Ο μύθος αδίκησε τον Τζίτζικα.
Για αιώνες ο μύθος του Αισώπου μάς έμαθε να κοιτάμε τον Τζίτζικα με καχυποψία. Εκείνος τραγουδά το καλοκαίρι, ενώ το μυρμήγκι εργάζεται ασταμάτητα, μαζεύοντας τροφή για τον χειμώνα. Το δίδαγμα ήταν σαφές: η εργασία επιβραβεύεται, η ανεμελιά τιμωρείται.
Όμως υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να διαβάσουμε αυτή την ιστορία, γιατί η φύση δεν γνωρίζει τεμπελιά και εργατικότητα με τους ανθρώπινους όρους. Γνωρίζει προσαρμογή, επιβίωση και σκοπό.
Ο Τζίτζικας δεν τραγουδά επειδή αρνείται την εργασία. Τραγουδά επειδή αυτή είναι η βιολογία του. Η φωνή του είναι η γλώσσα του είδους του, ένας ήχος που γεννήθηκε από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης. Το τραγούδι του δεν είναι χάσιμο χρόνου· είναι μήνυμα ζωής.
Και ο χειμώνας δεν είναι η τιμωρία του. Είναι η συνέχεια του κύκλου του. Ο Τζίτζικας περνά μεγάλο μέρος της ζωής του κρυμμένος κάτω από τη γη ως προνύμφη, περιμένοντας τη στιγμή της μεταμόρφωσης. Όταν έρθει η ώρα, βγαίνει στο φως, αλλάζει μορφή και για λίγο γεμίζει πάλι τον κόσμο με το τραγούδι του - το τερέτισμά του.
Το "τερέτισμα" αποτελεί ένα ερωτικό κάλεσμα. Παράγεται αποκλειστικά από τα αρσενικά τζιτζίκια με σκοπό να προσελκύσουν τα θηλυκά για ζευγάρωμα.
Ίσως λοιπόν ο μύθος να έκανε ένα μεγάλο λάθος: μπέρδεψε τη σιωπή με την αδράνεια και το τραγούδι με την ανευθυνότητα.
Το μυρμήγκι μας διδάσκει την αξία της προετοιμασίας. Ο Τζίτζικας μας θυμίζει την αξία της έκφρασης.
Η ζωή δεν είναι μόνο να μαζεύεις για τον χειμώνα. Είναι και να έχεις μια φωνή όταν έρθει το καλοκαίρι.
Γιατί κάθε πλάσμα στη φύση έχει τον δικό του ρόλο.
Και ο Τζίτζικας δεν γεννήθηκε για να κουβαλά σπόρους. Γεννήθηκε για να τραγουδά.
Στην ελληνική μυθολογία ο Τζίτζικας δεν γεννήθηκε από την τεμπελιά. Γεννήθηκε από τον έρωτα, την επιθυμία και το τραγικό λάθος της ανθρώπινης φιλοδοξίας απέναντι στον χρόνο.
Η Ηώ, η θεά της Αυγής, ερωτεύτηκε τον Τιθωνό, έναν θνητό πρίγκιπα της Τροίας. Ζήτησε από τον Δία να του χαρίσει την αθανασία, για να μπορούν να είναι μαζί για πάντα. Ξέχασε όμως κάτι σημαντικό. Ζήτησε να μην πεθάνει, αλλά δεν ζήτησε να μη γεράσει.
Ο Τιθωνός δεν πέθαινε, αλλά άρχισε να γερνάει, να αδυνατίζει και να συρρικνώνεται ασταμάτητα. Ο χρόνος προχωρούσε πάνω του, το σώμα του γερνούσε, η δύναμή του χανόταν, μα ο θάνατος δεν ερχόταν να τον λυτρώσει.Με τους αιώνες, το σώμα του έγινε τόσο μικρό, ξερό και αδύναμο που έχασε την ανθρώπινη μορφή του. Η φωνή του έγινε ένας μονότονος, τσιριχτός ήχος. Τελικά, η Ηώ, μην αντέχοντας το βάρος αυτής της αιώνιας φθοράς, τον μεταμόρφωσε σε τζιτζίκι. Του άφησε όμως τη φωνή. Μια φωνή που δεν σταματά, ένα τραγούδι που ανεβαίνει κάθε καλοκαίρι από τα δέντρα σαν ανάμνηση ενός παλιού έρωτα.
Έτσι ο Τζίτζικας έγινε το σύμβολο της παράξενης σχέσης ανάμεσα στη ζωή και τον χρόνο.
Δεν τραγουδά επειδή δεν γνωρίζει τον χειμώνα.
Τραγουδά επειδή γνωρίζει την απώλεια.
Η φωνή του είναι η κραυγή ενός πλάσματος που νίκησε τον θάνατο, αλλά έχασε την αιώνια νεότητα. Είναι ένα τραγούδι χαράς και ταυτόχρονα ένα τραγούδι νοσταλγίας.
Ίσως γι’ αυτό ο ήχος του μας συγκινεί τόσο. Γιατί μέσα στο μονότονο τραγούδι του ακούμε κάτι βαθύτερο: την ανθρώπινη επιθυμία να κρατήσουμε για πάντα ό,τι αγαπάμε, παρότι γνωρίζουμε πως τίποτα δεν μένει ίδιο.
Ο Τζίτζικας δεν είναι ο τεμπέλης του καλοκαιριού. Είναι εκείνος που θυμίζει πως ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε μόνο για να παράγει. Είναι η φωνή της χαράς, της δημιουργίας, της ποίησης, της στιγμής που δεν μετριέται σε κιλά σιταριού και αποθηκευμένες προμήθειες.
Χωρίς το μυρμήγκι, η ζωή μπορεί να πεινάσει.
Χωρίς τον Τζίτζικα, η ζωή μπορεί να αδειάσει.
Γιατί μια κοινωνία που υμνεί μόνο την εργασία και ξεχνά το τραγούδι, κινδυνεύει να μετατρέψει τον άνθρωπο σε ένα ακόμη γρανάζι. Η παραγωγή γίνεται σκοπός, ο χρόνος γίνεται χρήμα και η χαρά θεωρείται πολυτέλεια.
Ο Τζίτζικας δεν αρνείται την ανάγκη της προσπάθειας. Αρνείται έναν κόσμο όπου η αξία ενός πλάσματος μετριέται μόνο από το πόσο κουβαλά στην πλάτη του.
Το τραγούδι του είναι μια μικρή επανάσταση απέναντι στη λογική πως ό,τι δεν παράγει, δεν αξίζει.
Ίσως τελικά ο χειμώνας να μην είναι μόνο η εποχή που δοκιμάζει τον απροετοίμαστο. Ίσως είναι και η στιγμή που το μυρμήγκι ανακαλύπτει πως, μέσα στη σιωπή της αποθήκης του, λείπει κάτι: ο ήχος εκείνου που τραγουδούσε κάτω από τον ήλιο.
Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο να επιβιώνεις μέχρι την άνοιξη. Είναι και να έχεις κάποιον λόγο να περιμένεις να έρθει.
Ο Τζίτζικας δεν είναι ο τεμπέλης της ιστορίας. Είναι ο ποιητής της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου