Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που δεν μοιάζουν με Ιστορία. Δεν έχουν μεγάλες αίθουσες, επίσημες αποφάσεις και στρατηγούς μπροστά σε χάρτες. Έχουν ένα μικρό τρεχαντήρι, ένα καΐκι, λίγα όπλα, ανθρώπους νέους ακόμη, και μια θάλασσα που περιμένει.
Ήταν 13 Σεπτεμβρίου 1944.
Η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της. Η Λευτεριά δεν είχε ακόμη φανεί, όμως ακουγόταν. Ήταν εκείνη η παράξενη στιγμή που ένας ολόκληρος λαός αισθάνεται πως κάτι αλλάζει στον αέρα. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να σηκώνουν το κεφάλι. Οι Γερμανοί υποχωρούσαν και η ελπίδα, ύστερα από χρόνια φόβου, έβγαινε δειλά από τα σπίτια.
Την επομένη ήταν του Σταυρού και στην Ιθάκη θα γινόταν το πανηγύρι της Καθαριώτισσας, ψηλά στον Νήριτο. Ο κόσμος ανέβαινε προς το μοναστήρι για τον εσπερινό και την ολονυχτία. Κανείς ίσως δεν μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη ακριβώς την ώρα, χαμηλά στη θάλασσα, θα γραφόταν μια από τις τελευταίες πράξεις της Κατοχής στο νησί.
Οι αντάρτες πληροφορήθηκαν πως ένα γερμανικό πλοίο έπλεε κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Ιθάκης.
Τότε άρχισε η καταδίωξη.
Μπροστά ένα μικρό τρεχαντήρι, με τον νεαρό Τάτση Γαλάτη. Πίσω ένα καΐκι με αντάρτες. Και πιο πίσω το ΕΛΑΝίτικο «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Τρία σκάφη μέσα στο Ιόνιο, ακολουθώντας το ένα το άλλο, σαν να τα έσερνε μια κοινή μοίρα.
Έμεινε στη μνήμη ως η «νηοπομπή της Λευτεριάς».
Στις Φρίκιες βρέθηκε το γερμανικό ρυμουλκό «ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ». Η θέση του ήταν ιδανική για επίθεση. Από τον Μύλο του Σπηλιάτσου, πάνω από το λιμάνι, μια μικρή ομάδα ανταρτών πήρε θέση.
Δεν είχαν στρατό.
Είχαν δύο οπλοπολυβόλα, ένα αντιαρματικό, τρία βλήματα και μια χειροβομβίδα. Είχαν όμως κάτι που συχνά δεν καταγράφεται στους στρατιωτικούς χάρτες: την απόφαση.
Η μάχη άρχισε.
Οι Γερμανοί ανταπέδωσαν τα πυρά. Ύστερα σήκωσαν ένα λευκό μαντήλι. Παράδοση.
Μόνο που η παράδοση δεν κράτησε πολύ. Όταν ένας από τους αντάρτες πλησίασε, οι πυροβολισμοί ξανάρχισαν.
Και τότε ο Γεράσιμος Παΐζης ή Καζάκος πέταξε τη χειροβομβίδα πάνω στο πλοίο.
Όλα σταμάτησαν.
Οι αντάρτες όρμησαν.
Ανάμεσά τους ο Γιώργης Κουτσουβέλης, ο Πάνος Αρταβάνης, ο Αντώνης Τσιντήλας, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Αγαμέμνων Γαλάτης και άλλοι Ιθακήσιοι. Πίσω τους ακολουθούσαν Κιονιώτες. Άνθρωποι που δεν είχαν στρατιωτική στολή, αλλά είχαν την ανάγκη να τελειώσει ο πόλεμος.
Ανάμεσά τους ακόμη και παιδιά.
Κάποιος, λέει η μαρτυρία, κρατούσε για όπλο ένα καρεκλοπόδαρο.
Η εικόνα μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Κι όμως, ίσως μέσα σε αυτήν βρίσκεται ολόκληρη η ουσία της Αντίστασης: άνθρωποι καθημερινοί που, σε μια στιγμή της Ιστορίας, αναγκάζονται να γίνουν κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν.
Ο Κουτσουβέλης μπήκε στο πλοίο. Βρήκε έναν τραυματισμένο Γερμανό λοχαγό. Και λίγο αργότερα, μέσα στην καρβουναποθήκη, ανακάλυψε έναν Ιταλό κρυμμένο στα κάρβουνα.
Ο Ιταλός σήκωσε τα χέρια.
«Μπόνο αντάρτο, παρτιζάνο, κομουνίστα…»
Και μέσα στη φρίκη του πολέμου, η λέξη «παρτιζάνο» έγινε ξαφνικά γέφυρα ανάμεσα σε ανθρώπους που μέχρι πριν από λίγο βρίσκονταν σε διαφορετικές πλευρές.
Το πλοίο οδηγήθηκε πανηγυρικά στο Κιόνι.
Για λίγο, η Ιθάκη πίστεψε πως η Ιστορία είχε αλλάξει χέρια.
Όμως ο πόλεμος δεν τελειώνει επειδή ένας άνθρωπος σηκώνει λευκό μαντήλι.
Οι Γερμανοί είχαν ήδη ειδοποιήσει την Πάτρα. Δύο γερμανικές κανονιοφόροι έφτασαν για να αναζητήσουν τα δύο σκάφη. Το «ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ» και το «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» εντοπίστηκαν ανάμεσα στον Άγιο Ανδρέα και τη Χοντρηπούντα.
Και τότε η θάλασσα γέμισε πυρά.
Όσοι πρόλαβαν έπεσαν στο νερό. Οι Γερμανοί πυροβολούσαν ακόμη και εκείνους που κολυμπούσαν. Τα δύο πλοία βυθίστηκαν.
Δύο άντρες της δύναμης ΕΛΑΣ–ΕΛΑΝ, ο Βασίλης Παπαφώτης και ο Γιώργης Τριλίβας, δεν γύρισαν.
Και δεκαεπτά Ιταλοί χάθηκαν μαζί με το πλοίο.
Οι επιζώντες ανέβηκαν στους λόγγους. Βρεγμένοι, παγωμένοι, εξαντλημένοι, έφτασαν στην Καθαριώτισσα. Εκεί ο ηγούμενος Ιερόθεος Καλλίνικος τούς περιέθαλψε.
Την επόμενη ημέρα ήρθαν τα αντίποινα.
Οι γερμανικές δυνάμεις βομβάρδισαν τις Φρίκιες και το Κιόνι.
Τα σπίτια άντεξαν όσο μπορούσαν. Οι άνθρωποι είχαν προλάβει να φύγουν. Στους τοίχους όμως έμειναν τα σημάδια.
Και τα σημάδια αυτά είναι μερικές φορές πιο επίμονα από τις λέξεις.
Γιατί ο πόλεμος τελειώνει, αλλά ο τοίχος θυμάται.
Η θάλασσα θυμάται.
Ο βράχος θυμάται.
Και κυρίως θυμούνται οι άνθρωποι.
Στον βράχο από όπου ξεκίνησαν οι Κιονιώτες για την επίθεση τοποθετήθηκε αργότερα μια μαρμάρινη πλάκα. Εκεί, κάθε 13 Σεπτέμβρη, η μνήμη επιστρέφει. Γίνεται τρισάγιο, κατατίθενται στεφάνια και οι τελευταίοι επιζώντες διηγούνται στους νεότερους όσα έζησαν.
Δεν είναι μια τελετή για το παρελθόν.
Είναι μια τελετή απέναντι στη λήθη.
Γιατί η λήθη δεν είναι ουδέτερη. Όταν ξεχνάμε, αφήνουμε το παρελθόν να ξαναγραφτεί από εκείνους που έχουν λόγο να το παραποιήσουν. Οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν. Μιλούν οι ζωντανοί γι' αυτούς.
Και κάποτε, όταν θα φύγουν και οι τελευταίοι ζωντανοί μάρτυρες, θα απομείνουν οι πέτρες, οι θάλασσες, τα ονόματα και οι αφηγήσεις.
Γι' αυτό η Ιθάκη δεν πρέπει να ξεχάσει τη «νηοπομπή της Λευτεριάς».
Όχι για να δοξάσει τον πόλεμο.
Αλλά για να θυμάται το τίμημα της ελευθερίας.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, μερικοί άνθρωποι ξεκίνησαν από έναν ιθακήσιο βράχο και κατέβηκαν προς τη θάλασσα.
Δεν ήξεραν αν θα επιστρέψουν.
Ήξεραν μόνο πως κάποια πράγματα αξίζει να τα υπερασπίζεσαι ακόμη κι όταν η δύναμή σου είναι μικρότερη από τη δύναμη του εχθρού.
Ίσως αυτό να είναι τελικά η Αντίσταση:
να στέκεσαι όρθιος όταν όλα γύρω σου σε καλούν να γονατίσεις.
Και ίσως η Λευτεριά να μην έρχεται ποτέ μόνη της.
Πάντα κάποιος πρέπει να ανοίξει πρώτος τον δρόμο.
Εκείνη τη μέρα, στην Ιθάκη, τον δρόμο τον άνοιξαν με ένα μικρό τρεχαντήρι, δυο καΐκια και ανθρώποι που δεν φοβήθηκαν να κατέβουν από τον βράχο στη θάλασσα.
Και η θάλασσα, που τόσους αιώνες κουβαλά τον νόστο του Οδυσσέα, κράτησε μέσα της και έναν άλλο νόστο: τον πόθο ενός λαού να επιστρέψει από το σκοτάδι στην ελευθερία.
«Κάθε πάτημα στον τόπο μας κι ένα μνημείο ηρωικό·
κάθε οργιά θάλασσας, χίλιες σταγόνες αίμα.»
Κι όσο αυτά τα λόγια εξακολουθούν να διαβάζονται, η Ιθάκη θα θυμάται.
Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο οι πέτρες και τα νερά του.
Είναι και οι άνθρωποι που κάποτε στάθηκαν όρθιοι πάνω τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου