Το καλοκαίρι του 1911 η Ευρώπη είχε δύο θερμόμετρα. Το ένα μετρούσε τη θερμοκρασία του αέρα. Το άλλο τη θερμοκρασία της πολιτικής.
Εκείνο το καλοκαίρι μεγάλα τμήματα της Ευρώπης βίωσαν έναν εξαιρετικό καύσωνα. Στη Βρετανία η ζέστη και η ξηρασία κράτησαν για εβδομάδες, ενώ στο Βερολίνο οι θερμοκρασίες έφτασαν σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα. Η ήπειρος ψηνόταν κάτω από έναν επίμονο ήλιο.
Αλλά δεν ήταν μόνο ο καιρός που είχε ξεφύγει από τα συνηθισμένα.
Την ίδια περίοδο η Ευρώπη βρισκόταν σε μια επικίνδυνη πολιτική υπερθέρμανση. Η Δεύτερη Μαροκινή Κρίση, η κρίση της Αγκαντίρ, έφερε τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία σε σκληρή αντιπαράθεση. Οι Μαροκινές Κρίσεις (η πρώτη το 1905 και η δεύτερη το 1911) αποτέλεσαν δύο από τα κρισιμότερα ορόσημα στον δρόμο προς τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς μετέτρεψαν τις αποικιακές διεκδικήσεις στην Αφρική σε μια επικίνδυνη ευρωπαϊκή αντιπαράθεση. Η πρώτη κρίση ξέσπασε το 1905, όταν ο Γερμανός Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ αμφισβήτησε τη γαλλική επιρροή στο Μαρόκο κατά την επίσκεψή του στην Ταγγέρη, ενώ η δεύτερη το 1911 (Κρίση του Αγκαντίρ) κλιμακώθηκε με την αποστολή της γερμανικής κανονιοφόρου Panther ως αντίδραση στη γαλλική στρατιωτική επέμβαση. Και οι δύο προσπάθειες του Βερολίνου να διασπάσει τους δεσμούς μεταξύ Παρισιού και Λονδίνου απέτυχαν, οδηγώντας αντίθετα στην ισχυροποίηση της Τριπλής Αντάντ και στη διπλωματική απομόνωση της Γερμανίας. Αυτές οι συνεχείς συγκρούσεις εδραίωσαν τα αντίπαλα στρατόπεδα στην Ευρώπη, επιτάχυναν την κούρσα των εξοπλισμών και έπεισαν τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη ήταν πλέον αναπόφευκτη. Οι κυβερνήσεις δοκίμαζαν τα όρια η μία της άλλης, οι εξοπλισμοί αυξάνονταν και ο εθνικισμός έβρισκε όλο και περισσότερο χώρο.
Και τότε συνέβη κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν προφητικό.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1911, περίπου 100.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βερολίνο για την ειρήνη. Δεν ζητούσαν περισσότερα όπλα. Ζητούσαν να σταματήσει η πολεμική προπαγάνδα και να αποφευχθεί μια ευρωπαϊκή καταστροφή.
Οι άνθρωποι είχαν καταλάβει τη θερμοκρασία της εποχής τους.
Οι κυβερνήσεις, όμως, συνέχισαν να την ανεβάζουν.
Τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Γι' αυτό το καλοκαίρι του 1911 αξίζει να το κοιτάξουμε όχι μόνο ως ένα ιστορικό επεισόδιο ακραίας ζέστης, αλλά ως έναν καθρέφτη. Και ο καθρέφτης αυτός έχει μια ενοχλητική ομοιότητα με το σήμερα.
Και σήμερα η Ευρώπη και ο κόσμος συζητούν για θερμοκρασίες που ανεβαίνουν, για καύσωνες που γίνονται συχνότεροι και για ένα κλίμα που πιέζει ολοένα περισσότερο τις κοινωνίες. Την ίδια στιγμή, όμως, ανεβαίνει και μια άλλη θερμοκρασία: η γεωπολιτική. Πόλεμοι, εξοπλισμοί, ανταγωνισμοί, απειλές, στρατιωτικές δαπάνες και μια νέα γλώσσα αντιπαράθεσης που παρουσιάζει τον πόλεμο όλο και περισσότερο ως κάτι αναπόφευκτο.
Η ιστορία, βέβαια, δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.
Αλλά έχει την κακή συνήθεια να μας θυμίζει τα ίδια πράγματα όταν τα ξεχνάμε.
Το 1911 οι άνθρωποι δεν περίμεναν να αρχίσει ο πόλεμος για να διαδηλώσουν για την ειρήνη. Είχαν ήδη δει τα σημάδια. Είχαν καταλάβει ότι η πολιτική ατμόσφαιρα είχε γίνει επικίνδυνα θερμή.
Κι όμως, δεν αρκούσε η επίγνωση.
Χρειάζεται και η πολιτική βούληση να σταματήσει κανείς τη διαδικασία πριν από το σημείο χωρίς επιστροφή.
Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα εκείνου του καλοκαιριού.
Δεν έχει σημασία μόνο πόσο ανεβαίνει η θερμοκρασία. Έχει σημασία αν καταλαβαίνουμε εγκαίρως τι πρόκειται να λιώσει.
Το 1911 έλιωναν οι αυταπάτες ότι η Ευρώπη μπορούσε να συνεχίσει για πάντα πάνω στην ισορροπία των εξοπλισμών.
Σήμερα λιώνουν οι βεβαιότητες ότι η ειρήνη είναι αυτονόητη και ότι οι μεγάλες καταστροφές αφορούν πάντα κάποιον άλλον.
Ο καύσωνας μπορεί να περάσει.
Η πολιτική υπερθέρμανση όμως, αν αφεθεί να συνεχιστεί, μπορεί να μετατραπεί σε πυρκαγιά.
Και τότε δεν θα έχει σημασία ποιο θερμόμετρο έδειχνε πόσους βαθμούς.
Θα έχει σημασία ποιοι είδαν τη φωτιά να έρχεται και ποιοι, αντί να τη σβήσουν, συνέχισαν να ρίχνουν λάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου