Ο Ελληνικός Εμφύλιος δεν χωρούσε σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Για κάποιους ήταν βουνό, φόβος, πείνα, εκτελέσεις, φυλακές, εξορίες, ξεριζωμός. Ήταν σπίτια που άδειαζαν, οικογένειες που χωρίζονταν, παιδιά που μεγάλωναν πριν την ώρα τους και άνθρωποι που έμαθαν να αναγνωρίζουν τον ήχο του πυροβολισμού πριν ακόμη μάθουν να γράφουν σωστά το όνομά τους. Για κάποιους άλλους, όμως, ο πόλεμος ήταν μακρινός.
Δεν ήταν ότι δεν υπήρχε. Υπήρχε. Απλώς δεν έμπαινε στην καθημερινότητά τους με τον ίδιο τρόπο. Οι εφημερίδες έγραφαν για μάχες, οι δρόμοι γέμιζαν ειδήσεις και φήμες, η χώρα αιμορραγούσε στις κορυφογραμμές και στα χωριά· κι όμως, κάπου αλλού, τα τραπέζια στρώνονταν, τα μαγαζιά άνοιγαν, οι άνθρωποι διασκέδαζαν, οι συναλλαγές συνεχίζονταν.
Η ιστορία είχε δύο χρόνους.
Ο ένας μετρούσε νεκρούς.
Ο άλλος μετρούσε την ώρα του δείπνου.
Κι αυτή είναι ίσως μία από τις πιο σκληρές κοινωνικές αντιφάσεις κάθε πολέμου: η ίδια χώρα μπορεί να ζει ταυτόχρονα δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες.
Για τον άνθρωπο που έχανε το παιδί του, ο πόλεμος ήταν ολόκληρη η ζωή. Για εκείνον που συνέχιζε να ζει προστατευμένος από την καταστροφή, μπορούσε να είναι απλώς μια είδηση.
Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι έμειναν μακριά από το μέτωπο ήταν αδιάφοροι ή συνένοχοι. Η ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα στον φόβο, στην πείνα και στην πολιτική πόλωση δεν χωρά εύκολα σε απλές κατηγορίες. Όμως η κοινωνική ανισότητα του βιώματος παραμένει.
Άλλοι πλήρωσαν το τίμημα της Ιστορίας με το σώμα τους.
Και άλλοι την παρακολούθησαν από απόσταση.
Αυτό συμβαίνει συχνά στις μεγάλες κοινωνικές καταστροφές. Η δυστυχία δεν κατανέμεται δημοκρατικά. Ούτε η πείνα, ούτε ο φόβος, ούτε ο θάνατος. Συνήθως υπάρχουν εκείνοι που βρίσκονται ακριβώς πάνω στη γραμμή της σύγκρουσης και εκείνοι που διαθέτουν αρκετή ασφάλεια, χρήματα, κοινωνική θέση ή απλώς τύχη ώστε να παραμένουν έξω από αυτήν.
Κι έτσι γεννιέται μια παράξενη εικόνα: μια κοινωνία να καταρρέει και ταυτόχρονα ένα κομμάτι της να συνεχίζει σχεδόν κανονικά.
Αυτό δεν είναι μόνο ιστορία του Εμφυλίου.
Είναι ένας μηχανισμός που επαναλαμβάνεται.
Σε κάθε εποχή υπάρχουν άνθρωποι που σηκώνουν το βάρος μιας κρίσης και άνθρωποι που μπορούν να την παρακολουθούν από την ασφαλή πλευρά του τζαμιού. Άλλοι χάνουν την εργασία τους, το σπίτι τους, την πατρίδα τους. Άλλοι συζητούν για την κρίση σε ένα τραπέζι όπου το φαγητό δεν λείπει.
Και κάπου εκεί η κοινωνία αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο.
Όχι όταν όλοι υποφέρουν μαζί.
Αλλά όταν κάποιοι υποφέρουν και οι υπόλοιποι μπορούν να συνεχίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Ο Εμφύλιος τελείωσε ως πολεμική σύγκρουση. Οι συνέπειές του όμως έμειναν για δεκαετίες μέσα στις οικογένειες, στις μνήμες και στις σιωπές.
Γιατί η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από εκείνους που πολεμούν.
Γράφεται και από εκείνους που, ενώ δίπλα τους η χώρα καιγόταν, είχαν την πολυτέλεια να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Και ίσως η πιο πικρή ερώτηση δεν είναι ποιος κέρδισε τον Εμφύλιο.
Είναι ποιοι πλήρωσαν τον λογαριασμό -και ποιοι κάθισαν στο τραπέζι χωρίς να τους ζητηθεί ποτέ να πληρώσουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου