Ο άνθρωπος ίσως άρχισε να γίνεται άνθρωπος τη στιγμή που για αυτόν ένα πράγμα έπαψε να είναι μόνο αυτό που ήταν. Μια πέτρα δεν ήταν πια πέτρα· έγινε σημάδι. Μια φωτιά δεν ήταν μόνο θερμότητα· έγινε προστασία, φόβος, συντροφιά. Ένα σώμα που έλειπε δεν ήταν απλώς ένα σώμα που χάθηκε· έγινε μνήμη. Από εκείνη τη στιγμή ο κόσμος δεν τελείωνε πια στην ύλη του. Είχε αποκτήσει μια δεύτερη, αόρατη επιφάνεια. Τον συμβολισμό.
Ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο γνώρισμα του ανθρώπου: δεν κατοικεί μόνο μέσα στα πράγματα, αλλά και ανάμεσα στις σημασίες τους. Βλέπει ένα δέντρο και βλέπει ρίζες, γενιά, επιστροφή. Βλέπει τη θάλασσα και μέσα στο νερό αναγνωρίζει απόσταση, φυγή, ελευθερία. Αγγίζει ένα παλιό αντικείμενο και αγγίζει κάποιον που δεν βρίσκεται πια εκεί. Η ύλη γίνεται ξαφνικά διαφανής και πίσω της εμφανίζεται κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί.
Γιατί ο άνθρωπος δεν αντέχει να αφήσει την εμπειρία να περάσει χωρίς ίχνος. Ό,τι αγαπά φοβάται πως θα χαθεί· ό,τι χάνει προσπαθεί να το κρατήσει· ό,τι δεν μπορεί να εξηγήσει το περιβάλλει με μια εικόνα. Έτσι γεννιέται το σύμβολο: από την αδυναμία του ανθρώπου να κρατήσει το ίδιο το πράγμα και από την ανάγκη του να κρατήσει τουλάχιστον το νόημά του.
Το σύμβολο είναι, με έναν τρόπο, η μνήμη που απέκτησε σώμα.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος έθαψε τους νεκρούς του κάτω από πέτρες, ζωγράφισε ζώα στους τοίχους των σπηλαίων, ύψωσε σταυρούς, χάραξε ονόματα, ύφανε σημαίες, φόρεσε δαχτυλίδια. Δεν προσπαθούσε απλώς να διακοσμήσει τη ζωή του. Προσπαθούσε να της αντισταθεί. Να μην αφήσει το εφήμερο να είναι μόνο εφήμερο. Να πει στον χρόνο: αυτό συνέβη, αυτό αγαπήθηκε, αυτό χάθηκε, αυτό δεν θέλω να ξεχαστεί.
Κι έτσι ο άνθρωπος άρχισε να ζει μέσα σε έναν κόσμο που ο ίδιος είχε γεμίσει με σημασίες. Το χώμα έγινε πατρίδα, το σπίτι έγινε επιστροφή, το σώμα έγινε επιθυμία, η πέτρα έγινε μνήμη. Κάποτε, μάλιστα, τα σύμβολα έγιναν τόσο ισχυρά ώστε ο άνθρωπος ξέχασε πως τα είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Άρχισε να τα υπηρετεί σαν να ήταν αρχαιότερα από εκείνον, σαν να υπήρχαν πριν από τη σκέψη του.
Εκεί βρίσκεται ίσως και η παράδοξη μοίρα τους. Ο άνθρωπος φτιάχνει σύμβολα για να δώσει νόημα στον κόσμο και ύστερα κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο νόημα που τους έδωσε.
Κι όμως συνεχίζει.
Ίσως γιατί βαθιά μέσα του ξέρει πως, χωρίς αυτά, θα έμενε μόνος απέναντι στα πράγματα: μια πέτρα θα ήταν πέτρα, ένας τάφος χώμα, ένα όνομα ήχος, μια αγκαλιά σώμα.
Και ίσως ο άνθρωπος να είναι ακριβώς αυτή η μικρή απόσταση ανάμεσα σε αυτό που βλέπει και σε αυτό που σημαίνει.
Ο άνθρωπος δεν άντεξε ποτέ τον κόσμο όπως αυτός υπάρχει. Ίσως γι’ αυτό άρχισε να του δίνει ονόματα, να χαράζει σημάδια πάνω στην πέτρα, να σηκώνει μνημεία εκεί όπου είχε υπάρξει ένας άνθρωπος, να κοιτάζει τον ουρανό και να βλέπει θεούς ανάμεσα στα άστρα. Δεν του αρκούσε το πράγμα· χρειαζόταν το ίχνος του μέσα του.
Ένα αντικείμενο γίνεται σύμβολο τη στιγμή που παύει να είναι μόνο αυτό που είναι. Η πέτρα βγαίνει από τη σιωπή της και γίνεται τάφος. Το χώμα γίνεται πατρίδα. Ένα κομμάτι ύφασμα γίνεται σημαία και ξαφνικά εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να πεθάνουν για λίγα χρώματα. Το σώμα γίνεται άγγιγμα, το άγγιγμα γίνεται επιθυμία, η επιθυμία γίνεται μνήμη. Σαν να μην μπορεί ο άνθρωπος να αγγίξει την πραγματικότητα χωρίς να αφήσει πάνω της το αποτύπωμα της απουσίας του.
Ίσως επειδή όλα όσα αγαπά είναι καταδικασμένα να χαθούν. Και το σύμβολο είναι μια μικρή εξέγερση εναντίον αυτής της απώλειας. Κρατάει κάτι που φεύγει, όχι το ίδιο το πράγμα αλλά τη σκιά του. Η φωτογραφία δεν κρατά τον άνθρωπο· κρατά την απουσία του. Το μνημείο δεν νικά τον θάνατο· τον κάνει ορατό. Η λέξη «αγάπη» δεν περιέχει τον έρωτα, όπως το όνομα δεν περιέχει εκείνον που το φέρει. Κι όμως, χωρίς αυτές τις αδύνατες μορφές, πόσα θα είχαν χαθεί χωρίς να προλάβουν να υπάρξουν δεύτερη φορά;
Γι’ αυτό ίσως γεμίσαμε τον κόσμο με σύμβολα. Για να μην είναι η ζωή μόνο γεγονότα που συμβαίνουν και χάνονται. Για να μπορεί η μνήμη να κατοικήσει κάπου, η επιθυμία να πάρει μορφή, ο φόβος να αποκτήσει πρόσωπο, η ελπίδα ένα σημάδι στον ορίζοντα.
Μα υπάρχει μια στιγμή που το σύμβολο ξεχνά αυτό που συμβολίζει. Τότε η σημαία γίνεται πιο σημαντική από τον άνθρωπο, το μνημείο από τη μνήμη, η εικόνα από εκείνο που κάποτε προσπάθησε να εκφράσει. Και ίσως εκεί αρχίζει η μεγάλη παγίδα: όταν ο άνθρωπος, έχοντας φτιάξει τα σύμβολά του για να κατοικήσει μέσα στον κόσμο, αρχίζει να κατοικεί μέσα στα σύμβολα.
Κι όμως, κάθε τόσο, μια πέτρα παραμένει πάνω σε έναν τάφο, ένα όνομα πάνω σε έναν τοίχο, ένα παλιό αντικείμενο σε ένα συρτάρι, ένα φυλακτό κρεμασμένο στο λαιμό. Κανείς δεν θυμάται πια γιατί βρίσκεται εκεί. Κι όμως, κανείς δεν το πετά. Ίσως επειδή κάποτε κάποιος ήξερε.

























