7/11/26

Ο θνήσκων πολεμιστής και οι ζωντανοί θεατές του πολέμου...



Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στην εικόνα ενός πολεμιστή που πεθαίνει. Το σώμα του έχει ήδη αρχίσει να παραδίδεται, η δύναμή του τον εγκαταλείπει, η ζωή απομακρύνεται, κι όμως γύρω του εξακολουθεί να υπάρχει ένας κόσμος που παρακολουθεί. Άλλοι θα τον ονομάσουν ήρωα, άλλοι θα τον τιμήσουν, άλλοι θα καταθέσουν στεφάνια στη μνήμη του. Ελάχιστοι, όμως, θα αναρωτηθούν αν ο θάνατός του ήταν πραγματικά αναπόφευκτος.

Ο «Θνήσκων Πολεμιστής» του Δημήτρη Καλαμάρα δεν είναι απλώς μια χάλκινη ανθρώπινη μορφή. Είναι μια στιγμή παγωμένη στον χρόνο. Μια στιγμή που η ανθρώπινη ζωή συναντά τη βία, την απώλεια και την ιστορική μνήμη. Κι ίσως, αν σταθεί κανείς λίγο περισσότερο μπροστά του, να ανακαλύψει ότι το σημαντικότερο στοιχείο του έργου δεν είναι ο πολεμιστής που πεθαίνει, αλλά οι ζωντανοί που συνεχίζουν να περνούν δίπλα του.




Καθημερινά, άνθρωποι διασχίζουν την αποβάθρα του μετρό. Βιάζονται να προλάβουν τον συρμό, κοιτούν τα κινητά τους, σκέφτονται τις υποχρεώσεις τους. Ο θνήσκων πολεμιστής παραμένει εκεί, ακίνητος, ενώ η ζωή κινείται γύρω του. Μια παράξενη συνύπαρξη ανάμεσα στην αιωνιότητα του θανάτου και στην καθημερινότητα των ζωντανών.

Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική αντίφαση. Οι κοινωνίες έχουν αναπτύξει μια ιδιαίτερη τελετουργία γύρω από τον θάνατο στον πόλεμο. Κατασκευάζουν μνημεία, αποδίδουν τιμές, οργανώνουν επετείους, εκφωνούν λόγους για την ανδρεία και τη θυσία. Ο νεκρός γίνεται σύμβολο, η απώλεια αποκτά εθνικό περιεχόμενο και ο πόνος μετατρέπεται σε επίσημη μνήμη. Όμως, πίσω από τις μεγάλες λέξεις παραμένει ένας άνθρωπος που δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σπίτι του.




Η εξιδανίκευση του πολεμικού θανάτου έχει και μια επικίνδυνη πλευρά. Μπορεί να μετατρέψει την ανθρώπινη απώλεια σε αναγκαίο τίμημα, να παρουσιάσει τον θάνατο ως αυτονόητη υποχρέωση και να απαλλάξει από τις ευθύνες τους εκείνους που αποφασίζουν για τις ζωές των άλλων. Οι πόλεμοι, άλλωστε, σπάνια αποφασίζονται από εκείνους που καλούνται να τους πολεμήσουν. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε αίθουσες με χάρτες, συμφέροντα, αριθμούς και γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Οι συνέπειές τους, όμως, καταλήγουν σε σώματα, σπίτια, οικογένειες και ολόκληρες κοινωνίες.

Και οι ζωντανοί θεατές; Ποιος είναι ο δικός τους ρόλος; Αρκεί να παρακολουθούν τις εξελίξεις από την ασφάλεια της καθημερινότητάς τους; Να ενημερώνονται για τον αριθμό των νεκρών, να σχολιάζουν τις πολεμικές επιχειρήσεις, να επιλέγουν πλευρά και να συνεχίζουν τη ζωή τους; Όταν ο θάνατος γίνεται καθημερινή είδηση, υπάρχει ο κίνδυνος να χάσει σταδιακά την ανθρώπινη διάστασή του. Οι νεκροί μετατρέπονται σε στατιστικές, οι καταστροφές σε τηλεοπτικά πλάνα και ο πόλεμος σε ένα ακόμη θέαμα που καταναλώνεται ανάμεσα σε διαφημίσεις.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο ερώτημα που θέτει ο θνήσκων πολεμιστής να μην αφορά τους νεκρούς, αλλά εμάς που παραμένουμε ζωντανοί. Τη στάση μας απέναντι στη βία, την ανοχή μας απέναντι στην καταστροφή, την ευκολία με την οποία συνηθίζουμε το αδιανόητο.




Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίφαση από το να υψώνουμε μνημεία στους νεκρούς του πολέμου και ταυτόχρονα να αποδεχόμαστε ως φυσιολογική την προετοιμασία του επόμενου.

Ο πραγματικός φόρος τιμής στους νεκρούς δεν είναι μόνο να θυμόμαστε πώς πέθαναν. Είναι να αναρωτιόμαστε γιατί χρειάστηκε να πεθάνουν. Να αμφισβητούμε εκείνους που μετατρέπουν τις ανθρώπινες ζωές σε αναλώσιμο υλικό της Ιστορίας. Να αρνούμαστε την εξοικείωση με τον θάνατο και την αισθητικοποίηση της καταστροφής.

Ο πολεμιστής του Καλαμάρα θα συνεχίσει να πεθαίνει συμβολικά, κάθε μέρα, στην αποβάθρα της Εθνικής Άμυνας. Οι συρμοί θα έρχονται και θα φεύγουν, οι άνθρωποι θα περνούν βιαστικοί και ο χρόνος θα συνεχίζει την αδιάφορη διαδρομή του.

Ίσως, όμως, κάποτε ένας από τους περαστικούς να σταθεί λίγο περισσότερο μπροστά του. Όχι για να θαυμάσει τον ηρωισμό του, αλλά για να αναρωτηθεί αν υπάρχει μεγαλύτερος ηρωισμός από το να αποτρέπεις έναν πόλεμο.

Γιατί ο πολιτισμός δεν αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο τιμά τους νεκρούς του πολέμου, αλλά από όσα κάνει για να μην τους αποκτήσει.


Δεν υπάρχουν σχόλια: