια πρέσβειρα δεν καθιστά κανέναν ύποπτο. Η φωτογραφία δίπλα σε έναν ισχυρό αξιωματούχο δεν αποτελεί κατηγορία. Όσοι συναντήθηκαν με την Γκίλφοϊλ δεν οφείλουν να απολογηθούν για την ύπαρξη μιας γνωριμίας. Οφείλουν, όπως κάθε δημόσιος παράγοντας, να μπορούν να εξηγήσουν τις πράξεις τους όταν προκύπτουν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα ερωτήματα. Η δημοκρατία δεν απαιτεί ενοχοποίηση των πάντων· απαιτεί να μην εξαιρείται κανείς από τον έλεγχο.
Η Γκίλφοϊλ έφυγε. Οι αυλές, όμως, δεν κλείνουν όταν αποχωρεί ένας αυλικός. Αλλάζουν πρόσωπα, διακόσμηση και φωτογράφο. Οι πολιτικοί εξακολουθούν να αναζητούν την εύνοια των ισχυρών, οι επιχειρηματίες εξακολουθούν να επιδιώκουν πρόσβαση και οι δημόσιες σχέσεις εξακολουθούν να φορούν το κοστούμι του εθνικού συμφέροντος. Όταν αλλάζει ο πρωταγωνιστής, το έργο μπορεί να συνεχιστεί σχεδόν χωρίς πρόβα.
Αυτό είναι το πραγματικό λίφτινγκ της εξουσίας: να παρουσιάζεται η ανακατανομή των προνομίων ως επανάσταση εναντίον τους, η προσωπική πρόσβαση ως διπλωματία και η κοινωνική συναναστροφή ως εθνική επιτυχία. Μέχρι να χαλάσει η φωτογραφία. Τότε οι χθεσινές χειραψίες γίνονται αμήχανες αναμνήσεις και όσοι διαφήμιζαν την εγγύτητά τους με την ισχύ ανακαλύπτουν ότι η εγγύτητα δεν ήταν ποτέ εγγύηση.
Το MAGA υποσχέθηκε να κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη. Το ερώτημα είναι ποιος ακριβώς θα γινόταν μεγαλύτερος: η κοινωνία, οι θεσμοί και οι πολίτες ή εκείνοι που ξέρουν να βρίσκονται κοντά στους ανθρώπους που αποφασίζουν; Γιατί μια πολιτική δύναμη μπορεί να αλλάξει τα συνθήματα, να ανανεώσει τις συμμαχίες της και να καταγγείλει τους προηγούμενους διαχειριστές της εξουσίας. Αν, όμως, διατηρεί την ίδια αντίληψη για τα προνόμια, δεν γκρεμίζει το κατεστημένο. Απλώς αλλάζει τη βάρδια.
Και όταν σβήσουν τα φλας, αδειάσουν τα ποτήρια και κλείσουν οι πόρτες των σαλονιών, μένει το ερώτημα που κανένα λογοπαίγνιο δεν μπορεί να κρύψει: ποιος ωφελήθηκε από την εγγύτητα στην εξουσία -και ποιος θα πληρώσει, για άλλη μια φορά, τον λογαριασμό;