1/10/26

Παράσιτα.

 


Υπάρχουν οικογένειες που αγαπιούνται τόσο πολύ, ώστε τελικά δεν μπορούν να ζήσουν η μία χωρίς την άλλη. Και υπάρχουν οικογένειες που αγαπιούνται με έναν πιο παράξενο τρόπο: χρειάζονται ο ένας τον άλλον όχι για να ελευθερωθούν, αλλά για να παραμείνουν δεμένοι. Εκεί η αγάπη παύει σιγά-σιγά να μοιάζει με καταφύγιο και αρχίζει να μοιάζει με εξάρτηση.

Στα «Παράσιτα» της Δάφνης ντι Μοριέ, τρία αδέλφια επιστρέφουν, μέσα σε ένα βροχερό κυριακάτικο απόγευμα, σε ολόκληρη τη ζωή τους. Δεν χρειάζεται σχεδόν τίποτε να συμβεί στο παρόν. Το παρελθόν είναι αρκετό. Οι έρωτες, οι αποτυχίες, οι φιλοδοξίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και κυρίως εκείνος ο οικογενειακός δεσμός που έχει γίνει τόσο πυκνός, ώστε δεν αφήνει εύκολα χώρο για κανέναν άλλον.

Η λέξη «παράσιτα» ακούγεται αρχικά σαν προσβολή. Είναι όμως περισσότερο ένα ερώτημα.

Ποιος είναι το παράσιτο;

Ο άνθρωπος που δεν δημιουργεί και ζει από το ταλέντο των άλλων; Ο καλλιτέχνης που απαιτεί από τους γύρω του να συντηρούν την ιδιοφυΐα του; Εκείνος που θυσιάζει τη ζωή του για να στηρίξει τους άλλους; Ή μήπως μια οικογένεια που, στο όνομα της αγάπης, καταναλώνει αργά και αθόρυβα τα μέλη της;

Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια ενός και μόνο βροχερού απογεύματος Κυριακής σε μια εξοχική έπαυλη. Ο Σερ Τσαρλς Γουίντχαμ, εξοργισμένος από την εγωκεντρική συμπεριφορά της συζύγου του, Μαρίας, και των δύο αδελφών της, ξεσπάει και τους αποκαλεί «παράσιτα». Τους κατηγορεί ότι τρέφονται από τα ταλέντα των άλλων και την κοινωνία, χωρίς να προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό. Μετά την αποχώρησή του, τα τρία αδέλφια αρχίζουν να αναπολούν το παρελθόν τους. Μέσα από αναδρομές (flashbacks), ξετυλίγεται η κοινή τους παιδική ηλικία, οι έρωτες, οι αποτυχίες τους και ο νοσηρός, κλειστός δεσμός που τους ενώνει.

Τα τρία αδέλφια μεγάλωσαν μαζί, αλλά δεν έχουν όλοι την ίδια εξ αίματος συγγένεια, καθώς προέρχονται από προηγούμενες σχέσεις των διάσημων καλλιτεχνών γονιών τους.

Η Μαρία είναι κόρη του πατέρα. Εξελίσσεται σε μια διάσημη, λαμπερή αλλά ματαιόδοξη ηθοποιό του θεάτρου. Ο Νάιαλ είναι γιος της μητέρας. Γίνεται ένας εξαιρετικά ταλαντούχος αλλά τεμπέλης συνθέτης. Αν και ετεροθαλή αδέλφια χωρίς κοινό αίμα, η ψυχολογική και συναισθηματική σύνδεση της Μαρίας και του Νάιαλ είναι τόσο έντονη που αποκλείει κάθε άλλον άνθρωπο από τη ζωή τους. Η Σίλια είναι η μόνη κοινή κόρη των δύο γονιών. Θυσιάζει το δικό της ταλέντο στο σχέδιο για να φροντίζει την οικογένεια, λειτουργώντας ως ο συνδετικός τους κρίκος.

Η Μαρία έχει τη λάμψη της σκηνής. Ο Νάιαλ έχει το χάρισμα της μουσικής. Η Σίλια έχει κάτι πολύ πιο σπάνιο και πολύ πιο άχαρο: την ικανότητα να κρατά τους άλλους όρθιους. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ειρωνεία. Το ταλέντο μπορεί να θαυμάζεται, η θυσία όμως συνήθως θεωρείται αυτονόητη.

Η Σίλια γίνεται η αθέατη υποδομή μιας οικογένειας καλλιτεχνών. Οι άλλοι δημιουργούν· εκείνη φροντίζει να μπορούν να δημιουργούν. Οι άλλοι ζουν τις ζωές τους· εκείνη διευθετεί τις συνέπειες. Κι έτσι το δικό της ταλέντο, αντί να ανθίσει, μένει στην άκρη σαν ένα σχέδιο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Κάπου εδώ το βιβλίο ξεφεύγει από την οικογενειακή ιστορία και γίνεται κοινωνικό.

Γιατί υπάρχουν πολλοί τρόποι να γίνει κανείς παράσιτο. Μπορεί να παίρνει χωρίς να δίνει. Μπορεί όμως και να απαιτεί από κάποιον να δίνει για πάντα, επειδή κάποτε αποφάσισε ότι αυτός είναι ο ρόλος του.

Η οικογένεια Ντελάνι δεν είναι απλώς μια οικογένεια καλλιτεχνών. Είναι ένας κλειστός μικρόκοσμος όπου οι ταυτότητες έχουν μοιραστεί από νωρίς: ο ταλαντούχος, η λαμπερή, η φροντίστρια. Κανείς δεν είναι πραγματικά ελεύθερος να γίνει κάτι άλλο. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο παράσιτο: όχι ένας άνθρωπος, αλλά ένας ρόλος.

Η ντι Μοριέ μεταφέρει στο βιβλίο κάτι από τη δική της θεατρική καταγωγή, αλλά δεν γράφει απλώς για μια καλλιτεχνική οικογένεια. Γράφει για το τίμημα της κληρονομιάς. Για εκείνα που παίρνουμε από τους γονείς μας πριν ακόμη προλάβουμε να αποφασίσουμε αν τα θέλουμε. Για τις ζωές που συνεχίζονται μέσα μας χωρίς την άδειά μας.

Και ίσως γι’ αυτό τα τρία αδέλφια μπορούν να διαβαστούν σαν τρεις όψεις του ίδιου ανθρώπου: η ανάγκη να θαυμάζεσαι, η ανάγκη να δημιουργείς και η ανάγκη να φροντίζεις. Τρεις ανάγκες που όταν συνυπάρχουν μέσα μας, μπορεί να αλληλοσυμπληρώνονται. Όταν όμως μία καταπιεί τις άλλες, αρχίζει η εσωτερική παρασιτική σχέση.

Έξω βρέχει.

Μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις, οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφασίσουν ποιος χρωστά σε ποιον. Μα η οικογένεια δεν κρατά λογαριασμούς. Κρατά ενοχές, χρέη, θυσίες και ανεκπλήρωτα όνειρα.

Και τελικά το πιο ενοχλητικό ερώτημα του βιβλίου δεν είναι ποιος είναι το παράσιτο.

Είναι αν υπάρχει οικογένεια χωρίς αμοιβαία κατανάλωση.

Γιατί μερικές φορές δεν τρώει ο ένας τον άλλον από κακία.

Τρώει ο ένας τον άλλον από αγάπη.

Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να καταδικαστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: