Η τέχνη της γραφής: να βάζεις τις λέξεις στη θέση τους, να ανακατεύεις αλήθειες με ψέματα και να σερβίρεις σκέψεις που αφήνουν επίγευση. Γιατί οι λέξεις είναι ακίνδυνες μόνο μέχρι να μάθουν να δαγκώνουν.
8/11/26
Η τέχνη της αποπλάνησης.
Η τέχνη της αποπλάνησης: να υπόσχεσαι χωρίς να δεσμεύεσαι, να αποκαλύπτεις τόσο όσο χρειάζεται και να αφήνεις τη φαντασία να κάνει την υπόλοιπη δουλειά. Γιατί η πραγματική αποπλάνηση δεν βρίσκεται σε όσα προσφέρεις, αλλά σε όσα κάνεις τον άλλον να επιθυμεί.
Η τέχνη της ζαχαροπλαστικής.
Η τέχνη της ζαχαροπλαστικής: να καλύπτεις την πικρή αλήθεια με αρκετή ζάχαρη, να γαρνίρεις τις αποτυχίες με σαντιγί και να σερβίρεις την αυταπάτη ως γλυκιά δημιουργία.
Άλλωστε, ο κόσμος καταπίνει ευκολότερα όσα του αφήνουν μια γλυκιά επίγευση.
Η τέχνη στην κουζίνα.
Η τέχνη στην κουζίνα: να μεταμορφώνεις τα λίγα σε πολλά, τα άνοστα σε περιζήτητα και τα καμένα σε γκουρμέ δημιουργίες.
Γιατί στην κουζίνα, όπως και στη ζωή, δεν μετράει πάντα τι έχεις στα χέρια σου, αλλά πόσο καλά ξέρεις να το σερβίρεις.
Η τέχνη του καφέ.
Η τέχνη του καφέ: να βράζεις την υπομονή, να αλέθεις τις σκέψεις, να φιλτράρεις τις απογοητεύσεις και να σερβίρεις την καθημερινότητα σε μικρό φλιτζάνι. Με λίγη ζάχαρη ή χωρίς. Η πίκρα, άλλωστε, είναι πάντα μέσα στην τιμή.
Κοπτοραπτική.
Κοπτοραπτική, η τέχνη να κόβεις την πραγματικότητα στα μέτρα σου και να τη ράβεις όπως σε βολεύει. Να αφαιρείς ό,τι περισσεύει από την αλήθεια, να μπαλώνεις τις αντιφάσεις και να παρουσιάζεις το τελικό ένδυμα ως αυθεντικό.
Γιατί, τελικά, δεν χρειάζεται να αλλάξεις την πραγματικότητα. Αρκεί να της κάνεις μια καλή μεταποίηση.
Και οι καλύτεροι ράφτες δεν είναι πάντα εκείνοι που ξέρουν να ράβουν, αλλά εκείνοι που ξέρουν τι να κόψουν. Άλλωστε, η αλήθεια δεν χρειάζεται πατρόν. Τα ψέματα χρειάζονται πάντα επιδιορθώσεις.
Η Αυτοκρατορία του Ήλιου.
Η Αυτοκρατορία του Ήλιου: Το παραγνωρισμένο αριστούργημα του Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Αν αναζητήσει κανείς τις κορυφαίες στιγμές στη φιλμογραφία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το μυαλό των περισσότερων θα στραφεί αμέσως στη «Λίστα του Σίντλερ» ή στη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν». Ωστόσο, το 1987, ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης παρέδωσε ένα από τα βαθύτερα, λυρικότερα και συναισθηματικά φορτισμένα πολεμικά δράματα του σύγχρονου κινηματογράφου: την «Αυτοκρατορία του Ήλιου» (Empire of the Sun).
Βασισμένη στο ομώνυμο, ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Τζ. Γκ. Μπάλαρντ (J. G. Ballard), η ταινία δεν αποτελεί μια συνηθισμένη πολεμική περιπέτεια. Είναι μια οδυνηρή και οπτικά καθηλωτική μελέτη πάνω στην απώλεια της παιδικής αθωότητας, στη δύναμη της προσαρμογής και στην ανθρώπινη ικανότητα επιβίωσης μέσα στην παράνοια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
🎬 Η υπόθεση της ταινίας.
📽 Η ζωή μέσα στη φούσκα και η βίαιη ανατροπή.
Η ιστορία ξεκινά στη Σαγκάη το 1941. Ο εντεκάχρονος Τζέιμι «Τζιμ» Γκράχαμ, τον οποίο υποδύεται ο νεαρός Κρίστιαν Μπέιλ στην πρώτη μεγάλη κινηματογραφική εμφάνισή του, είναι ένα προνομιούχο Βρετανόπουλο. Ζει με τους γονείς του σε μια πολυτελή κατοικία στη Διεθνή Κοινότητα της Σαγκάης, αποκομμένος από τη φτώχεια και τις κοινωνικές αντιθέσεις της κινεζικής μεγαλούπολης. Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα αεροπλάνα και στην αεροπορία, που αποτελούν σχεδόν ολόκληρο τον μικρόκοσμό του.
Όλα ανατρέπονται στις 8 Δεκεμβρίου 1941, μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, όταν οι ιαπωνικές δυνάμεις καταλαμβάνουν τη Σαγκάη. Μέσα στον πανικό της εκκένωσης, καθώς οι ξένοι κάτοικοι προσπαθούν να διαφύγουν, ο Τζιμ απομακρύνεται από τους γονείς του και χάνεται στο πλήθος. Η παιδική του ανεμελιά τελειώνει απότομα, χωρίς να έχει προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει γύρω του.
📽 Η επιβίωση στους δρόμους και η συνάντηση με τον Μπέισι.
Ο Τζιμ επιστρέφει μόνος στην έπαυλη της οικογένειάς του, ελπίζοντας ότι οι γονείς του θα γυρίσουν. Τρέφεται με ό,τι βρίσκει και περιμένει μέσα σε ένα σπίτι που σταδιακά μετατρέπεται σε άδειο κέλυφος μιας ζωής που δεν υπάρχει πια.
Όταν τελειώνουν τα τρόφιμα, αναγκάζεται να βγει στους επικίνδυνους δρόμους της κατεχόμενης πόλης. Εκεί ανακαλύπτει ότι η κοινωνική θέση, η οικογενειακή περιουσία και τα προνόμια που μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητα δεν έχουν πλέον καμία αξία.
Στην περιπλάνησή του συναντά τον Μπέισι (Τζον Μάλκοβιτς) και τον Φρανκ (Τζο Παντολιάνο), δύο Αμερικανούς που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα από μικροκλοπές και τυχοδιωκτικές δραστηριότητες. Ο Μπέισι είναι κυνικός, ευφυής και χειριστικός. Αρχικά αντιμετωπίζει τον Τζιμ ως ένα πιθανό αντικείμενο συναλλαγής, αλλά τελικά τον κρατά κοντά του. Η σχέση τους θα εξελιχθεί σε μια ιδιόμορφη συνύπαρξη, όπου η ανάγκη για επιβίωση συνυπάρχει με την εκμετάλλευση και την περιστασιακή ανθρώπινη αλληλεγγύη.
Σύντομα, και οι τρεις συλλαμβάνονται από τους Ιάπωνες και οδηγούνται σε στρατόπεδο κράτησης.
📽 Το στρατόπεδο κράτησης και η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα.
Η αφήγηση μεταφέρεται στο 1945. Ο Τζιμ βρίσκεται πλέον στο στρατόπεδο κράτησης αμάχων του Σουαντσόου. Το παιδί που είχε μεγαλώσει μέσα στην πολυτέλεια έχει μεταμορφωθεί σε έναν δραστήριο, παρατηρητικό και εξαιρετικά ευρηματικό μικρό επιζώντα.
Έχει αναπτύξει ένα ολόκληρο δίκτυο ανταλλαγών και μικροσυναλλαγών, εξασφαλίζοντας τρόφιμα και άλλα απαραίτητα αγαθά για τον εαυτό του και τους υπόλοιπους κρατουμένους. Γνωρίζει πώς να κινείται ανάμεσα στους αιχμαλώτους και τους Ιάπωνες φρουρούς, έχοντας μάθει να προσαρμόζεται στους κανόνες ενός κόσμου που λειτουργεί πλέον με διαφορετικές αξίες.
Παράλληλα, αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν νεαρό Ιάπωνα εκπαιδευόμενο πιλότο καμικάζι. Ο Τζιμ θαυμάζει τους Ιάπωνες αεροπόρους και γοητεύεται από την πειθαρχία, την αποφασιστικότητα και τον κώδικα τιμής τους. Η παιδική του λατρεία για τα αεροπλάνα έχει πλέον διαμορφωθεί μέσα από το παράδοξο περιβάλλον του πολέμου: τα ίδια αεροσκάφη που κάποτε συμβόλιζαν την ελευθερία αποτελούν τώρα όργανα καταστροφής.
📽 Η κατάρρευση του στρατοπέδου και η πορεία προς τον θάνατο.
Καθώς οι συμμαχικές δυνάμεις προελαύνουν, οι αμερικανικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί εντείνονται. Τα P-51 Mustang, τα οποία ο Τζιμ αποκαλεί «Cadillac των αιθέρων», γίνονται το σύμβολο μιας νέας πραγματικότητας που πλησιάζει.
Το στρατόπεδο εκκενώνεται και οι κρατούμενοι αναγκάζονται να ακολουθήσουν μια εξαντλητική πορεία μέσα στην κινεζική ενδοχώρα. Η πείνα, η εξάντληση και οι ασθένειες οδηγούν πολλούς ανθρώπους στον θάνατο.
Κατά τη διάρκεια της πορείας, ο Τζιμ φτάνει σε ένα σημείο όπου παρατηρεί στον ορίζοντα μια εκτυφλωτική λάμψη. Είναι η αντανάκλαση της ατομικής έκρηξης στο Ναγκασάκι. Μέσα στη σύγχυση και την ψυχική εξάντλησή του, ερμηνεύει το φως ως την ψυχή μιας φίλης του που εγκαταλείπει τον κόσμο των ζωντανών.
Η σκηνή αυτή αποτελεί μία από τις πιο ποιητικές και συγκλονιστικές στιγμές της ταινίας. Η φρίκη της πυρηνικής καταστροφής φιλτράρεται μέσα από την εύθραυστη αντίληψη ενός παιδιού που προσπαθεί να δώσει νόημα σε έναν κόσμο χωρίς λογική.
📽 Το τέλος του πολέμου και η επιστροφή.
Μετά την παράδοση της Ιαπωνίας, οι κρατούμενοι εγκαταλείπονται ουσιαστικά στην τύχη τους. Ο Τζιμ επιστρέφει στο εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο, όπου συναντά ξανά τον νεαρό Ιάπωνα φίλο του, ο οποίος δεν πρόλαβε ποτέ να πραγματοποιήσει την αποστολή του ως πιλότος καμικάζι.
Η συνάντησή τους διακόπτεται βίαια όταν εμφανίζεται ο Μπέισι με μια ομάδα πλιατσικολόγων. Ένας από τους άνδρες του, παρερμηνεύοντας την κατάσταση, πυροβολεί και σκοτώνει τον νεαρό Ιάπωνα. Ο Τζιμ, συγκλονισμένος, προσπαθεί απεγνωσμένα να τον επαναφέρει στη ζωή, εφαρμόζοντας τεχνητή αναπνοή.
Είναι μια στιγμή που συμπυκνώνει ολόκληρη την τραγωδία της παιδικής του ηλικίας: ένα παιδί που έχει βιώσει τον θάνατο, να προσπαθεί να σώσει τον φίλο του.
Ο Μπέισι εγκαταλείπει ξανά τον Τζιμ, αφήνοντάς τον μόνο. Λίγο αργότερα, Αμερικανοί στρατιώτες τον εντοπίζουν και τον μεταφέρουν σε ένα ορφανοτροφείο στη Σαγκάη, όπου φιλοξενούνται και άλλα παιδιά που έχουν χάσει τις οικογένειές τους.
Στην τελευταία σκηνή, οι γονείς του φτάνουν στο ορφανοτροφείο αναζητώντας τον. Η μητέρα του τον αναγνωρίζει μέσα στο πλήθος. Ο Τζιμ την αγγίζει στο πρόσωπο, σαν να χρειάζεται να επιβεβαιώσει ότι είναι πραγματική και όχι μια ακόμη εικόνα από τον κόσμο των αναμνήσεών του.
Τελικά, πέφτει στην αγκαλιά της και κλείνει τα μάτια του. Η σωματική του σωτηρία έχει επιτευχθεί. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: πόσο από το παιδί που ήταν έχει απομείνει;
🎬 Γιατί αξίζει να δεί κανείς την ταινία σήμερα;
📽 Η συγκλονιστική ερμηνεία του Κρίστιαν Μπέιλ.
Επιλεγμένος ανάμεσα σε χιλιάδες παιδιά που συμμετείχαν στις ακροάσεις, ο νεαρός Μπέιλ παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία. Αποτυπώνει με αξιοθαύμαστη ωριμότητα τη μετάβαση από την παιδική αθωότητα στην αναγκαστική ενηλικίωση, χωρίς να χάνει την ευαισθησία και την εσωτερική ευθραυστότητα του χαρακτήρα.
🎞 Η σκηνοθετική ματιά του Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Ο Σπίλμπεργκ συνδυάζει την επική κλίμακα του πολεμικού θεάματος με την προσωπική τραγωδία ενός παιδιού. Δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση των πολεμικών γεγονότων. Επιλέγει να τα παρακολουθήσει μέσα από τα μάτια του Τζιμ, μετατρέποντας την ιστορία σε μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.
🎶 Η μουσική του Τζον Γουίλιαμς.
Η μουσική του Τζον Γουίλιαμς προσδίδει στην ταινία μια λυρική και σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Ιδιαίτερα το παραδοσιακό ουαλικό νανούρισμα «Suo Gân» συνοδεύει με μοναδικό τρόπο τις στιγμές νοσταλγίας, απώλειας και εσωτερικής αναζήτησης.
🎥 Η φωτογραφία του Άλεν Νταβιάου.
Η φωτογραφία του Άλεν Νταβιάου δημιουργεί εικόνες σπάνιας αισθητικής δύναμης. Η ομορφιά του ουρανού, οι σκιές των αεροπλάνων, τα ερείπια και τα πρόσωπα των εξαντλημένων ανθρώπων συνθέτουν μια εντυπωσιακή αντίθεση ανάμεσα στην ομορφιά του κόσμου και στη βαρβαρότητα του πολέμου.
🎬 Επίλογος: Όταν ο πόλεμος μεγαλώνει τα παιδιά πριν από την ώρα τους.
Παρότι κατά την κυκλοφορία της, το 1987, η ταινία δεν γνώρισε την εμπορική επιτυχία που αναμενόταν, ο χρόνος ανέδειξε τη διαχρονική της αξία. Η «Αυτοκρατορία του Ήλιου» είναι ένα από τα πιο παραγνωρισμένα έργα του Σπίλμπεργκ, μια ταινία που δεν μιλά απλώς για τον πόλεμο, αλλά για τις βαθιές και συχνά αθέατες πληγές που αφήνει στην ανθρώπινη ψυχή.
Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία του πολέμου να μην περιορίζεται στους ανθρώπους που σκοτώνονται, αλλά να αφορά και εκείνους που επιβιώνουν χωρίς να επιστρέφουν ποτέ πραγματικά από αυτόν. Ο μικρός Τζιμ ξαναβρίσκει τους γονείς του, αλλά δεν μπορεί να ξαναβρεί το παιδί που ήταν πριν από τον πόλεμο.
Γιατί η παιδική ηλικία δεν είναι απλώς μια περίοδος της ζωής. Είναι ένας κόσμος εμπιστοσύνης, ασφάλειας και ανεμελιάς. Και όταν αυτός ο κόσμος καταστρέφεται, καμία επιστροφή δεν μπορεί να τον αποκαταστήσει.
Ο ήλιος εξακολουθεί να ανατέλλει ακόμη και πάνω από τα ερείπια. Μόνο που δεν φωτίζει πια τον ίδιο κόσμο.
Ο πόλεμος δεν σκοτώνει μόνο ανθρώπους. Σκοτώνει και τις ηλικίες τους.
Η απατηλή διέξοδος του τσιγάρου.
Ένα τσιγάρο για να φύγει το άγχος, άλλο ένα για να περάσει η ώρα, ένα τρίτο για να συνοδεύσει τον καφέ, ένα πριν το κρεβάτι. Κάπως έτσι, η ανάγκη μεταμφιέζεται σε απόλαυση και η εξάρτηση σε προσωπική επιλογή.
Το τσιγάρο έχει ένα αξιοθαύμαστο ταλέντο: δημιουργεί το πρόβλημα, προσφέρεται να το λύσει και στο τέλος ζητάει και επανάληψη!
Μας πουλάει λίγα λεπτά ανακούφισης με αντάλλαγμα κάτι πολύ πιο πολύτιμο: την ανάσα μας. Μια διέξοδος που βγάζει καπνό, αλλά δεν οδηγεί πουθενά.
Δρόμοι διαφυγής.
Υπάρχουν δρόμοι που δεν οδηγούν κάπου. Οδηγούν μακριά από κάτι. Από όσα μας εγκλωβίζουν, από όσα μας στενεύουν, από εκείνες τις αόρατες φυλακές που χτίζουμε με τις επιλογές μας, τους φόβους μας και τις υποχωρήσεις μας.
Κάποτε η διαφυγή μοιάζει με φυγή. Μια πόρτα που κλείνει πίσω μας, μια στροφή σε έναν άγνωστο δρόμο, μια απόφαση που αναβάλλεται για χρόνια μέχρι να γίνει αναπόφευκτη. Κι όμως, δεν είναι πάντα η απόσταση που μας ελευθερώνει. Μπορεί να ταξιδέψουμε στην άλλη άκρη του κόσμου και να κουβαλάμε μαζί μας ολόκληρη τη φυλακή μας.
Οι πραγματικοί δρόμοι διαφυγής δεν βρίσκονται πάντοτε έξω από εμάς. Μερικές φορές περνούν μέσα από μια διαφορετική σκέψη, μια άρνηση να συμβιβαστούμε, μια ανατροπή όσων θεωρούσαμε δεδομένα. Είναι εκείνη η στιγμή που αντιλαμβανόμαστε πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να περπατάμε σε δρόμους που χάραξαν άλλοι για λογαριασμό μας.
Και ίσως η μεγαλύτερη παγίδα να μην είναι τα αδιέξοδα, αλλά η εξοικείωση μαζί τους. Να συνηθίζεις τόσο πολύ τους τοίχους, ώστε να ξεχνάς πως κάποτε υπήρχε ουρανός.
Γιατί η διαφυγή δεν σημαίνει απαραίτητα να εγκαταλείψεις έναν τόπο, έναν άνθρωπο ή μια κατάσταση. Μπορεί να σημαίνει να εγκαταλείψεις τον παλιό τρόπο με τον οποίο τους αντιμετώπιζες.
Κάθε αδιέξοδο έχει μια έξοδο που δεν φαίνεται από το σημείο όπου στέκεσαι. Και μερικές φορές, για να τη βρεις, δεν χρειάζεται να αλλάξεις δρόμο. Χρειάζεται να αλλάξεις κατεύθυνση μέσα σου.
7/11/26
Τώρα, τώρα…
Υπάρχουν τραγούδια που δεν γράφτηκαν απλώς για να ακουστούν. Γράφτηκαν για να θυμίζουν. Για να κρατούν ζωντανή μια μνήμη, να μεταφέρουν ένα μήνυμα από γενιά σε γενιά και να γίνονται, σε εποχές δύσκολες, κάτι περισσότερο από μουσική. Γίνονται στάση ζωής.
Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το εμβληματικό «Τώρα, τώρα». Πρωτοκυκλοφόρησε το 1978, στον ομώνυμο πρώτο προσωπικό δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, με ελληνικούς στίχους του Πάνου Φαλάρα και μουσική βασισμένη στο καταλανικό τραγούδι «L'Estaca» του Lluís Llach, που γράφτηκε το 1968, μέσα στη δικτατορία του Φράνκο. Ένα τραγούδι που γεννήθηκε ως σύμβολο αντίστασης απέναντι στην καταπίεση και ταξίδεψε πέρα από τα σύνορα της Καταλονίας, βρίσκοντας νέες φωνές και νέους αποδέκτες.
Η ιστορία του δεν είναι απλώς η ιστορία μιας μουσικής διασκευής.
Είναι η ιστορία μιας ιδέας που δεν γνωρίζει σύνορα: ότι κανένα καθεστώς, καμία εξουσία και κανένας μηχανισμός καταστολής δεν μπορεί να φυλακίσει οριστικά την ανθρώπινη ανάγκη για ελευθερία.
Στην ελληνική του εκδοχή, το τραγούδι αποκτά μια ευρύτερη διάσταση. Δεν περιορίζεται στην καταγγελία μιας συγκεκριμένης δικτατορίας. Απευθύνεται στον άνθρωπο που βλέπει τον κόσμο να στραβώνει, που παρακολουθεί την αλήθεια να παραμορφώνεται, τη μνήμη να αλλοιώνεται, τις λέξεις να λογοκρίνονται και την αδικία να αποκτά πολλές φορές τη νομιμοποίηση της κανονικότητας.
«Όσα γραφτά κι αν θα κάψουν, στο φως δεν βάζουν φωτιά».
Ίσως αυτή να είναι η πιο δυνατή εικόνα ολόκληρου του τραγουδιού. Η φωτιά μπορεί να καταστρέψει το χαρτί, όχι όμως την ιδέα που αποτυπώθηκε πάνω του. Μπορεί να εξαφανίσει ένα βιβλίο, μια εφημερίδα, ένα κείμενο, όχι όμως τη σκέψη που προκάλεσε. Η λογοκρισία μπορεί να επιβάλει σιωπή, αλλά δεν μπορεί να εγγυηθεί τη λήθη. Γιατί η αλήθεια δεν κατοικεί αποκλειστικά στις σελίδες. Κατοικεί στη μνήμη, στη συνείδηση, στην ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά και να αμφισβητεί.
Και όταν οι αλήθειες θάβονται, όταν η δημόσια συζήτηση γεμίζει από βολικές εκδοχές της πραγματικότητας, όταν η προπαγάνδα διεκδικεί τη θέση της ενημέρωσης, τότε η ελευθερία της καρδιάς γίνεται η τελευταία γραμμή άμυνας. Όχι μια αφηρημένη συναισθηματική κατάσταση, αλλά η δυνατότητα να μη συμφιλιώνεσαι με το ψέμα, να μη συνηθίζεις την αδικία, να μη θεωρείς αναπόφευκτο ό,τι θα έπρεπε να αλλάξει.
Το τραγούδι, όμως, δεν μένει στην άρνηση. Δεν είναι ένας ύμνος στην οργή ούτε μια νοσταλγική αναφορά σε παλιούς αγώνες. Είναι μια διαρκής πρόσκληση για συμμετοχή. Το «θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή» δεν χρειάζεται να σημαίνει ηρωικές χειρονομίες ή μεγάλες διακηρύξεις. Μπορεί να σημαίνει την καθημερινή επιλογή να υπερασπίζεσαι την αλήθεια, να μη γυρίζεις το βλέμμα όταν κάποιος αδικείται, να μη σιωπάς όταν η σιωπή εξυπηρετεί εκείνους που έχουν ήδη τη δύναμη.
Γιατί οι δίσεκτοι καιροί δεν είναι μόνο εκείνοι που σημαδεύονται από πολέμους, δικτατορίες και μεγάλες κοινωνικές ανατροπές. Είναι και οι καιροί της αδιαφορίας, της παραίτησης, της συλλογικής κόπωσης. Είναι οι εποχές που ο άνθρωπος αρχίζει να πιστεύει ότι τίποτα δεν αλλάζει, ότι όλα έχουν ήδη αποφασιστεί και πως η δική του φωνή δεν έχει πλέον καμία σημασία.
Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. Η παραίτηση παρουσιάζεται ως ρεαλισμός, η αδιαφορία ως ωριμότητα και η προσαρμογή ως αναγκαία προϋπόθεση επιβίωσης. Έτσι, χωρίς να το αντιληφθούμε, συνηθίζουμε όσα κάποτε μας εξόργιζαν. Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που επιβάλλουν τη σιωπή, αλλά ότι κάποια στιγμή οι υπόλοιποι μαθαίνουν να τη θεωρούν φυσιολογική.
Το «Τώρα, τώρα» έρχεται να ανατρέψει ακριβώς αυτή την αναμονή. Δεν υπόσχεται ότι αύριο όλα θα είναι καλύτερα. Δεν ζητά να περιμένουμε τις κατάλληλες συνθήκες, τον κατάλληλο ηγέτη ή την κατάλληλη ιστορική συγκυρία. Μας θυμίζει ότι ο χρόνος δεν επιστρέφει και ότι η ζωή δεν μπορεί να αναβάλλεται επ' αόριστον μέχρι να γίνει ο κόσμος όπως θα θέλαμε.
Και υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στην τελευταία του διάσταση: την ανάγκη να τραγουδάς στη ζωή, ακόμη κι όταν γύρω σου περισσεύει ο πόνος. Όχι για να τον ξεχάσεις, αλλά για να μη του παραδώσεις ολόκληρη την ύπαρξή σου. Γιατί η ελπίδα δεν είναι η βεβαιότητα της νίκης. Είναι η άρνηση να αποδεχτείς την ήττα ως φυσική κατάσταση.
Από την Καταλονία του Φράνκο μέχρι την Ελλάδα του 1978 και από εκεί μέχρι το σήμερα, το τραγούδι συνεχίζει το ταξίδι του. Οι εποχές αλλάζουν, οι εξουσίες μεταμορφώνονται, οι μηχανισμοί ελέγχου αποκτούν καινούργια πρόσωπα και η ιστορία βρίσκει διαρκώς νέους τρόπους να επαναλαμβάνει τα παλιά της λάθη. Όμως η ανάγκη για ελευθερία παραμένει.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό νόημα του «Τώρα, τώρα». Να μη χαρίζουμε τη ζωή μας στην αναμονή. Να μη συνηθίζουμε το σκοτάδι επειδή διαρκεί. Να μην παραχωρούμε τη συνείδησή μας για λίγη πρόσκαιρη ασφάλεια.
Γιατί το φως δεν χρειάζεται άδεια για να υπάρξει. Και η ελευθερία δεν είναι μια υπόσχεση που περιμένουμε να εκπληρωθεί κάποτε στο μέλλον.
Είναι μια θέση που επιλέγουμε να κρατάμε στο παρόν. Τώρα. Τώρα. Τώρα.
🎶 «Τώρα τώρα», Νατάσσα Μποφίλιου.
"Όπως και να 'ναι ο κόσμος,
Όσα κι αν έχει στραβά,
Έστω κι αν μείνω πια μόνος,
Πάντα θα φεύγω μπροστά.
Όσα γραφτά κι αν θα κάψουν,
Στο φως δεν βάζουν φωτιά,
Όσες αλήθειες κι αν θάψουν,
Λεύτερη μένει η καρδιά.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή,
Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,
Που είναι δίσεκτοι οι καιροί.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή,
Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,
Που είναι δίσεκτοι οι καιροί.
Όπως και να 'ναι ο κόσμος,
Δε θα σταθώ πουθενά,
Δεν καρτεράει ο χρόνος,
Πίσω ποτέ δε γυρνά.
Όπως και να 'ναι ο κόσμος,
Θα τραγουδώ στη ζωή,
Για να μερέψει ο πόνος,
Πρέπει να κλείσει η πληγή.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή.
Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,
Που είναι δίσεκτοι οι καιροί.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή.
Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,
Που είναι δίσεκτοι οι καιροί.
Όπως και να 'ναι ο κόσμος,
Όσα κι αν έχει στραβά,
Έστω κι αν μείνω πια μόνος,
Πάντα θα φεύγω μπροστά.
Όσα γραφτά κι αν θα κάψουν,
Στο φως δεν βάζουν φωτιά,
Όσες αλήθειες κι αν θάψουν,
Λεύτερη μένει η καρδιά.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή.
Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,
Που είναι δίσεκτοι οι καιροί.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή.
Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,
Που είναι δίσεκτοι οι καιροί.
Όπως και να 'ναι τούτη η Γη,
Θα 'μαι στην πρώτη τη γραμμή."
Ποιος θέλει ποιον;
Ποιος θέλει ποιον; Και, κυρίως, ποιος θέλει πραγματικά και ποιος απλώς θέλει να τον θέλουν;
Ένα ερώτημα που μοιάζει ερωτικό, αλλά ξεπερνά κατά πολύ τον έρωτα. Ποιος επιθυμεί και ποιος επιθυμείται; Ποιος κυνηγά και ποιος αποφεύγει; Ποιος έχει ανάγκη τον άλλον και ποιος έχει ανάγκη την επιβεβαίωση ότι μπορεί να τον αποκτήσει; Γιατί πολλές φορές δεν θέλουμε τον άνθρωπο. Θέλουμε αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε η επιθυμία του. Δεν αναζητούμε απαραίτητα την παρουσία του, αλλά την απόδειξη ότι εξακολουθούμε να προκαλούμε επιθυμία.
Κι έτσι αρχίζει ένα παράξενο παιχνίδι αμοιβαίων προσδοκιών, όπου ο καθένας περιμένει από τον άλλον να κάνει το πρώτο βήμα, να εκτεθεί, να διεκδικήσει. Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι «ποιος θέλει ποιον», αλλά: Ποιος τολμά να θέλει χωρίς να χρειάζεται πρώτα να βεβαιωθεί ότι τον θέλουν;
Μενού με νόημα...
Κάθε μενού είναι, με έναν παράξενο τρόπο, μια μικρή πρόταση ζωής. Δεν αποκαλύπτει μόνο τι μπορείς να παραγγείλεις, αλλά και τι θεωρείς σημαντικό να γευτείς. Άλλωστε, η ζωή μοιάζει με ένα μεγάλο εστιατόριο, όπου καθημερινά καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε γεύσεις, επιθυμίες, ανάγκες και ανθρώπους.
Στον κατάλογο της κοινωνίας μας, όμως, οι επιλογές είναι κάπως παράδοξες. Υπάρχει αφθονία από φιλοδοξία, ανταγωνισμό, ατομισμό και επίδειξη. Τα πιάτα της εξουσίας σερβίρονται συχνά με πολυτελή περιτύλιξη, ενώ η αδικία αποτελεί καθημερινό έδεσμα για πολλούς. Η υποκρισία προσφέρεται ως ορεκτικό και η αδιαφορία ως συνοδευτικό σχεδόν κάθε κοινωνικής συναναστροφής. Κι όμως, τα πιο σημαντικά συστατικά της ζωής δεν βρίσκονται στις ακριβές συνταγές. Η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η αξιοπρέπεια, η ειλικρίνεια και η ενσυναίσθηση δεν χρειάζονται περίτεχνες παρουσιάσεις. Χρειάζονται ανθρώπους πρόθυμους να τις προσφέρουν. Η αγάπη δεν θέλει συντηρητικά, η φιλία δεν χρειάζεται τεχνητά αρώματα και ο έρωτας δεν αντέχει να σερβίρεται σε μερίδες ιδιοκτησίας.
Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να ξαναγράψουμε τον κατάλογο. Να αποσύρουμε τα πιάτα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, να αφαιρέσουμε την αλαζονεία από τις συνταγές της εξουσίας και να σταματήσουμε να θεωρούμε πολυτέλεια όσα θα έπρεπε να αποτελούν αυτονόητα δικαιώματα. Να προσθέσουμε περισσότερη ελευθερία, λιγότερο φόβο, περισσότερη δικαιοσύνη και λιγότερη υποκρισία. Να μάθουμε να μοιραζόμαστε, γιατί το τραπέζι αποκτά πραγματικό νόημα όταν χωράει και τον διπλανό μας.
Και μια τελευταία παρατήρηση για τον κατάλογο: Δεν χρειάζεται να παραγγείλουμε τα πάντα. Αρκεί να επιλέξουμε εκείνα που κάνουν τη ζωή περισσότερο ανθρώπινη. Γιατί η μεγαλύτερη φτώχεια δεν είναι να μην έχεις τι να φας. Είναι να έχεις γεμάτο τραπέζι και να μην έχεις τίποτα να μοιραστείς.
Ο θνήσκων πολεμιστής και οι ζωντανοί θεατές του πολέμου...
Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στην εικόνα ενός πολεμιστή που πεθαίνει. Το σώμα του έχει ήδη αρχίσει να παραδίδεται, η δύναμή του τον εγκαταλείπει, η ζωή απομακρύνεται, κι όμως γύρω του εξακολουθεί να υπάρχει ένας κόσμος που παρακολουθεί. Άλλοι θα τον ονομάσουν ήρωα, άλλοι θα τον τιμήσουν, άλλοι θα καταθέσουν στεφάνια στη μνήμη του. Ελάχιστοι, όμως, θα αναρωτηθούν αν ο θάνατός του ήταν πραγματικά αναπόφευκτος.
Ο «Θνήσκων Πολεμιστής» του Δημήτρη Καλαμάρα δεν είναι απλώς μια χάλκινη ανθρώπινη μορφή. Είναι μια στιγμή παγωμένη στον χρόνο. Μια στιγμή που η ανθρώπινη ζωή συναντά τη βία, την απώλεια και την ιστορική μνήμη. Κι ίσως, αν σταθεί κανείς λίγο περισσότερο μπροστά του, να ανακαλύψει ότι το σημαντικότερο στοιχείο του έργου δεν είναι ο πολεμιστής που πεθαίνει, αλλά οι ζωντανοί που συνεχίζουν να περνούν δίπλα του.
Καθημερινά, άνθρωποι διασχίζουν την αποβάθρα του μετρό. Βιάζονται να προλάβουν τον συρμό, κοιτούν τα κινητά τους, σκέφτονται τις υποχρεώσεις τους. Ο θνήσκων πολεμιστής παραμένει εκεί, ακίνητος, ενώ η ζωή κινείται γύρω του. Μια παράξενη συνύπαρξη ανάμεσα στην αιωνιότητα του θανάτου και στην καθημερινότητα των ζωντανών.
Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική αντίφαση. Οι κοινωνίες έχουν αναπτύξει μια ιδιαίτερη τελετουργία γύρω από τον θάνατο στον πόλεμο. Κατασκευάζουν μνημεία, αποδίδουν τιμές, οργανώνουν επετείους, εκφωνούν λόγους για την ανδρεία και τη θυσία. Ο νεκρός γίνεται σύμβολο, η απώλεια αποκτά εθνικό περιεχόμενο και ο πόνος μετατρέπεται σε επίσημη μνήμη. Όμως, πίσω από τις μεγάλες λέξεις παραμένει ένας άνθρωπος που δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σπίτι του.
Η εξιδανίκευση του πολεμικού θανάτου έχει και μια επικίνδυνη πλευρά. Μπορεί να μετατρέψει την ανθρώπινη απώλεια σε αναγκαίο τίμημα, να παρουσιάσει τον θάνατο ως αυτονόητη υποχρέωση και να απαλλάξει από τις ευθύνες τους εκείνους που αποφασίζουν για τις ζωές των άλλων. Οι πόλεμοι, άλλωστε, σπάνια αποφασίζονται από εκείνους που καλούνται να τους πολεμήσουν. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε αίθουσες με χάρτες, συμφέροντα, αριθμούς και γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Οι συνέπειές τους, όμως, καταλήγουν σε σώματα, σπίτια, οικογένειες και ολόκληρες κοινωνίες.
Και οι ζωντανοί θεατές; Ποιος είναι ο δικός τους ρόλος; Αρκεί να παρακολουθούν τις εξελίξεις από την ασφάλεια της καθημερινότητάς τους; Να ενημερώνονται για τον αριθμό των νεκρών, να σχολιάζουν τις πολεμικές επιχειρήσεις, να επιλέγουν πλευρά και να συνεχίζουν τη ζωή τους; Όταν ο θάνατος γίνεται καθημερινή είδηση, υπάρχει ο κίνδυνος να χάσει σταδιακά την ανθρώπινη διάστασή του. Οι νεκροί μετατρέπονται σε στατιστικές, οι καταστροφές σε τηλεοπτικά πλάνα και ο πόλεμος σε ένα ακόμη θέαμα που καταναλώνεται ανάμεσα σε διαφημίσεις.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο ερώτημα που θέτει ο θνήσκων πολεμιστής να μην αφορά τους νεκρούς, αλλά εμάς που παραμένουμε ζωντανοί. Τη στάση μας απέναντι στη βία, την ανοχή μας απέναντι στην καταστροφή, την ευκολία με την οποία συνηθίζουμε το αδιανόητο.
Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίφαση από το να υψώνουμε μνημεία στους νεκρούς του πολέμου και ταυτόχρονα να αποδεχόμαστε ως φυσιολογική την προετοιμασία του επόμενου.
Ο πραγματικός φόρος τιμής στους νεκρούς δεν είναι μόνο να θυμόμαστε πώς πέθαναν. Είναι να αναρωτιόμαστε γιατί χρειάστηκε να πεθάνουν. Να αμφισβητούμε εκείνους που μετατρέπουν τις ανθρώπινες ζωές σε αναλώσιμο υλικό της Ιστορίας. Να αρνούμαστε την εξοικείωση με τον θάνατο και την αισθητικοποίηση της καταστροφής.
Ο πολεμιστής του Καλαμάρα θα συνεχίσει να πεθαίνει συμβολικά, κάθε μέρα, στην αποβάθρα της Εθνικής Άμυνας. Οι συρμοί θα έρχονται και θα φεύγουν, οι άνθρωποι θα περνούν βιαστικοί και ο χρόνος θα συνεχίζει την αδιάφορη διαδρομή του.
Ίσως, όμως, κάποτε ένας από τους περαστικούς να σταθεί λίγο περισσότερο μπροστά του. Όχι για να θαυμάσει τον ηρωισμό του, αλλά για να αναρωτηθεί αν υπάρχει μεγαλύτερος ηρωισμός από το να αποτρέπεις έναν πόλεμο.
Γιατί ο πολιτισμός δεν αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο τιμά τους νεκρούς του πολέμου, αλλά από όσα κάνει για να μην τους αποκτήσει.
Οι δύσκολες ζαριές στο τάβλι.
Το τάβλι είναι ένα μικρό εργαστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα ξύλινο ταμπλό, τριάντα πούλια, δύο ζάρια και μια ατελείωτη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην τύχη, τη στρατηγική και την ανθρώπινη ματαιοδοξία.
Υπάρχουν ζαριές που σε απογειώνουν και ζαριές που σε αφήνουν να κοιτάζεις το ταμπλό με την αμηχανία εκείνου που μόλις ανακάλυψε πως η ζωή δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα σχέδιά του. Περιμένεις εξάρες και έρχονται άσσοι. Χρειάζεσαι ένα συγκεκριμένο άνοιγμα και τα ζάρια αποφασίζουν να σου υπενθυμίσουν ποιος έχει τον τελευταίο λόγο.
Κι όμως, στο τάβλι δεν αρκεί να έχεις καλά ζάρια. Χρειάζεται να ξέρεις τι να κάνεις και με τα κακά. Να διαβάζεις το παιχνίδι, να προβλέπεις τις κινήσεις του αντιπάλου, να προστατεύεις τα πούλια σου, να ξέρεις πότε θα ρισκάρεις και πότε θα υποχωρήσεις. Γιατί μια απερίσκεπτη κίνηση μπορεί να κοστίσει περισσότερο από δέκα άσχημες ζαριές.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά. Εκείνος που φέρνει συνεχώς εξάρες και θεωρεί ότι ανακάλυψε το μυστικό της στρατηγικής. Ξεχνά πως η τύχη είναι ένας εξαιρετικός συνοδοιπόρος, αλλά ένας εντελώς αναξιόπιστος σύμβουλος. Και πως το παιχνίδι δεν τελειώνει επειδή κάποιος χαμογέλασε νωρίτερα.
Ίσως γι' αυτό το τάβλι μοιάζει τόσο πολύ με τη ζωή. Δεν επιλέγουμε τις ζαριές μας, επιλέγουμε όμως τις κινήσεις μας. Κάποιες φορές πρέπει να ρισκάρουμε, άλλες να μαζευτούμε, να περιμένουμε, να αφήσουμε ένα πούλι εκτεθειμένο γνωρίζοντας το τίμημα.
Και υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια που διδάσκεται πάνω στο ταμπλό: μην πανηγυρίζεις ποτέ πριν από την τελευταία ζαριά και μην εγκαταλείπεις ποτέ επειδή οι προηγούμενες ήταν δύσκολες.
Γιατί στο τάβλι, όπως και στη ζωή, δεν κερδίζει πάντοτε εκείνος που είχε τα καλύτερα ζάρια. Μερικές φορές κερδίζει εκείνος που ήξερε καλύτερα να παίζει με όσα του έτυχαν.
Ποιος δικαστής τελικά θα κρίνει τη στάση μας;
Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μάς φέρνει μπροστά σε ένα ιδιότυπο δικαστήριο. Δεν υπάρχουν έδρανα, εισαγγελείς και συνήγοροι υπεράσπισης. Δεν χρειάζονται μάρτυρες, γιατί οι πράξεις μας έχουν ήδη καταθέσει. Κι όμως, κάποια στιγμή καλούμαστε να απολογηθούμε. Όχι απαραίτητα για όσα κάναμε, αλλά κυρίως για όσα επιλέξαμε να μην κάνουμε.
Ποιος δικαστής, λοιπόν, θα κρίνει τελικά τη στάση μας; Η κοινωνία, που συχνά απονέμει εύκολα ετυμηγορίες χωρίς να γνωρίζει την ουσία; Η ιστορία, που καταγράφει τα γεγονότα αλλά δεν είναι πάντοτε δίκαιη με τους πρωταγωνιστές τους; Οι άνθρωποι που βρέθηκαν απέναντί μας ή εκείνοι που στάθηκαν δίπλα μας; Ή μήπως η συνείδησή μας, αυτός ο παράξενος εσωτερικός δικαστής που άλλοτε επιμένει να μας ανακρίνει και άλλοτε σπεύδει να μας αθωώσει;
Η συνείδηση, άλλωστε, δεν είναι πάντα ένας αυστηρός και αμερόληπτος κριτής. Μπορεί να γίνει ένας εξαιρετικός συνήγορος υπεράσπισης. Να μεταμφιέσει τον φόβο σε σύνεση, τη δειλία σε ρεαλισμό, την ιδιοτέλεια σε αναγκαιότητα και τη σιωπή σε δήθεν ουδετερότητα. Έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να κατασκευάζει άλλοθι, ιδιαίτερα όταν η αλήθεια γίνεται ενοχλητική.
Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι στεκόμαστε στη σωστή πλευρά, μέχρι τη στιγμή που η σωστή πλευρά απαιτεί κάποιο προσωπικό κόστος. Όσο οι αρχές μας δεν συγκρούονται με τα συμφέροντά μας, παραμένουμε συνεπείς και αμετακίνητοι. Όταν όμως χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στην ασφάλεια και την αξιοπρέπεια, ανάμεσα στην προσωπική μας βολή και στο κοινό καλό, τότε αρχίζει η πραγματική εξέταση.
Γιατί η στάση μας δεν αποκαλύπτεται τόσο από όσα διακηρύσσουμε όσο από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε όταν δοκιμάζονται οι διακηρύξεις μας. Από τη θέση που παίρνουμε απέναντι στην αδικία, από την ανοχή που επιδεικνύουμε στην αυθαιρεσία, από την ευκολία με την οποία συνηθίζουμε το απαράδεκτο. Και, κυρίως, από εκείνες τις στιγμές που γνωρίζουμε τι συμβαίνει, αλλά προτιμούμε να κοιτάξουμε αλλού.
Ίσως, τελικά, ο πιο αμείλικτος δικαστής να είναι ο χρόνος. Γιατί ο χρόνος αφαιρεί σταδιακά τα σκηνικά, τα προσωπεία και τις βολικές ερμηνείες. Απομακρύνει τον θόρυβο της επικαιρότητας και αφήνει πίσω του το πραγματικό αποτύπωμα των επιλογών μας. Δεν θυμάται πάντα τα μεγάλα λόγια, αλλά διατηρεί τις συνέπειες των πράξεων.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένας δικαστής που συχνά ξεχνάμε: ο άνθρωπος που πλήρωσε το τίμημα της δικής μας στάσης. Εκείνος που αδικήθηκε ενώ εμείς σιωπούσαμε, εκείνος που χρειάστηκε συμπαράσταση ενώ εμείς υπολογίζαμε το κόστος, εκείνος που περίμενε μια στοιχειώδη πράξη αλληλεγγύης και εισέπραξε αδιαφορία. Γιατί οι επιλογές μας δεν παραμένουν κλεισμένες μέσα στην προσωπική μας συνείδηση. Παράγουν συνέπειες και διαμορφώνουν τις ζωές των άλλων.
Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο κριτήριο: όχι αν καταφέραμε να πείσουμε τους άλλους ότι είχαμε δίκιο, αλλά αν μπορέσαμε να σταθούμε με αξιοπρέπεια απέναντι στις συνέπειες των επιλογών μας.
Δεν είναι βέβαιο ότι η ιστορία θα μας δικαιώσει. Δεν είναι καν βέβαιο ότι οι άνθρωποι θα καταλάβουν ποτέ τα κίνητρά μας. Ούτε ότι η συνείδησή μας θα βρει τη δύναμη να μας πει όλη την αλήθεια.
Εκείνο που παραμένει, όμως, είναι η ίδια η στάση μας. Γιατί η ζωή δεν είναι μια ατελείωτη πρόβα στην οποία μπορούμε κάθε φορά να ζητάμε επανάληψη της σκηνής. Κάποια γεγονότα συμβαίνουν μία φορά και κάποιες ευκαιρίες χάνονται οριστικά.
Και όταν πέσει η αυλαία, ίσως να μην έχει τόση σημασία ποιος θα εκδώσει την τελική ετυμηγορία. Σημασία θα έχει αν, κοιτάζοντας πίσω, θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας χωρίς να χρειάζεται να κατασκευάσουμε άλλοθι.
Γιατί ο τελικός δικαστής της στάσης μας μπορεί να είναι ο χρόνος, η ιστορία ή η συνείδηση. Η απόφαση, όμως, έχει αρχίσει να γράφεται πολύ νωρίτερα: τη στιγμή που επιλέγουμε σε ποια πλευρά θα σταθούμε.
Η στατιστική της επιβίωσης: από το νερό στο πιάτο μας.
Υπάρχει μια παράξενη μαθηματική σχέση ανάμεσα σε εκείνα τα ψάρια που βρίσκονται έξω από το νερό και σε εκείνα που καταλήγουν στο τραπέζι μας. Αν το δούμε στατιστικά, πρόκειται συχνά για τα ίδια ψάρια, απλώς σε διαφορετικό στάδιο της διαδρομής τους. Η διαφορά βρίσκεται στην οπτική γωνία του παρατηρητή. Για το ψάρι, η έξοδος από το νερό είναι το τέλος του κόσμου του. Για τον άνθρωπο, μπορεί να είναι η αρχή ενός εξαιρετικού γεύματος.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η ανθρώπινη κοινωνία. Η πραγματικότητα δεν έχει πάντα μία ανάγνωση. Εκεί όπου κάποιος βλέπει μια καταστροφή, κάποιος άλλος διακρίνει μια ευκαιρία. Εκεί όπου ένας χάνει την εργασία του, ένας άλλος μειώνει το κόστος παραγωγής. Εκεί όπου μια κοινότητα χάνει το φυσικό της περιβάλλον, κάποιος υπολογίζει την απόδοση μιας επένδυσης. Και εκεί όπου ένας λαός μετράει νεκρούς, κάποιοι άλλοι μετρούν κέρδη, γεωπολιτικά πλεονεκτήματα και μερίδια αγοράς.
Δεν είναι απαραίτητα η πραγματικότητα που αλλάζει. Είναι η θέση από την οποία την κοιτάζουμε και, κυρίως, το συμφέρον που καθορίζει την ερμηνεία της.
Οι στατιστικές έχουν άλλωστε μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να εξομαλύνουν τις αντιθέσεις. Μπορούν να μετατρέψουν την ανεργία σε ποσοστό, τη φτώχεια σε δείκτη, την περιβαλλοντική καταστροφή σε οικονομικό κόστος και τον ανθρώπινο πόνο σε αριθμητικό δεδομένο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός, τόσο ευκολότερα χάνεται ο άνθρωπος πίσω από αυτόν. Η απόσταση ανάμεσα στον αριθμό και στην πραγματική ζωή γίνεται ένα εξαιρετικά βολικό καταφύγιο για όσους δεν επιθυμούν να αναλάβουν ευθύνη.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι τα ψάρια τρώγονται. Είναι ότι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε αυτονόητο πως κάθε ζωντανό ον, κάθε φυσικός πόρος και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα οφείλει να αξιολογείται με βάση τη χρησιμότητά του για εμάς. Η φύση αποκτά αξία όταν μπορεί να αξιοποιηθεί, η εργασία όταν μπορεί να αποδώσει, ο άνθρωπος όταν μπορεί να παράγει. Και όταν κάτι ή κάποιος παύει να είναι χρήσιμος, μετακινείται εύκολα από τη στήλη των ωφελειών στη στήλη των απωλειών.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της στατιστικής: δεν μας λέει πάντοτε ποιος υποφέρει, αλλά μπορεί να μας αποκαλύψει ποιος ωφελείται από την οδύνη του άλλου.
Και υπάρχει μια ακόμη λεπτομέρεια που συνήθως παραλείπεται από τους υπολογισμούς. Τα ψάρια δεν συμμετέχουν στη σύνταξη των στατιστικών. Δεν ερωτώνται για τις προτιμήσεις τους, δεν αξιολογούν την ποιότητα της αγοράς και ασφαλώς δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στο τραπέζι όπου αποφασίζεται η τύχη τους.
Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αλλάξουμε λίγο τη θέση μας ως παρατηρητές. Να κοιτάξουμε όχι μόνο το γεμάτο τραπέζι, αλλά και το άδειο νερό. Να αναρωτηθούμε ποιος πληρώνει το τίμημα για την αφθονία κάποιου άλλου.
Γιατί οι αριθμοί μπορεί να βγαίνουν σωστοί, οι ισολογισμοί να ισοσκελίζονται και οι δείκτες να ευημερούν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ευημερεί και η ζωή.
Και αν κάποτε αποφασίσουμε να μετρήσουμε την πρόοδο όχι από το πόσα ψάρια φτάνουν στο τραπέζι μας, αλλά από το πόσα εξακολουθούν να κολυμπούν ελεύθερα, ίσως ανακαλύψουμε ότι η μεγαλύτερη επιτυχία ενός πολιτισμού δεν είναι να έχει γεμάτο το πιάτο του, αλλά να μη χρειάζεται να αδειάζει τον κόσμο για να το γεμίσει.
Πώς μας σερβίρονται οι εξελίξεις...
Οι εξελίξεις δεν φτάνουν ποτέ σε εμάς εντελώς γυμνές. Κάποιος φροντίζει να τις ντύσει, να τους δώσει τίτλο, να επιλέξει τη γωνία λήψης, να φωτίσει ορισμένες λεπτομέρειες και να αφήσει άλλες στο σκοτάδι. Πριν ακόμη σχηματίσουμε άποψη για ένα γεγονός, έχουμε ήδη δεχτεί την πρώτη του ερμηνεία.
Η ενημέρωση μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα καλοστημένο εστιατόριο. Τα γεγονότα είναι η πρώτη ύλη, τα μέσα ενημέρωσης οι μάγειρες και η εξουσία συχνά εκείνη που επιλέγει το μενού. Μας σερβίρουν πολέμους ως αναγκαίες επιχειρήσεις, κοινωνικές ανισότητες ως φυσικό αποτέλεσμα της οικονομίας, ακρίβεια ως διεθνή συγκυρία και πολιτικές αποφάσεις ως μονόδρομους. Κάθε πιάτο έχει τη δική του περιγραφή, αλλά σπάνια μας λένε ποιος επέλεξε τα υλικά, ποιος μαγείρεψε και κυρίως ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Δεν είναι απαραίτητο να μας αποκρύψουν την αλήθεια. Αρκεί να μας προσφέρουν ένα μέρος της. Να απομονώσουν ένα γεγονός από το ιστορικό και κοινωνικό του περιβάλλον, να το επαναλάβουν αρκετές φορές, να το πλαισιώσουν με την κατάλληλη εικόνα και να το συνοδεύσουν με μια βολική ερμηνεία. Έτσι, η πληροφορία μετατρέπεται σε αφήγημα και το αφήγημα, με τη σειρά του, σε κοινή αντίληψη.
Κάπως έτσι, η είδηση παύει να είναι αφορμή για σκέψη και γίνεται προϊόν προς κατανάλωση. Έχει διάρκεια ζωής, εμπορική αξία, ανταγωνισμό και ημερομηνία λήξης. Σήμερα συγκλονιζόμαστε με μια τραγωδία, αύριο με ένα σκάνδαλο, μεθαύριο με έναν πόλεμο. Η προηγούμενη είδηση εξαφανίζεται κάτω από την επόμενη, χωρίς να προλάβουμε να αναρωτηθούμε ποιος λογοδότησε, τι άλλαξε και ποιος τελικά ωφελήθηκε.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται καν να μας επιβάλουν τι θα σκεφτούμε. Αρκεί να καθορίζουν τι θα συζητάμε, πόσο θα το συζητάμε και από ποια οπτική θα το κοιτάμε. Η χειραγώγηση δεν βρίσκεται πάντοτε στο ψέμα. Συχνά βρίσκεται στην επιλογή της ατζέντας, στη σιωπή, στην επανάληψη και στην επιδέξια διαχείριση της προσοχής μας.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να ενημερωνόμαστε περισσότερο. Είναι να μάθουμε να διαβάζουμε πίσω από την ενημέρωση. Να αναζητούμε εκείνα που δεν χωρούν στα τηλεοπτικά παράθυρα, να αμφισβητούμε τις αυτονόητες ερμηνείες και να μην καταπίνουμε αμάσητο ό,τι μας προσφέρεται.
Γιατί, τελικά, το πιο επικίνδυνο δεν είναι να μας σερβίρουν μια κατασκευασμένη πραγματικότητα. Είναι να φτάσουμε στο σημείο να τη θεωρούμε δική μας.
Και τότε δεν χρειάζεται κανείς να μας κλείσει το στόμα. Έχουμε μάθει να μιλάμε με τις λέξεις που μας έδωσαν και να σκεφτόμαστε μέσα στα όρια που μας σχεδίασαν.
Η αδιαφορία για τα γεγονότα.
Υπάρχει μια παράξενη μορφή συνενοχής που δεν χρειάζεται ούτε συμμετοχή ούτε συμφωνία. Αρκεί η αδιαφορία.
Είναι εκείνη η σιωπηλή στάση απέναντι στα γεγονότα, όταν ο κόσμος γύρω αλλάζει, οι ισορροπίες ανατρέπονται, οι αδικίες πολλαπλασιάζονται και οι ανθρώπινες ζωές μετατρέπονται σε αριθμούς, αλλά η καθημερινότητα συνεχίζεται σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Οι ειδήσεις περνούν μπροστά από τα μάτια μας, οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη, οι πόλεμοι γίνονται τηλεοπτικό θέαμα, η φτώχεια στατιστική και η καταστροφή ένα ακόμη θέμα συζήτησης ανάμεσα στον καφέ και το βραδινό δελτίο.
Στην αρχή υπάρχει η έκπληξη, ύστερα η αγανάκτηση, μετά η συνήθεια. Και κάπου εκεί εγκαθίσταται η αδιαφορία. Όχι απαραίτητα επειδή πάψαμε να καταλαβαίνουμε, αλλά επειδή εκπαιδευτήκαμε να προσπερνάμε. Η συνεχής έκθεση στην τραγωδία δεν μας κάνει πάντοτε πιο ευαίσθητους. Μερικές φορές μας μετατρέπει σε θεατές που αλλάζουν κανάλι όταν η πραγματικότητα γίνεται υπερβολικά ενοχλητική.
Το παράδοξο είναι πως η αδιαφορία συχνά παρουσιάζεται ως ουδετερότητα. «Δεν ασχολούμαι με την πολιτική», «δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα», «όλοι ίδιοι είναι». Μικρές φράσεις που λειτουργούν σαν άλλοθι, σαν προσωπικά καταφύγια απέναντι σε μια πραγματικότητα που απαιτεί θέση, κρίση και ευθύνη. Κι όμως, όταν η αδικία γίνεται κανονικότητα, η ουδετερότητα παύει να είναι ουδέτερη. Γίνεται ο χώρος μέσα στον οποίο η αδικία μπορεί να αναπαράγεται ανενόχλητη.
Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση συναγερμού. Η ανθρώπινη αντοχή έχει όρια και η απόσταση από τα γεγονότα δεν σημαίνει πάντοτε αδιαφορία. Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αδυναμία να επέμβεις και στην απόφαση να μη βλέπεις. Ανάμεσα στην εξάντληση και στην παραίτηση.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας να μην είναι ότι συμβαίνουν τόσα πολλά και τόσο άσχημα πράγματα, αλλά ότι συνηθίζουμε να τα θεωρούμε αναπόφευκτα. Ότι παρακολουθούμε την Ιστορία να γράφεται μπροστά μας και συμπεριφερόμαστε σαν να πρόκειται για μια παράσταση που δεν μας αφορά.
Και το πιο επικίνδυνο σε κάθε παράσταση δεν είναι μόνο εκείνοι που βρίσκονται στη σκηνή και σκηνοθετούν τα γεγονότα. Είναι και εκείνοι που, έχοντας συνηθίσει τον ρόλο του θεατή, ξεχνούν πως η αυλαία δεν πέφτει ποτέ πραγματικά. Γιατί, αργά ή γρήγορα, η σκηνή μεταφέρεται στην πλατεία. Και τότε κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε.
Η αβάσταχτη θέση του παρατηρητή.
Ίσως ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι να βιώνεις τα γεγονότα, αλλά να παρακολουθείς την εξέλιξή τους γνωρίζοντας πως δεν μπορείς να παρέμβεις. Να βλέπεις τα πράγματα να συμβαίνουν, να αντιλαμβάνεσαι προς τα πού οδηγούνται, να διακρίνεις τις αιτίες πίσω από τις συνέπειες και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένεις θεατής.
Είναι μια παράξενη μορφή αδυναμίας. Όχι εκείνη που γεννιέται από την άγνοια, αλλά εκείνη που προκύπτει ακριβώς επειδή καταλαβαίνεις. Γιατί όσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι όσα συμβαίνουν, τόσο δυσκολότερο γίνεται να συμφιλιωθείς με την αδυναμία να τα αλλάξεις.
Κάποτε θα ήθελες να φωνάξεις, να προειδοποιήσεις, να ανατρέψεις την πορεία των πραγμάτων. Να σταματήσεις μια απόφαση πριν γίνει καταστροφική, να αποτρέψεις ένα λάθος πριν μετατραπεί σε μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Όμως ο κόσμος δεν λειτουργεί με βάση την ορθότητα των προβλέψεων ούτε αλλάζει επειδή κάποιος διέκρινε εγκαίρως το αδιέξοδο.
Και τότε ανακαλύπτεις το πιο επώδυνο παράδοξο: μπορεί να έχεις τη γνώση χωρίς τη δύναμη, τη συνείδηση χωρίς την επιρροή, τη διάθεση να αλλάξεις τα πράγματα χωρίς τη δυνατότητα να το κάνεις.
Η παρατήρηση, άλλωστε, δεν είναι πάντοτε ουδέτερη. Μερικές φορές γίνεται βάρος, σχεδόν συνενοχή, επειδή βλέπεις κάτι να εξελίσσεται και αισθάνεσαι πως η σιωπή σου σε τοποθετεί απέναντί του, ακόμη κι όταν δεν έχεις πραγματικά τη δυνατότητα να μιλήσεις ή να δράσεις.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δοκιμασία δεν είναι να αποδεχτείς ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα γεγονότα. Είναι να μη χάσεις την ικανότητα να σκέφτεσαι, να κρίνεις και να αντιστέκεσαι εσωτερικά, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα δεν σου επιτρέπει να επέμβεις. Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην αδυναμία να αλλάξεις τον κόσμο και στην παραίτηση από την ανάγκη να αλλάξει. Και αυτή τη διαφορά αξίζει να τη διαφυλάξεις.
Άλλος ανάβει τη φωτιά, άλλος τρώει τα κάστανα...
Υπάρχει μια παλιά παροιμία που λέει πως κάποιος πρέπει να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Δεν μας λέει, όμως, ποιος άναψε τη φωτιά, ποιος ψήνει τα κάστανα, ποιος κινδυνεύει να καεί βγάζοντάς τα και, κυρίως, ποιος θα τα απολαύσει τελικά. Ίσως επειδή η παροιμία αφήνει έξω την πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: την κατανομή των ρόλων.
Στην πραγματική ζωή, άλλος ανάβει τη φωτιά, άλλος αναλαμβάνει να βγάλει τα κάστανα, άλλος καίει τα χέρια του και άλλος τα τρώει. Μια σχεδόν υποδειγματική συνεργασία, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες δεν έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο ούτε στην ευθύνη ούτε στην ανταμοιβή.
Εκείνος που ανάβει τη φωτιά συνήθως έχει ήδη φροντίσει να βρίσκεται σε ασφαλή απόσταση. Έχει σχέδιο, στρατηγική, συμφέροντα και, κυρίως, ανθρώπους που μπορούν να αναλάβουν τη δύσκολη δουλειά. Εκείνος που βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά αναλαμβάνει το ρίσκο, εκτίθεται, δικαιολογεί αποφάσεις που δεν πήρε και προσπαθεί να περιορίσει τις συνέπειες μιας κατάστασης που δεν δημιούργησε απαραίτητα ο ίδιος. Κι εκείνος που καίγεται είναι συχνά ο άνθρωπος που βρίσκεται στο τέλος της αλυσίδας, χωρίς τη δυνατότητα να επιλέξει αν θα συμμετάσχει.
Όσο για εκείνον που τρώει τα κάστανα, αυτός είναι ίσως ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ιστορίας. Δεν χρειάζεται να λερώσει τα χέρια του, να αναλάβει ευθύνες ή να εκτεθεί σε κινδύνους. Αρκεί να γνωρίζει σε ποιον θα αναθέσει τη φωτιά και ποιον θα αφήσει να κάνει τη δύσκολη δουλειά. Είναι ο άνθρωπος που μετατρέπει τον κίνδυνο των άλλων σε δικό του όφελος.
Κάπως έτσι λειτουργεί πολλές φορές η πολιτική, η οικονομία, οι διεθνείς σχέσεις, η αγορά εργασίας, ακόμη και οι ανθρώπινες σχέσεις. Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται, οι ζημιές κοινωνικοποιούνται, οι ευθύνες μεταβιβάζονται προς τα κάτω και οι αποφάσεις λαμβάνονται πάντα κάπου ψηλότερα. Όταν κάτι πετυχαίνει, εμφανίζονται πολλοί πατέρες. Όταν αποτυγχάνει, το παιδί μένει ορφανό.
Και το πιο παράδοξο είναι πως εκείνοι που τρώνε τα κάστανα συχνά εμφανίζονται ως ευεργέτες εκείνων που τα έβγαλαν από τη φωτιά. Τους προσφέρουν ένα χειροκρότημα, μια υπόσχεση, έναν τίτλο ή μια θέση στην επόμενη φωτιά. Έτσι συντηρείται ένας ολόκληρος μηχανισμός εξάρτησης, όπου η εξάντληση βαφτίζεται καθήκον, η εκμετάλλευση συνεργασία και η υποταγή επαγγελματισμός.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι γιατί εκείνος που ανάβει τη φωτιά δεν είναι υποχρεωμένος να αναλάβει και τις συνέπειες των πράξεών του. Και γιατί εκείνος που καίγεται δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να καθίσει στο τραπέζι.
Γιατί η αδικία δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι κάποιοι καίγονται για να φάνε κάποιοι άλλοι. Βρίσκεται κυρίως στο ότι αυτό παρουσιάζεται ως φυσιολογική τάξη πραγμάτων.
Και κάπως έτσι, η φωτιά συνεχίζει να καίει, τα κάστανα αλλάζουν χέρια και το τραπέζι παραμένει στρωμένο για τους ίδιους.
Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι ποιος βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι ποιος έχει το μονοπώλιο της όρεξης.






















