Το μαράζι αρχίζει εκεί όπου σταματούν οι λέξεις. Εκεί όπου κάτι ζητά να ειπωθεί και μένει μέσα, όχι αρκετά μεγάλο για να γίνει κραυγή, αλλά αρκετά βαρύ για να γίνει σιωπή. Κι έτσι αρχίζει να τρώει.
Τρώει τις μέρες, τις νύχτες, τις μικρές χαρές. Τρώει ακόμη και τη μνήμη, μέχρι που αυτό που κάποτε αγαπήθηκε γίνεται μόνο βάρος.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος τραγουδά. Όχι επειδή είναι χαρούμενος, αλλά επειδή αρνείται να αφήσει τη λύπη να γίνει βουβή. Το τραγούδι είναι ένας τρόπος να βγει η ψυχή από τον εαυτό της, να πάρει αέρα. Δεν διορθώνει την απουσία, δεν επιστρέφει όσα χάθηκαν, δεν αλλάζει την ιστορία. Της δίνει όμως φωνή.
Και η φωνή αλλάζει τα πράγματα.
Ένας καημός που μένει μέσα μας είναι προσωπικός. Όταν τραγουδηθεί, γίνεται κοινός. Μπορεί κάποιος άλλος να τον αναγνωρίσει, να τον πάρει πάνω του για λίγο, να τον συνεχίσει με τη δική του φωνή. Ίσως γι’ αυτό τα παλιά τραγούδια άντεξαν περισσότερο από εκείνους που τα τραγούδησαν. Κουβαλούν λύπες ανθρώπων που δεν γνωρίσαμε ποτέ και, παρ’ όλα αυτά, κάποτε μοιάζουν να μιλούν ακριβώς για εμάς.
Το τραγούδι, λοιπόν, δεν είναι λήθη. Είναι μνήμη που δεν δέχτηκε να γίνει βάρος. Είναι ο τρόπος του ανθρώπου να πει στον πόνο: σε θυμάμαι, αλλά δεν θα σε αφήσω να με κατοικήσεις ολόκληρο.
Κι έτσι, για να μην σε τρώει το μαράζι, τραγούδα.
Όχι για να σωπάσει η λύπη.
Για να μην αποκτήσει εκείνη την τελευταία λέξη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου