22/8/26

«Πράσινη» Λεηλασία: Πώς το νέο Χωροταξικό ΑΠΕ θυσιάζει βουνά και κάμπους στο βωμό των κερδών.



Η "πράσινη" λεηλασία.

Υπάρχουν λέξεις που με τον καιρό αποκτούν τέτοια αίγλη, ώστε παύουμε να τις εξετάζουμε. Η «πράσινη ανάπτυξη» είναι μία από αυτές. Αρκεί να ειπωθεί η λέξη «πράσινο» και σχεδόν αυτομάτως δημιουργείται η εντύπωση του καλού, του οικολογικού, του αναγκαίου.

Η επίσημη ανακοίνωση του νέου "Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας" (ΕΧΠ-ΑΠΕ) από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρήθηκε να επενδυθεί με ένα φτηνό επικοινωνιακό περιτύλιγμα περί «αυστηρών κανόνων», «προστασίας του τοπίου» και «διασφάλισης των τοπικών κοινωνιών». Η πραγματικότητα, ωστόσο, συνιστά μια απροκάλυπτη και προκλητική θεσμική κοροϊδία. Πίσω από τις κυβερνητικές θριαμβολογίες κρύβεται ένας μηχανισμός που νομιμοποιεί την ανεξέλεγκτη δράση των ενεργειακών ομίλων, μετατρέποντας τα βουνά, τις προστατευόμενες περιοχές και την πλέον γόνιμη αγροτική γη της χώρας σε μια απέραντη, ανεξέλεγκτη βιομηχανική ζώνη.

Όμως η φύση δεν διαβάζει τα επικοινωνιακά φυλλάδια των υπουργείων. Δεν γνωρίζει από «πράσινες επενδύσεις». Γνωρίζει βουνά, δάση, ποτάμια, κάμπους, υδροφόρους ορίζοντες, πουλιά, έντομα, δέντρα και ανθρώπους.

Και εδώ αρχίζει η μεγάλη αντίφαση.

Μπορεί μια ενεργειακή πολιτική να χαρακτηρίζεται πράσινη όταν για την εφαρμογή της απαιτείται η μετατροπή ολόκληρων ορεινών όγκων σε εργοτάξια; Όταν δρόμοι ανοίγονται μέσα σε δασικές εκτάσεις, όταν εγκαθίστανται ανεμογεννήτριες στις κορυφογραμμές, όταν καλώδια και υποσταθμοί διασχίζουν το τοπίο και όταν τεράστιες εκτάσεις γόνιμης γεωργικής γης καλύπτονται από φωτοβολταϊκά;

Το ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το ερώτημα είναι πού σταματά η ενεργειακή ανάγκη και πού αρχίζει η λεηλασία της γης.

Το βουνό δεν είναι άδειος χώρος.

Για την οικονομία ενός επενδυτικού σχεδίου, ένα βουνό μπορεί να εμφανίζεται ως μια έκταση χωρίς άλλη «χρήση». Για την οικολογία όμως δεν είναι κενό. Είναι οικοσύστημα.

Είναι νερό που συγκεντρώνεται και κατεβαίνει στις κοιλάδες. Είναι δάσος. Είναι ενδιαίτημα. Είναι διάδρομος μετακίνησης της άγριας ζωής. Είναι τοπίο. Είναι μέρος της ιστορίας και της μνήμης ενός τόπου.

Η μετατροπή του σε ενεργειακή υποδομή δεν περιορίζεται στην ανεμογεννήτρια που βλέπουμε από μακριά. Χρειάζονται δρόμοι πρόσβασης, εκσκαφές, βάσεις, δίκτυα μεταφοράς, υποσταθμοί και συνοδευτικές εγκαταστάσεις.

Έτσι, το πραγματικό αποτύπωμα ενός έργου είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που φαίνεται στον χάρτη ως «σημείο εγκατάστασης».

Και τότε το βουνό παύει σιγά-σιγά να είναι βουνό. Γίνεται υποδομή.

Το παράδοξο των ορίων.

Η θέσπιση ενός ορίου, όπως αυτό των 1.200 μέτρων για τα αιολικά, παρουσιάζεται εύκολα ως μεγάλη περιβαλλοντική προστασία. Το κεντρικό αφήγημα του Υπουργείου εστιάζει στη θέσπιση ορίου υψομέτρου, προβάλλοντας την «απαγόρευση τοποθέτησης αιολικών σταθμών πάνω από τα 1.200 μέτρα» ως δήθεν ιστορική τομή. Όποιος όμως ανατρέξει στις πονηρές μεταβατικές διατάξεις, αντιλαμβάνεται αμέσως το μέγεθος του εμπαιγμού. Από τον νέο κανόνα εξαιρούνται πλήρως όχι μόνο τα έργα που διαθέτουν ήδη Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), αλλά ακόμη και όσα έχουν απλώς υποβάλει Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και έχει εγκριθεί η τυπική πληρότητα του φακέλου τους πριν από τη δημοσίευση του πλαισίου σε ΦΕΚ.

Αλλά η φύση δεν γνωρίζει μεταβατικές διατάξεις.

Ένα βουνό στα 1.300 μέτρα δεν γίνεται οικολογικά λιγότερο ευαίσθητο επειδή κάποιος υπέβαλε έναν φάκελο πριν από τη δημοσίευση μιας νέας ρύθμισης.

Η οικολογική αξία ενός τόπου δεν εξαρτάται από το αν η αίτηση του επενδυτή πρωτοκολλήθηκε εγκαίρως.

Αυτό είναι ίσως το πιο παράλογο σημείο της υπόθεσης: η διοικητική ωρίμανση ενός έργου μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από την οικολογική ωριμότητα -ή την οικολογική ανωριμότητα -ενός οικοσυστήματος.

Σαν να λέμε στη φύση: «Λυπούμαστε. Θα προστατευόσουν, αλλά ο φάκελος είχε ήδη κατατεθεί».

Στη χώρα βρίσκονται σε καθεστώς αδειοδοτικής ωρίμανσης (στάδιο Βεβαίωσης Παραγωγού) αιολικά έργα συνολικής ισχύος περίπου 18,3 GW, όταν ο αναθεωρημένος στόχος του ΕΣΕΚ για όλα τα χερσαία αιολικά είναι μόλις 8,9 GW για το 2030. Οπότε όλα αυτά τα αιολικά εξαιρούνται του νομοθετικού πλαισίου. Την ίδια στιγμή που στην υπόλοιπη Ευρώπη (όπως στις Άλπεις μέσω της "Σύμβασης των Άλπεων") θεσπίζονται αδιαπέραστες "Ζώνες Αποκλεισμού" (Exclusion Areas) που απαγορεύουν οριζόντια κάθε αλλοίωση της συνοχής του τοπίου και εφαρμόζονται άμεσα σε όλα τα μη κατασκευασμένα έργα -αφού η οικολογική ευαλωτότητα του βουνού δεν υπολογίζει διοικητικές προθεσμίες-, το ελληνικό κράτος εφευρίσκει νομικά παράθυρα για να βαφτίζει τα καταστροφικά έργα «νόμιμα επενδυτικά δικαιώματα».

Ο κάμπος δεν είναι φωτοβολταϊκό οικόπεδο.

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται στις πεδιάδες. Ένα ποσοστό κάλυψης μπορεί να ακούγεται μικρό όταν αναφέρεται ως αριθμός. Το 1,5% μοιάζει αθώο.

Αλλά η γη δεν υπάρχει σε ποσοστά. Υπάρχει σε συγκεκριμένους τόπους.

Και όταν αυτά τα ποσοστά συγκεντρώνονται στις πιο προσβάσιμες, επίπεδες και παραγωγικές εκτάσεις, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που υπονοεί ένας γενικός αριθμός. Η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας καταλαμβάνει συνολική έκταση περίπου 15,5 εκατομμυρίων στρεμμάτων. Το «αθώο» 1,5% μεταφράζεται στη δυνατότητα τσιμεντοποίησης και κάλυψης με μαύρα πάνελ σε πάνω από 230.000 στρέμματα. Για να καταλάβουμε για τι μέγεθος μιλάμε, η έκταση αυτή ισοδυναμεί με ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας και των προαστίων της! Στο οροπέδιο του Δομοκού, στη Μακρυρράχη και την Ξυνιάδα, οι εκτάσεις που έχουν λάβει αδειοδότηση (πάνω από 90.000 στρ.) μόνο στον Δήμο Δομοκού προσεγγίζουν τα 3/4 της έκτασης Αθήνας και Πειραιά μαζί.

Ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία απαγορεύεται αυστηρά η κατάληψη γης υψηλής παραγωγικότητας από συμβατικά, χαμηλά πάνελ και επιβάλλονται δεσμευτικά τεχνικά πρότυπα (όπως το Agri-PV) που υποχρεώνουν τους επενδυτές να διατηρούν το 66% έως 90% της γεωργικής παραγωγής, η Ελλάδα επιτρέπει την ολοκληρωτική αλλαγή χρήσης και το θάψιμο της πρωτογενούς παραγωγής κάτω από το τσιμέντο.

Η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας δεν είναι απλώς μια επιφάνεια πάνω στην οποία μπορεί να τοποθετηθεί οτιδήποτε.

Είναι διατροφική ασφάλεια.

Είναι παραγωγή.

Είναι οικονομία.

Είναι αυτάρκεια.

Είναι το δικαίωμα μιας κοινωνίας να μην εξαρτάται για πάντα από εισαγωγές τροφίμων.

Και εδώ εμφανίζεται μια δεύτερη μεγάλη αντίφαση: την ώρα που η κλιματική κρίση απειλεί την παγκόσμια γεωργία, εμείς μπορεί να μειώνουμε την ανθεκτικότητα της δικής μας γεωργικής γης στο όνομα της αντιμετώπισης της ίδιας κρίσης.

Δεν μπορείς να προστατεύεις το μέλλον καταναλώνοντας τα θεμέλιά του.

Η αθέατη υποδομή.

Υπάρχει όμως και κάτι που συχνά μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση.

Δεν είναι μόνο τα πάνελ και οι ανεμογεννήτριες.

Είναι οι δρόμοι.

Είναι οι γραμμές υψηλής τάσης.

Είναι οι υποσταθμοί.

Είναι οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης.

Είναι οι μπαταρίες.

Είναι τα συνοδευτικά έργα.

Είναι ολόκληρο το δίκτυο που απαιτείται ώστε η παραγόμενη ενέργεια να μεταφερθεί εκεί όπου καταναλώνεται.

Τα μικρά υδροηλεκτρικά & η αντλησιοαποταμίευση εξαιρούνται πλήρως από τους περιορισμούς υψομέτρου, εισβάλλοντας στην καρδιά των ορεινών οικοσυστημάτων της Πίνδου, των Αγράφων, της Οίτης, των Βαρδουσίων και της Γκιώνας.

Η πραγματική αλλαγή του τοπίου λοιπόν δεν συντελείται σε ένα μόνο σημείο. Απλώνεται σαν δίκτυο πάνω στον χάρτη.

Και κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε απλώς ενεργειακά έργα μέσα στη φύση.

Έχουμε δημιουργήσει μια νέα βιομηχανική γεωγραφία.

Το πράσινο δεν είναι άλλοθι.

Η κριτική στις ΑΠΕ δεν πρέπει να μετατραπεί σε άρνηση της ανάγκης για καθαρή ενέργεια. Αυτό θα ήταν μια εύκολη παγίδα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ δυσκολότερο:

Πώς θα παράγουμε καθαρή ενέργεια χωρίς να καταστρέφουμε τα οικοσυστήματα που υποτίθεται ότι προσπαθούμε να προστατεύσουμε;

Χρειαζόμαστε ενέργεια, αλλά χρειαζόμαστε και φύση.

Χρειαζόμαστε ηλεκτρισμό, αλλά χρειαζόμαστε και γεωργική γη.

Χρειαζόμαστε αποθήκευση, αλλά χρειαζόμαστε και ασφαλείς οικισμούς.

Χρειαζόμαστε ανάπτυξη, αλλά όχι ανάπτυξη που αφήνει πίσω της έναν τόπο φτωχότερο από πριν.

Η πραγματική πράσινη πολιτική δεν μπορεί να είναι μια απλή αλλαγή του χρώματος της βιομηχανίας.

Δεν αρκεί να αντικαταστήσουμε το μαύρο του άνθρακα με το πράσινο της επένδυσης.

Η γη ως κοινό αγαθό.

Υπάρχει τελικά ένα βαθύτερο ζήτημα.

Ποιος αποφασίζει για τη γη;

Το κράτος; Ο επενδυτής; Η τοπική κοινωνία; Οι ειδικοί; Ή όλοι μαζί μέσα από κανόνες που θέτουν πρώτα την οικολογική φέρουσα ικανότητα ενός τόπου;

Γιατί η γη δεν είναι εμπόρευμα.

Δεν ανήκει μόνο στη σημερινή γενιά.

Ανήκει, κατά κάποιον τρόπο, και σε αυτούς που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί.

Ένα δάσος που κόπηκε δεν αποκαθίσταται με μια λογιστική εγγραφή. Ένας βιότοπος που κατακερματίστηκε δεν ξαναγίνεται ενιαίος επειδή το έργο χαρακτηρίστηκε «πράσινο». Ένας κάμπος που έχασε την παραγωγική του δυνατότητα δεν επιστρέφει εύκολα στην προηγούμενη κατάσταση.

Κι αυτό ακριβώς πρέπει να είναι το όριο.

Όχι το όριο που βολεύει τον φάκελο του επενδυτή.

Το όριο που θέτει η ίδια η φύση.

Να σώσουμε τη Γη από τους «σωτήρες» της. 

Η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Αλλά ακριβώς επειδή είναι αναγκαία, δεν πρέπει να μετατραπεί σε λευκή επιταγή.

Χρειαζόμαστε αυστηρές ζώνες αποκλεισμού για ευαίσθητα οικοσυστήματα, προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και αξιολόγηση ολόκληρου του περιβαλλοντικού αποτυπώματος κάθε έργου- όχι μόνο της επιφάνειας που καταλαμβάνει το ίδιο το πάνελ ή η βάση της ανεμογεννήτριας.

Και πάνω απ' όλα, χρειαζόμαστε μια απλή αλλαγή στη νοοτροπία:

Δεν είναι όλα όσα μπορούμε να εγκαταστήσουμε πράγματα που πρέπει να εγκαταστήσουμε.

Η πρόοδος δεν μετριέται μόνο από όσα χτίζουμε.

Μετριέται και από όσα αποφασίζουμε να αφήσουμε ανέγγιχτα.

Γιατί μπορεί κάποτε να έχουμε άφθονη καθαρή ενέργεια και να έχουμε χάσει τα βουνά μας.

Μπορεί να έχουμε γεμίσει τη χώρα με πάνελ και να έχουμε λιγότερους κάμπους.

Μπορεί να έχουμε πετύχει τους ενεργειακούς στόχους και να έχουμε αποτύχει στον σημαντικότερο: να παραδώσουμε στα παιδιά μας έναν τόπο που να αξίζει να κατοικηθεί.

Και τότε η μεγαλύτερη ειρωνεία θα είναι πως θα έχουμε ονομάσει αυτή την απώλεια «πράσινη ανάπτυξη».

Γιατί το πράσινο δεν είναι χρώμα μιας επένδυσης.

Είναι το χρώμα της ζωής.

Και η ζωή δεν χρειάζεται άλλοθι για να προστατευθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: