Ο βασιλικός δεν είναι απλώς ένα φυτό. Είναι ένα μικρό κομμάτι καλοκαιριού φυτεμένο σε μια γλάστρα, ένα πράσινο σημάδι ζωής δίπλα σε ένα παράθυρο, μια μυρωδιά που ανοίγει ξαφνικά τις πόρτες της μνήμης.
Από τα παλιά σπίτια των χωριών μέχρι τα μπαλκόνια των πόλεων, ο βασιλικός στάθηκε πάντα κοντά στον άνθρωπο. Δεν ζήτησε μεγάλους κήπους ούτε περίτεχνα περιβόλια. Του αρκούσε λίγο χώμα και λίγο νερό για να χαρίσει το άρωμά του. Ίσως γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο: γιατί θυμίζει πως τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν χρειάζονται χώρο για να μεγαλώσουν.
Στα δημοτικά τραγούδια ο βασιλικός γίνεται άνθρωπος. Αποκτά καρδιά, καημό και παράπονο. «Μαραίνομ’ ο καημένος σαν τον βασιλικό» λέει το τραγούδι, γιατί ο μαρασμός ενός φυτού μοιάζει με τον μαρασμό μιας ψυχής. Δεν είναι μόνο η έλλειψη νερού που σκοτώνει τον βασιλικό· είναι και το λάθος νερό. Ένα νερό που υπάρχει, αλλά δεν τρέφει. Όπως συμβαίνει και στους ανθρώπους: δεν αρκεί η παρουσία, χρειάζεται η σωστή φροντίδα, η κατανόηση, η αγάπη που γνωρίζει τι έχει ανάγκη ο άλλος.
Ο βασιλικός κουβαλά και μια παράξενη αντίφαση. Είναι ταπεινός και βασιλικός μαζί. Το όνομά του θυμίζει εξουσία και μεγαλείο, όμως η ομορφιά του βρίσκεται στην απλότητά του. Δεν υψώνεται σαν το κυπαρίσσι ούτε εντυπωσιάζει σαν ένα μεγάλο άνθος. Απλώς υπάρχει και αρωματίζει τον αέρα. Μας θυμίζει πως πολλές φορές η αληθινή αξία δεν βρίσκεται σε ό,τι φαίνεται από μακριά, αλλά σε ό,τι αισθανόμαστε όταν πλησιάσουμε.
Κάθε βασιλικός έχει τη δική του ιστορία. Έχει δεχτεί τα χέρια μιας γιαγιάς που τον πότιζε τα πρωινά, έχει ακούσει συζητήσεις σε αυλές, έχει σταθεί δίπλα σε ανοιχτά παράθυρα όπου πέρασαν χαρές και λύπες. Είναι ένας μικρός φύλακας αναμνήσεων.
Και όταν κάποτε μαραθεί, δεν χάνεται εντελώς. Μένει το άρωμά του στα δάχτυλα εκείνου που τον άγγιξε. Γιατί κάποια πράγματα δεν επιβιώνουν επειδή μένουν για πάντα ζωντανά, αλλά επειδή αφήνουν πίσω τους μια μυρωδιά που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει.
Ο βασιλικός είναι η απόδειξη πως η ομορφιά δεν χρειάζεται να φωνάζει. Μερικές φορές αρκεί ένα μικρό πράσινο κλαδί στο περβάζι για να θυμηθούμε ότι η ζωή, ακόμη και μέσα σε μια γλάστρα, συνεχίζει να ανθίζει.
"Αχ, μαραίνομ’ ο καημένος,
ωρέ, μαραίνομ’ ο καημένος σαν τον βασιλικό,
όπου τον εποτίζεις,
πουλάκι μου, όπου τον εποτίζεις θαλασσινό νερό.
Ψηλό μου κυπαρίσσι,
αμάν, λυγάει η κορφάδα σου,
και ποιος θα τη γλεντήσει,
και αμάν, ωχ αμάν, την ομορφάδα σου;
Σγουρέ βασιλικέ μου,
τι μου μαράθηκες;
Ποιος σ’ έβαλε στα λόγια
και με παράτησες;"
ΥΓ) Το «Μαραίνομ’ ο καημένος» είναι ένα εμβληματικό παραδοσιακό τραγούδι της αγάπης. Έχει τις ρίζες του στην περιοχή της Αιτωλίας στη Στερεά Ελλάδα (Ρούμελη) και χορεύεται ως βαρύς, συρτός χορός. Αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα και φορτισμένα συναισθηματικά άσματα της Αιτωλοακαρνανίας, με βαθιές ρίζες στην περιοχή του Μεσολογγίου, του Βάλτου και του Ξηρομέρου.




























































