20/8/26

Το «Σιδερένιο Νησί».

Το «Σιδερένιο Νησί»: Η αιματηρή εξέγερση της Σερίφου, η Εργατική Κομμούνα του νησιού και ο Κωνσταντίνος Σπέρας.

Η Σέριφος σήμερα είναι διάσημη για τις άγριες ομορφιές της, τις χρυσαφένιες αμμουδιές και τη μοναδική Χώρα της. Όμως, κάτω από το κυκλαδίτικο φως κρύβεται μια ιστορία γραμμένη με σίδερο, ιδρώτα και αίμα.

Τον Αύγουστο του 1916, στο Μεγάλο Λιβάδι της Σερίφου, παίχτηκε μία από τις πιο συγκλονιστικές πράξεις του ελληνικού εργατικού κινήματος. Μια εξέγερση μεταλλωρύχων που συγκρούστηκε με την εργοδοτική αυθαιρεσία, αντιμετώπισε τις κάννες των όπλων, πήρε τον έλεγχο του νησιού και κατάφερε κάτι που φάνταζε αδιανόητο για την εποχή: την πρώτη ουσιαστική εφαρμογή του οκταώρου στην Ελλάδα.

Η Δυναστεία των Γκρόμαν και το Καθεστώς της Στυγνής Εκμετάλλευσης.

Η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας, όμως η σύγχρονη βιομηχανική της μοίρα σφραγίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Ουσιαστικά, η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου ξεκινά κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τη συγκρότηση ακόμη του ελληνικού κράτους, πολλοί κεφαλαιούχοι ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν άδεια εξόρυξης μεταλλευμάτων, σε πολλές περιοχές του νεοσύστατου κράτους. Η πρώτη άδεια εκμετάλλευσης των μεταλλείων της Σερίφου δόθηκε το 1869, με βασιλικό διάταγμα του Οθωνα στην «Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία», για την εξόρυξη και εκμετάλλευση μαγνητικού και ανθρακικού σιδήρου. Η εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει ετησίως 3 λεπτά φόρο ανά τόνο, για κάθε ένα από τα παραχωρημένα στρέμματα, φόρο καθαρού εισοδήματος που προσδιοριζόταν κάθε χρόνο από το φορολογικό νόμο και μέρισμα 5 τοις χιλίοις στους ιδιοκτήτες των μεταλλοφόρων κτημάτων. Μετά από αλλεπάλληλες εκδόσεις αδειών σε ιδιώτες, για την εξόρυξη ποικίλων μεταλλευμάτων και την κακή διαχείριση από την πλευρά των εργολάβων, που οδήγησε την εταιρία στα πρόθυρα της πτώχευσης, το 1880, τα μεταλλεία περιήλθαν στη γαλλική μεταλλευτική εταιρία του Λαυρίου. Η νέα εταιρία ονομάστηκε «Σέριφος - Σπηλιαζέζα», δραστηριοποιήθηκε για τρία χρόνια και το 1883 διέκοψε, με σοβαρές ζημιές, τη λειτουργία της.

Νέα, σημαντική περίοδος για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Σερίφου (κυρίως του σιδηρομεταλλεύματος) ξεκινά το 1885, με την εμφάνιση στο νησί ενός ικανότατου τυχοδιώκτη, του γερμανού μεταλλειολόγου Αιμίλιου Γκρόμαν, ο οποίος συνεβλήθη με την εταιρία «Σέριφος - Σπηλιαζέζα» και ανέλαβε εργολαβικά την εξόρυξη.

Ο αδίστακτος Γερμανός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματοποίησης συσσώρευσης, χωρίς ο ίδιος να καταβάλει το παραμικρό αρχικό κεφάλαιο. Ο Γκρόμαν πειθανάγκαζε τους ιδιοκτήτες των - μικρών έως νανωδών - κλήρων, να του εκχωρούν τα χωράφια τους, χωρίς να τους αποδίδει το νόμιμο μέρισμα και εξαναγκάζοντάς τους να δουλεύουν στην εξόρυξη με γλίσχρο μεροκάματο. Σε μια επίδειξη «φιλάνθρωπου» πνεύματος απέναντι στους άθλια πληρωμένους εργάτες του, ίδρυσε δημοτικό σχολείο στο Μέγα Λειβάδι (όπου και η έδρα της επιχείρησης) και ένα υποτυπώδες νοσοκομείο στο κοντινό Μέγα Χωριό. Το προσωπικό, βέβαια, των ιδρυμάτων αυτών, πληρωνόταν από τους ίδιους τους εργάτες.

Επί των ημερών του πρεσβύτερου Γκρόμαν, ο οποίος πέθανε το 1906, εξορύχθηκαν 2.800.000 τόνοι σιδηρομεταλλεύματος. Στη Σέριφο, προσέφευγαν, για να δουλέψουν στα μεταλλεία, νησιώτες από τα γύρω νησιά, αλλά και από την απέναντι πελοποννησιακή ακτή. Τα επώνυμα «Πελοποννήσιος» και «Μονεμβάσιος», που επιχωριάζουν στη Σέριφο, μαρτυρούν τη μακρινή καταγωγή αυτών που τα φέρουν. Παρατηρείται μία σημαντική, για τα πληθυσμιακά δεδομένα του νησιού, συγκέντρωση της εργατικής τάξης. Ο πληθυσμός, από 2.134 κατοίκους το 1880, ανεβαίνει στους 4.000 το 1912. Η συγκέντρωση αυτή αποτυπώνεται και στην οικιστική φυσιογνωμία του νησιού. Τα κυβόσχημα, λευκά σπίτια της Χώρας, τυπικά κυκλαδίτικα με την πρώτη ματιά, κρύβουν μια ιδιαιτερότητα: για να περάσεις στο δεύτερο δωμάτιο του ίδιου σπιτιού (συνήθως αυτά αποτελούνται από ένα υπνοδωμάτιο και μια κουζίνα, όπου συγκεντρώνεται η οικογένεια), πρέπει να βγεις στο δρόμο και να μπεις από άλλη πόρτα. Οι εργάτες, που έρχονταν από άλλες περιοχές, έχτιζαν πρώτα ένα δωμάτιο για να μείνουν, και, αργότερα, όταν έφερναν όλη τους την οικογένεια, έχτιζαν και το δεύτερο, όπως και όπου μπορούσαν.

Οι Γκρόμαν μετέτρεψαν τη Σέριφο σε ένα ακμάζον βιομηχανικό κέντρο, αλλά με βαρύ τίμημα για τους εργάτες. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι συνθήκες εργασίας στις στοές ήταν μεσαιωνικές: 12 έως 14 ώρες εξαντλητικής εργασίας καθημερινά. Μηδενικά μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα δεκάδες εργάτες να καταπλακώνονται από καταρρεύσεις στοών ή να πεθαίνουν από πνευμονοκονίαση. Μεροκάματα πείνας, τα οποία συχνά καταβάλλονταν σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα καταστήματα της ίδιας της εταιρείας.

Σε μια στοά μήκους 3 χλμ. που ενώνει τους δύο βασικούς τόπους εξόρυξης, το Μέγα Λειβάδι και τον Κουταλά, φημολογείται (αλλά δυστυχώς, τα στοιχεία είναι ατεκμηρίωτα, λόγω της ελλιπούς έρευνας) ότι είχαν βρει το θάνατο πάνω από 3.000 εργάτες!

Δυστυχώς, πάρα πολλές είναι οι αδιερεύνητες πλευρές των δραστηριοτήτων της εταιρίας. Μία από αυτές αφορά και το για πού προοριζόταν το μετάλλευμα. Θρυλείται ότι, μεγάλο τουλάχιστον μέρος του, εξαγόταν προς τη Γερμανία και ότι προοριζόταν για τη γερμανική πολεμική βιομηχανία. Η αλήθεια είναι ότι στα υπόγεια της ερειπωμένης πια έδρας της διοίκησης των μεταλλείων, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από γερμανικά εγχειρίδια πολέμου. «Από τα σπλάχνα του νησιού μας, βγήκε το γερμανικό μέταλλο δύο παγκοσμίων πολέμων», λένε οι γέροι Σερφιώτες: πολλοί από αυτούς, έχουν προλάβει να δουλέψουν στα μεταλλεία και πάσχουν από ασθένειες των πνευμόνων - κληρονομιά της δουλιάς τους στα έγκατα της γης.

Οι ήδη άθλιες συνθήκες ζωής των μεταλλωρύχων της Σερίφου, επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο με την ανάληψη της εργολαβίας των μεταλλείων από το νεότερο Γκρόμαν, τον Γεώργιο, που διαδέχτηκε τον πατέρα του το 1906. Οι Γκρόμαν είχαν, επίσης, κατορθώσει να ελέγχουν πολιτικά το νησί, έχοντας δημιουργήσει στο πλάι τους μια ομάδα πιστών τους υπαλλήλων, που λειτουργούσαν ως επιστάτες και μαγκουροφόροι πραιτοριανοί. Αλλά και λόγιοι, «εγγράμματοι», τουλάχιστον υπάλληλοί τους, φαίνεται ότι έκαναν κάθε προσπάθεια να διαμορφώσουν την εικόνα ενός «εργοδότη - πατερούλη», που νοιάζεται και φροντίζει τους «εργάτες - παιδιά του». Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Εμμανουήλ Γ. Ανδρόνικος, διευθυντής της «Γρωμαννείου Σχολής» (του σχολείου που λειτουργούσε στο Μέγα Λειβάδι), για να εξυμνήσει τους «μεγάλους ευεργέτες»: «Ολοι» - σ.σ. εννοεί τους εργάτες - «ζουν με ζηλευτή αρμονία και άνεση, διότι βρίσκονται κάτω από την προστασία και βρίσκουν θαλπωρή και καταφύγιο, στο παρελθόν μεν από τον αείμνηστο πατέρα (Αιμίλιο Γρώμμαν), σήμερα δε από τον πολυαγαπημένο του γιο (το Γεώργιο), όπως ακριβώς ένα μεγάλο και ψηλό δέντρο που φυτρώνει στη μέση της ερήμου».

Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο στα 1906. Δέκα χρόνια μετά, να πώς περιγράφει, σε μάλλον ήπιο και υπηρεσιακό ύφος, πλευρές των συνθηκών ζωής των μεταλλωρύχων, το υπόμνημα του νεοσυσταθέντος σωματείου τους, προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας:

«(...) εις το βασίλειον Σερίφου, αι ώραι εργασίας είναι κανονισμέναι από της Ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου, με διακοπή μιας ώρας κατά τους χειμερινούς μήνας, και 2 έως 2 1/2 κατά τους θερινούς, ήτοι 9 - 12». Και παρακάτω: «Ασφάλεια καμία δεν υπάρχει μεταξύ των εργατών μεταλλωρύχων διότι η εταιρεία με τον σκοπόν να καρπωθεί κέρδη εύκολα από δύο μηνών διέταξε κι κρημνίζονται οι στύλοι μεταλλεύματος οίτινες μένουν προς στήριξη των στοών κατά τους κανόνες της μηχανικής. (...) Υποχρεούμεθα να καταβάλλωμεν 2% επί των ημερομισθίων μας διά το ταμείον αλληλοβοήθειάς μας, αλλά κανείς εργάτης δεν ηξεύρει τι ποσόν συνάζεται πού κατατίθεται και ποίος το διαχειρίζεται. Μόνον ιατρική περίθαλψις και τα στοιχειώδη φάρμακα τους παρέχονται και όχι πάντοτε».

Κωνσταντίνος Σπέρας: Ο Ιδεολόγος Ηγέτης.

Το καλοκαίρι του 1916, η οργή που σιγόβραζε βρήκε τον εκφραστή της στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Σπέρα. Γεννημένος στη Σέριφο το 1893, αλλά μορφωμένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Σπέρας ήταν ένας φλογερός αναρχοσυνδικαλιστής. Πίστευε στον «καθαρό» συνδικαλισμό: τα συνδικάτα έπρεπε να διοικούνται αυτόνομα από τους ίδιους τους εργάτες, μακριά από κομματικές σκοπιμότητες.

Τον Ιούλιο του 1916, ο Σπέρας ιδρύει το Σωματείον Μεταλλωρύχων Σερίφου.

Το 1916, είναι μία χρονιά «στο μάτι του κυκλώνα», τόσο για τα εν γένει πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, όσο και για την ανέλιξη του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Είναι η χρονιά της κορύφωσης της σύγκρουσης ανάμεσα στις μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης για το αν θα βγει η Ελλάδα ή όχι στον πόλεμο. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων επιδιώκει την έξοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, ενώ οι βασιλικοί προκρίνουν την ευμενή, προς τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, ουδετερότητα. Πιέσεις ασκούνται και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές, ενώ στην ουσία υπάρχουν δύο κυβερνήσεις: Η βασιλική της Αθήνας και η φιλοβενιζελική της «Εθνικής Αμυνας» στη Θεσσαλονίκη.

Η στάση απέναντι στον πόλεμο αποτελεί κομβικό ζήτημα και για το αδύναμο και κατακερματισμένο ακόμη σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, που, ωστόσο, μπαίνει σιγά - σιγά, στο δρόμο της ενοποίησής του και της αποσαφήνισης της φυσιογνωμίας του. Βέβαια, η ιδεολογική διαπάλη που αναπτύσσεται ανάμεσα στους διάφορους σοσιαλιστικούς ομίλους και τις οργανώσεις δεν μπορεί, αντικειμενικά, να έχει την αντανάκλασή της στο μικρό νησί των Κυκλάδων. Εκείνο όμως που αποτυπώνεται, τη χρονιά αυτή, στη συνείδηση και στις δραστηριότητες των κατοίκων του είναι η ένταση της ταξικής αγανάκτησης. Αυθόρμητη στην αρχή, ωριμάζει και αποκρυσταλλώνεται στη δημιουργία σωματείου «εργατών μεταλλευτών», στις 24 Ιουλίου. Η τρίτη παράγραφος του 2ου άρθρου, ορίζει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό του σωματείου, τα ακόλουθα: «Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτας όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, διά την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικόν σκοπόν να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσις του ανθρώπου από τον όμοιόν του».

Στις 7 Αυγούστου του 1916, και μετά από σειρά υπομνημάτων προς τα αρμόδια υπουργεία, ξεσπά η απεργία. Οι μεταλλωρύχοι αρνούνται να φορτώσουν το ανδριώτικο πλοίο «Μανούσι», που ήρθε να παραλάβει σιδηρομετάλλευμα, για τη Γερμανία, κηρύσσοντας γενική απεργία με βασικά αιτήματα: οκτάωρο, αυξήσεις και μέτρα προστασίας της ζωής τους.

Η Ματωμένη 21η Αυγούστου.

Ο Γεώργιος Γκρόμαν αρνήθηκε κάθε διάλογο και διαπραγμάτευση με τους απεργούς. Χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του με το παλάτι και την κυβέρνηση, κάλεσε τη χωροφυλακή. Στις 21 Αυγούστου 1916, ένα ένοπλο απόσπασμα υπό τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου κατέφθασε στην Σέριφο από την Κέα (Τζιά) στην οποία έδρευε η Μοιραρχία Χωροφυλακής Κυκλάδων και στην οποία υπαγόταν διοικητικά η Σέριφος. Ο Χρυσάνθου βιαιοπραγεί εναντίον των πάντων, σε όλη την πορεία του αποσπάσματος από το λιμάνι του νησιού προς το Μέγα Λειβάδι, ενώ φυλακίζει την ηγεσία του σωματείου - ανάμεσά τους και τον Σπέρα.

Στη συνέχεια, ο Χρυσάνθου διέταξε τους εκατοντάδες απεργούς εργάτες που ήταν συγκεντρωμένοι στη σκάλα φόρτωσης να πιάσουν δουλειά και να φορτώσουν το «Μανούσι», δίνοντάς τους πεντάλεπτη διορία. Οι εργάτες, έχοντας στο πλευρό τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κάθισαν στο έδαφος αρνούμενοι να υποχωρήσουν.

Όταν η διορία έληξε, ο Χρυσάνθου έδωσε τη διαταγή: «Πυρ!»

Τέσσερις εργάτες (οι Μιχάλης Ζωιλής, Θεμιστοκλής Κουζουπής, Ιωάννης Πρωτόπαπας και Δημήτρης Καραγιάννης) έπεσαν νεκροί. Δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν.

Η Έκρηξη της Οργής και οι Δύο Εβδομάδες Εργατικής Αυτοδιαχείρισης.

Το αίμα των νεκρών μεταλλωρύχων πυροδότησε μια τυφλή, καθολική εξέγερση. Οι εργάτες και οι γυναίκες τους, οπλισμένοι με πέτρες, ξύλα και μεταλλευτικά εργαλεία, επιτέθηκαν στο απόσπασμα. Ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου και ο αστυνομικός σταθμάρχης Σερίφου Τριανταφύλλου λιντσαρίστηκαν, ενώ οι απεργοί έσπασαν τα κρατητήρια και απελευθέρωσαν τον Κωνσταντίνο Σπέρα.



Ο ίδιος ο Σπέρας στην Μπροσούρα που έγραψε λίγο αργότερα στην φυλακή Τζιβάρα της Σύρου περιγράφει:

«...Φθάσας εις τον τόπον της συγκεντρώσεως των εργατών, οίτινες ευρίσκοντο εις τον προ της γέφυρας της φορτώσεως χώρον, ολίγα βήματα απέχοντος της θαλάσσης, [ο υπομοίραρχος] παρέταξε τους άνδρας του εις το άκρον σχεδόν της αποβάθρας, έναντι των εργατών, διατάξας συνάμα αυτούς να θέσωσιν εφ' όπλου λόγχην και να γεμίσουν.

Η απόστασις η χωρίζουσα τους χωροφύλακας από τους εργάτας μόλις θα ήτο τρία ή τέσσερα βήματα. Αφού ετακτοποίησε τους άνδρας του, εστάθη εις το μέσον, έχων εις τα δεξιά τον ειρηνοδίκην εις τα αριστερά δε τον υπογραμματέα και εφώναξε δυνατά δια να τον ακούσουν όλοι οι εργάται: "Σας δίδω 5 λεπτά προθεσμίαν δια να διαλυθήτε -άλλως θα σας διαλύσω δια της βίας".

Οι δε εργάται του απήντησαν: "Ημείς δεν ενοχλούμε κανέναν, μένομεν εδώ δια να προστατέψωμε το ψωμί μας, δεν φεύγομε. Αν θέλετε να μας κτυπήσετε, ορίστε". Και εις απόδειξιν της αποφάσεώς των αυτής εκάθησαν χάμω. Ο υπομοίραρχος, βλέπων το αμετάτρεπτον των απεργών, εξάγει το ωρολόγιόν του και παρατηρήσας τούτο το επανέθεσε εις το θηλάκιον και αυτοστιγμεί εξάγει περίστροφον και πυροβολεί κραυγάζων: "Εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως", πυροβολήσας πρώτος αυτός, όστις επεκαλείτο τον νόμον, κατά αόπλων πολιτών, φονεύσας τον εργάτην Θεμιστοκλήν Κουζούπην, διατάξας ταυτοχρόνως και τους χωροφύλακας να πυροβολήσουν...

Το τι επηκολούθησε δεν περιγράφεται. Εξ άλλου οι απεργοί, προ της κακούργου στάσεως των αστυνομικών οργάνων, εφόρμησαν κατ' αυτών και δια των εν αφθονία ευρισκομένων εκεί σιδηρολίθων ελιθοβόλουν αυτούς λυσσωδώς, εν ριπή οφθαλμού δέκα εκ των χωροφυλάκων εκρημνίσθησαν κάτωθεν της αποβάθρας, οι λοιποί υποχωρούντες υφίσταντο την επίθεσιν των απεργών αμυνόμενοι.

Ο αστυνόμος Σερίφου Ιωάν. Τριανταφύλλου δεχθείς ογκώδη σιδηρόλιθον επί της κεφαλής, καθ' ην στιγμήν επυροβόλει κατά τίνος απεργού, παρεφρόνησε ριφθείς εις την θάλασσαν.

Αλλ' εκείνο που είνε αδύνατον να περιγραφή είνε η λύσσα μεθ' ης οι απεργοί ελιθοβόλουν τον υπομοίραρχο, ο οποίος ήτο και ο μόνος αίτιος του κακού.

Υπάρχουν στιγμαί κατά τας οποίας ο άνθρωπος εις βρασμόν ψυχικής ορμής ευρισκόμενος, κατ' επιστημονικήν παρατήρησιν, υπερβαίνει και τας τίγρεις εις την θηριωδίαν, ο άνθρωπος ούτος είνε ανεύθυνος δια τας πράξεις του...

Εις αυτήν την ψυχολογικήν κατάστασιν ευρίσκοντο οι απεργοί την στιγμήν εκείνην.

Χιλιάδες σιδηρόλιθοι ερρίπτοντο κατά των αστυνομικών, οίτινες επυροβόλουν μετά μανίας κατά του πλήθους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αι γυναίκες έπαιξαν σπουδαίον ρόλον, βλέπουσι τους άνδρας των τραυματιζομένους και φονευμένους έτρεχον εις βοήθειάν των, εις αυτάς κυρίως οφείλεται η κατατρόπωσις ούτως ειπείν των αστυνομικών.

Ο υπομοίραρχος εξηκολούθει πυροβολών, κενώσας δε το περίστροφόν του και μη έχων σφαίρας εξιφούλκισε και μετά μανίας εκτύπα δεξιά και αριστερά. Εκτύπα απεγνωσμένως, ραγδαίοι λιθοβολισμοί ριπτόμενοι από ομάδα εργατών που είχαν ανέλθη εις τι ύψωμα τον απέκαμον.

Εις λίθος πλήξας αυτόν εις τα στήθη τον εκρήμνισεν εις την θάλασσαν από του άκρου της γέφυρας.

Οι χωροφύλακες, βλέποντες τον αρχηγόν των πίπτοντα και καταληφθέντες υπό πανικού, επέτων τα όπλα και ετρέποντο εις φυγήν, καταδιωκόμενοι υπό των απεργών.

Εις χωροφύλαξ σοβαρώς τραυματισμένος, χωρίς να γίνη αντιληπτός από τους απεργούς, κρυπτόμενος όπισθεν των οικίσκων και των δένδρων, κατώρθωσε να πλησιάση εις τον αστυνομικόν σταθμόν, όπου είμεθα ημείς υπό κράτησιν και υπό την επίβλεψιν της εκ δέκα ανδρών δυνάμεως των χωροφυλάκων των μη λαβόντων μέρος εις την συμπλοκήν.

Πάραυτα ο χωροφύλαξ προσήχθη ενώπιον του Ανθυπασπιστού, υποβληθείς δε εις ανάκρισιν είπεν ότι εφονεύθη ο υπομοίραρχος και ο αστυνόμος και τινες πολίται.

Οι εν τω σταθμώ μετ' εμού κρατούμενοι εις το άκουσμα των φόνων εξηγριώθησαν, ορμήσαντες δε εις την έξοδον προσεπάθουν να θραύσουν την θήραν του σταθμού.

Οι χωροφύλακες ημπόδιζον την έξοδον. Βλέπων ότι αφεύκτως θα ήρχοντο εις χείρας, ετέθην μεταξύ των εργατών και των χωροφυλάκων και συνεκράτησα αμφοτέρους, προλαβών ούτω αιματοχυσίαν και εις άλλο σημείον της κωμοπόλεως, εζήτησα δε από τον υπενωματάρχη να με αφίση να εξέλθω διότι μόνον εγώ θα ήμιν εις θέσιν να επιβληθώ, εξασκών κάποιαν επιρροήν επί των απεργών λόγω της ιδιότητός μου, εις την κρίσημον εκείνην στιγμήν.

Οι απεργοί αφοπλίσαντες εν τω μεταξύ τους παραδοθέντας εις αυτούς χωροφύλακας οπλίσθησαν αυτοί και διαιρεθέντες εις δύο ομάδας επήρχοντο δρομαίως κατά των γραφείων και του αστυνομικού σταθμού, αφ' ενός μεν δια να απελευθερώσουν τους εν τω σταθμώ κρατουμένους, αφ' ετέρου δε δια να επιτεθούν κατά των γραφείων, διότι οι υπάλληλοι της εταιρείας επυροβόλουν κατά των απεργών εκ των παραθύρων των γραφείων(...)

Οι απεργοί, αφοπλίσαντες ως είπομεν τους χωροφύλακας και οπλισθέντες αυτοί προχείρως, διηρέθησαν εις δύο ομάδας και επήρχοντο δρομαίως. Την στιγμήν ακριβώς εκείνην απελύθην εκ του σταθμού και έτρεχον προς το μέρος της άμμου όπου ήσαν οι περισσότεροι. Μόλις απείχον του γραφείου περί τα εκατό βήματα. Οι υπάλληλοι επυροβόλουν διαρκώς εκ των παραθύρων, εις τους πυροβολισμούς των δε απήντων οι εργάται, οι μεν φέροντες όπλα δια πυροβολισμών οι δε μη φέροντες με λίθους.

Είνε αδύνατον να περιγράψω επακριβώς το τραγικόν εκείνον θέαμα...

Αι άγριαι φυσιογνωμίαι των εργατών εγένοντο ακόμη αγριώτεραι με τα αίματα και την ώχραν του μεταλλείου.

Εστάθη εις την άκραν της πλατείας έμπροσθεν του μεγάρου και ήρχισα να φωνάζω:

"Παιδιά για όνομα του Θεού παύσατε πλέον τους σκοτωμούς". Αλλά ποίος ημπορούσε να με ακούση; Πολλάκις επανέλαβα την κραυγήν αυτήν αλλά ματαίως... Εις εκ των απεργών ύψωσε το όπλον του δια να με κτυπήση... 'Αλλος ψυχραιμότερος τον εκράτησε λέγων: "Βρε, στραβός είσαι, θα σκοτώσεις τον πρόεδρον..." Οι προπορευόμενοι ακούσαντες ότι ευρίσκομαι μεταξύ των με εκύκλωσαν φωνάζοντες "θα τους φάμε τους κακούργους μας εσκότωσαν τα παιδιά μας"...»



Αυτό που ακολούθησε ήταν πρωτοφανές: για περίπου δύο εβδομάδες, το επίσημο ελληνικό κράτος έπαψε να υπάρχει στη Σέριφο. Το νησί μετατράπηκε σε μια ιδιότυπη «εργατική κομμούνα». Την οργάνωση της καθημερινής ζωής στο νησί ανέλαβε ένα άμεσα ανακλητό συμβούλιο εργατών με επικεφαλής τον Σπέρα. Κόκκινες και Μαύρες Σημαίες, τα σύμβολα του αναρχοσυνδικαλισμού υψώθηκαν στα δημόσια κτήρια. Φοβούμενοι την επικείμενη στρατιωτική απάντηση της Αθήνας, οι εργάτες έκαναν μια ευφυή κίνηση τακτικής. Ύψωσαν τη γαλλική σημαία στο λιμάνι και έστειλαν τηλεγράφημα στις γαλλικές πολεμικές δυνάμεις στη Μήλο, ζητώντας την προσάρτηση της Σερίφου στη Γαλλία! Εκμεταλλεύτηκαν έτσι τον Εθνικό Διχασμό (Βενιζελικοί - Βασιλικοί) και το γεγονός ότι η εταιρεία είχε γαλλικά συμφέροντα, αναζητώντας μια διεθνή «ασπίδα» προστασίας.

Ο ίδιος ο Σπέρας γράφει: «Φθάσαντες εις το κέντρον της κωμοπόλεως, συνεκεντρώθημεν εις την πλατείαν, εκεί δε αφού ωμίλησα διά μακρόν εξιστορήσας εις τον λαόν τα της συμπλοκής, απεφασίσθη να ζητήσωμεν ξένη προστασίαν μην έχοντες πλέον ουδεμίαν εμπιστοσύνη εις την Κυβέρνησιν των Αθηνών. Πάραυτα, μετά την απόφασιν του λαού, διέταξα τους οπλισμένους εκ των απεργών να καταλάβουν το τηλεγραφείον, την Αστυνομίαν, το ειρηνοδικείον κτλ. δημόσια ιδρύματα. [...] Τακτοποιήσαντες προχείρως τα πράγματα, συνετάξαμεν έγγραφον προς τον αρχηγόν της εν Μήλω ναυλοχούσης συμμαχικής μοίρας εκθέτοντες τα της συμπλοκής και τακτοποιούντες την απόφασιν των κατοίκων όπως τεθούν υπό την προστασίαν της Γαλλικής Δημοκρατίας...».

Η Αντίδραση της Κυβέρνησης και η Τελική Δικαίωση.

Η ελληνική κυβέρνηση, απορροφημένη από τη δίνη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού, άργησε να αντιδράσει αλλά όταν τελικά απάντησε, η απάντησή της ήταν αμείλικτη. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και πολεμικά πλοία κατέφθασαν στο νησί, επιβάλλοντας ξανά τον έλεγχο της Αθήνας. Ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις, βασανισμοί και διώξεις. Ο Κωνσταντίνος Σπέρας φυλακίστηκε ξανά και μεταφέρθηκε στις σκληρές φυλάκες του Φρουρίου Φιρκά στα Χανιά.

Ωστόσο, η τρομοκρατία δεν αρκούσε για να ξαναμπεί το νερό στο αυλάκι. Η κυβέρνηση και ο Γκρόμαν συνειδητοποίησαν ότι η Σέριφος ήταν μια μπαρουταποθήκη. Φοβούμενοι ότι μια νέα εξέγερση θα σταματούσε οριστικά την παραγωγή του πολύτιμου -λόγω πολέμου- σιδήρου, το κράτος ανάγκασε την εταιρεία να υποχωρήσει. Το Υπουργείο επικύρωσε τη συμφωνία με τους εργάτες: οι εργάτες κέρδισαν αυξήσεις, μέτρα ασφαλείας και, κυρίως, την επίσημη εφαρμογή της 8ωρης εργασίας.


Ο Τραγικός Επίλογος της Ιστορίας.

Η πολιτική δράση του Σπέρα μετά την απεργία δεν περιορίστηκε στη Σέριφο, και μετά την αποφυλάκισή του διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο σε εθνικό επίπεδο. Το 1918 ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας στο ιδρυτικό της συνέδριο. Ήταν υπέρμαχος του «καθαρού» συνδικαλισμού (αναρχοσυνδικαλισμού). Πίστευε ότι τα συνδικάτα έπρεπε να διοικούνται αυτόνομα από τους ίδιους τους εργάτες, χωρίς καμία εξάρτηση από πολιτικά κόμματα ή κοινοβουλευτικές σκοπιμότητες. Η στάση του αυτή τον έφερε σε άμεση και σφοδρή σύγκρουση με το ΣΕΚΕ (το μετέπειτα ΚΚΕ), το οποίο επεδίωκε τον κομματικό έλεγχο των συνδικάτων. Το 1920 διαγράφηκε οριστικά από το κόμμα ως «αντιπειθαρχικός» και «αναρχικός». Η ακλόνητη αυτή στάση του και η άρνησή του να υποταχθεί σε κομματικές γραμμές αποδείχθηκαν μοιραίες κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Τον Σεπτέμβριο του 1943, ο Κωνσταντίνος Σπέρας δολοφονήθηκε στα βουνά της Μάνδρας Αττικής από μέλη της ΟΠΛΑ. Είχε προηγηθεί πρόσκληση των καπετάνιων του ΕΛΑΣ για να αναλάβει την οργάνωση του εργατικού κινήματος στην περιοχή, η οποία αποδείχθηκε τελικά παγίδα θανάτου λόγω των παλιών ιδεολογικών λογαριασμών.

Όσο για τα μεταλλεία της Σερίφου συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι το 1965, όταν έκλεισαν οριστικά λόγω εξάντλησης των επιφανειακών τους κοιτασμάτων. Οι Γκρόμαν εκδιώχθηκαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως συνεργάτες των Ναζί. Οι κληρονόμοι του Γκρόμαν διέφυγαν στην Νότιο Αφρική του Απαρτχάιντ, όπου βρήκαν πλουσιότερες φλέβες μεταλλεύματος και φθηνότερα εργατικά χέρια να εκμεταλλευτούν, και τα ορυχεία της Σερίφου τα εγκατέλειψαν. Η γαλλική μητρική εταιρεία «Σέριφος-Σπηλιαζέζα» άρχισε να νοικιάζει τα δικαιώματα εξόρυξης σε διάφορους Έλληνες επιχειρηματίες και κοινοπραξίες. Μεταξύ αυτών, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η οικογένεια Αγγελόπουλου, η οποία απέκτησε ισχυρά δικαιώματα και εκτάσεις γης στην περιοχή των μεταλλείων (τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διενέξεων πολλές δεκαετίες αργότερα). Η λειτουργία σταμάτησε οριστικά το καλοκαίρι του 1965 λόγω ενός συνδυασμού οικονομικών παραγόντων. Την περίοδο αυτή υπήρξε κατακόρυφη πτώση στις τιμές του σιδηρομεταλλεύματος παγκοσμίως. Ταυτόχρονα τα επιφανειακά κοιτάσματα της Σερίφου είχαν πλέον εξαντληθεί. Η υπόγεια εξόρυξη σε μεγάλο βάθος απαιτούσε σύγχρονη τεχνολογία και ακριβές επενδύσεις, τις οποίες οι ελληνικές εταιρείες δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κάνουν. Έτσι ο όμιλος που είχε αναλάβει την εκμετάλλευσή τους το 1965 κήρυξε επίσημα πτώχευση και τα μεταλλεία έκλεισαν.

Σήμερα αν κάποιος επισκεφθεί το Μεγάλο Λιβάδι, η ατμόσφαιρα θα τον καθηλώσει. Η επιβλητική, σκουριασμένη σιδερένια γέφυρα (σκάλα φόρτωσης) στέκει ακόμα σαν φάντασμα πάνω από το κύμα. Δίπλα, το ερειπωμένο νεοκλασικό Διοικητήριο των Γκρόμαν, οι σκοτεινές είσοδοι των στοών και τα παλιά βαγονέτα συνθέτουν ένα συγκλονιστικό βιομηχανικό μνημείο. Στην άκρη της παραλίας, το λιτό Ηρώο των Μεταλλωρύχων θυμίζει σε κάθε επισκέπτη ότι οι κατακτήσεις που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, κάποτε κερδήθηκαν με θυσία ζωής.



Η εξέγερση της Σερίφου το 1916 δεν ήταν απλώς μια τοπική απεργία που βάφτηκε στο αίμα· ήταν η στιγμή που η εργατική τάξη στην Ελλάδα συνειδητοποίησε τη δύναμή της. Στις στοές του Μεγάλου Λιβαδιού αποδείχθηκε ότι τα δικαιώματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα -όπως το οκτάωρο, η ασφάλεια στην εργασία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια- δεν παραχωρήθηκαν ποτέ οικειοθελώς από καμία εξουσία. Κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες, στερήσεις και, δυστυχώς, με το αίμα ανθρώπων που αρνήθηκαν να σκύψουν το κεφάλι.

Σήμερα, καθώς ο επισκέπτης αντικρίζει το ηλιοβασίλεμα πίσω από τη σκουριασμένη σκάλα φόρτωσης, η σιωπή του τοπίου μοιάζει να μεταφέρει τις φωνές των μεταλλωρύχων και τον απόηχο εκείνων των δύο εβδομάδων της ελευθερίας. Η ιστορία της Σερίφου παραμένει ένας διαχρονικός φάρος μνήμης. Μας θυμίζει ότι πίσω από την τουριστική βιτρίνα των Κυκλάδων υπάρχει μια άλλη Ελλάδα: η Ελλάδα του μόχθου, της θυσίας και της ακλόνητης πίστης για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο.




Δεν υπάρχουν σχόλια: