Στέκει μόνο του, σαν σκέψη που ξέχασε το σώμα της.
Πάνω σε λόφο μικρό,
εκεί όπου ο άνεμος κάνει τον σταυρό του χωρίς λόγια.
Το ξωκκλήσι δεν χτίστηκε· αναδύθηκε.
Από πέτρα, ιδρώτα και μια πίστη
που δεν ζήτησε ποτέ απόδειξη.
Η καμπάνα του δεν χτυπά τον χρόνο-
τον αποσύρει.
Και κάθε ήχος της
επιστρέφει λίγο κόσμο στη σιωπή του.
Μέσα του, οι άγιοι δεν κοιτούν· ακούν.
Τις προσευχές που δεν ειπώθηκαν,
τα ονόματα που χάθηκαν πριν προφερθούν.
Κι όταν νυχτώνει,
το ξωκκλήσι μικραίνει μέσα στο σκοτάδι
ώσπου γίνεται σχεδόν ιδέα:
μια υπόσχεση ότι η γη θυμάται ακόμη τον ουρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου