11/7/26
Το Ταμείο των Αμετάκλητων Πραγμάτων.
Στην πόλη, που ίσως υπήρξε και ίσως είναι μόνο μια υποσημείωση σε ένα ξεχασμένο βιβλίο, υπήρχε ένα κατάστημα χωρίς όνομα. Οι κάτοικοί της το αποκαλούσαν απλώς «Το Ταμείο», επειδή εκεί, όπως πίστευαν, δεν αγόραζες αντικείμενα αλλά στιγμές.
Στην είσοδο υπήρχε μια παλιά επιγραφή γραμμένη με μαύρα γράμματα:
«Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.»
Κανείς δεν γνώριζε ποιος την είχε τοποθετήσει. Άλλοι έλεγαν πως ήταν έργο ενός εμπόρου που μετάνιωσε για όλες τις πωλήσεις του. Άλλοι πως ήταν γραμμένη από έναν φιλόσοφο που κατάλαβε πως η αλήθεια δεν ανήκει σε εκείνον που την κατέχει, αλλά σε εκείνον που την πληρώνει.
Πίσω από τον πάγκο καθόταν ένας γέρος ταμίας, ο οποίος δεν είχε ποτέ γεράσει. Κάθε πρωί έβγαζε από ένα συρτάρι την ίδια απόδειξη και την ξανάβαζε στη θέση της.
Η απόδειξη έγραφε:
«Ένα ανθρώπινο λάθος. Αξία: μια ζωή.»
Μια ημέρα μπήκε στο κατάστημα ένας άνδρας που ισχυριζόταν πως είχε κάνει το τέλειο λάθος: ένα λάθος τόσο μεγάλο, ώστε δεν μπορούσε να είναι δικό του.
«Ήρθα να το επιστρέψω», είπε.
Ο ταμίας τον κοίταξε με την αργή ματιά εκείνων που έχουν δει πολλούς αιώνες να περνούν από το ίδιο δωμάτιο.
«Έχετε την απόδειξη;»
Ο άνδρας έψαξε τις τσέπες του. Βρήκε παλιές φωτογραφίες, ένα κλειδί χωρίς πόρτα, ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Μα καμία απόδειξη.
«Τότε δεν μπορώ να αναγνωρίσω το λάθος σας», είπε ο ταμίας.
«Γιατί;»
«Διότι εδώ ισχύει ο αρχαιότερος νόμος του κόσμου: Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.»
Ο άνδρας χαμογέλασε πικρά.
«Μα αυτός ο νόμος είναι άδικος.»
Ο γέρος έγνεψε.
«Φυσικά. Όλοι οι μεγάλοι νόμοι είναι άδικοι. Γι’ αυτό και επιβιώνουν.»
Ο άνδρας κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στην πόρτα. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια, αν και για όσους περνούσαν έξω από το κατάστημα πέρασε μόνο μια στιγμή.
Έμαθε πως οι άνθρωποι δεν υποφέρουν τόσο από τα λάθη τους όσο από την επιθυμία τους να τα επιστρέψουν.
Έμαθε πως η μνήμη είναι ένα ταμείο που δεν κλείνει ποτέ.
Και έμαθε πως ο μεγαλύτερος απατεώνας δεν είναι εκείνος που πουλά ψεύτικα πράγματα, αλλά εκείνος που υπόσχεται στον άνθρωπο ότι μπορεί να ξαναπάρει πίσω τον χρόνο.
Όταν κάποτε σηκώθηκε να φύγει, είδε μια δεύτερη επιγραφή που μέχρι τότε δεν είχε προσέξει:
«Κουράγιο και δύναμη. Το υπόλοιπο της συναλλαγής θα δοθεί στο τέλος.»
Βγήκε στον δρόμο.
Η πόλη δεν υπήρχε πια.
Ή ίσως δεν είχε υπάρξει ποτέ.
Μα η απόδειξη παρέμενε στην τσέπη του.
Και πάνω της, αντί για τιμή, υπήρχε μια τελευταία λέξη:
Μνήμη.
«Δική μου είναι η Ελλάς.»
Το «Ούζο όταν πιεις» (γνωστό και ως «Δική μου είναι η Ελλάς») είναι ένα πασίγνωστο παραδοσιακό ρεμπέτικο τραγούδι που κυκλοφόρησε το 1977 με τη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου στον εμβληματικό δίσκο της «24 Τραγούδια».
Το τραγούδι αποτελεί διασκευή του παλιού σμυρναίικου/ρεμπέτικου τραγουδιού «Πρέζα όταν πιεις». Ερμηνεύτηκε αρχικά από τη Ρόζα Εσκενάζυ το 1934. Το καθεστώς του Μεταξά το απαγόρευσε αμέσως λόγω των στίχων για τα ναρκωτικά («πρέζα»), τη λέξη «δικτάτορας» και τις αναφορές στην «κατάντια της Ελλάς». Η Χάρις Αλεξίου αντικατέστησε τη λέξη «πρέζα» με τη λέξη «ούζο», μετατρέποντάς το σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο διαχρονικές επιτυχίες της. Η μουσική ανήκει στον Σώσο Ιωαννίδη και οι στίχοι στον Αιμίλιο Σαββίδη.
Το τραγούδι είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το ρεμπέτικο μεταφέρει την κοινωνική κριτική μέσα από το χιούμορ, την υπερβολή και την καθημερινή γλώσσα. Η αλλαγή από την «πρέζα» στο «ούζο» δεν άλλαξε μόνο μια λέξη· άλλαξε ολόκληρο το σύμβολο. Η πρέζα παρέπεμπε στην εξαθλίωση, στην απαγόρευση και στον κόσμο του περιθωρίου του Μεσοπολέμου. Το ούζο, αντίθετα, ανήκει στο ελληνικό τραπέζι, στο καφενείο, στην παρέα, στη γιορτή αλλά και στην ψευδαίσθηση της δύναμης που χαρίζει το ποτό.
Ο ήρωας του τραγουδιού, όταν πίνει, δεν γίνεται πραγματικά βασιλιάς ή Θεός· γίνεται ένας μικρός αυτοκράτορας της στιγμής. Το ούζο του δίνει την ψευδαίσθηση ότι «κατακτά τον κόσμο», ενώ πίσω από αυτή την υπερβολή κρύβεται η πικρή αλήθεια ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ξεφύγει από μια δύσκολη πραγματικότητα.
Η φράση «Δική μου είναι η Ελλάς» είναι σχεδόν σαρκαστική. Δεν είναι ύμνος δύναμης αλλά καθρέφτης μιας κοινωνίας πληγωμένης, μιας Ελλάδας που «της λείπει το ένα της ποδάρι»- μια χώρα που κουτσαίνει, που παλεύει με τις απώλειές της, αλλά συνεχίζει να τραγουδά.
Το ρεμπέτικο συχνά έκανε κάτι μοναδικό: έβαζε τον πόνο να χορεύει. Έκανε τον φτωχό να γίνεται βασιλιάς για ένα βράδυ, όχι επειδή άλλαζε η ζωή του, αλλά επειδή για λίγες ώρες ένα ποτήρι στο τραπέζι μπορούσε να του χαρίσει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Σαν να λέει το τραγούδι: «Δεν έχω τον κόσμο, μα όσο κρατάω το ποτήρι μου, ο κόσμος για λίγο γίνεται δικός μου.»
«Από το βράδυ ως το πρωί,
δική μου είναι η ζωή,
κι όλο τον κόσμο κατακτώ,
φίνο ουζάκι σαν ρουφώ.
Όλος ο κόσμος είναι θύμα μου,
σαν έχω ούζο και μεθάω,
κι οι πολισμάνοι όταν θα με δουν,
μελάνι αμολάω.
Ούζο όταν πιεις, γίνεσαι ευθύς,
βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας,
σαν το καλοπιείς, βρε θα ευφρανθείς,
κι όλα πια στον κόσμο, ρόδινα θε να τα δεις.
Δική μου είναι η Ελλάς,
που στη κατάντια της γελάς,
της λείπει το ένα της ποδάρι,
που της το παίξανε στο ζάρι.
Εγώ θα γίνω παντοκράτορας,
κι ο κόσμος στάχτη αν θα γίνει,
ο ένας θα μ’ ανάβει το σεβντά,
κι ο άλλος θα το σβήνει.»
Το ταξίδι μέσα από ένα μπουκάλι κρασιού...
Ένα μπουκάλι κρασί είναι ένας μικρός κλειστός κόσμος. Δεν περιέχει μόνο σταφύλια που ωρίμασαν κάτω από τον ήλιο· περιέχει έναν τόπο, μια εποχή, τα χέρια που τρύγησαν, τη σιωπή του κελαριού όπου περίμενε τον χρόνο.
Όταν ανοίγει ο φελλός, δεν απελευθερώνεται μόνο ένα άρωμα. Ανοίγει μια πόρτα. Ένα άρωμα από βρεγμένο χώμα, από πέτρα ζεσταμένη στον ήλιο, από θάλασσα που πέρασε κάποτε πάνω από τα αμπέλια. Το κρασί γίνεται ένα πλοίο χωρίς πανιά που ταξιδεύει τον νου πίσω σε τόπους που ίσως δεν γνωρίσαμε ποτέ.
Κάθε γουλιά είναι μια διαδρομή. Στην αρχή είναι η γη, ύστερα η μνήμη και στο τέλος κάτι πιο βαθύ: η αίσθηση πως ο χρόνος μπορεί να φυλακιστεί σε ένα γυάλινο δοχείο και να περιμένει υπομονετικά έναν άνθρωπο να τον ξυπνήσει.
Ίσως γι’ αυτό αγαπάμε το κρασί. Γιατί μας θυμίζει πως τίποτα αληθινό δεν χάνεται. Ένα καλοκαίρι, ένα χωριό, ένα πρόσωπο, μια στιγμή δίπλα στη θάλασσα μπορούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους μέσα σε ένα μπουκάλι, μέχρι να βρεθεί κάποιος να το ανοίξει.
Κι έτσι, κάθε φορά που τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας, δεν γιορτάζουμε απλώς το παρόν. Ξυπνάμε το παρελθόν και δίνουμε υπόσχεση στο μέλλον. Γιατί το ταξίδι ενός κρασιού δεν τελειώνει ποτέ στο ποτήρι· συνεχίζεται μέσα στις ιστορίες που θα πούμε, στα γέλια που θα μοιραστούμε και στις αναμνήσεις που, χωρίς να το καταλάβουμε, κλείνουμε από τώρα μέσα στο επόμενο μπουκάλι.

















































