10/8/26

Τα πλοία που φύγαν...

 

Τα πλοία που φύγαν δεν παίρνουν μαζί τους μόνο ανθρώπους. Παίρνουν εποχές.

Λύνουν τους κάβους αθόρυβα, αφήνουν πίσω τους μια γραμμή αφρού και για λίγο ακόμη μοιάζει να υπάρχει ένας δρόμος πάνω στη θάλασσα. Ύστερα ο δρόμος σβήνει. Και μένει το λιμάνι να κοιτάζει τον ορίζοντα.

Κάποια πλοία τα περιμένεις να γυρίσουν. Κάποια ξέρεις πως δεν θα γυρίσουν ποτέ. Κι όμως, τα μάτια επιμένουν να κοιτούν εκεί όπου χάθηκαν.

Γιατί ίσως αυτό να είναι η μνήμη: ένα λιμάνι που περιμένει πλοία τα οποία έχουν ήδη φύγει.

Μέσα στα πλοία που έφυγαν ταξίδεψαν πρόσωπα, καλοκαίρια, κουβέντες, έρωτες, αποχαιρετισμοί. Ταξίδεψαν κι εκείνες οι εκδοχές του εαυτού μας που δεν υπάρχουν πια. Κι όσο απομακρύνονται, τόσο καταλαβαίνουμε πως δεν νοσταλγούμε μόνο εκείνους που έφυγαν· νοσταλγούμε κι εμάς, όπως ήμασταν όταν τους είχαμε κοντά μας.

Η θάλασσα δεν κρατάει τίποτα.

Γι’ αυτό ίσως μας μαθαίνει την πιο δύσκολη αλήθεια: πως η ζωή δεν είναι λιμάνι. Είναι αναχώρηση.

Και κάποτε, χωρίς να το καταλάβουμε, είμαστε εμείς εκείνοι που κοιτούν από την κουπαστή ένα λιμάνι να μικραίνει.

Τα πλοία που φύγαν δεν χάθηκαν.

Απλώς έγιναν ορίζοντας.




9/8/26

Η Meta και η κατάργηση της «εκμετάλλευσης ανθρώπων» από άνθρωπο.



Πως ο Ζάκερμπεργκ έγινε ...Μαρξιστής: Η Meta και η κατάργηση της «εκμετάλλευσης ανθρώπων» από άνθρωπο.

Στις 16 Ιανουαρίου 2026 η Meta απενεργοποίησε τον λογαριασμό μου στο Facebook. Χωρίς να δικαιολογήσει το γιατί, πέρα από το ότι ο λογαριασμός μου παρέβει τους κανόνες της Meta.

Έκανα ένσταση την ίδια ημέρα.

Για σχεδόν επτά μήνες η απάντηση ήταν μία: «Η ένστασή σας βρίσκεται υπό εξέταση».

Facebook, Instagram, Threads παρέμειναν αποκλεισμένα. Οι επικοινωνίες με τη Meta χωρίς ουσιαστική απάντηση. Η συστημένη επιστολή προς τη Meta Platforms Ireland Limited στην Ιρλανδία χωρίς καμία απάντηση κι αυτή. 

Απευθύνθηκα στην ΕΕΤΤ (Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων) στο πλαίσιο του νόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης "Digital Services Act" (Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες). Η υπόθεση διαβιβάστηκε στην αρμόδια ιρλανδική αρχή στο Δουβλίνο, καθώς εκεί έχει την έδρα της η Meta.

Και τότε, ως εκ θαύματος, η Meta έστειλε απάντηση: "Ο λογαριασμός μου απενεργοποιήθηκε οριστικά".

Με ποια κατηγορία; Εδώ είναι η μεγάλη πλάκα:

«Εκμετάλλευση ανθρώπων».

Τι ...υπέροχη ειρωνεία.

Στον ψηφιακό κόσμο της Meta μπορεί να συναντήσει κανείς ρατσισμό, σεξισμό, μίσος, εξευτελισμό, απειλές και βία.

Κι όμως, η μεγάλη μάχη για την προστασία του ανθρώπου δόθηκε απέναντι σε έναν λογαριασμό που επί επτά μήνες βρισκόταν «υπό εξέταση». Επτά μήνες... 

Η Meta χρειάστηκε επτά μήνες να ανακαλύψει την... «εκμετάλλευση ανθρώπων» από εμένα!

Εγω, πάντως, εδώ και χρόνια ζητώ κάτι πολύ πιο φιλόδοξο από αυτό που ζητά η Meta: την κατάργηση κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Φαίνεται όμως πως η Meta προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Θέλει να καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από… τον χρήστη του Facebook.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Δεν μας είπε ποιον εκμεταλλεύτηκα, πώς, που, πότε και με ποια πράξη.

Έδωσε απλώς μια ετικέτα- κατηγορία. Και αυτό όταν το θέμα το επιλήφθηκαν οι αρμόδιες αρχές.

Γιατί αυτό είναι το νέο μοντέλο ψηφιακής εξουσίας:

-ο αλγόριθμος αποφασίζει,

-η εταιρεία επικυρώνει,

-ο πολίτης απολογείται.

Και αν ζητήσει εξηγήσεις;

«Η απόφαση είναι οριστική».

Τόσο απλά.

Η υπόθεση πλέον βρίσκεται στις αρμόδιες αρχές.

Εγώ θα περιμένω.

Όχι μια χάρη. (Ποτέ δεν ζήτησα από κανέναν χάρη.)

Όχι μια προνομιακή μεταχείριση. (Είμαι κατά οποιονδήποτε προνομίων- αφού εξάλλου πιστεύω στην ισότητα των ανθρώπων, πως θα μπορούσα να είμαι υπέρ οιοδήποτε προνόμιου;)

Απλά ζητώ μια ξεκάθαρη εξήγηση: ποιον εκμεταλλεύτηκα, πώς, που, πότε και με ποια πράξη. 

Γιατί αν η Meta θέλει πραγματικά να πολεμήσει την «εκμετάλλευση ανθρώπων», ας ξεκινήσει από το αυτονόητο: κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να καταδικάζεται από έναν αλγόριθμο χωρίς να γνωρίζει για ποιο ακριβώς «έγκλημα» καταδικάστηκε.

Και κάπου εδώ γεννιέται το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: Ποιος προστατεύει τον άνθρωπο από αυτούς που ισχυρίζονται ότι τον προστατεύουν;

Αυτό δεν αφορά πλέον μόνο έναν λογαριασμό στο Facebook. Αφορά το τι συμβαίνει όταν οι ιδιωτικές ψηφιακές πλατφόρμες αποκτούν δημόσια εξουσία χωρίς αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία. Και αυτό είναι ένα πολιτικό ερώτημα που αφορά όλους μας.

ΥΓ) Και μέχρι να δοθεί απάντηση, επιτρέψτε μου μια τελευταία απορία: Αν η Meta χρειάστηκε σχεδόν επτά μήνες για να αποφασίσει ότι πρέπει να προστατεύσει τον άνθρωπο από την «εκμετάλλευση ανθρώπων», ποιος θα προστατεύσει τον άνθρωπο από τη Meta;



Το Άπειρο δεν Μετριέται.


Πάλι μέτρησα τ’ αστέρια.

Ξέρω πως είναι μάταιο. Κανείς δεν μπορεί να μετρήσει το άπειρο. Κι όμως, ο άνθρωπος έχει αυτή την παράξενη ανάγκη: να βάζει αριθμούς εκεί όπου υπάρχει μυστήριο, όρια εκεί όπου δεν υπάρχουν σύνορα, τάξη εκεί όπου ο κόσμος μοιάζει ακατανόητος.

Ίσως γι’ αυτό κοιτάζουμε τον ουρανό.

Για να θυμηθούμε πόσο μικροί είμαστε.

Αλλά και για να καταλάβουμε πόσο παράξενο είναι που, μέσα σε αυτή την απεραντοσύνη, υπάρχουμε εμείς. Ένα σώμα πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, μια σύντομη αναπνοή μέσα στον χρόνο, κι όμως με τη δυνατότητα να σηκώνει το βλέμμα και να αναρωτιέται τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα.

Τα αστέρια δεν γνωρίζουν ότι τα κοιτάζουμε. Δεν γνωρίζουν τα ονόματά μας, τις αγωνίες μας, τις απώλειές μας. Το φως τους ταξιδεύει για χρόνια μέσα στο σκοτάδι, αδιάφορο για τη δική μας μικρή ιστορία. Κι όμως, όταν φτάνει στα μάτια μας, γίνεται μνήμη.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της ύπαρξης: ζούμε μέσα σε έναν κόσμο που δεν μας υπόσχεται κανένα νόημα, κι εμείς επιμένουμε να το αναζητούμε.

Μετράμε τ’ αστέρια, ενώ ξέρουμε πως δεν θα τα μετρήσουμε ποτέ.

Ονομάζουμε τους αστερισμούς, ενώ ξέρουμε πως οι γραμμές που ενώνουν τα άστρα υπάρχουν μόνο στη δική μας φαντασία.

Κοιτάζουμε τον ουρανό και σχηματίζουμε μορφές μέσα στο χάος.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι ο άνθρωπος: ένα πλάσμα που δημιουργεί νόημα επειδή γνωρίζει ότι κάποτε θα χαθεί.

Και τότε η μέτρηση των αστεριών δεν είναι αριθμητική πράξη. Είναι μια πράξη αντίστασης στη λήθη.

Κάθε αστέρι που κοιτάζουμε είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι ο χρόνος δεν είναι μόνο αυτό που περνά. Είναι και αυτό που συνεχίζει να φτάνει σε εμάς από το παρελθόν.

Το φως ενός αστεριού μπορεί να ταξιδεύει αιώνες πριν συναντήσει τα μάτια ενός ανθρώπου που στέκεται μόνος σε μια καλοκαιρινή νύχτα.

Κι έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, κοιτάζοντας ψηλά, κοιτάζουμε το παρελθόν.

Πάλι μέτρησα τ’ αστέρια.

Και αυτή τη φορά δεν προσπάθησα να τα τελειώσω.

Άφησα το άπειρο να παραμείνει άπειρο.

Γιατί ίσως η σοφία δεν βρίσκεται στο να γνωρίσουμε τα πάντα, αλλά στο να συμφιλιωθούμε με όσα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε.

Σήκωσα λοιπόν τα μάτια στον ουρανό και δεν ζήτησα απάντηση.

Μου αρκούσε η ερώτηση.

Γιατί όσο υπάρχει μέσα μας η δυνατότητα να κοιτάζουμε τ’ αστέρια και να αναρωτιόμαστε, δεν έχουμε ακόμη χαθεί.

Είμαστε ακόμη εδώ.

Μικροί, εφήμεροι, αβέβαιοι.

Αλλά ικανοί να κοιτάζουμε το άπειρο.

Ηχογένεια.



"Ωρε τα μάτια σου αν δεν τα ξαναδώ
Δεν θέλω τα δικά μου
Και αν πρέπει κάποια άλλη να ερωτευτώ
Δεν θέλω την καρδιά μου
Ηχογένεια, έλα

Πείραζα χθες τον ουρανό
Και χάζευα τα αστέρια
Και ένιωσα στην καρδιά κενό
Και δυο άδεια χέρια
Την θάλασσα δεν έχω δει
Χωρίς να έχει κύμα
Βουνό χωρίς την κορυφή
Χωρίς ωμέγα ρήμα

Ωρε τα μάτια σου αν δεν τα ξαναδώ
Δεν θέλω τα δικά μου
Και αν πρέπει κάποια άλλη να ερωτευτώ
Δεν θέλω την καρδιά μου

Έχει σαστίσει η κούτρα μου
Και χάνω το μυαλό μου
Πάω στο γλέντι για να πιώ
Να πνίξω τον καημό μου
Βρε κοπελιά τι μου 'κανες
Όμορφη ξανθομάλλα
Νόμιζα σε έπαιζα εγώ
Μα εσύ είχες την μπάλα

Ωρε τα μάτια σου αν δεν τα ξαναδώ
Δεν θέλω τα δικά μου
Και αν πρέπει κάποια άλλη να ερωτευτώ
Δεν θέλω την καρδιά μου."

Απών, "Ηχογένεια".


 

Η οικολογία της ελευθερίας.


Όταν η φύση γίνεται εμπόρευμα, η ελευθερία γίνεται πολυτέλεια.

Ο Murray Bookchin, στην "Οικολογία της Ελευθερίας", έθεσε ένα ερώτημα που εξακολουθεί να ενοχλεί, ακριβώς επειδή δεν είναι βολικό: "γιατί καταστρέφουμε τη φύση;"

Η εύκολη απάντηση είναι ότι ο άνθρωπος είναι άπληστος. Η πιο δύσκολη είναι ότι η καταστροφή της φύσης δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα ατομικής απληστίας. Είναι αποτέλεσμα ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος που έχει μάθει να μετρά την αξία των πραγμάτων με όρους κέρδους, ανάπτυξης και εκμετάλλευσης.

Για τον Bookchin, η κυριαρχία πάνω στη φύση δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Προηγήθηκε η κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Η ιεραρχία, η κοινωνική ανισότητα και η συγκέντρωση της εξουσίας δημιούργησαν έναν τρόπο σκέψης στον οποίο ο ισχυρός θεωρεί φυσικό να εξουσιάζει τον αδύναμο. Και όταν αυτή η λογική επεκτείνεται στη φύση, το δάσος παύει να είναι οικοσύστημα και γίνεται «πόρος», το βουνό «επενδυτική ευκαιρία», το ποτάμι «υδάτινο δυναμικό» και η θάλασσα «τουριστικό προϊόν».

Εκεί βρίσκεται η ουσία της κοινωνικής οικολογίας.

Η οικολογική κρίση δεν είναι μόνο κρίση του περιβάλλοντος. Είναι κρίση του πολιτισμού μας.

Κάθε φορά που ένα δάσος καίγεται, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έβαλε τη φωτιά. Είναι και τι συμβαίνει μετά. Ποιος αποφασίζει; Ποιος σχεδιάζει; Ποιος ωφελείται; Ποια είναι η μοίρα της καμένης γης; Παραμένει δάσος ή μετατρέπεται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε κάτι άλλο;

Γιατί η καταστροφή ενός οικοσυστήματος δεν ολοκληρώνεται πάντοτε μέσα στις φλόγες. Μπορεί να ολοκληρωθεί αργότερα, μέσα από την εγκατάλειψη, την ανοχή, την αλλαγή χρήσης γης και την εμπορευματοποίηση του τοπίου.

Και τότε η φωτιά παύει να είναι μόνο φυσική καταστροφή.

Γίνεται πολιτικό γεγονός.

Ο Bookchin θα μας θύμιζε ότι η προστασία της φύσης δεν μπορεί να είναι υπόθεση μόνο ειδικών, υπουργείων και τεχνοκρατών. Είναι ζήτημα δημοκρατίας. Οι άνθρωποι που ζουν σε έναν τόπο πρέπει να έχουν λόγο για την τύχη του. Η κοινότητα δεν μπορεί να είναι απλός θεατής αποφάσεων που λαμβάνονται μακριά από αυτήν και επηρεάζουν για πάντα το φυσικό της περιβάλλον.

Η πραγματική οικολογία, επομένως, δεν αρχίζει από την ανακύκλωση του πλαστικού.

Αρχίζει από την αμφισβήτηση της κυριαρχίας.

Από την άρνηση να θεωρούμε αυτονόητο ότι όλα έχουν τιμή. Ότι κάθε βουνό μπορεί να γίνει επένδυση. Ότι κάθε ακτή μπορεί να οικοδομηθεί. Ότι κάθε δάσος μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική ζώνη. Ότι η «ανάπτυξη» είναι πάντοτε καλή επειδή ονομάζεται ανάπτυξη.

Γιατί υπάρχει και μια άλλη ανάπτυξη: η ανάπτυξη της ανθρώπινης ελευθερίας, της συλλογικής ευθύνης, της δημοκρατίας, της γνώσης και της σχέσης μας με τον τόπο.

Αυτή η αντίληψη είναι ιδιαίτερα σημαντική για μια χώρα όπως η Ελλάδα. Έναν τόπο όπου το δάσος, το βουνό, η θάλασσα και η ακτογραμμή δεν είναι απλώς οικονομικά μεγέθη. Είναι μνήμη, πολιτισμός και φυσική κληρονομιά.

Το δάσος δεν είναι απλώς ξυλεία.

Το βουνό δεν είναι απλώς γη.

Η θάλασσα δεν είναι απλώς τουριστικό προϊόν.

Και ο τόπος δεν είναι οικόπεδο.

Η οικολογία της ελευθερίας μας ζητά να αντιστρέψουμε τη λογική. Να πάψουμε να ρωτάμε μόνο «τι μπορούμε να πάρουμε από τη φύση;» και να αρχίσουμε να ρωτάμε «τι οφείλουμε στη φύση που μας κρατά ζωντανούς;»

Αυτό είναι και το πιο πολιτικό μήνυμα του Bookchin.

Η οικολογία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη κινδυνεύει να γίνει διαχείριση της καταστροφής.

Η δημοκρατία χωρίς οικολογία κινδυνεύει να γίνει διαχείριση μιας κοινωνίας που καταστρέφει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ζωής.

Και η οικονομία χωρίς όρια κινδυνεύει να μετατρέψει τελικά ολόκληρο τον πλανήτη σε εμπόρευμα.

Η ελευθερία, λοιπόν, δεν βρίσκεται στην απεριόριστη δυνατότητα του ανθρώπου να καταναλώνει τη φύση. Βρίσκεται στην ικανότητά του να συνυπάρχει μαζί της.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό νόημα της οικολογίας της ελευθερίας: να απελευθερώσουμε τη φύση από την αντίληψη ότι υπάρχει για να μας ανήκει -και τον άνθρωπο από την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθερος όταν μπορεί να την καταστρέφει.

Γιατί όταν όλα γύρω μας μπορούν να πουληθούν, κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα να πουληθεί και η ίδια η ελευθερία.

Και τότε θα έχουμε κερδίσει την ανάπτυξη, αλλά θα έχουμε χάσει τον τόπο. Και χωρίς τόπο, χωρίς φύση και χωρίς κοινό κόσμο, η ελευθερία θα έχει μείνει μόνο μια λέξη.

«Ναγκασάκι: Το κουμπί που ο άνθρωπος δεν έμαθε ακόμη να φοβάται...»


Ναγκασάκι: Όταν ο άνθρωπος έμαθε να πατά το κουμπί.

Στις 9 Αυγούστου 1945, στις 11:02 το πρωί, το Ναγκασάκι έγινε η δεύτερη πόλη στην ιστορία που γνώρισε την πυρηνική καταστροφή.

Δεν ήταν σεισμός.

Δεν ήταν ηφαίστειο.

Δεν ήταν θεομηνία.

Ήταν ανθρώπινη απόφαση.

Ένα αεροπλάνο, μια βόμβα, μια εντολή.

Η ατομική βόμβα με το όνομα «Fat Man» έπεσε πάνω από το Ναγκασάκι και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η τεχνολογική υπεροχή του ανθρώπου αποκαλύφθηκε στην πιο σκοτεινή της μορφή: την ικανότητά του να μετατρέπει την επιστήμη σε μαζικό θάνατο.

Περίπου 74.000 άνθρωποι πέθαναν μέχρι το τέλος του 1945. Άνθρωποι που δεν ήταν στρατηγικοί στόχοι, αριθμοί σε έναν χάρτη ή πιόνια σε μια γεωπολιτική εξίσωση.

Ήταν παιδιά.

Ήταν γονείς.

Ήταν ηλικιωμένοι.

Ήταν άνθρωποι που εκείνο το πρωί σηκώθηκαν από το κρεβάτι τους χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν θα ξημέρωνε για αυτούς άλλη μέρα.

Κατά ένα περίεργο παιχνίδι της τύχης και της φύσης, η πόλη Κοκούρα -που ήταν ο αρχικός στόχος, αλλάχθηκε εν πτήση λόγω πυκνής νέφωσης και ομίχλης. Η βόμβα πυροδοτήθηκε σε υψόμετρο περίπου 500 μέτρων πάνω από την κοιλάδα Ουρακάμι, τη βιομηχανική ζώνη του Ναγκασάκι. Ήταν μια βόμβα πλουτωνίου με ισχύ 21-22 κιλοτόνων TNT. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κατέστρεψε ολοσχερώς μια έκταση περίπου 11,4 τετραγωνικών χιλιομέτρων (ή 4,4 τετραγωνικών μιλίων) της πόλης και αφήνοντας πίσω χιλιάδες θύματα.

Και μετά ήρθαν οι δικαιολογίες.

Η «αναγκαιότητα».

Η «στρατιωτική σκοπιμότητα».

Η «συντόμευση του πολέμου».

Η «σωτηρία ανθρώπινων ζωών».

Η Ιστορία εξακολουθεί να συζητά τα κίνητρα και τις στρατηγικές αποφάσεις.

Όμως υπάρχει κάτι που δεν χρειάζεται κανένα στρατιωτικό επιτελείο για να το καταλάβει: η εξόντωση αμάχων δεν γίνεται λιγότερο φρικτή επειδή πραγματοποιείται κάτω από τον μανδύα  οποιαδήποτε στρατιωτικής σκοπιμότητας.

Το Ναγκασάκι δεν είναι απλώς μια επέτειος. Είναι η στιγμή που η ανθρωπότητα απέκτησε ένα νέο είδος εξουσίας: τη δυνατότητα να εξαφανίσει μαζικά ανθρώπους μέσα σε δευτερόλεπτα.

Και το πιο τρομακτικό είναι ότι, ογδόντα ένα χρόνια μετά, αυτή η δυνατότητα δεν έχει εξαφανιστεί.

Έχει πολλαπλασιαστεί.

Οι πυρηνικές δυνάμεις εξακολουθούν να διαθέτουν οπλοστάσια ικανά να καταστρέψουν όχι μόνο πόλεις αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Κι ενώ οι πολιτικοί μιλούν για «αποτροπή», «ισορροπία ισχύος» και «εθνική ασφάλεια», πίσω από αυτές τις ψυχρές λέξεις υπάρχει πάντα το ίδιο απλό ενδεχόμενο: ένας άνθρωπος να αποφασίσει ότι πρέπει να πατήσει ένα κουμπί.

Στο Ναγκασάκι δεν πέθανε μόνο μια πόλη.

Πέθανε και η ψευδαίσθηση ότι η τεχνολογική πρόοδος σημαίνει αυτομάτως και ηθική πρόοδο.

Μπορείς να φτάσεις στο φεγγάρι και ταυτόχρονα να κρατάς στα χέρια σου ένα όπλο ικανό να αφανίσει τη Γη.

Μπορείς να κατασκευάζεις τεχνητή νοημοσύνη και ταυτόχρονα να διατηρείς μηχανισμούς μαζικής εξόντωσης.

Μπορείς να μιλάς για ανθρώπινα δικαιώματα και να θεωρείς «ρεαλισμό» την προετοιμασία ενός πολέμου που δεν θα αφήσει νικητές.

Αυτό είναι το παράδοξο του πολιτισμού μας.

Ο άνθρωπος έγινε αρκετά έξυπνος για να κατασκευάσει την ατομική βόμβα, αλλά ακόμη δεν έγινε αρκετά σοφός ώστε να την καταργήσει.

Στο Ναγκασάκι σήμερα στέκει ένα άγαλμα. Το Άγαλμα της Ειρήνης στο Πάρκο της Ειρήνης πολύ κοντά στο επίκεντρο της ατομικής έκρηξης.

Το ένα χέρι του αγάλματος υψωμένο προς τον ουρανό, δείχνει εκεί από όπου ήρθε η βόμβα.

Το άλλο απλωμένο οριζόντια, σαν μια σιωπηλή απαίτηση ειρήνης.

Μπροστά από το άγαλμα υπάρχει μια μαύρη μαρμάρινη κρύπτη που περιέχει τα ονόματα όλων των θυμάτων της επίθεσης.

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μήνυμα της 9ης Αυγούστου: Δεν αρκεί να θυμόμαστε τους νεκρούς του Ναγκασάκι. Πρέπει να αμφισβητούμε τον κόσμο που εξακολουθεί να παράγει τα όπλα που μπορούν να δημιουργήσουν το επόμενο Ναγκασάκι.

Γιατί η επόμενη ατομική βόμβα δεν χρειάζεται να πέσει πάνω από την Ιαπωνία. Μπορεί να πέσει οπουδήποτε. Και τότε δεν θα υπάρχει κανείς για να γράψει την επόμενη επέτειο.

Αστακός Αιτωλοακαρνανίας.





















 

Παιχνίδια θαλάσσης...


Το παιχνίδι της θάλασσας δεν έχει κανόνες.

Οι γλάροι κυνηγούν τον άνεμο,

τα πλοία κυνηγούν τον ορίζοντα,

τα δελφίνια κυνηγούν τα κύματα.

Κι εμείς κοιτάμε.

Για λίγο ξεχνάμε τον χρόνο

και θυμόμαστε πως κάποτε

η ζωή ήταν απλώς ένα παιχνίδι.




Βαθύ Ιθάκης.











 

Ζύγιασμα στον αέρα...


Υπάρχουν στιγμές που η ζωή δεν ζητά να προχωρήσεις, αλλά να ζυγιαστείς στον αέρα.

Να αφήσεις για λίγο το βάρος της γης, τις βεβαιότητες, τις παλιές διαδρομές και όσα νόμιζες πως πρέπει να κρατάς. Να σταθείς ανάμεσα σε αυτό που ήσουν και σε αυτό που ακόμη δεν γνωρίζεις πως θα γίνεις.

Το ζύγιασμα δεν είναι πτώση ούτε φυγή. Είναι εκείνη η μικρή, αόρατη ισορροπία όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται τον άνεμο χωρίς να ξεχνά τη γη.

Κι ίσως τελικά αυτό να είναι η ελευθερία:

να μην πετάς επειδή δεν έχεις βάρος,

αλλά επειδή έμαθες να το σηκώνεις χωρίς να σε κρατά κάτω.

Το ξωκκλήσι.

 

Υπάρχουν εκκλησάκια που τα βρίσκεις στον δρόμο. Κι υπάρχουν άλλα που πρέπει να τα αναζητήσεις.

Η Παναγία η Σπηλιώτισσα της Ιθάκης ανήκει στα δεύτερα.

Πάνω από τον Άντρι, εκεί όπου το βουνό γίνεται πιο απότομο και το Ιόνιο ανοίγεται μπροστά σου χωρίς τέλος, ένα μικρό ξωκκλήσι μοιάζει να έχει γεννηθεί από τον ίδιο τον βράχο. Η πρόσοψή του κλείνει το στόμιο μιας σπηλιάς· το καμπαναριό ακουμπά πάνω στην πέτρα και η μικρή αυλή κοιτάζει προς τη θάλασσα.

Εκεί καταλαβαίνεις πως ο τόπος δεν χρειάζεται μεγάλες κατασκευές.

Μερικές φορές αρκεί μια σπηλιά, μια σιωπή και ένας άνθρωπος που έχει κάτι να σκεφτεί μπροστά στο απέραντο.

Κάθε χρόνο, άνθρωποι από το Περαχώρι ανεβαίνουν το δύσβατο μονοπάτι για να το προσεγγίσουν, και ύστερα επιστρέφουν ξανά από τον ίδιο δρόμο.

Ίσως αυτό να είναι και το βαθύτερο νόημα ενός τέτοιου καταφυγίου.

Δεν βρίσκεται εκεί για να σου υποσχεθεί ότι ο δρόμος θα γίνει εύκολος.

Βρίσκεται για να σου θυμίσει πως αξίζει να τον περπατήσεις.

Και όταν φτάσεις, κάτω από τον άνεμο και μπροστά στο απέραντο Ιόνιο, η Ιθάκη μοιάζει ξαφνικά λιγότερο με τόπο και περισσότερο με μνήμη.

Ένα μικρό καταφύγιο μέσα στον βράχο.

Μια θάλασσα χωρίς τέλος.

Και η σιωπή, να κρατά τον άνθρωπο όρθιο στους δύσκολους δρόμους του.

Η Νηοπομπή της Λευτεριάς.

 

Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που δεν μοιάζουν με Ιστορία. Δεν έχουν μεγάλες αίθουσες, επίσημες αποφάσεις και στρατηγούς μπροστά σε χάρτες. Έχουν ένα μικρό τρεχαντήρι, ένα καΐκι, λίγα όπλα, ανθρώπους νέους ακόμη, και μια θάλασσα που περιμένει.

Ήταν 13 Σεπτεμβρίου 1944.

Η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της. Η Λευτεριά δεν είχε ακόμη φανεί, όμως ακουγόταν. Ήταν εκείνη η παράξενη στιγμή που ένας ολόκληρος λαός αισθάνεται πως κάτι αλλάζει στον αέρα. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να σηκώνουν το κεφάλι. Οι Γερμανοί υποχωρούσαν και η ελπίδα, ύστερα από χρόνια φόβου, έβγαινε δειλά από τα σπίτια.

Την επομένη ήταν του Σταυρού και στην Ιθάκη θα γινόταν το πανηγύρι της Καθαριώτισσας, ψηλά στον Νήριτο. Ο κόσμος ανέβαινε προς το μοναστήρι για τον εσπερινό και την ολονυχτία. Κανείς ίσως δεν μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη ακριβώς την ώρα, χαμηλά στη θάλασσα, θα γραφόταν μια από τις τελευταίες πράξεις της Κατοχής στο νησί.

Οι αντάρτες πληροφορήθηκαν πως ένα γερμανικό πλοίο έπλεε κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Ιθάκης.

Τότε άρχισε η καταδίωξη.

Μπροστά ένα μικρό τρεχαντήρι, με τον νεαρό Τάτση Γαλάτη. Πίσω ένα καΐκι με αντάρτες. Και πιο πίσω το ΕΛΑΝίτικο «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Τρία σκάφη μέσα στο Ιόνιο, ακολουθώντας το ένα το άλλο, σαν να τα έσερνε μια κοινή μοίρα.

Έμεινε στη μνήμη ως η «νηοπομπή της Λευτεριάς».

Στις Φρίκιες βρέθηκε το γερμανικό ρυμουλκό «ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ». Η θέση του ήταν ιδανική για επίθεση. Από τον Μύλο του Σπηλιάτσου, πάνω από το λιμάνι, μια μικρή ομάδα ανταρτών πήρε θέση.

Δεν είχαν στρατό.

Είχαν δύο οπλοπολυβόλα, ένα αντιαρματικό, τρία βλήματα και μια χειροβομβίδα. Είχαν όμως κάτι που συχνά δεν καταγράφεται στους στρατιωτικούς χάρτες: την απόφαση.

Η μάχη άρχισε.

Οι Γερμανοί ανταπέδωσαν τα πυρά. Ύστερα σήκωσαν ένα λευκό μαντήλι. Παράδοση.

Μόνο που η παράδοση δεν κράτησε πολύ. Όταν ένας από τους αντάρτες πλησίασε, οι πυροβολισμοί ξανάρχισαν.

Και τότε ο Γεράσιμος Παΐζης ή Καζάκος πέταξε τη χειροβομβίδα πάνω στο πλοίο.

Όλα σταμάτησαν.

Οι αντάρτες όρμησαν.

Ανάμεσά τους ο Γιώργης Κουτσουβέλης, ο Πάνος Αρταβάνης, ο Αντώνης Τσιντήλας, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Αγαμέμνων Γαλάτης και άλλοι Ιθακήσιοι. Πίσω τους ακολουθούσαν Κιονιώτες. Άνθρωποι που δεν είχαν στρατιωτική στολή, αλλά είχαν την ανάγκη να τελειώσει ο πόλεμος.

Ανάμεσά τους ακόμη και παιδιά.

Κάποιος, λέει η μαρτυρία, κρατούσε για όπλο ένα καρεκλοπόδαρο.

Η εικόνα μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Κι όμως, ίσως μέσα σε αυτήν βρίσκεται ολόκληρη η ουσία της Αντίστασης: άνθρωποι καθημερινοί που, σε μια στιγμή της Ιστορίας, αναγκάζονται να γίνουν κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν.

Ο Κουτσουβέλης μπήκε στο πλοίο. Βρήκε έναν τραυματισμένο Γερμανό λοχαγό. Και λίγο αργότερα, μέσα στην καρβουναποθήκη, ανακάλυψε έναν Ιταλό κρυμμένο στα κάρβουνα.

Ο Ιταλός σήκωσε τα χέρια.

«Μπόνο αντάρτο, παρτιζάνο, κομουνίστα…»

Και μέσα στη φρίκη του πολέμου, η λέξη «παρτιζάνο» έγινε ξαφνικά γέφυρα ανάμεσα σε ανθρώπους που μέχρι πριν από λίγο βρίσκονταν σε διαφορετικές πλευρές.

Το πλοίο οδηγήθηκε πανηγυρικά στο Κιόνι.

Για λίγο, η Ιθάκη πίστεψε πως η Ιστορία είχε αλλάξει χέρια.

Όμως ο πόλεμος δεν τελειώνει επειδή ένας άνθρωπος σηκώνει λευκό μαντήλι.

Οι Γερμανοί είχαν ήδη ειδοποιήσει την Πάτρα. Δύο γερμανικές κανονιοφόροι έφτασαν για να αναζητήσουν τα δύο σκάφη. Το «ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ» και το «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» εντοπίστηκαν ανάμεσα στον Άγιο Ανδρέα και τη Χοντρηπούντα.

Και τότε η θάλασσα γέμισε πυρά.

Όσοι πρόλαβαν έπεσαν στο νερό. Οι Γερμανοί πυροβολούσαν ακόμη και εκείνους που κολυμπούσαν. Τα δύο πλοία βυθίστηκαν.

Δύο άντρες της δύναμης ΕΛΑΣ–ΕΛΑΝ, ο Βασίλης Παπαφώτης και ο Γιώργης Τριλίβας, δεν γύρισαν.

Και δεκαεπτά Ιταλοί χάθηκαν μαζί με το πλοίο.

Οι επιζώντες ανέβηκαν στους λόγγους. Βρεγμένοι, παγωμένοι, εξαντλημένοι, έφτασαν στην Καθαριώτισσα. Εκεί ο ηγούμενος Ιερόθεος Καλλίνικος τούς περιέθαλψε.

Την επόμενη ημέρα ήρθαν τα αντίποινα.

Οι γερμανικές δυνάμεις βομβάρδισαν τις Φρίκιες και το Κιόνι.

Τα σπίτια άντεξαν όσο μπορούσαν. Οι άνθρωποι είχαν προλάβει να φύγουν. Στους τοίχους όμως έμειναν τα σημάδια.

Και τα σημάδια αυτά είναι μερικές φορές πιο επίμονα από τις λέξεις.

Γιατί ο πόλεμος τελειώνει, αλλά ο τοίχος θυμάται.

Η θάλασσα θυμάται.

Ο βράχος θυμάται.

Και κυρίως θυμούνται οι άνθρωποι.

Στον βράχο από όπου ξεκίνησαν οι Κιονιώτες για την επίθεση τοποθετήθηκε αργότερα μια μαρμάρινη πλάκα. Εκεί, κάθε 13 Σεπτέμβρη, η μνήμη επιστρέφει. Γίνεται τρισάγιο, κατατίθενται στεφάνια και οι τελευταίοι επιζώντες διηγούνται στους νεότερους όσα έζησαν.

Δεν είναι μια τελετή για το παρελθόν.

Είναι μια τελετή απέναντι στη λήθη.

Γιατί η λήθη δεν είναι ουδέτερη. Όταν ξεχνάμε, αφήνουμε το παρελθόν να ξαναγραφτεί από εκείνους που έχουν λόγο να το παραποιήσουν. Οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν. Μιλούν οι ζωντανοί γι' αυτούς.

Και κάποτε, όταν θα φύγουν και οι τελευταίοι ζωντανοί μάρτυρες, θα απομείνουν οι πέτρες, οι θάλασσες, τα ονόματα και οι αφηγήσεις.

Γι' αυτό η Ιθάκη δεν πρέπει να ξεχάσει τη «νηοπομπή της Λευτεριάς».

Όχι για να δοξάσει τον πόλεμο.

Αλλά για να θυμάται το τίμημα της ελευθερίας.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, μερικοί άνθρωποι ξεκίνησαν από έναν ιθακήσιο βράχο και κατέβηκαν προς τη θάλασσα.

Δεν ήξεραν αν θα επιστρέψουν.

Ήξεραν μόνο πως κάποια πράγματα αξίζει να τα υπερασπίζεσαι ακόμη κι όταν η δύναμή σου είναι μικρότερη από τη δύναμη του εχθρού.

Ίσως αυτό να είναι τελικά η Αντίσταση:

να στέκεσαι όρθιος όταν όλα γύρω σου σε καλούν να γονατίσεις.

Και ίσως η Λευτεριά να μην έρχεται ποτέ μόνη της.

Πάντα κάποιος πρέπει να ανοίξει πρώτος τον δρόμο.

Εκείνη τη μέρα, στην Ιθάκη, τον δρόμο τον άνοιξαν με ένα μικρό τρεχαντήρι, δυο καΐκια και ανθρώποι που δεν φοβήθηκαν να κατέβουν από τον βράχο στη θάλασσα.

Και η θάλασσα, που τόσους αιώνες κουβαλά τον νόστο του Οδυσσέα, κράτησε μέσα της και έναν άλλο νόστο: τον πόθο ενός λαού να επιστρέψει από το σκοτάδι στην ελευθερία.

«Κάθε πάτημα στον τόπο μας κι ένα μνημείο ηρωικό·

κάθε οργιά θάλασσας, χίλιες σταγόνες αίμα.»

Κι όσο αυτά τα λόγια εξακολουθούν να διαβάζονται, η Ιθάκη θα θυμάται.

Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο οι πέτρες και τα νερά του.

Είναι και οι άνθρωποι που κάποτε στάθηκαν όρθιοι πάνω τους.

Οι ακίδες του αχινού.



Οι ακίδες του αχινού δεν είναι όπλα· είναι η άμυνα ενός πλάσματος που έμαθε να ζει χωρίς να επιτίθεται.

Στέκεται ακίνητος στον βυθό, σχεδόν αόρατος, κι όμως γύρω του υψώνεται ένας μικρός φράχτης. Όποιος τον αγγίξει απρόσεκτα, θα πληγωθεί. Όχι γιατί ο αχινός θέλει να πονέσει κάποιον, αλλά γιατί κάθε ζωή έχει τα όριά της.

Ίσως έτσι να είναι και οι άνθρωποι. Κάποιοι υψώνουν αγκάθια επειδή κάποτε πληγώθηκαν. Κι ύστερα ξεχνούν πως οι ακίδες που τους προστατεύουν είναι οι ίδιες που δυσκολεύουν κάποιον να τους πλησιάσει.

Ο αχινός, όμως, δεν αλλάζει θέση. Παραμένει εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και στο φως του νερού, διδάσκοντας μια σιωπηλή αλήθεια: Δεν χρειάζεται να πληγώνεις για να προστατεύεσαι. Αρκεί να ξέρεις πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζει ο άλλος.

Χελώνα στα ρηχά.

 

Στα ρηχά,

εκεί που η θάλασσα δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα γίνει ουρανός,

η χελώνα περνά αργά.

Σαν παλιά σκέψη

που ξαναγυρίζει στον νου.

Σαν μνήμη που δεν βιάζεται να πεθάνει.

Το καβούκι της κρατά πάνω του

τα χρόνια, τους δρόμους, τις επιστροφές.

Και κάθε κίνηση των πτερυγίων της

μοιάζει με μια μικρή υπόσχεση

πως κανένας δρόμος δεν χάνεται οριστικά.

Στα ρηχά δεν κολυμπά·

γλιστρά ανάμεσα στο φως και στη σιωπή.

Κι εμείς την κοιτάζουμε

χωρίς να ξέρουμε αν ταξιδεύει προς τη θάλασσα

ή προς εκείνη την παλιά πατρίδα

που όλοι κουβαλάμε μέσα μας.

Ίσως η Ιθάκη της

να μην είναι ένας τόπος.

Ίσως να είναι

απλώς η στιγμή

που το νερό αγγίζει τη στεριά

και για λίγο

κανείς δεν χρειάζεται να επιστρέψει πουθενά.

Στα ρηχά.

 

Στα ρηχά η θάλασσα δεν σε φοβίζει.

Σε πλησιάζει.

Τα πόδια αγγίζουν ακόμη τον βυθό, μα το σώμα έχει ήδη αρχίσει να ξεχνά τη γη. Κολυμπάς λίγο, σταματάς, κοιτάζεις τον ορίζοντα. Δεν χρειάζεται να φύγεις μακριά.

Ίσως γιατί υπάρχουν στιγμές που δεν ζητούν βάθος, αλλά ησυχία.

Στα ρηχά μαθαίνεις πως η ελευθερία δεν βρίσκεται πάντα εκεί όπου δεν πατάς. Μερικές φορές βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου ξέρεις πως, αν χρειαστεί, μπορείς να ξαναβρείς τον βυθό.

Και συνεχίζεις να κολυμπάς.

Ανάμεσα στην ασφάλεια και στην επιθυμία.

Ανάμεσα στη στεριά που αφήνεις και στον ορίζοντα που δεν χρειάζεται να φτάσεις.

Η Κίρκη και η μπύρα.

 

Η Κίρκη δεν χρειάζεται πια μαγικά φίλτρα.

Έχει μια μπύρα στο χέρι και κοιτάζει τη θάλασσα.

Ο Οδυσσέας έφυγε κάποτε από το νησί της,

μα εκείνη έμαθε πως μερικούς ανθρώπους

δεν τους κρατάς με ξόρκια.

Τους αφήνεις να φύγουν.

Κι ύστερα κάθεσαι στην ακτή,

ανοίγεις μια κρύα μπύρα

και πίνεις στην υγειά του νόστου.

Γιατί ίσως η πραγματική μαγεία της Κίρκης

δεν ήταν πως μεταμόρφωνε τους άνδρες σε ζώα·

ήταν πως τους έκανε, έστω για λίγο,

να ξεχνούν πού ήθελαν να πάνε.

Το κεντρί της σφήκας.

 


Η κοινή σφήκα, η Vespula vulgaris, είναι ένα μικρό πλάσμα που κουβαλά πάνω του μια δυσανάλογη δύναμη. Μικρή στο σώμα, μεγάλη στην αποφασιστικότητα, κινείται ανάμεσα στα λουλούδια, στα δέντρα και στις ανθρώπινες αυλές, χωρίς να μας ζητά την άδεια να υπάρχει.

Το κεντρί της δεν είναι απλώς ένα όπλο άμυνας. Είναι μέρος της στρατηγικής της για την επιβίωση. Μπορεί να το χρησιμοποιήσει όταν απειλείται, αλλά και στο κυνήγι, για να ακινητοποιήσει τη λεία της. Ένα τόσο μικρό όργανο υπηρετεί έτσι δύο ανάγκες της ζωής: να προστατεύει και να εξασφαλίζει τροφή.

Κι εκεί βρίσκεται ίσως η παράξενη σοφία της φύσης. Τίποτε δεν είναι φτιαγμένο μόνο για έναν σκοπό. Η ίδια δύναμη που προστατεύει μπορεί να γίνει δύναμη επίθεσης· αυτό που φαίνεται απειλητικό είναι, για το πλάσμα που το διαθέτει, απλώς ένας τρόπος να συνεχίσει να υπάρχει.

Η σφήκα δεν είναι καλή ούτε κακή. Δεν κεντρίζει από θυμό και δεν κυνηγά από κακία. Δεν γνωρίζει την ηθική του ανθρώπου. Γνωρίζει μόνο τον αδυσώπητο νόμο της ζωής: να προστατεύεσαι, να κυνηγάς, να επιβιώνεις και να συνεχίζεις να πετάς.

Κι ίσως αυτό είναι το πιο ταπεινό μάθημα που μας αφήνει ένα τόσο μικρό έντομο: πως η ζωή, πριν γίνει φιλοσοφία, είναι πρώτα απ’ όλα ένας αγώνας να παραμείνει ζωή.

Η Ιθάκη ως λόγος.


Η Ιθάκη δεν είναι ο τόπος όπου φτάνεις· είναι ο λόγος που συνεχίζεις να ταξιδεύεις.

Ίσως γι’ αυτό η Ιθάκη δεν βρίσκεται ποτέ πραγματικά στο τέλος του δρόμου. Βρίσκεται μέσα μας, σαν μια αόρατη πυξίδα που επιμένει να δείχνει προς τα εμπρός, ακόμη κι όταν ο ορίζοντας χάνεται μέσα στην ομίχλη. Είναι ο σκοπός που δίνει νόημα στην περιπλάνηση, όχι η ανταμοιβή της άφιξης.

Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε μόνο για να επιστρέψει. Ταξίδεψε για να γίνει άλλος. Κάθε θάλασσα, κάθε κίνδυνος, κάθε απώλεια αφαίρεσε κάτι από εκείνον και ταυτόχρονα του αποκάλυψε κάτι που δεν γνώριζε. Γιατί ο άνθρωπος, τελικά, δεν επιστρέφει ποτέ ίδιος στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησε.

Κι όταν κάποτε φτάσει στην Ιθάκη, μπορεί να καταλάβει πως το πολυτιμότερο δεν ήταν η ακτή που αντίκρισε, αλλά η διαδρομή που τον έφερε ως εκεί. Οι άνθρωποι που συνάντησε, οι θύελλες που άντεξε, οι φόβοι που ξεπέρασε, οι στιγμές που νόμισε πως χάθηκε.

Ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη αλήθεια της Ιθάκης: δεν μας υπόσχεται έναν προορισμό· μας χαρίζει έναν λόγο να μην εγκαταλείψουμε το ταξίδι.

Και όσο ταξιδεύουμε, όσο ακόμη αναζητούμε, όσο υπάρχει ένας ορίζοντας μπροστά μας, η Ιθάκη υπάρχει.