Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή του φαγητού κατά την οποία παύει να είναι απλώς φαγητό. Είναι η στιγμή που βγαίνει από την κουζίνα και εκτίθεται. Πάνω στο τραπέζι, σε μια βιτρίνα, σε έναν μπουφέ, σε μια φωτογραφία, σε μια οθόνη. Εκεί αρχίζει η δεύτερη ζωή του. Δεν προορίζεται πια μόνο για το στόμα. Προορίζεται για το βλέμμα.
Και το βλέμμα είναι απαιτητικός πελάτης.
Το φαγητό, όταν εκτίθεται, αλλάζει συμπεριφορά. Το ψωμί στοιχίζεται, τα φρούτα γυαλίζουν, τα γλυκά αποκτούν αρχιτεκτονική, η σάλτσα παύει να είναι απλώς σάλτσα και γίνεται «πινελιά». Ακόμη και η ατέλεια διορθώνεται. Ένα πιάτο πρέπει να φαίνεται πριν δοκιμαστεί.
Έτσι, η γεύση αποκτά ανταγωνιστή: την εικόνα της γεύσης.
Δεν τρώγεται πλέον μόνο αυτό που υπάρχει στο πιάτο. Τρώγεται και αυτό που υποσχέθηκε η εικόνα του. Η φωτογραφία προηγείται της μπουκιάς, όπως κάποτε η μυρωδιά προηγούνταν του φαγητού. Μόνο που η μυρωδιά ήταν μια πρόσκληση. Η εικόνα είναι συχνά μια απαίτηση.
Κι ύστερα εμφανίζεται η υπερβολή.
Πιάτα που δεν φτιάχτηκαν για να χορτάσουν αλλά για να φωτογραφηθούν. Τραπέζια που δεν στρώθηκαν για να καθίσουν άνθρωποι αλλά για να αποδείξουν ότι κάποιος μπορεί να τα στρώσει. Φαγητό που αποκτά κοινωνική αξία ανάλογα με το πόσο εντυπωσιακά μπορεί να εκτεθεί.
Η τροφή γίνεται σκηνικό.
Κι εδώ βρίσκεται η παράξενη αντίφαση: όσο περισσότερο εκθέτουμε το φαγητό, τόσο κινδυνεύουμε να απομακρυνόμαστε από την ουσία του. Γιατί η τροφή είναι από τα ελάχιστα πράγματα που δεν ολοκληρώνονται όταν τα κοιτάζεις. Ζητούν να τα αγγίξεις, να τα μυρίσεις, να τα μασήσεις, να τα καταπιείς. Το φαγητό δεν είναι πίνακας. Είναι εμπειρία που εξαφανίζεται για να υπάρξει.
Κάθε μπουκιά είναι μια μικρή καταστροφή του αντικειμένου.
Και ίσως γι’ αυτό το φαγητό δεν αντέχει για πολύ την έκθεση. Η πραγματική του φύση είναι να περνά από το έξω προς το μέσα. Να χάνει τη μορφή του για να γίνει μέρος εκείνου που το έφαγε.
Όταν λοιπόν το φαγητό εκτίθεται υπερβολικά, συμβαίνει κάτι παράδοξο: από τροφή γίνεται παράσταση.
Και όπως κάθε παράσταση, κάποτε ενδιαφέρεται περισσότερο για το χειροκρότημα παρά για τον θεατή.
Ίσως, τελικά, το πιο αληθινό φαγητό να είναι εκείνο που δεν προλαβαίνει να φωτογραφηθεί. Εκείνο που τρώγεται πριν αξιολογηθεί, που λερώνει το πιάτο πριν γίνει αισθητική πρόταση, που αφήνει πίσω του ψίχουλα αντί για likes.
Γιατί όταν το φαγητό εκτίθεται τόσο πολύ, στο τέλος δεν ξέρεις αν σε καλούν να φας ή να χειροκροτήσεις.
Το πιάτο λάμπει, η φωτογραφία αψεγάδιαστη, το τραπέζι υπερήφανο -κι από κάτω, η πείνα περιμένει υπομονετικά τη σειρά της.
Κάποτε τρώγαμε για να ζήσουμε. Ύστερα τρώγαμε για να ευχαριστηθούμε. Τώρα, συχνά, τρώμε για να αποδείξουμε ότι φάγαμε.
Και κάπως έτσι, μέσα στην εποχή της αφθονίας, καταφέραμε το ακατόρθωτο:
να έχουμε γεμάτα τραπέζια και άδειες κοιλιές·
γεμάτες εικόνες και άδειες στιγμές·
γεμάτα πιάτα και όλο και λιγότερη πείνα.
Γιατί η μεγαλύτερη απάτη δεν είναι να σου σερβίρουν λίγο φαγητό.
Είναι να σου σερβίρουν την εικόνα του
και να σε πείσουν πως χόρτασες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου