Υπάρχουν παιχνίδια που παίζονται για να περάσει η ώρα και παιχνίδια που γίνονται μέρος του τοπίου. Το τάβλι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Η αισθητική του δεν βρίσκεται μόνο στα πούλια και στα ζάρια. Βρίσκεται στον ήχο. Στο χαρακτηριστικό χτύπημα των πούλιων πάνω στο ξύλο, στο κροτάλισμα των ζαριών μέσα στο ποτήρι, στην παύση πριν από την επόμενη κίνηση. Είναι μια μικρή μουσική της καθημερινότητας, γνώριμη όσο το κύμα στη θάλασσα ή το κουδούνισμα των ποτηριών σε ένα καφενείο.
Το τάβλι είναι παιχνίδι στρατηγικής, αλλά και τύχης. Γι' αυτό μοιάζει τόσο πολύ με τη ζωή. Σχεδιάζεις, υπολογίζεις, προβλέπεις· κι έπειτα έρχεται ένα ζάρι να σου θυμίσει ότι δεν ελέγχεις τα πάντα. Η ομορφιά του γεννιέται ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση του σχεδίου με το απρόβλεπτο.
Στην Ελλάδα, το τάβλι δεν είναι απλώς παιχνίδι. Είναι τελετουργία. Ένα τραπεζάκι κάτω από τον πλάτανο, μια καρέκλα στο πεζοδρόμιο, ένας καφές που αργεί να τελειώσει. Οι παίκτες δεν ανταγωνίζονται μόνο· συζητούν, πειράζουν ο ένας τον άλλον, σχολιάζουν τον κόσμο. Το παιχνίδι γίνεται αφορμή για συντροφιά.
Υπάρχει ακόμη κάτι βαθιά αισθητικό στο άνοιγμα του ταβλιού. Σαν μικρή σκηνή θεάτρου που περιμένει τους πρωταγωνιστές της. Τα πούλια παρατάσσονται, τα ζάρια ετοιμάζονται και η παράσταση αρχίζει. Κάθε παρτίδα είναι διαφορετική, όμως το σκηνικό παραμένει το ίδιο, όπως σε ένα αγαπημένο έργο που ποτέ δεν κουράζεσαι να ξαναδείς.
Ίσως τελικά η αισθητική του τάβλι να μην βρίσκεται στο ποιος κερδίζει. Βρίσκεται στη στιγμή. Στο απομεσήμερο του καλοκαιριού, στη σκιά μιας μουριάς, στο άρωμα του καφέ, στον ήχο των ζαριών που κυλούν πάνω στο ξύλο.
Γιατί το τάβλι, περισσότερο από παιχνίδι, είναι ένας τρόπος να δώσεις μορφή στον χρόνο και να τον μοιραστείς με κάποιον άλλο. Και αυτό από μόνο του είναι μια μορφή τέχνης.





































































