27/10/26

Με τον καιρό να 'ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς...




"Για ιδέστε όλοι

τον ακροβάτη

που τραμπαλίζεται

για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη

πως δε ζαλίζεται

Για ιδέστε τον ακροβάτη

που κι όταν πέφτει γελά

και ποτέ δεν κλαίει

ποτέ δεν κλαίει

Για ιδέστε που 'χει το ερημοπούλι

αίμα στο φτερό

πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι

κόντρα στον καιρό

Με τον καιρό να 'ναι κόντρα

έχει τιμή σαν πετάς

να μένεις μόνος

να μένεις μόνος

Για ιδέστε όλοι

δέστε και μένα

άλλο δε ζητώ

που 'χω στους ώμους

φτερά σπασμένα

και ακροβατώ

Γύρισε κάτω η μέρα

κι ακόμη εσύ να φανείς

μην κλαις πουλί μου

μην κλαις πουλί μου

Γύρισε κάτω η μέρα

κι ακόμη εσύ να φανείς

μην κλαις πουλί μου

μην κλαις πουλί μου..."




🎼 «Ο ακροβάτης» σε στίχους και μουσική του Δημήτρη Αποστολάκη, εδώ με την φωνή του Γιάννη  Χαρούλη.

Η ελπίδα πίσω από τα σύννεφα...


Το φεγγάρι δεν χάνεται όταν το σκεπάζουν τα σύννεφα. Συνεχίζει να υπάρχει, ακόμη κι όταν το σκοτάδι μάς πείθει πως όλα τα φώτα έχουν σβήσει.

Έτσι είναι και η ελπίδα. Δεν υπόσχεται πως ο ουρανός θα μείνει καθαρός ούτε πως οι καταιγίδες θα προσπεράσουν τη ζωή μας. Μας ψιθυρίζει μονάχα να κοιτάξουμε λίγο ψηλότερα, εκεί όπου το φως επιμένει, ακόμη κι όταν δεν το βλέπουμε.

Κι ίσως αυτό να είναι το πιο γενναίο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε στους δύσκολους καιρούς: να μη ζητάμε από τα σύννεφα να φύγουν για να πιστέψουμε στο φεγγάρι.

Γιατί η ελπίδα δεν είναι να βλέπεις πάντα το φως. Είναι να ξέρεις πως υπάρχει, ακόμη κι όταν ο ουρανός έχει κλείσει.


Ποιος βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά;


Η κοινωνία έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μοιράζει τους ρόλους με τρόπο που να μη διαταράσσεται ποτέ η τάξη των πραγμάτων. Άλλοι ανάβουν τη φωτιά, άλλοι απολαμβάνουν τα κάστανα κι άλλοι καλούνται να τα βγάλουν, καίγοντας τα χέρια τους.

Έτσι λειτουργεί και η εξουσία. Εκείνοι που παίρνουν τις αποφάσεις σπάνια αναλαμβάνουν το κόστος τους. Υπάρχουν πάντα πρόθυμοι ή αναγκασμένοι να επωμιστούν τις συνέπειες: εργαζόμενοι, μικροί και αδύναμοι, άνθρωποι που δεν συμμετείχαν στη μοιρασιά των κερδών, αλλά βρίσκονται πάντοτε στην πρώτη γραμμή των ζημιών.

Το κόλπο είναι παλιό. Όπως στον μύθο του Λαφοντέν, ο πίθηκος χρησιμοποιεί το πόδι της γάτας για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Ο πρώτος χορταίνει, η δεύτερη καίγεται και η αδικία παρουσιάζεται περίπου ως φυσικός νόμος. Μόνο που στην κοινωνία οι πίθηκοι δεν είναι πάντοτε πίθηκοι, οι γάτες δεν είναι πάντοτε γάτες και η φωτιά δεν ανάβει μόνη της. Κάποιος την ανάβει, κάποιος την τροφοδοτεί και κάποιος φροντίζει να μη σβήσει.

Το πραγματικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ποιος θα βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, αλλά γιατί οι ίδιοι άνθρωποι βρίσκονται διαρκώς μπροστά στην πυρά, ενώ οι ίδιοι άλλοι απολαμβάνουν τους καρπούς της.

Και ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε εξουσίας να μην είναι ότι εκμεταλλεύεται τους αδύναμους, αλλά ότι τους πείθει πως είναι υποχρέωσή τους να καίγονται για λογαριασμό των ισχυρών.

Γιατί, όσο υπάρχουν άνθρωποι που καίνε τα χέρια τους για να τρώνε άλλοι, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα κάστανα. Βρίσκεται σε εκείνους που κρατούν τη φωτιά και σε μια κοινωνία που έμαθε να θεωρεί φυσιολογικό το κάψιμο των πολλών για τον κορεσμό των λίγων.


Μαθαίνοντας στα παιδιά μας την Τέχνη της Ελευθερίας.

 


Σε έναν κόσμο που συχνά κατακλύζει τους νέους με έτοιμες απαντήσεις, δογματικούς κανόνες και ψηφιακό θόρυβο, το ερώτημα παραμένει διαχρονικό: Πώς προετοιμάζουμε τη νέα γενιά για τις προκλήσεις της ζωής χωρίς να την περιορίσουμε; Η απάντηση του Ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ, μέσα από το εμβληματικό του βιβλίο «Μιλώντας στον γιο μου για την ηθική και την ελευθερία», παραμένει μια φωτεινή πυξίδα.

✒️ Η Ηθική ως Προσωπική Επιλογή, όχι ως Καταναγκασμός.

Αντίθετα με τα παραδοσιακά εγχειρίδια ηθικής που βασίζονται σε μια στείρα λίστα από «πρέπει» και «μη», ο Σαβατέρ επιλέγει τον δρόμο του ισότιμου διαλόγου. Απευθυνόμενος στον γιο του, Αμαδόρ, ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι η ηθική δεν είναι μια σειρά από απαγορεύσεις που επιβάλλονται από την οικογένεια, τη θρησκεία ή το κράτος. Αντίθετα, είναι η ίδια η «τέχνη του να ζεις καλά».

Για τον συγγραφέα, η ηθική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελευθερία. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τις πράξεις μας, αλλά δεν είμαστε ελεύθεροι να αποφύγουμε τις συνέπειές τους. Αυτή η διαπίστωση μετατοπίζει το βάρος από την τυφλή υπακοή στην προσωπική υπευθυνότητα.

✒️  Το Ρίσκο και η Ομορφιά της Αυτονομίας.

Το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο στην κριτική σκέψη. Ο Σαβατέρ παροτρύνει τους νέους να αμφισβητούν τις συνήθειες, τις διαταγές και τις μόδες της εποχής, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα πίσω από κάθε τους απόφαση. Σημειώνει χαρακτηριστικά:

«Ανάμεσα σε όλες τις γνώσεις, υπάρχει τουλάχιστον μία απαραίτητη: η γνώση ότι ορισμένα πράγματα μας πάνε καλά και άλλα όχι... Αυτό που μας πάει καλά, το ονομάζουμε καλό, επειδή μας κάνει να νιώθουμε όμορφα· το αντίθετο το λέμε κακό».

Η πραγματική πρόκληση που θέτει το δοκίμιο δεν είναι να γίνουν οι νέοι «τέλειοι», αλλά να μάθουν να σκέφτονται αυτόνομα, να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να σέβονται την ανθρωπιά των άλλων, καθώς η δική μας ελευθερία ολοκληρώνεται μόνο μέσα από την επικοινωνία και τον σεβασμό προς τον πλησίον.

✒️  Ένα Διαχρονικό Μάθημα Ζωής.

Τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη του κυκλοφορία, το έργο του Σαβατέρ μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Σε μια εποχή που η προσοχή των εφήβων διασπάται εύκολα και οι κοινωνικές πιέσεις είναι έντονες, το βιβλίο προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία για εσωτερική αναζήτηση.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα βιβλίο φιλοσοφίας, αλλά για ένα τρυφερό, πατρικό μανιφέστο που θυμίζει σε κάθε αναγνώστη -ανεξαρτήτως ηλικίας- ότι η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να τολμήσουμε να ζήσουμε μια ζωή με νόημα, επιλέγοντας συνειδητά το δικό μας μονοπάτι.

Σε μια κοινωνία που εκπαιδεύει τους νέους να καταναλώνουν επιθυμίες, να κυνηγούν πρότυπα και να διεκδικούν την αποδοχή των άλλων, η φιλοσοφία γίνεται πράξη αντίστασης.

Γιατί το δύσκολο δεν είναι να μάθεις στους νέους πώς να ζουν, αλλά να τους βοηθήσεις να αναρωτηθούν ποιος αποφασίζει για τη ζωή τους. Η ελευθερία δεν χαρίζεται ούτε διδάσκεται με έτοιμες απαντήσεις. Κατακτιέται όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι χωρίς να ζητάς άδεια.

Ίσως η μεγαλύτερη επανάσταση να αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος αρνείται να ζήσει τη ζωή που άλλοι έχουν αποφασίσει γι’ αυτόν.


Ποιοι είναι οι ήρωες του σήμερα;


Οι ήρωες του σήμερα δεν φορούν στολές ούτε κρατούν σπαθιά. Δεν ανεβαίνουν απαραίτητα σε βάθρα, δεν αποκτούν αγάλματα και συχνά δεν θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους.

Είναι εκείνοι που συνεχίζουν να νοιάζονται σε έναν κόσμο που τους εκπαιδεύει να αδιαφορούν. Που απλώνουν το χέρι χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα. Που υπερασπίζονται τον αδύναμο όταν η σιωπή είναι πιο βολική από την αλήθεια. Που αντιστέκονται στην αδικία, ακόμη κι όταν γνωρίζουν πως μπορεί να πληρώσουν το τίμημα.

Είναι ο γιατρός που βλέπει πίσω από την ασθένεια τον άνθρωπο. Ο δάσκαλος που δεν εγκαταλείπει κανένα παιδί. Ο εργαζόμενος που δεν ξεπουλά την αξιοπρέπειά του. Ο γονιός που παλεύει αθόρυβα για να προσφέρει στα παιδιά του κάτι περισσότερο από επιβίωση. Ο άνθρωπος που σταματά στον δρόμο για να βοηθήσει έναν άγνωστο. Εκείνος που προστατεύει ένα πληγωμένο ζώο, που φυτεύει ένα δέντρο, που υπερασπίζεται ένα δάσος γνωρίζοντας πως ίσως να μην προλάβει να καθίσει ποτέ στη σκιά του.

Μα ήρωας είναι κι εκείνος που δεν επιτρέπει στον θυμό να γίνει μίσος, στην απογοήτευση να γίνει παραίτηση, στην ήττα να γίνει συνήθεια. Εκείνος που διατηρεί την ευαισθησία του χωρίς να ντρέπεται γι' αυτήν. Γιατί χρειάζεται δύναμη για να σκληρύνεις, αλλά ίσως χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη για να παραμείνεις άνθρωπος.

Ζούμε σε μια εποχή που κατασκευάζει διασημότητες και ανακηρύσσει πρότυπα με βάση την προβολή, τον πλούτο και την επιρροή. Μπερδεύει τη δύναμη με την εξουσία, την επιτυχία με την αξία, τη δημοσιότητα με τη σπουδαιότητα. Κι έτσι, οι πραγματικοί ήρωες συχνά περνούν απαρατήρητοι, ενώ οι πρωταγωνιστές της βιτρίνας απολαμβάνουν το χειροκρότημα.

Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι είναι οι ήρωες του σήμερα, αλλά και ποια κοινωνία έχουμε δημιουργήσει, ώστε να δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να τους αναγνωρίσουμε.

Οι ήρωες δεν είναι εκείνοι που βρίσκονται πάνω από τους άλλους. Είναι εκείνοι που, όταν οι υπόλοιποι κοιτούν αλλού, επιλέγουν να σταθούν δίπλα τους.

Και ίσως η μεγαλύτερη ηρωική πράξη της εποχής μας να είναι αυτή: να μη συνηθίσουμε την αδικία, να μη θεωρήσουμε τη βαρβαρότητα φυσιολογική και να μην επιτρέψουμε στον κόσμο να μας πείσει πως το να είσαι άνθρωπος είναι αδυναμία.


Ακλόνητη περηφάνια.


Υπάρχει μια περηφάνια που δεν τη λυγίζουν οι άνεμοι, δεν την τρομάζουν οι καταιγίδες και δεν την εξαγοράζουν οι υποσχέσεις. Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα, γιατί οι ρίζες της φτάνουν βαθιά, εκεί όπου γεννιούνται οι αξίες, οι ιδέες και η συνείδηση.

Είναι η περηφάνια εκείνων που μπορεί να χάσουν πολλά, αλλά αρνούνται να χάσουν τον εαυτό τους. Που μπορούν να σταθούν απέναντι στην εξουσία, στην αδικία, στην περιφρόνηση, χωρίς να ανταλλάξουν την αξιοπρέπειά τους με την ασφάλεια της σιωπής. Δεν είναι πείσμα ούτε εγωισμός. Είναι η βαθιά επίγνωση πως υπάρχουν πράγματα που, αν τα παραδώσεις μία φορά, δύσκολα τα ξανακερδίζεις.

Η ακλόνητη περηφάνια δεν είναι πέτρα που δεν ραγίζει. Είναι δέντρο που λυγίζει στον άνεμο, αφήνει τα φύλλα του να πέσουν, αντέχει τον χειμώνα και περιμένει την άνοιξη χωρίς να απαρνιέται τις ρίζες του.

Κι όταν όλα γύρω αλλάζουν, όταν οι πολλοί υποχωρούν και οι βολικές αλήθειες γίνονται κανόνας, εκείνη παραμένει. Όχι επειδή δεν φοβάται, αλλά επειδή δεν επιτρέπει στον φόβο να αποφασίζει για λογαριασμό της.

Γιατί η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να γονατίσεις τον αντίπαλό σου. Είναι να μην καταφέρουν οι συνθήκες να σε κάνουν κάτι που κάποτε θα ντρεπόσουν να αντικρίσεις στον καθρέφτη.

Η ακλόνητη περηφάνια είναι να παραμένεις όρθιος όχι επειδή δεν σε χτύπησε η ζωή, αλλά επειδή δεν της επέτρεψες να αποφασίσει ποιος θα γίνεις. Να κρατάς το βλέμμα καθαρό, την ψυχή αδιαπραγμάτευτη και το βήμα σταθερό. Κι ας λυσσομανά ο άνεμος. Δεν γεννήθηκαν όλοι για να ακολουθούν την κατεύθυνσή του. Κάποιοι γεννήθηκαν για να θυμίζουν πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που δεν υποστέλλουν τη σημαία τους.




Το κάστρο.



Το κάστρο στέκει εκεί, πάνω στον βράχο, αγέρωχο και σιωπηλό, σαν να μην πέρασε ποτέ ο χρόνος από πάνω του. Οι πέτρες του κρατούν ακόμη τη ζεστασιά των χεριών που τις λάξευσαν, τον απόηχο των βημάτων που χάθηκαν στις πολεμίστρες, τις αγωνίες εκείνων που κάποτε κοιτούσαν από ψηλά τον ορίζοντα, περιμένοντας φίλους ή εχθρούς.

Σήμερα, τα τείχη του δεν χρειάζεται πια να προστατεύσουν κανέναν. Τα πουλιά φωλιάζουν στις σχισμές τους, ο άνεμος περνά ελεύθερα από τις πολεμίστρες και η φύση διεκδικεί αργά όσα της στέρησε ο άνθρωπος. Οι άλλοτε απόρθητες πύλες μένουν ανοιχτές, όχι για στρατούς, αλλά για ταξιδιώτες που αναζητούν στα ερείπια κάτι από τον εαυτό τους.

Ίσως αυτό να είναι το παράδοξο με τα κάστρα. Χτίστηκαν για να κρατούν τους άλλους έξω, κι όμως, αιώνες αργότερα, μας προσκαλούν να μπούμε μέσα. Να αγγίξουμε την ιστορία, να αφουγκραστούμε τη σιωπή και να αναρωτηθούμε πόσα τείχη εξακολουθούμε να υψώνουμε γύρω μας, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πια κανένας εχθρός.

Γιατί τα πιο ανθεκτικά κάστρα δεν είναι εκείνα που άντεξαν στις πολιορκίες, αλλά εκείνα που κάποτε θα βρούμε το θάρρος να γκρεμίσουμε μέσα μας.


Παιχνίδια τύχης.



Το τάβλι είναι ένα μικρό θέατρο της ζωής. Ένα ξύλινο κουτί, τριάντα πούλια, δυο ζάρια και δυο άνθρωποι που κάθονται αντικριστά, ο καθένας με τη δική του στρατηγική, τις δικές του βεβαιότητες και τις κρυφές του ελπίδες.

Τα ζάρια κυλούν πάνω στο ξύλο σαν μικρές αποφάσεις που δεν πήραμε ποτέ. Άλλοτε φέρνουν εξάρες κι άλλοτε άσσους, λες και κάποιος εκεί ψηλά έχει προσωπικά μαζί μας. Κι εμείς, ανάμεσα σε μια ζαριά και μια κίνηση, προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας πως ελέγχουμε το παιχνίδι.

Στο τάβλι, όπως και στη ζωή, η τύχη μπορεί να σου χαρίσει το καλύτερο ξεκίνημα, αλλά δεν μπορεί να παίξει για λογαριασμό σου. Χρειάζεται να ξέρεις πότε θα επιτεθείς, πότε θα προστατευτείς, πότε θα ρισκάρεις και πότε θα αφήσεις τον αντίπαλο να πιστέψει πως έχει το πάνω χέρι. Κι αν κάποτε χάσεις, μπορείς πάντα να κατηγορήσεις τα ζάρια. Είναι ο πιο βολικός τρόπος να αποφύγεις την αυτοκριτική.

Το παράξενο είναι πως, ενώ όλοι γνωρίζουν ότι τα ζάρια δεν έχουν μνήμη, κάθε παίκτης κουβαλάει μέσα του τις προηγούμενες ζαριές. Θυμάται την εξάρα που δεν ήρθε, την πόρτα που δεν έκλεισε, το πούλι που έμεινε εκτεθειμένο. Κάπως έτσι λειτουργεί και η ζωή: περιμένουμε να μας επιστραφούν οι καλές στιγμές που χάσαμε, λες και η τύχη διατηρεί λογαριασμό.

Κι όμως, το τάβλι δεν είναι μόνο παιχνίδι τύχης. Είναι η χαρά της παρέας, ο καφές που κρυώνει, τα πειράγματα, οι μικρές απάτες που συγχωρούνται και οι μεγάλες ήττες που ξεχνιούνται με μια νέα παρτίδα.

Γιατί στο τέλος δεν έχει τόση σημασία ποιος μάζεψε πρώτος τα πούλια του. Σημασία έχει ποιος έμεινε απέναντί σου, πρόθυμος να ξαναρίξει τα ζάρια. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη στη ζωή: να μη χρειάζεται πάντα να κερδίζεις, για να θέλεις να συνεχίσεις να παίζεις.


Η δύναμη του ουράνιου τόξου.


Το ουράνιο τόξο δεν εμφανίζεται για να διώξει τη βροχή. Εμφανίζεται για να μας θυμίσει πως ακόμη κι όταν η βροχή επιμένει, το φως βρίσκει τον τρόπο να περάσει.

Γεννιέται από μια συνάντηση που μοιάζει απλή, αλλά κρύβει κάτι μαγικό. Το φως συναντά τις σταγόνες του νερού, διαθλάται, αναλύεται στα χρώματά του και ξαφνικά ο ουρανός γεμίζει με μια γέφυρα που δεν μπορείς να αγγίξεις, μόνο να θαυμάσεις.

Ίσως εκεί να βρίσκεται και η δύναμή του. Στην ικανότητά του να ενώνει όσα μοιάζουν διαφορετικά. Το κόκκινο με το μοβ, τη βροχή με τον ήλιο, τη θλίψη με την ελπίδα. Κάθε χρώμα διατηρεί τη δική του ταυτότητα, κι όμως κανένα δεν περισσεύει. Η ομορφιά γεννιέται από τη συνύπαρξη, όχι από την ομοιομορφία.

Κάπως έτσι θα μπορούσαν να είναι και οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ένας κόσμος χωρίς την απαίτηση να μοιάζουμε όλοι μεταξύ μας. Χωρίς σύνορα που υψώνονται από τον φόβο, χωρίς προκαταλήψεις που σκοτεινιάζουν τις διαφορές μας. Ένας κόσμος όπου το διαφορετικό δεν θα αποτελεί απειλή, αλλά μια ακόμη απόχρωση της κοινής μας ζωής.

Το ουράνιο τόξο δεν υπόσχεται πως δεν θα ξαναβρέξει. Δεν μας εξαπατά με την ιδέα μιας αιώνιας λιακάδας. Μας δείχνει απλώς πως το φως και η βροχή μπορούν να συνυπάρχουν, πως η ομορφιά δεν απαιτεί την απουσία των δυσκολιών, αλλά τη δυνατότητα να τις διασχίζουμε χωρίς να χάνουμε την ανθρωπιά μας.

Κι όταν τελικά χαθεί πίσω από τα σύννεφα, δεν αφήνει τίποτε στα χέρια μας. Μόνο μια εικόνα στη μνήμη και μια σκέψη που αξίζει να κρατήσουμε: Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να έχεις όλα τα χρώματα δικά σου, αλλά στο να μπορείς να συνυπάρχεις με όλα τα χρώματα του κόσμου.


Ομπρέλα προστασίας.



Υπάρχουν ομπρέλες που μας προστατεύουν από τη βροχή κι άλλες που μας προφυλάσσουν από τις καταιγίδες της ζωής. Άλλες χωρούν σε μια τσάντα κι άλλες απλώνονται πάνω από ολόκληρες κοινωνίες, για να σκεπάσουν αδυναμίες, φόβους και συμφέροντα.

Κάποτε η ομπρέλα είναι ένα χέρι που απλώνεται πάνω από το κεφάλι σου, χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα. Ένας άνθρωπος που μένει δίπλα σου όταν όλοι οι άλλοι τρέχουν να σωθούν. Μια αγκαλιά που δεν σταματά τη βροχή, αλλά σε κάνει να μη φοβάσαι το βρέξιμο.

Υπάρχουν, όμως, και οι άλλες ομπρέλες. Εκείνες που ανοίγουν πάνω από τους ισχυρούς, για να μη φτάσει ποτέ επάνω τους η βροχή της ευθύνης. Ομπρέλες πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, φτιαγμένες για να προστατεύουν όχι τον αδύναμο, αλλά εκείνον που έχει ήδη αρκετή δύναμη ώστε να μη χρειάζεται προστασία. Κάτω από το ίδιο σκέπαστρο, κάποιοι μένουν στεγνοί και κάποιοι συνεχίζουν να πνίγονται.

Ίσως, τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν έχουμε μια ομπρέλα, αλλά ποιος την κρατά, πάνω από ποιον την ανοίγει και ποιον αφήνει εκτεθειμένο στη βροχή.

Γιατί ο κόσμος δεν χρειάζεται περισσότερες ομπρέλες για τους προνομιούχους. Χρειάζεται ανθρώπους που να μπορούν να μοιράζονται το στέγαστρό τους. Κι αν κάποτε η ομπρέλα γυρίσει από τον δυνατό προς τον αδύναμο, από το ατομικό συμφέρον προς τη συλλογική αξιοπρέπεια, τότε ίσως ανακαλύψουμε πως η πραγματική προστασία δεν είναι προνόμιο.

Είναι δικαίωμα.


Τι μας διδάσκουν τα πουλιά για τους άσχημους καιρούς...


Τα πουλιά δεν περιμένουν να φτιάξει ο καιρός για να συνεχίσουν να πετούν. Δεν διαπραγματεύονται με τον άνεμο, δεν παραπονιούνται για τα σύννεφα, δεν ζητούν από τον ουρανό να γίνει πιο ευγενικός. Μαζεύουν τα φτερά τους, αναζητούν καταφύγιο όταν χρειάζεται και περιμένουν. Κι όταν έρθει η στιγμή, ανοίγουν ξανά τα φτερά τους.

Ίσως αυτό να είναι το πρώτο μάθημα που μας δίνουν: οι άσχημοι καιροί δεν είναι το τέλος του ταξιδιού, αλλά ένα κομμάτι του.

Κοιτάζοντας τα πουλιά, μαθαίνουμε πως η δύναμη δεν βρίσκεται πάντοτε στην αντίσταση. Μερικές φορές βρίσκεται στην προσαρμογή, στην υπομονή, στην ικανότητα να ξεχωρίζεις πότε πρέπει να πετάξεις και πότε να προστατεύσεις τις δυνάμεις σου. Ακόμη και το πιο δυνατό φτερό μπορεί να λυγίσει μπροστά στην καταιγίδα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως ξέχασε να πετά.

Μας διδάσκουν και κάτι ακόμη. Κανένα πουλί δεν ελέγχει τον ουρανό, αλλά αυτό δεν το εμποδίζει να αναζητά τον δρόμο του. Κι εμείς, μέσα στους δικούς μας δύσκολους καιρούς, συχνά εξαντλούμαστε προσπαθώντας να αλλάξουμε όσα δεν εξαρτώνται από εμάς. Ξεχνάμε πως μπορούμε να αλλάξουμε τη στάση μας, να κρατήσουμε ζωντανή την αξιοπρέπειά μας, να μη γίνουμε ίδιοι με όσα μας πληγώνουν.

Γιατί οι άσχημοι καιροί δεν είναι μόνο οι καταιγίδες της φύσης. Είναι οι καιροί που οι άνθρωποι συνηθίζουν την αδικία, που η αδιαφορία βαφτίζεται λογική, που η σκληρότητα παρουσιάζεται ως δύναμη και η ευαισθησία ως αδυναμία. Είναι οι μέρες που ο κόσμος μοιάζει να ξεχνά πως κανένα φτερό δεν γεννήθηκε για να ζει μονίμως κλειστό.

Κι όμως, τα πουλιά εξακολουθούν να τραγουδούν. Όχι επειδή αγνοούν την καταιγίδα, αλλά επειδή το τραγούδι τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον καιρό. Είναι ο δικός τους τρόπος να δηλώνουν πως η ζωή συνεχίζεται.

Ίσως, λοιπόν, να μη χρειάζεται να περιμένουμε να αλλάξει ο κόσμος για να ξαναβρούμε τη φωνή μας. Ίσως χρειάζεται να κρατήσουμε μέσα μας λίγο από το πείσμα των πουλιών: να μη χάσουμε την κατεύθυνσή μας, να μη φυλακίσουμε την ελευθερία μας και να μη θεωρήσουμε φυσιολογικό τον ουρανό χωρίς ορίζοντα.

Γιατί το πραγματικό αντίθετο της καταιγίδας δεν είναι η λιακάδα. Είναι η ελπίδα πως, ακόμη κι όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει, τα φτερά μας παραμένουν δικά μας.


Να μην σταθούμε σαν αγάλματα στην καταιγίδα...

 


Οι καιροί αγρίεψαν. Οι άνθρωποι κουράστηκαν, οι βεβαιότητες ράγισαν και γύρω μας σηκώνονται καταιγίδες που δεν φέρνουν μόνο βροχή, αλλά φόβο, θυμό, ανασφάλεια και μοναξιά. Κι εμείς, συχνά, στεκόμαστε ακίνητοι, παρακολουθώντας τα πάντα να συμβαίνουν σαν να μην έχουμε καμία δύναμη να τα αλλάξουμε.

Μα δεν γεννηθήκαμε για να γίνουμε αγάλματα. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να κοιτάζουμε αμίλητοι την καταιγίδα, περιμένοντας να περάσει, ούτε για να συνηθίσουμε τον κεραυνό επειδή έπεσε πολλές φορές δίπλα μας. Η ακινησία δεν είναι πάντοτε αξιοπρέπεια. Μερικές φορές είναι ο φόβος που έμαθε να φοράει το προσωπείο της υπομονής.

Δεν μπορούμε να σταματήσουμε όλους τους ανέμους. Μπορούμε, όμως, να απλώσουμε το χέρι σε εκείνον που παραπατά, να γίνουμε ομπρέλα για εκείνον που δεν έχει καταφύγιο, να κρατήσουμε αναμμένο ένα φως όταν γύρω σκοτεινιάζουν τα πάντα. Μπορούμε να αρνηθούμε την αδιαφορία, να αμφισβητήσουμε όσα παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα και να μη δεχτούμε πως η ασχήμια του κόσμου είναι η φυσική του κατάσταση.

Γιατί η καταιγίδα δεν δοκιμάζει μόνο τις αντοχές μας. Αποκαλύπτει και τις σχέσεις μας. Δείχνει ποιος κλείνεται στο σπίτι του, ποιος φυλάει την ομπρέλα μόνο για τον εαυτό του και ποιος τολμά να βγει στη βροχή για να μη μείνει κανείς μόνος.

Ίσως να μην μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο μέσα σε μια νύχτα. Μπορούμε, όμως, να αλλάξουμε τη θέση μας απέναντί του. Να πάψουμε να είμαστε θεατές της ίδιας μας της ζωής. Να ξαναβρούμε τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, το θάρρος να ονειρευόμαστε και, κυρίως, τη διάθεση να πράττουμε.

Γιατί τα αγάλματα αντέχουν στην καταιγίδα, αλλά δεν μπορούν να αγκαλιάσουν κανέναν.

Κι αυτό που χρειάζεται ο κόσμος σήμερα δεν είναι περισσότεροι ακίνητοι ήρωες. Είναι άνθρωποι που περπατούν μαζί, ακόμη κι όταν ο δρόμος έχει γίνει ποτάμι. Που δεν περιμένουν να καθαρίσει ο ουρανός για να συναντηθούν. Που ξέρουν πως, ακόμη κι αν δεν μπορούν να διαλέξουν τον καιρό, μπορούν να διαλέξουν ο ένας τον άλλον.

Ας μη σταθούμε, λοιπόν, σαν αγάλματα στην καταιγίδα.

Ας γίνουμε ο ένας το χέρι του άλλου, μέχρι να περάσει.


Οι όμορφα άσχημοι καιροί.


Ζούμε σε παράξενους καιρούς. Έχουμε περισσότερες δυνατότητες από ποτέ, κι όμως δυσκολευόμαστε να χαρούμε. Έχουμε τρόπους να επικοινωνούμε με ολόκληρο τον κόσμο, αλλά όλο και συχνότερα δεν έχουμε κάποιον να μοιραστούμε τη σιωπή μας. Γεμίσαμε τα σπίτια με πράγματα, τις οθόνες με πρόσωπα και τις μέρες με υποχρεώσεις, αφήνοντας τις στιγμές να περνούν σαν να μας περισσεύουν.

Οι καιροί είναι άσχημοι. Η ακρίβεια μικραίνει το τραπέζι, η ανασφάλεια στενεύει τον ορίζοντα, οι πόλεμοι επιστρέφουν στις οθόνες μας σαν καθημερινό δελτίο και η μοναξιά κατοικεί ακόμη και στα πιο πολυσύχναστα μέρη. Μας ζητούν να τρέχουμε διαρκώς, να παράγουμε, να καταναλώνουμε, να αποδεικνύουμε την αξία μας με αριθμούς, αποκτήματα και επιτυχίες. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε πως η ζωή δεν είναι διαγωνισμός αντοχής.

Κι όμως, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν ομορφιές που επιμένουν. Ένα τραπέζι με φίλους, ένας καφές που παρατείνεται χωρίς λόγο, μια βόλτα μέσα στα φθινοπωρινά χρώματα, ένα χέρι που απλώνεται όταν όλα μοιάζουν δύσκολα. Ένα γέλιο που ξεφεύγει απρόσμενα από τη σοβαρότητα της καθημερινότητας. Μικρές πράξεις ανθρωπιάς που δεν θα γίνουν είδηση, δεν θα συγκεντρώσουν χιλιάδες αντιδράσεις, αλλά θα κρατήσουν κάποιον όρθιο.

Ίσως η ομορφιά του σήμερα να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην άρνηση να παραδοθούμε στην ασχήμια του. Να μη συνηθίσουμε την αδικία, να μην αποδεχτούμε την απανθρωπιά ως φυσιολογική κατάσταση, να μη θεωρήσουμε την αδιαφορία σημάδι ωριμότητας. Να εξακολουθήσουμε να ερωτευόμαστε, να ονειρευόμαστε, να δημιουργούμε, να διεκδικούμε έναν κόσμο που δεν θα μετρά την αξία του ανθρώπου με την αγοραστική του δύναμη.

Δεν χρειάζεται να ωραιοποιούμε τις δυσκολίες για να ανακαλύψουμε την ομορφιά. Χρειάζεται να αλλάξουμε όσα τις γεννούν και, μέχρι να το καταφέρουμε, να προστατεύουμε όσα μας κρατούν ανθρώπους.

Γιατί οι όμορφοι καιροί δεν είναι εκείνοι που μας υπόσχονται πως όλα θα πάνε καλά. Είναι εκείνοι στους οποίους, παρά τα όσα πηγαίνουν στραβά, εξακολουθούμε να βρίσκουμε λόγους να είμαστε μαζί. Ας μην περιμένουμε να γίνουν καλύτεροι οι καιροί για να ομορφύνουμε τη ζωή μας. Ας μην αφήσουμε, όμως, και την ομορφιά των μικρών στιγμών να μας κάνει να ξεχάσουμε την ανάγκη να αλλάξουμε τον κόσμο.


Καφές στο τζάκι.


Υπάρχει ένας καφές που δεν βιάζεται. Φτιάχνεται δίπλα στο τζάκι, εκεί όπου τα ξύλα τρίζουν, οι φλόγες χορεύουν και η ζεστασιά απλώνεται στο δωμάτιο σαν παλιά, γνώριμη αγκαλιά.

Το μπρίκι σιγοζεσταίνεται στη χόβολη, το καϊμάκι ανεβαίνει αργά και το άρωμα του καφέ μπλέκεται με εκείνο του καμένου ξύλου. Έξω μπορεί να φυσά, να βρέχει ή να πέφτει το πρώτο χιόνι. Μέσα, ο χρόνος έχει αποφασίσει να κάνει μια μικρή παραχώρηση στον άνθρωπο.

Δεν χρειάζονται πολλά. Ένα φλιτζάνι, δυο άνθρωποι, μια κουβέντα που δεν έχει προορισμό. Κι αν κάποια στιγμή τα λόγια τελειώσουν, δεν πειράζει. Το τζάκι ξέρει να μιλά και η σιωπή, όταν μοιράζεται, γίνεται μια άλλη μορφή επικοινωνίας.

Ο καφές στο τζάκι είναι μια μικρή πολυτέλεια που δεν αγοράζεται με χρήματα. Είναι η πολυτέλεια να μην έχεις τίποτα επείγον να κάνεις, κανέναν να προλάβεις, κανένα ρολόι να συμβουλευτείς. Να αφήνεις τη φωτιά να καταναλώνει τα ξύλα κι εσένα να ξαναβρίσκεις, λίγο λίγο, όσα η καθημερινότητα σου καίει χωρίς να το καταλαβαίνεις.

Κι όταν το φλιτζάνι αδειάσει, μένει η ζεστασιά. Γιατί τελικά, όπως και με τον καφέ στη θράκα, δεν είναι μόνο αυτό που πίνεις. Είναι οι στιγμές που μοιράζεσαι, οι άνθρωποι που κάθονται απέναντί σου και εκείνη η σπάνια αίσθηση πως, έστω για λίγο, ο κόσμος μπορεί να περιμένει έξω από την πόρτα.


26/10/26

Δημητρούλα μου...

 


"Δημητρούλα μου,

θέλω απόψε να μεθύσω

και με σένανε μερακλού μου να γλεντήσω.

Έλα πάμε στην Αθήνα παιχνιδιάρα μου,

που'χει γλέντι και ρετσίνα σκανταλιάρα μου.

Θα σου πάρω λατέρνα,

κάμε κέφι και κέρνα.

Τα ναζάκια σου άστα,

με τη γάμπα σου σπάστα

κι όλα εγώ τα σπασμένα,

τα πληρώνω για σένα.

Δημητρούλα μου,

πιες ένα κρασάκι ακόμα.

Βάλ'το κούκλα μου,

το ποτήρι σου στο στόμα,

πιες ακόμα μια ρετσίνα να μεθύσουμε

και το βράδυ βρε τσαχπίνα να γλεντήσουμε.

Δημητρούλα μου γεια σου,

πάρτα όλα δικά σου,

τα ναζάκια σου άστα,

με τη γάμπα σου σπάστα

κι όλα εγώ τα σπασμένα

τα πληρώνω για σένα.

Ταβερνιάρη μου φέρε μας το κοκκινέλι,

η αγάπη μου τον καρσιλαμά χορεύει,

κούνησε μου το λιγάκι το κορμάκι σου,

χτύπησε μου τίκι τίκι τακ το τακουνάκι σου."



🎶 «Δημητρούλα μου», μουσική και στίχοι Παναγιώτη Τούντα.

Η πανσέληνος του κυνηγού.



Ο Οκτώβρης έχει το δικό του φεγγάρι. Ένα φεγγάρι που δεν μοιάζει να φωτίζει απλώς τη νύχτα, αλλά να ξυπνά κάτι αρχέγονο μέσα της.

Η Πανσέληνος του Κυνηγού, όπως ονομάστηκε στην παράδοση των λαών του Βορρά, συνδέεται με την εποχή που η φύση ετοιμάζεται να αποσυρθεί στον χειμερινό της ύπνο. Τα χωράφια έχουν θεριστεί, τα δάση γεμίζουν χρυσοκόκκινα φύλλα και τα ζώα αναζητούν τροφή πριν από το μεγάλο κρύο. Κάτω από το δυνατό φως του φεγγαριού, οι άνθρωποι μπορούσαν άλλοτε να κινούνται και να κυνηγούν ακόμη κι όταν η μέρα είχε τελειώσει.

Κι όμως, υπάρχει κάτι παράξενα αντιφατικό σ' αυτό το φεγγάρι. Το λένε του Κυνηγού, μα εκείνο δεν κυνηγά τίποτα. Στέκεται ψηλά, αμέτοχο στις αγωνίες της γης, και φωτίζει με την ίδια αδιαφορία εκείνον που κρατά το όπλο και εκείνον που τρέχει να σωθεί.

Ίσως, τελικά, η πανσέληνος να μας θυμίζει πως η ομορφιά δεν παίρνει θέση. Φωτίζει την θάλασσα, ασημώνει κορυφές, αποκαλύπτει μονοπάτια,  και κάνει τα φύλλα να μοιάζουν με μικρές φλόγες. Κι αν σταθείς για λίγο κάτω από το φως της, μπορεί να ξεχάσεις πως ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που συχνά μετατρέπει την ομορφιά σε στόχο.

Απόψε, λοιπόν, ας αφήσουμε τα όπλα κάτω. Ας γίνουμε περιπατητές μιας νύχτας που δεν μας ανήκει. Γιατί η Γη δεν είναι σκηνικό μόνο της δικής μας ζωής, ούτε οι άλλοι κομπάρσοι στις επιθυμίες μας. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που υπήρχε πριν από εμάς και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά.

Κάτω από την Πανσέληνο του Κυνηγού, το πιο όμορφο θήραμα είναι η ίδια η στιγμή. Και το μόνο που αξίζει να πάρουμε μαζί μας είναι η ανάμνησή της.




Το τσίπουρο είναι δικό μας. Η θάλασσα κανενός.


Υπάρχουν τόποι όπου η ιστορία γράφτηκε με αίμα και άλλοι όπου ξαναγράφεται καθημερινά με λίγο λάδι, λεμόνι και ένα ποτηράκι τσίπουρο. Στην παραλία της Καβάλας, στο τσιπουράδικο του Περδίκη, που από το 1970 σερβίρει θαλασσινούς μεζέδες με θέα το παλιό κάστρο, η ελληνοτουρκική φιλία θα μπορούσε να βρει το δικό της ανεπίσημο υπουργείο. Εδώ η θάλασσα δεν ζητά διαβατήρια. Τα ψάρια δεν έχουν εθνικότητα, τα χταπόδια δεν γνωρίζουν από γεωπολιτικές ισορροπίες και οι γαρίδες δεν ενδιαφέρονται για το ποιος έχει δίκιο στο Αιγαίο. Γεννιούνται, κολυμπούν και καταλήγουν στο ίδιο πιάτο, αποδεικνύοντας πως η φύση έχει μια ενοχλητική συνήθεια: να αγνοεί τις ανθρώπινες βεβαιότητες.



Στα τραπέζια του Περδίκη, άνετα,  ένας Έλληνας κι ένας Τούρκος μπορούν να ανακαλύψουν πόσα τους ενώνουν, προτού προλάβουν να θυμηθούν όσα τους χωρίζουν. Ένα πιάτο με τηγανητά καλαμαράκια, λίγος γαύρος μαρινάτος, μια σαλάτα στη μέση και το τσίπουρο, φυσικά, «δικό μας». Γιατί εμείς οι Έλληνες έχουμε μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να θεωρούμε δικά μας όσα αγαπάμε, ακόμη κι όταν οι γείτονές μας έχουν ακριβώς την ίδια ιδέα.
Κι εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον. Ποιος ανακάλυψε πρώτος τον συγκεκριμένο μεζέ; Ποιος έβαλε πρώτος το ούζο στο ποτήρι; Σε ποια πλευρά της θάλασσας γεννήθηκε η καλύτερη συνταγή; Αν αφήσουμε τους ιστορικούς να αποφασίσουν, μπορεί να χαλάσουμε το γεύμα. Αν αφήσουμε τους πολιτικούς, μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ στο επιδόρπιο.




Η κουζίνα της ανατολικής Μεσογείου είναι ένα μεγάλο, ανοιχτό βιβλίο, γραμμένο από μετακινήσεις ανθρώπων, εμπορικές διαδρομές, προσφυγιές, κοινές μνήμες και συνταγές που ταξίδεψαν χωρίς να ζητήσουν άδεια από κανένα υπουργείο. Οι λαοί αντάλλαξαν γεύσεις πολύ πριν μάθουν να ανταλλάσσουν κατηγορίες. Κι εκεί όπου οι επίσημες αφηγήσεις υψώνουν τείχη, το τραπέζι εξακολουθεί να στρώνεται με πιάτα που μοιάζουν παράξενα οικεία και στις δύο πλευρές.



Ίσως, λοιπόν, η φιλία να μη χρειάζεται μεγάλες διακηρύξεις. Χρειάζεται την υπομονή να ακούσεις τον άλλον, τη γενναιοδωρία να μοιραστείς το φαγητό σου και το χιούμορ να μη μετατρέπεις κάθε διαφωνία σε εθνικό ζήτημα. Χρειάζεται, πάνω απ' όλα, να καταλάβεις πως μπορείς να αγαπάς την πατρίδα σου χωρίς να απαιτείς να μισείς την πατρίδα του διπλανού σου.


Στο κάτω κάτω, το τσίπουρο μπορεί να είναι δικό μας, όπως επιμένουμε με περηφάνια. Αλλά η χαρά που γεννιέται όταν τσουγκρίζουν δύο ποτήρια ανήκει σε όλους. Και η θάλασσα, που έχει δει αυτοκρατορίες να γεννιούνται και να χάνονται, μάλλον θα συνεχίσει να γελάει με την ιδέα πως οι άνθρωποι μπορούν να την κλείσουν μέσα σε χάρτες.


Κι όταν τελειώσουν οι μεζέδες, όταν αδειάσουν οι καραφίτσες και οι συζητήσεις καταλαγιάσουν, ο Περδίκης ας φέρει τον επίλογο στο τραπέζι: καβαλιώτικο χαλβά. Γλυκός, συμπαγής, με τη δική του ιστορία και τις δικές του ανατολίτικες συγγένειες. Ένα τελευταίο κομμάτι στη μέση, για να θυμηθούμε πως η φιλία, όπως και το καλό φαγητό, δεν χρειάζεται να αποδείξει σε ποιον ανήκει.



Αρκεί να υπάρχει κάποιος απέναντι για να τη μοιραστείς. Ένας άνθρωπος με διαφορετική γλώσσα, άλλη σημαία και ίσως διαφορετικές αναμνήσεις, που όμως ξέρει να χαμογελά, να προσφέρει και να τσουγκρίζει το ποτήρι του χωρίς να αναζητά εχθρούς στην απέναντι όχθη. Γιατί η φιλία δεν απαιτεί να συμφωνούμε σε όλα, αλλά να μπορούμε να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι χωρίς να κουβαλάμε μαζί μας τα σύνορα. Κι αν στο τέλος μείνει ένα κομμάτι καβαλιώτικου χαλβά, τόσο το καλύτερο· θα έχουμε έναν ακόμη λόγο να πλησιάσουμε τις καρέκλες μας και να ανακαλύψουμε πως, τελικά, η ανθρωπιά δεν έχει πατρίδα, αλλά πάντα βρίσκει θέση στο τραπέζι.



 

Το "δικό μας" έχει γεύση ούζου.


Τι θα πει δικό μου και δικό σου, όταν στη μέση του τραπεζιού υπάρχει ένα μπουκάλι ούζο, δυο ποτήρια και λίγοι μεζέδες που περιμένουν να γίνουν αφορμή για μια όμορφη κουβέντα;

Το ούζο δεν πίνεται για να ξεδιψάσεις. Πίνεται για να καθίσεις λίγο παραπάνω. Για να ξεχάσεις το ρολόι, να χαλαρώσεις τις άμυνες, να πεις μια ιστορία που έχεις πει εκατό φορές και να γελάσεις σαν να την ακούς πρώτη φορά. Κι αν ο μεζές είναι λίγος, κανείς δεν θα πεινάσει πραγματικά, αρκεί να υπάρχει κάποιος απέναντι για να τον μοιραστείς.

Γιατί το μυστικό δεν βρίσκεται στο ποτήρι σου ούτε στο ποτήρι του άλλου. Βρίσκεται στο τσούγκρισμα. Στη μικρή εκείνη στιγμή που τα δυο ποτήρια συναντιούνται και, χωρίς να χάνουν την αυτοτέλειά τους, παράγουν έναν κοινό ήχο.

Ίσως έτσι να είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα, να αγαπάμε τα ίδια πράγματα ή να εγκαταλείπουμε όσα μας κάνουν διαφορετικούς. Χρειάζεται μονάχα να βρίσκουμε λόγους να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι.

Κι εκεί, ανάμεσα σε ένα δεύτερο ποτηράκι, μια αλμυρή σαρδέλα και μια κουβέντα που ξέφυγε από τα συνηθισμένα, ανακαλύπτουμε πως η ευτυχία δεν βρίσκεται τόσο σε όσα μας ανήκουν, όσο σε όσα μπορούμε να μοιραστούμε.

Τι θα πει, λοιπόν, δικό μου και δικό σου;

Γέμισε τα ποτήρια. Βάλε τον μεζέ στη μέση. Κι άσε τις ιδιοκτησίες για εκείνους που μετρούν τη ζωή με τίτλους κυριότητας.

Εμείς ας ανακαλύψουμε το δικό μας. Με λίγο ούζο, πολλή κουβέντα και την πολυτέλεια να μην κοιτάμε πότε θα τελειώσει η βραδιά.


Η δική μας πόλη...



Η πόλη δεν είναι μόνο οι δρόμοι της, τα σπίτια, τα μνημεία και οι πλατείες της. Είναι οι άνθρωποι που περπατούν δίπλα μας, οι φωνές που μπλέκονται με τον ήχο της θάλασσας, οι μυρωδιές από τα παλιά ουζερί, τα τραπέζια που ενώνονται και οι ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα.

Η Καβάλα έχει κάτι από σκηνικό παλιάς ταινίας και κάτι από όνειρο που αρνείται να τελειώσει. Σπίτια σκαρφαλωμένα στην πλαγιά, η Παναγία να αγναντεύει το πέλαγος, το κάστρο να φυλάει τις μνήμες και το λιμάνι να υποδέχεται διαρκώς καινούργιες αναχωρήσεις. Κι ανάμεσά τους, η θάλασσα. Άλλοτε γαλήνια, άλλοτε ανήσυχη, πάντα εκεί, σαν να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα λένε οι άνθρωποι.

Μα η πόλη δεν ανήκει σε εκείνον που γεννήθηκε εδώ ούτε σε εκείνον που την επισκέπτεται για λίγες ημέρες. Ανήκει σε όποιον έμαθε να την αισθάνεται. Σε όποιον κάθισε σ’ ένα τραπέζι δίπλα στη θάλασσα και κατάλαβε πως η ευτυχία δεν χρειάζεται πολλά. Ένα ποτήρι ούζο, λίγος μεζές, μια κουβέντα που δεν βιάζεται να τελειώσει κι ένας άνθρωπος απέναντι για να μοιραστείς τη στιγμή.

Γιατί η πόλη γίνεται δική μας όταν παύουμε να τη βλέπουμε σαν επισκέπτες. Όταν οι δρόμοι της αποκτούν ονόματα και πρόσωπα, όταν οι γωνιές της κρύβουν αναμνήσεις, όταν ακόμη κι ένα παλιό κτίριο μάς φαίνεται σαν συγγενής που έχει γεράσει μαζί μας.

Η Καβάλα, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια πόλη. Είναι το δικό μας κομμάτι κόσμου. Ένας τόπος όπου η θάλασσα συναντά την ιστορία, οι άνθρωποι συναντούν ο ένας τον άλλον και το «δικό μου» με το «δικό σου» μπορούν, για λίγο, να γίνουν «δικό μας».

Κι ίσως αυτό να είναι τελικά το μυστικό κάθε όμορφης πόλης: να μη χρειάζεται να την κατέχεις για να σου ανήκει. Αρκεί να έχεις κάπου να επιστρέφεις, κάποιον να σε περιμένει και μια θέση σ’ ένα τραπέζι που να χωράει πάντα έναν ακόμη άνθρωπο.




Τα δικά μας ανέμελα φθινόπωρα...


Υπήρχαν κάποτε φθινόπωρα που δεν μετρούσαν τις μέρες, δεν βιάζονταν να φτάσουν πουθενά και δεν είχαν τίποτε να αποδείξουν. Μύριζαν βρεγμένο χώμα, ξερά φύλλα και εκείνη τη γλυκιά μελαγχολία που κάνει τον κόσμο να μοιάζει λίγο πιο όμορφος.

Ήταν τα δικά μας φθινόπωρα. Τότε που περπατούσαμε πάνω στα χρυσοκόκκινα χαλιά των δέντρων, μαζεύαμε πεσμένα φύλλα χωρίς να ξέρουμε γιατί, χαζεύαμε τα σύννεφα και πιστεύαμε πως κάθε μονοπάτι οδηγούσε κάπου μαγικά. Δεν είχαμε ανάγκη από προορισμούς. Μας αρκούσε η διαδρομή, η παρέα, ένα γέλιο που ακουγόταν μέσα στο δάσος.

Μεγαλώνοντας, μάθαμε να κυνηγάμε τον χρόνο, να γεμίζουμε τις μέρες μας με υποχρεώσεις και να αναβάλλουμε τις μικρές χαρές για κάποια άλλη στιγμή. Αρχίσαμε να μετράμε τις αποστάσεις, να προγραμματίζουμε τις διαδρομές και να ξεχνάμε πως η ομορφιά βρίσκεται συχνά σε όσα δεν είχαμε σχεδιάσει. Κάπου ανάμεσα στις ευθύνες και στις βιασύνες, αφήσαμε την ανεμελιά να γίνει ανάμνηση.

Κι όμως, το φθινόπωρο εξακολουθεί να μας περιμένει εκεί έξω, με τα ίδια χρώματα και την ίδια γενναιοδωρία. Σαν παλιός φίλος που δεν κρατάει κακία για τις απουσίες μας. Τα φύλλα συνεχίζουν να πέφτουν, τα μονοπάτια να ανοίγονται και το δάσος να μας καλεί να χαθούμε μέσα του, χωρίς να χρειάζεται να βρούμε τον δρόμο για κάπου αλλού.

Γιατί η ανεμελιά δεν ανήκει αποκλειστικά στα χρόνια που πέρασαν. Βρίσκεται εδώ, στο τώρα, στα γέλια που μοιραζόμαστε, στις μικρές αποδράσεις, στον καφέ που πίνουμε αγναντεύοντας τα βουνά, σε μια στάση για να θαυμάσουμε ένα δέντρο που ντύθηκε στα κόκκινα. Δεν χρειάζεται να γίνουμε ξανά παιδιά. Αρκεί να θυμηθούμε όσα ξέραμε τότε και ξεχάσαμε μεγαλώνοντας: να περπατάμε χωρίς προορισμό, να στεκόμαστε μπροστά σε ένα δέντρο σαν να το βλέπουμε πρώτη φορά, να αφήνουμε τον άνεμο να ανακατεύει τα μαλλιά και τις σκέψεις μας.

Ίσως τελικά να μην είναι τα χρόνια που μας λείπουν, αλλά ο τρόπος που τα ζούσαμε. Εκείνη η ικανότητα να χαιρόμαστε χωρίς λόγο, να ανακαλύπτουμε έναν ολόκληρο κόσμο σε ένα πεσμένο φύλλο, να χανόμαστε σε ένα δάσος και να νιώθουμε πως μόλις βρήκαμε τη θέση μας μέσα στη ζωή.

Τα δικά μας ανέμελα φθινόπωρα δεν χάθηκαν. Δεν βρίσκονται μόνο στις αναμνήσεις, ούτε περιμένουν σε κάποιο μακρινό αύριο. Είναι εδώ, στα χρώματα που μας περιβάλλουν, στους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας, στις διαδρομές που ακόμη δεν περπατήσαμε. Είναι το φθινόπωρο που ζούμε τώρα, αρκεί να μην το αφήσουμε να περάσει χωρίς να το χαρούμε.

Γιατί, τελικά, δεν είναι τα χρόνια που μας κάνουν να μεγαλώνουμε, αλλά οι στιγμές που αφήνουμε να περνούν χωρίς να τις ζούμε.