16/9/26

Όταν οι τοίχοι θυμούνται.


Υπάρχουν τόποι που δεν είναι απλώς τόποι. Είναι μνήμη συμπυκνωμένη σε πέτρα.

Η Πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύκη (γνωστή σήμερα ως Πλατεία Καρύτση), μικρή και κρυμμένη πίσω από τη Σταδίου, μοιάζει σήμερα να ανήκει σε μια άλλη Αθήνα. Τραπέζια, ποτήρια, φώτα, μουσικές, άνθρωποι που περνούν και άνθρωποι που μένουν. Κι όμως, στο κέντρο της στέκει ακόμη ένα κτήριο που κουβαλά μέσα στους τοίχους του μια παράξενη ιστορία της πόλης.

Ο «Παρνασσός» ιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς, όταν η Αθήνα αναζητούσε ακόμη τη δική της πνευματική μορφή. Εκεί συναντήθηκαν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, εκεί ακούστηκαν ποιήματα, μουσική και επιστημονικός λόγος. Εκεί η γνώση δεν ήταν απλώς συσσώρευση πληροφοριών· ήταν μια πίστη στον άνθρωπο.



Ο «Παρνασσός» αποτελεί τον παλαιότερο και έναν από τους πιο εμβληματικούς πολιτιστικούς θεσμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 1865 με πρωτοβουλία των τεσσάρων παιδιών του διακεκριμένου νομισματολόγου Παύλου Λάμπρου (με πρώτο πρόεδρο τον Μιχαήλ Λάμπρο) και αναγνωρίστηκε επίσημα ως μη κερδοσκοπικό σωματείο το 1875. Ο σύλλογος απέκτησε γρήγορα τεράστιο κύρος, λειτουργώντας ως μια άτυπη Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών χωρισμένη σε εξειδικευμένα τμήματα (Φιλολογικό, Αρχαιολογικό, Νομικό, Καλλιτεχνικό και Φυσιογνωστικό). Το 1872, με πρόταση του ποιητή Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, ίδρυσε τη Νυκτερινή Σχολή για άπορα παιδιά, παρέχοντας δωρεάν βασική εκπαίδευση σε εργαζόμενους νέους. Εξέχοντα μέλη της ελληνικής διανόησης συνδέθηκαν μαζί του, όπως ο εθνικός ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (ο οποίος διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος) και ο ποιητής Κωστής Παλαμάς. Από το 1890, ο σύλλογος στεγάζεται στο ιδιόκτητο, νεοκλασικό μέγαρο επί της Πλατείας Αγίου Γεωργίου Καρύτση 8, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ιφικράτη Κοκκίδη. Το κτήριο περιλαμβάνει μια μεγαλοπρεπή Κεντρική Αίθουσα Εκδηλώσεων με εξαιρετική ακουστική, μια πολύτιμη Βιβλιοθήκη και μια μόνιμη Πινακοθήκη με περισσότερα από 250 έργα σπουδαίων Ελλήνων ζωγράφων.



Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία του κτηρίου γίνεται ακόμη πιο οδυνηρή όταν φτάνει στα χρόνια της Κατοχής.

Το μέγαρο της Πλατείας Καρύτση επιτάχθηκε βίαια από τους Ναζί και μετατράπηκε στο διαβόητο Γερμανικό Ανώτατο Στρατοδικείο (Feldgericht des Befehlshabers Süd Griechenland).

Στις αίθουσες όπου άλλοτε οι Αθηναίοι άκουγαν κλασική μουσική και ποιητικές απαγγελίες, Γερμανοί στρατοδίκες δίκαζαν με συνοπτικές διαδικασίες Έλληνες αγωνιστές της Αντίστασης. Εκεί καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων, τετράκις εις θάνατον ο εμβληματικός ήρωας της Αντίστασης και ιδρυτής της οργάνωσης ΠΕΑΝ, Κωστής Περρίκος. Οι καταδικασθέντες από το στρατοδικείο του «Παρνασσού» οδηγούνταν σχεδόν αμέσως στα καμιόνια του θανάτου με προορισμό το Σκοπευτήριο της Καισαριανής ή τις φυλακές Αβέρωφ. Οι δυνάμεις κατοχής δεν σεβάστηκαν την πολιτιστική κληρονομιά του Συλλόγου. Προχώρησαν σε συστηματική λεηλασία της πολύτιμη πινακοθήκης, κλέβοντας σπουδαία έργα Ελλήνων ζωγράφων τα οποία δεν βρέθηκαν ποτέ. 



Οι ίδιοι χώροι που είχαν φιλοξενήσει την ζωγραφική, την ποίηση και τη μουσική επιτάχθηκαν από τις γερμανικές αρχές και χρησιμοποιήθηκαν ως στρατοδικείο. Η ειρωνεία και συνάμα η τραγικότητα της ιστορίας. Εκεί όπου κάποτε η ανθρώπινη σκέψη προσπαθούσε να διευρύνει τα όρια της ελευθερίας, η εξουσία αποφάσιζε για τη ζωή και τον θάνατο ανθρώπων.

Η αίθουσα δεν άλλαξε.

Οι άνθρωποι άλλαξαν.

Και μαζί τους άλλαξε προσωρινά η σημασία της.

Αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό πράγμα στην ιστορία των τόπων: οι τοίχοι δεν έχουν ηθική. Μπορούν να στεγάσουν μια βιβλιοθήκη ή ένα δικαστήριο, μια συναυλία ή μια καταδίκη. Η πέτρα παραμένει ίδια. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που της δίνει νόημα.

Έτσι, ο «Παρνασσός» έγινε για ένα διάστημα η παράδοξη σκηνή μιας αντιστροφής. Ο πολιτισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με την εξουσία που ήθελε να τον υποτάξει. Η λέξη απέναντι στη διαταγή. Η σκέψη απέναντι στην επιβολή. Η αξιοπρέπεια απέναντι στον φόβο.



Κι έξω, η πόλη συνέχιζε να υπάρχει.

Αυτό κάνει την ιστορία ακόμη πιο ανατριχιαστική. Η Ιστορία δεν συμβαίνει πάντα σε τόπους απομονωμένους από την καθημερινότητα. Συχνά περνά ακριβώς δίπλα από το τραπέζι μας, κάτω από τα φώτα μιας πλατείας, ανάμεσα σε δύο ποτήρια που τσουγκρίζουν.

Σήμερα μπορεί κανείς να σταθεί μπροστά στην είσοδο του κτηρίου και να δει τη μαρμάρινη πλάκα. Μια μικρή επιφάνεια πέτρας απέναντι στον τεράστιο όγκο της λήθης.

Και τότε η πλατεία αλλάζει.

Δεν είναι πια μόνο μια πλατεία της Αθήνας. Είναι ένας τόπος όπου συνυπάρχουν, χωρίς να συμφιλιώνονται, δύο διαφορετικές όψεις του ανθρώπου.

Η μία γράφει ποιήματα, διδάσκει, ζωγραφίζει, τραγουδά, ανοίγει νυχτερινά σχολεία για παιδιά που εργάζονται και προσπαθεί να κάνει τη γνώση κτήμα περισσότερων.

Η άλλη χρησιμοποιεί τους ίδιους τοίχους για να καταδικάσει, να φοβίσει, να σκοτώσει.

Ίσως γι’ αυτό οι πόλεις χρειάζονται μνήμη. Όχι για να κατοικούν στο παρελθόν, αλλά για να μην ξεχνούν πόσο εύκολα μπορεί ο πολιτισμός να μετατραπεί σε σκηνικό της βαρβαρότητας.

Οι άνθρωποι αλλάζουν.

Οι εξουσίες περνούν.

Οι φωνές σβήνουν.

Οι τοίχοι όμως μένουν.

Και όταν η πόλη σωπαίνει για λίγο, ίσως ακούγεται ακόμη μέσα τους εκείνη η παλιά ερώτηση: τι θα στεγάσει άραγε αύριο ο άνθρωπος στους ίδιους τοίχους;




Δεν υπάρχουν σχόλια: