Υπάρχουν βάρκες που δεν γεννήθηκαν για λιμάνια. Είναι φτιαγμένες από κομμάτια ανέμων, ξεχασμένων ονείρων και παλιών τραγουδιών. Μια τέτοια είναι η βάρκα η κουρελού· ένα παράξενο σκαρί που πλέει εκεί όπου τελειώνουν οι χάρτες.
Με σουρωτήρι πάτο και πανιά από παλιά πουκάμισα, μοιάζει προορισμένη να βουλιάξει. Κι όμως ταξιδεύει. Γιατί δεν κουβαλά βάρη· κουβαλά αναμνήσεις. Δεν ψαρεύει θησαυρούς από τη θάλασσα, αλλά αναστεναγμούς από τις ψυχές των ανθρώπων και τους αφήνει τη νύχτα στα αστέρια.
Πότε χάνεται στα πελάγη της γης και πότε πλέει στα πελάγη τ’ ουρανού. Τη βλέπει το φεγγάρι και την ακολουθούν οι σιωπές των αιώνων.
Κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει. Ίσως γιατί δεν ταξιδεύει προς έναν τόπο, αλλά προς ένα όνειρο.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που κοιτούν τον ορίζοντα με απορία, η παλιά βάρκα η κουρελού θα συνεχίζει το αιώνιο ταξίδι της.
Μικρή, παράξενη και αβύθιστη.
Και όσο υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος που κοιτάζει τον ορίζοντα και τολμά να λύσει τον κάβο, καμιά κουρελού βάρκα δεν χάνεται στη θάλασσα.
Συνεχίζει να ταξιδεύει.
"Με μια τράτα ολόχρυση
με σουρωτήρι πάτο,
στο σκότος πλέει αβύθιστη
με πλήρωμα φευγάτο.
Αντί πανιά πουκάμισα
και για κουπιά τα χέρια,
ψαρεύει αναστεναγμούς
και τους πουλάει στ' αστέρια.
Ωρέ η βάρκα μας, γκιόσα
ωρέ η κουρελού, γκιόσα.
Βρε πότε 'δω και πότε αλλού
μες τα πελάγη τ' ουρανού.
Ωρέ πότε 'δω και πότε αλλού
η βάρκα μας η κουρελού.
Χιλιάδες μάτια την κοιτάν
καρδιές την προσκυνάνε,
κι όσοι παραλογίζονται
που πάει τη ρωτάνε.
Πηγαίνω μεσοπέλαγα
με τ' άλμπουρα της νίκης,
για να χτενίσω τα λυτά
μαλλιά της Βερενίκης.
Ωρέ η βάρκα μας...
Φεγγάρι παλιοφέγγαρο
φεγγάρι μεταξένιο,
τη νύχτα κάνεις φωτεινή
κι εμένα αλλοπαρμένο.
Οι πρώτοι και καλύτεροι
σε ψάχναν στα ρυάκια,
κι εγώ από τη Λάρισα
σου στέλνω τραγουδάκια.
Ωρέ η βάρκα μας, γκιόσα
ωρέ η κουρελού, γκιόσα.
Ρε πότε 'δω και πότε αλλού
μες τα πελάγη τ' ουρανού.
Ωρέ πότε 'δω και πότε αλλού
η σελήνη μας η κουρελού."
"Η τράτα."
Στίχοι- μουσική": Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου