Υπάρχει κάτι σχεδόν ύποπτο στην ανθρώπινη προσπάθεια να προστατευτεί από τον καιρό. Κλείσαμε τα παράθυρα, μονώσαμε τα σπίτια, βάλαμε κλιματιστικά, θερμαντικά σώματα, αδιάβροχα, ομπρέλες, παλτά. Κατασκευάσαμε έναν μικρό τεχνητό κόσμο μέσα στον οποίο η βροχή δεν βρέχει, το κρύο δεν κρυώνει και η ζέστη δεν ιδρώνει.
Κι ύστερα απορούμε γιατί το σώμα μας έχει πάψει να θυμάται.
Ο καιρός είναι ίσως η πιο καθημερινή υπενθύμιση ότι δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο. Υπάρχει κάτι έξω από εμάς που δεν διαπραγματεύεται. Ο άνεμος δεν ενδιαφέρεται για το πρόγραμμά μας, η βροχή δεν περιμένει να φτάσουμε στον προορισμό μας και ο ήλιος δεν χαμηλώνει επειδή κουραστήκαμε. Η φύση δεν έχει κοινωνική ευγένεια.
Και αυτή ακριβώς η απροθυμία της να μας εξυπηρετήσει είναι που την κάνει αληθινή.
Η έκθεση στις καιρικές συνθήκες είναι, πρώτα απ’ όλα, μια έκθεση του σώματος. Το δέρμα γίνεται το σύνορο ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Εκεί καταγράφεται το κρύο, η υγρασία, η ζέστη, η βροχή, ο αέρας. Εκεί αρχίζει η αίσθηση.
Το σώμα γνωρίζει πράγματα που ο νους συχνά ξεχνά.
Γνωρίζει πότε έρχεται ο χειμώνας πριν το ανακοινώσει το ημερολόγιο. Αναγνωρίζει τη βροχή πριν ακόμη πέσει. Αντιλαμβάνεται την αλλαγή της θερμοκρασίας σαν μια μικρή μετατόπιση της πραγματικότητας. Κάποτε μάλιστα μοιάζει να προβλέπει τον καιρό όχι επειδή διαθέτει κάποιο μυστήριο όργανο, αλλά επειδή είναι φτιαγμένο από την ίδια ύλη με τον κόσμο που προσπαθούμε να ελέγξουμε.
Κι εδώ βρίσκεται η παράξενη ειρωνεία.
Όσο περισσότερο προστατευόμαστε από τις καιρικές συνθήκες, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την αίσθησή τους.
Δεν είναι μόνο ο καιρός που έχουμε εξουδετερώσει. Είναι η ίδια η δυνατότητα να μας συμβαίνει κάτι.
Έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε συνθήκες ελεγχόμενης θερμοκρασίας, ελεγχόμενου φωτισμού, ελεγχόμενης πληροφορίας, ελεγχόμενης απόστασης. Θέλουμε τον κόσμο διαθέσιμο, αλλά όχι ενοχλητικό. Τον θέλουμε ενδιαφέρον, αλλά όχι απρόβλεπτο. Θέλουμε τον έρωτα χωρίς την έκθεση, την οικειότητα χωρίς την ευαλωτότητα, την περιπέτεια χωρίς τον κίνδυνο.
Μόνο που η ζωή δεν λειτουργεί έτσι.
Η έκθεση δεν είναι απλώς ένας κίνδυνος. Είναι και προϋπόθεση της εμπειρίας.
Για να αισθανθείς τη βροχή πρέπει κάποτε να βραχείς.
Για να αισθανθείς το κρύο πρέπει να υπάρξει ένα σώμα που δεν είναι απολύτως προστατευμένο.
Για να αισθανθείς τον άνεμο πρέπει να σταθείς κάπου όπου μπορεί να σε αγγίξει.
Και ίσως το ίδιο να ισχύει για όλα τα σημαντικά πράγματα. Δεν υπάρχει έρωτας χωρίς έκθεση. Δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς έκθεση. Δεν υπάρχει σκέψη χωρίς την πιθανότητα να ανατραπεί. Δεν υπάρχει πραγματική ζωή χωρίς την αποδοχή ότι κάτι μπορεί να μας αλλάξει.
Γι’ αυτό η λέξη «έκθεση» έχει μεγαλύτερο βάρος από τη λέξη «καιρός».
Ο καιρός είναι αυτό που συμβαίνει έξω.
Η έκθεση είναι η δική μας απόφαση να μην κλειστούμε εντελώς μέσα.
Μπορεί κανείς να περάσει μια ολόκληρη ζωή κάτω από μια ομπρέλα. Θα παραμείνει στεγνός. Αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθεί αν προστάτεψε πραγματικά τον εαυτό του ή αν απλώς απέφυγε να αισθανθεί.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στην προστασία και στην απομόνωση.
Η πρώτη μας κρατά ζωντανούς.
Η δεύτερη μπορεί να μας κρατήσει ανέγγιχτους.
Και ο άνθρωπος, όσο κι αν το ξεχνά, δεν γεννήθηκε για να παραμένει ανέγγιχτος.
Γεννήθηκε για να εκτίθεται.
Στον ήλιο και στη βροχή. Στο κρύο και στη ζέστη. Στον άνεμο και στη γαλήνη. Στον έρωτα και στην απώλεια. Στην αβεβαιότητα και στην έκπληξη.
Γιατί τελικά ο καιρός δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στον ουρανό.
Είναι αυτό που συμβαίνει μέσα μας όταν παύουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας προστατευμένο από τη ζωή.
Και ίσως η πιο μεγάλη ατυχία δεν είναι να βραχούμε.
Είναι να περάσει η βροχή κι εμείς να μην την έχουμε αισθανθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου