Στην άκρη της παραλίας, εκεί όπου η άμμος συναντά το αλάτι και τα κύματα αφήνουν τα ίχνη τους πριν τα σβήσει ο άνεμος, υπάρχει ένα σωσίβιο. Κρέμεται σιωπηλό, σαν ένα μικρό φεγγάρι από πλαστικό και χρώμα, έτοιμο να επιστρέψει σε κάποιον άνθρωπο τη χαμένη του ισορροπία.
Οι περισσότεροι το προσπερνούν. Τα παιδιά τρέχουν προς τη θάλασσα, οι λουόμενοι αναζητούν τη σκιά μιας ομπρέλας, οι γλάροι ψάχνουν ψίχουλα στην ακτή. Κανείς δεν σκέφτεται το σωσίβιο όσο η θάλασσα είναι ήρεμη. Μα εκείνο υπάρχει ακριβώς για τις στιγμές που η γαλήνη σπάει.
Ένα σωσίβιο στην παραλία μοιάζει με μια υπόσχεση που περιμένει. Δεν έχει δική του φωνή, ούτε δική του ιστορία, κι όμως κουβαλά όλες τις πιθανές ιστορίες εκείνων που μπορεί κάποτε να χρειαστούν τη βοήθειά του. Είναι ένας κύκλος που δεν κλείνει ποτέ, γιατί μέσα του χωρά η ελπίδα.
Η θάλασσα θυμίζει στον άνθρωπο πως τίποτα δεν είναι απολύτως σταθερό. Το κύμα που σήμερα χαϊδεύει την ακτή, αύριο μπορεί να γίνει δύναμη ακατανόητη. Γι’ αυτό το σωσίβιο στέκει εκεί, ανάμεσα στη στεριά και το πέλαγος, σαν ένας μικρός φύλακας των στιγμών όπου η μοίρα αλλάζει πορεία.
Και όταν το βράδυ αδειάζει η παραλία, όταν μένουν μόνο τα βότσαλα, η αρμύρα και ο ήχος του νερού, το σωσίβιο μοιάζει λιγότερο με αντικείμενο και περισσότερο με σύμβολο: μια υπενθύμιση πως στη μεγάλη θάλασσα της ζωής, όλοι κάποτε χρειαστήκαμε ή θα χρειαστούμε κάτι που να μας κρατήσει στην επιφάνεια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου