Η Οδύσσεια είναι το μεγάλο έπος της επιστροφής. Όλη η περιπέτεια του Οδυσσέα μοιάζει να υπακούει σε έναν και μόνο προορισμό: την Ιθάκη. Ο άνθρωπος περιπλανιέται, χάνεται, δοκιμάζεται, απογυμνώνεται από βεβαιότητες και, τελικά, επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε.
Κι όμως, ο Όμηρος, λίγο πριν από το τέλος, εισάγει μια παράδοξη ρωγμή σε αυτή την εικόνα.
Στη Νέκυια, στη ραψωδία λ, ο Τειρεσίας προφητεύει στον Οδυσσέα πως ακόμη και μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη, ακόμη και μετά την αποκατάσταση της τάξης και την εξόντωση των μνηστήρων, το ταξίδι του δεν θα έχει τελειώσει. Θα πρέπει να πάρει ένα κουπί στον ώμο και να βαδίσει μακριά από τη θάλασσα, βαθιά στην ενδοχώρα, μέχρι να συναντήσει ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη θάλασσα και θα θεωρήσουν το κουπί ένα αγροτικό εργαλείο.
Εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο παράξενα και βαθιά σύμβολα ολόκληρης της Οδύσσειας.
Το κουπί είναι το αντικείμενο που συνοψίζει τη ζωή του Οδυσσέα. Είναι το εργαλείο της θάλασσας, της περιπλάνησης, της αβεβαιότητας. Είναι το ξύλο που τον συνδέει με το στοιχείο μέσα στο οποίο χάθηκε και σώθηκε, με τους συντρόφους που έχασε, με τον Ποσειδώνα και την οργή του, με την αέναη μετατόπιση από τόπο σε τόπο.
Και τώρα αυτό το κουπί πρέπει να εγκαταλείψει τη θάλασσα.
Ο Οδυσσέας το παίρνει στον ώμο του και περπατά προς έναν κόσμο όπου η θάλασσα είναι άγνωστη. Εκεί, το κουπί παύει να είναι κουπί. Ο άνθρωπος που δεν γνωρίζει τη θάλασσα το βλέπει και το ονομάζει αλλιώς.
Αυτό είναι το παράδοξο.
Το αντικείμενο δεν αλλάζει. Αλλάζει το βλέμμα που το αντικρίζει.
Το κουπί μετατρέπεται σε λιχνηστήρι. Το εργαλείο της θάλασσας γίνεται εργαλείο της γης. Το σύμβολο της περιπλάνησης μεταμορφώνεται σε σύμβολο της καλλιέργειας. Η τρικυμία συναντά το χωράφι.
Και ίσως εκεί αρχίζει η πραγματική κάθαρση του Οδυσσέα.
Γιατί η επιστροφή στην Ιθάκη δεν αρκεί.
Ο Οδυσσέας μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει στον άνθρωπο που ήταν πριν από την Τροία. Η θάλασσα έχει χαράξει μέσα του μια άλλη γεωγραφία. Οι νεκροί σύντροφοι, τα ναυάγια, τα τέρατα, η Κίρκη, οι Σειρήνες, η Καλυψώ, ο Πολύφημος, η οργή του Ποσειδώνα δεν εξαφανίζονται επειδή ο ήρωας πατά ξανά στο χώμα της Ιθάκης.
Η γεωγραφική επιστροφή δεν είναι ακόμη υπαρξιακός νόστος.
Ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψει στον τόπο του και να παραμένει ξένος προς τον εαυτό του.
Γι’ αυτό ο Οδυσσέας πρέπει να φύγει ξανά.
Αυτή τη φορά όμως δεν ταξιδεύει πάνω στη θάλασσα. Δεν έχει πλοίο. Δεν έχει συντρόφους. Δεν έχει πανιά. Δεν έχει προορισμό που να σημειώνεται στον χάρτη.
Έχει μόνο ένα κουπί στον ώμο.
Το ταξίδι αντιστρέφεται.
Ο άνθρωπος της θάλασσας γίνεται πεζοπόρος της στεριάς.
Και το κουπί, το αντικείμενο που μέχρι τότε υπηρετούσε τη φυγή, γίνεται τώρα το βάρος που πρέπει να κουβαλήσει.
Ίσως αυτή να είναι η ουσία κάθε πραγματικής κάθαρσης: δεν απαλλάσσεσαι από αυτό που έζησες· μαθαίνεις να το κουβαλάς διαφορετικά.
Ο Οδυσσέας δεν πετά το κουπί. Το παίρνει μαζί του.
Δεν αρνείται το παρελθόν του. Το μεταφέρει.
Και κάποια στιγμή, εκεί όπου κανείς δεν γνωρίζει τη θάλασσα, το κουπί χάνει το παλιό του νόημα. Γίνεται κάτι άλλο. Ένα εργαλείο της γης. Ένα αντικείμενο που μπορεί να ριζώσει.
Εδώ η θάλασσα και η στεριά συμφιλιώνονται.
Το υγρό στοιχείο της περιπλάνησης συναντά το στερεό στοιχείο της κατοίκησης.
Ο Οδυσσέας, που για χρόνια αναζητούσε έναν τόπο όπου θα μπορούσε να επιστρέψει, ανακαλύπτει τελικά ότι η πραγματική επιστροφή δεν είναι η κατάληξη ενός ταξιδιού αλλά η μεταμόρφωση της σχέσης του με όσα έζησε.
Αυτό είναι και το βαθύτερο παράδοξο του νόστου.
Ο άνθρωπος ταξιδεύει για να επιστρέψει. Όταν όμως επιστρέψει, διαπιστώνει ότι η επιστροφή δεν μπορεί να τον κάνει ξανά αυτόν που ήταν.
Η Ιθάκη υπάρχει ως προορισμός, αλλά δεν υπάρχει ως τελική λύτρωση.
Γιατί ο άνθρωπος που επιστρέφει είναι ήδη άλλος.
Ο νόστος, επομένως, δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν. Είναι επιστροφή μέσα από το παρελθόν.
Και γι’ αυτό η Οδύσσεια δεν τελειώνει πραγματικά στην Ιθάκη.
Το τέλος της είναι μια καινούργια αρχή.
Αυτή την ανοιχτή δυνατότητα του ομηρικού μύθου θα την αξιοποιήσει, με εντελώς διαφορετικό τρόπο, ο Νίκος Καζαντζάκης στην Οδύσειά του.
Ο Καζαντζακικός Οδυσσέας δεν μπορεί να αρκεστεί στην επιστροφή. Η Ιθάκη, αντί να αποτελέσει το τέλος της αναζήτησης, γίνεται η αφετηρία μιας νέας εξέγερσης. Η σταθερότητα τον ασφυκτιά. Η κατοχή ενός τόπου δεν του αρκεί. Η βασιλεία, η οικογένεια, η κοινωνική τάξη, ακόμη και η ίδια η Ιθάκη μετατρέπονται σε όρια που πρέπει να ξεπεραστούν.
Εκεί όπου ο ομηρικός Οδυσσέας καλείται να μεταμορφώσει το κουπί σε σύμβολο συμφιλίωσης, ο καζαντζακικός Οδυσσέας το μετατρέπει σε σύμβολο μιας νέας φυγής.
Ο πρώτος αναζητά την ειρήνη.
Ο δεύτερος αναζητά την ελευθερία.
Και οι δύο, όμως, γνωρίζουν κάτι θεμελιώδες: η αληθινή Ιθάκη δεν είναι ένας τόπος στον οποίο φτάνεις. Είναι το όριο που κάθε φορά μετακινείται.
Ίσως γι’ αυτό το μοτίβο του κουπιού πέρασε τόσο βαθιά στη νεότερη ελληνική παράδοση.
Στον λαϊκό θρύλο του Προφήτη Ηλία, ο κουρασμένος θαλασσινός αναζητά έναν τόπο όπου οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τη θάλασσα. Παίρνει το κουπί στον ώμο και ανεβαίνει στα βουνά. Εκεί, όπου κανείς δεν ξέρει τι είναι, το κουπί παύει να σημαίνει τη θάλασσα.
Η αρχαία εικόνα μεταμορφώνεται.
Ο θαλασσινός ανεβαίνει στο βουνό.
Το κουπί απομακρύνεται από το νερό.
Και ο Προφήτης Ηλίας εγκαθίσταται στις κορυφές.
Ακόμη κι αν η λαϊκή παράδοση δεν αποτελεί απλή και γραμμική «μεταφορά» του ομηρικού μύθου, η συγγένεια των εικόνων είναι εντυπωσιακή: ο άνθρωπος που θέλει να απομακρυνθεί από τη θάλασσα ανεβαίνει προς τον ουρανό.
Σαν να χρειάζεται να αλλάξει όχι μόνο τόπο αλλά και στοιχείο.
Να φύγει από το νερό για να συναντήσει τη γη.
Να φύγει από τη γη για να συναντήσει τον ουρανό.
Και τελικά να αναζητήσει έναν τόπο όπου το παλιό του σύμβολο δεν θα σημαίνει πια αυτό που σήμαινε.
Ίσως, λοιπόν, ο καθένας μας να κουβαλά ένα δικό του κουπί.
Ένα αντικείμενο αόρατο στους άλλους, αλλά βαρύ για εμάς.
Μπορεί να είναι μια απώλεια, μια αποτυχία, ένας έρωτας, μια ενοχή, μια μνήμη, μια ήττα, μια παλιά ζωή που δεν μπορούμε πια να επιστρέψουμε σ’ αυτήν.
Συχνά πιστεύουμε πως η λύτρωση βρίσκεται στο να το πετάξουμε.
Ο Οδυσσέας μάς λέει κάτι διαφορετικό.
Δεν χρειάζεται πάντα να πετάξεις το κουπί.
Χρειάζεται να το κουβαλήσεις μέχρι να αλλάξει το νόημά του.
Να το μεταφέρεις αρκετά μακριά ώστε αυτό που κάποτε ήταν όπλο της περιπλάνησης να γίνει εργαλείο δημιουργίας.
Να φτάσεις σε έναν τόπο όπου κανείς δεν γνωρίζει την παλιά σου ιστορία.
Εκεί, ίσως, μπορείς να ξανασυστήσεις τον εαυτό σου.
Το κουπί θα παραμείνει το ίδιο ξύλο.
Εσύ όμως δεν θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος.
Και τότε το ταξίδι θα έχει ολοκληρωθεί όχι επειδή έφτασες κάπου, αλλά επειδή το βάρος που κουβαλούσες απέκτησε άλλο νόημα.
Αυτός είναι ίσως ο βαθύτερος νόστος του Οδυσσέα.
Όχι η επιστροφή στην Ιθάκη.
Αλλά η αργή μεταμόρφωση του ανθρώπου που κάποτε έφυγε από αυτήν.
Γιατί η Ιθάκη μπορεί να είναι ο τόπος της επιστροφής.
Το κουπί όμως είναι ο δρόμος.
Και το λιχνηστήρι είναι η στιγμή εκείνη κατά την οποία καταλαβαίνεις πως το ίδιο πράγμα που κάποτε σε έσωζε από τα κύματα μπορεί, αν το δεις αλλιώς, να γίνει εργαλείο για να καλλιεργήσεις τη γη.
Ο νόστος δεν είναι να γυρίσεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες.
Είναι να φτάσεις εκεί όπου αυτό που κουβαλούσες δεν σε βαραίνει πια.