Το γραμμόφωνο θυμάται όσα οι άνθρωποι ξεχνούν.
Στη γυαλισμένη χοάνη του κατοικούν φωνές που έχουν σιγήσει, γέλια που έσβησαν, μουσικές που ταξίδεψαν πιο μακριά από τους δημιουργούς τους. Κάθε φορά που η βελόνα αγγίζει τον δίσκο, ο χρόνος κάνει έναν μικρό κύκλο προς τα πίσω. Για λίγα λεπτά, οι νεκροί τραγουδούν ξανά και οι περασμένες εποχές αποκτούν ανάσα.
Το παράξενο δεν είναι ότι το γραμμόφωνο παίζει μουσική. Το παράξενο είναι ότι παίζει χρόνο. Οι αυλακώσεις του δίσκου είναι χαραγμένες στιγμές, μικρές κοιλάδες μνήμης όπου ο κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει όπως ήταν κάποτε.
Κι έτσι, καθώς ο δίσκος γυρίζει, δεν ακούμε μόνο μια μελωδία. Ακούμε τη φθορά να μεταμορφώνεται σε ανάμνηση και την ανάμνηση να γίνεται παρόν.
Ίσως γι’ αυτό το γραμμόφωνο μοιάζει τόσο με την ανθρώπινη ψυχή: κι εκείνο περιστρέφεται αδιάκοπα γύρω από λίγες αγαπημένες χαρακιές, αναζητώντας μέσα στον θόρυβο της ζωής έναν ήχο που να θυμίζει αιωνιότητα.











































































































