Υπάρχουν ευχές που λέγονται με λόγια και άλλες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Μένουν στον τρόπο που κάποιος μας κοίταξε, στο χέρι που ακούμπησε για λίγο στον ώμο μας, σε μια σιωπή που, χωρίς να το ξέρουμε τότε, μας έλεγε: προχώρα.
Η ευλογία του πατέρα δεν είναι πάντοτε μια φράση. Μπορεί να είναι ένα βλέμμα, μια χειραψία, ένα νεύμα, ακόμη και μια αυστηρότητα που εκείνη τη στιγμή δεν καταλάβαμε. Είναι κάτι που περνά από γενιά σε γενιά χωρίς να γράφεται πουθενά. Μια αόρατη κληρονομιά, περισσότερο βαθιά από τα πράγματα που αφήνονται πίσω.
Ο πατέρας είναι συχνά η πρώτη μεγάλη μορφή απέναντι στην οποία μετράμε το ανάστημά μας. Στην αρχή θέλουμε να φτάσουμε το ύψος του. Ύστερα να ξεπεράσουμε τη σκιά του. Και κάποτε, όταν έχουμε απομακρυνθεί αρκετά, καταλαβαίνουμε πως δεν χρειαζόταν ούτε να τον φτάσουμε ούτε να τον ξεπεράσουμε. Χρειαζόταν απλώς να πάρουμε μαζί μας ό,τι άξιζε από εκείνον.
Η πραγματική ευλογία δεν είναι κατοχή. Δεν λέει «μείνε». Λέει «φύγε». Δεν ζητά υπακοή, αλλά εμπιστοσύνη. Ο πατέρας που ευλογεί τον δρόμο του παιδιού του αποδέχεται, ίσως για πρώτη φορά, πως κάποια στιγμή δεν θα μπορεί να περπατά δίπλα του.
Κι εκεί βρίσκεται η παράξενη μοίρα της πατρικής αγάπης: γεννιέται μέσα στην προστασία, αλλά ολοκληρώνεται μέσα στην αποχώρηση.
Μερικές φορές η ευλογία έρχεται αργά. Τη χρειαζόμαστε όταν είμαστε παιδιά, αλλά την καταλαβαίνουμε όταν έχουμε πια μεγαλώσει. Τότε επιστρέφουν στη μνήμη μικρές στιγμές που δεν τους είχαμε δώσει σημασία. Μια συμβουλή. Ένα «πρόσεχε». Ένα «μη φοβάσαι». Ένα βλέμμα που κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο συνηθίζεται.
Και τότε αντιλαμβανόμαστε πως οι γονείς μας δεν μας έδωσαν μόνο όσα μπορούσαν να μας δώσουν. Μας έδωσαν και όσα δεν ήξεραν ότι μας έδιναν.
Η πατρική ευλογία έχει μέσα της και την ατέλεια. Γιατί κανένας πατέρας δεν είναι αλάνθαστος. Υπάρχουν λάθη, σιωπές, συγκρούσεις, πράγματα που ειπώθηκαν και άλλα που έμειναν για πάντα ανείπωτα. Η ενηλικίωση ίσως αρχίζει όταν παύουμε να περιμένουμε από τον πατέρα να είναι ο τέλειος πατέρας και τον βλέπουμε, επιτέλους, ως άνθρωπο.
Έναν άνθρωπο που κάποτε φοβήθηκε, που κάποτε δεν ήξερε τι να πει, που κάποτε έκανε λάθος και ίσως δεν βρήκε ποτέ τον τρόπο να το παραδεχτεί.
Κι όμως, ακόμη κι έτσι, κάτι μπορεί να έχει μείνει.
Όχι απαραίτητα μια περιουσία, ένα όνομα ή μια κοινωνική θέση. Αλλά ένας τρόπος να στεκόμαστε απέναντι στη ζωή. Να σηκωνόμαστε όταν πέφτουμε. Να μη ζητάμε εύκολους δρόμους. Να γνωρίζουμε πως η αξιοπρέπεια δεν κληρονομείται· κατακτιέται.
Ίσως γι’ αυτό η ευλογία του πατέρα να αποκτά τη μεγαλύτερη σημασία της όταν εκείνος απουσιάζει. Όσο είναι εδώ, μοιάζει με κάτι αυτονόητο. Όταν φύγει, η απουσία του γίνεται ένας παράξενος χώρος όπου αρχίζουμε να ακούμε καλύτερα όσα κάποτε δεν ακούγαμε.
Τότε ο πατέρας δεν είναι πια μόνο ένας άνθρωπος του παρελθόντος. Γίνεται μια εσωτερική φωνή. Όχι απαραίτητα η φωνή που μας υπαγορεύει τι να κάνουμε, αλλά εκείνη που μας θυμίζει πως μπορούμε να σταθούμε μόνοι μας.
Γιατί η πιο μεγάλη πατρική ευλογία δεν είναι να μας προστατεύσει από τις δυσκολίες. Είναι να μας έχει κάνει κάποτε να πιστέψουμε πως μπορούμε να τις περάσουμε. Και ίσως, τελικά, η ευλογία πατρός να μην είναι αυτό που ο πατέρας δίνει στο παιδί. Να είναι αυτό που το παιδί, πολλά χρόνια αργότερα, ανακαλύπτει πως κουβαλούσε μέσα του όλον αυτόν τον καιρό.













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου