Στις ώρες τις μικρές...
Υπάρχουν κάποιες ώρες που η νύχτα δεν είναι πια νύχτα και το πρωί δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Ώρες μικρές, αθόρυβες, όπου η πόλη χαμηλώνει τη φωνή της και ο άνθρωπος μένει μόνος με όσα δεν κατάφερε να πει.
Εκεί αρχίζει το τραγούδι.
Και η σκηνή γίνεται κάτι περισσότερο από θέαμα. Γίνεται ένας τόπος εξομολόγησης. Κάτω από τα φώτα, ένας άνθρωπος τραγουδά και απέναντί του χιλιάδες άνθρωποι αναγνωρίζουν κάτι από τη δική τους ζωή. Έναν έρωτα, μια απουσία, μια ανάμνηση, έναν άνθρωπο που έφυγε αλλά δεν έφυγε ποτέ πραγματικά.
Γιατί το τραγούδι έχει αυτή την παράξενη δύναμη: μόλις ακουστεί, παύει να ανήκει σε εκείνον που το τραγουδά. Περνά στους άλλους και γίνεται δικό τους. Ο καθένας το κατοικεί με τη δική του ιστορία.
Κι έτσι η σκηνή, μέσα στις ώρες τις μικρές, μοιάζει με ένα παράξενο δωμάτιο χωρίς τοίχους. Ο τραγουδιστής βρίσκεται μόνος κάτω από τα φώτα, αλλά στην πραγματικότητα συνομιλεί με χιλιάδες μοναξιές.
Ίσως γι’ αυτό η μουσική να μας αγγίζει περισσότερο όταν όλα έχουν σωπάσει. Όταν δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε πως είμαστε καλά. Όταν η νύχτα αφαιρεί από πάνω μας τους ρόλους της ημέρας και αφήνει γυμνό αυτό που πραγματικά αισθανόμαστε.
Κάποτε, βέβαια, η σκηνή αδειάζει. Τα φώτα σβήνουν. Το μικρόφωνο σωπαίνει. Οι άνθρωποι επιστρέφουν στους δρόμους τους.
Μα το τραγούδι συνεχίζει.
Συνεχίζει στο αυτοκίνητο, σε ένα άδειο δωμάτιο, σε μια μνήμη, σε μια φωτογραφία, σε εκείνες τις ώρες λίγο πριν ξημερώσει. Εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά και το παρελθόν να κάθεται για λίγο δίπλα μας.
Γιατί ίσως τελικά αυτό να είναι η σκηνή: ένας τόπος όπου η φωνή ενός ανθρώπου γίνεται η σιωπή όλων των άλλων.
Και το τραγούδι δεν τελειώνει όταν πέσει η αυλαία.
Τελειώνει μόνο όταν πάψει να υπάρχει μέσα μας εκείνος που το τραγούδησε.
"Από παιδί
Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα
Σώμα φυγής
Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα
Μάταια σ' αναζητώ
Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα
Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα
Ώρες μικρές στα σκοτεινά
Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά
Στη ταραγμένη μου ψυχή
Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή
Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ
Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί
Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι
Να καίγεσαι, όπως καίγομαι
Το ξέρω πως
Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι
Λάμπω σαν φως
Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει
Αν με δεις, να θυμηθείς
Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες
Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι
Ώρες μικρές στα σκοτεινά
Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά
Στη ταραγμένη μου ψυχή
Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή
Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ
Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί
Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι
Να καίγεσαι, όπως καίγομαι
Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ
Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί
Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι
Να καίγεσαι, όπως καίγομαι."
🎼Μουσική: Γιώργος Σαμπάνης, Στίχοι: Ελένη Γιαννατσούλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου