Στη μέση της νύχτας, όταν η πόλη έχει σωπάσει και τα παράθυρα κλείνουν ένα ένα, κάποιος ανάβει ένα βεγγαλικό. Κι ύστερα ένα δεύτερο. Δεν είναι γιορτή όπως αυτές που γράφονται στα ημερολόγια. Δεν έχει προσκλήσεις, ούτε λόγο για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της.
Είναι μια μικρή εξέγερση απέναντι στη σιωπή.
Μερικοί άνθρωποι μαζεύονται γύρω από ένα τραπέζι για να γιορτάσουν, γελούν λίγο πιο δυνατά απ’ όσο επιτρέπει η ώρα, μοιράζονται ένα ποτήρι, μια ανάμνηση, ένα τραγούδι. Έξω, η νύχτα παραμένει αδιάφορη. Τα σπίτια κοιμούνται, οι δρόμοι αδειάζουν, ο χρόνος προχωρά χωρίς να περιμένει κανέναν.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μοιάζει σαν να σταμάτησε.
Ίσως κάθε γιορτή να είναι τελικά μια άρνηση της φθοράς. Μια σύντομη συμφωνία μεταξύ ανθρώπων πως, παρά όσα χάθηκαν, παρά όσα δεν ήρθαν ποτέ, υπάρχει ακόμη λόγος να ανάψει ένα φως. Όχι επειδή νικήσαμε τη νύχτα, αλλά επειδή μάθαμε να υπάρχουμε μέσα της.
Και όταν ξημερώσει, η γιορτή θα έχει τελειώσει.
Τα βεγγαλικά θα έχουν σβήσει. Θα μείνουν τα άδεια ποτήρια, λίγα ψίχουλα στο τραπέζι, μια καρέκλα τραβηγμένη προς τα πίσω.
Κανείς όμως δεν θα θυμάται ακριβώς τι γιορτάσαμε.
Μόνο ότι, για λίγο, μέσα στη νύχτα, δεν ήμασταν μόνοι. Όσο κράτησε η φευγαλέα λάμψη των βεγγαλικών στον έναστρο ουρανό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου