28 Οκτωβρίου 1940.
Εκείνο το ξημέρωμα, κανείς δεν ρώτησε τους ανθρώπους αν ήθελαν να γίνουν ήρωες. Η Ιστορία δεν συνηθίζει να ζητά την άδειά μας. Ένα τελεσίγραφο, λίγες λέξεις, κι ύστερα ο πόλεμος. Οι μηχανές πήραν μπρος, τα τρένα γέμισαν στρατιώτες, οι μάνες έσφιξαν τα παιδιά τους και οι σταθμοί γέμισαν αποχαιρετισμούς.
Οι πόλεμοι, όμως, δεν είναι όπως τους περιγράφουν οι στρατηγοί και οι πολιτικοί στις επετειακές ομιλίες. Δεν αποτελούνται από χάρτες, σημαίες και βέλη που δείχνουν νικηφόρες προελάσεις. Αποτελούνται από παγωμένα πόδια, άδεια στομάχια, ακρωτηριασμένα σώματα και γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Από ανθρώπους που δεν επέστρεψαν και από εκείνους που επέστρεψαν χωρίς να μπορέσουν ποτέ να γυρίσουν πραγματικά στη ζωή τους.
Το «Όχι» έγινε σύμβολο. Και τα σύμβολα είναι χρήσιμα, αρκεί να μην τα μετατρέπουμε σε άλλοθι. Γιατί είναι εύκολο να τιμάς την αντίσταση όταν έχει περάσει ο κίνδυνος, να υψώνεις τη σημαία όταν δεν απειλείσαι και να μιλάς για ελευθερία όταν δεν χρειάζεται να πληρώσεις το τίμημά της.
Δυσκολότερο είναι να αναγνωρίζεις την αξία της στην καθημερινότητα. Να αντιστέκεσαι στην αυθαιρεσία, στην κοινωνική αδικία, στην ταπείνωση του αδύναμου. Να αρνείσαι την υποταγή όχι μόνο σε ξένους κατακτητές, αλλά και σε κάθε μηχανισμό που απαιτεί από τον άνθρωπο να σκύβει το κεφάλι για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του.
Η 28η Οκτωβρίου δεν μας καλεί να αγαπήσουμε τον πόλεμο επειδή κάποτε τον κερδίσαμε. Μας καλεί να καταλάβουμε τι μπορεί να αναγκαστεί να κάνει ένας λαός όταν του στερούν το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή του. Η γενναιότητα εκείνων που πολέμησαν δεν αποτελεί δικαίωση του πολέμου. Αποτελεί κατηγορία εναντίον ενός κόσμου που εξακολουθεί να τον γεννά.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη παρακαταθήκη εκείνης της ημέρας: να μη χρειαζόμαστε άλλους νεκρούς για να θυμηθούμε την αξία της ζωής.
Γιατί η Ιστορία δεν μας ζητά μονάχα να θυμόμαστε ποιοι είπαν «Όχι» τότε. Μας ρωτά τι ανεχόμαστε σήμερα, σε ποιον σκύβουμε το κεφάλι και πόσο από την ελευθερία μας είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσουμε για λίγη ασφάλεια, λίγη βολή, λίγη σιωπή.
Οι επέτειοι περνούν. Οι σημαίες διπλώνονται. Οι εξέδρες αδειάζουν.
Κι εκεί, έξω από τις παρελάσεις, αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της μνήμης.







































