Μπριγκάντα: μια μικρή, οργανωμένη ομάδα ανθρώπων που αποφασίζει να κάνει κάτι μαζί. Όχι μια φιλανθρωπική επιτροπή. Όχι ένα ίδρυμα. Όχι ένας ευεργέτης που μοιράζει από ψηλά ό,τι περισσεύει. Μια ομάδα που συγκροτείται μπροστά σε μια ανάγκη και δρα συλλογικά.
Ένας γιατρός, ένας νοσηλευτής, ένας εργάτης, μια δασκάλα, ένας φοιτητής, ένας συνταξιούχος. Άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, που ενώνουν χρόνο, γνώση, χρήματα ή απλώς τα χέρια τους για να σταθούν δίπλα σε κάποιον που έμεινε μόνος.
Αυτή είναι η μπριγκάντα της αλληλεγγύης.
Η λέξη "μπριγκάντα" έχει μια μακρά και ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή. Προέρχεται από το ιταλικό brigata, που σήμαινε ομάδα, παρέα ή στρατιωτική μονάδα, και συνδέεται με το γαλλικό brigade, πριν η λέξη διαδοθεί σε άλλες γλώσσες. Η βαθύτερη ρίζα της ανάγεται στο μεσαιωνικό λατινικό briga, λέξη κελτικής προέλευσης, που συνδεόταν με τη δύναμη, την ισχύ, αλλά και τη φιλονικία, τη μάχη και τη διαμάχη. Από εκεί προέκυψε το λατινικό brigare, με σημασίες όπως «αγωνίζομαι», «πολεμώ» και «φιλονικώ». Στα παλαιά ιταλικά εμφανίζεται το brigante, αρχικά με τη σημασία του στρατιώτη ή του μέλους μιας ένοπλης ομάδας. Επειδή τέτοιες ομάδες μπορούσαν να δρουν άτακτα και να συνδέονται με λεηλασίες, η λέξη πέρασε στα γαλλικά και τα αγγλικά ως brigand, αποκτώντας σταδιακά τη σημασία του ληστή ή του κακοποιού. Παράλληλα, το ιταλικό brigata διατήρησε την αρχική ιδέα του οργανωμένου συνόλου ανθρώπων: μιας ομάδας, μιας παρέας, ενός σώματος που δρα μαζί. Έτσι, μέσα στην ίδια λέξη συναντώνται η ομάδα, η δύναμη, ο αγώνας, η σύγκρουση και τελικά η παρανομία. Μια λέξη που ξεκίνησε από την ιδέα των ανθρώπων που ενώνονται και δρουν μαζί κατέληξε, μέσα από τις ιστορικές συνθήκες, να σημαίνει και εκείνον που βρίσκεται έξω από την αποδεκτή τάξη.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της: οι λέξεις αλλάζουν σημασία ανάλογα με την ιστορία των ανθρώπων που τις χρησιμοποιούν.
Η λέξη κουβαλά ιστορικά την ιδέα μιας ομάδας που συγκροτείται και δρα μαζί. Εδώ όμως αποκτά άλλο περιεχόμενο: δεν είναι συμμορία που αρπάζει, αλλά συλλογικότητα που μοιράζεται. Και έχει συγκεκριμένο πρόσωπο.
Είναι η γυναίκα που δουλεύει δύο δουλειές και, παρ’ όλα αυτά, μαγειρεύει για τον άνεργο της διπλανής πόρτας. Ο γιατρός που εξετάζει χωρίς να ρωτήσει πρώτα αν υπάρχει πορτοφόλι. Ο εργαζόμενος που κρατά ένα μέρος από το μεροκάματό του για έναν συνάδελφο που έμεινε χωρίς δουλειά.
Δεν είναι απαραίτητα άνθρωποι που έχουν πολλά.
Συχνά είναι άνθρωποι που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να μην έχεις.
Γι’ αυτό η μπριγκάντα κινείται οριζόντια. Δεν κατεβαίνει από τον πλούσιο προς τον φτωχό. Πηγαίνει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Από τον έναν εργαζόμενο στον άλλον. Από εκείνον που έχει λίγο σε εκείνον που δεν έχει τίποτα.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη φιλανθρωπία και την αλληλεγγύη.
Η φιλανθρωπία μπορεί να ανακουφίσει τη συνέπεια. Η αλληλεγγύη αναζητά την αιτία. Δεν ρωτά μόνο «τι μπορούμε να του δώσουμε;». Ρωτά: «Γιατί χρειάζεται να του το δώσουμε εμείς;»
Γιατί όταν ο άρρωστος δεν μπορεί να θεραπευτεί επειδή δεν έχει χρήματα, όταν η στέγη γίνεται επένδυση και όχι δικαίωμα, όταν η εργασία μετατρέπεται σε κόστος και ο εργαζόμενος σε αριθμό, η ανάγκη παύει να είναι ατομική υπόθεση. Γίνεται κοινωνικό ζήτημα.
Η μπριγκάντα δεν έρχεται να εξαγνίσει αυτή την πραγματικότητα με μια δωρεά. Δεν ζητά από τον φτωχό ευγνωμοσύνη ούτε από τον πλούσιο καλοσύνη.
Αρνείται να θεωρήσει φυσιολογική την ανισότητα.
Αυτό είναι το πολιτικό της περιεχόμενο.
Δεν υποκαθιστά την πολιτεία. Η ίδια η ύπαρξή της, όμως, θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: γιατί άνθρωποι πρέπει να οργανώνονται μεταξύ τους για να εξασφαλίσουν όσα θα έπρεπε να είναι αυτονόητα;
Η μπριγκάντα δεν είναι απλώς μια ομάδα ανθρώπων που βοηθούν.
Είναι μια μικρή κοινωνία μέσα στην κοινωνία. Μια συλλογική άρνηση της λογικής που θέλει τον καθένα μόνο του απέναντι στην ανάγκη.
Και έχει ένα πρόσωπο.
Είναι ο άνθρωπος που, ενώ δεν έχει αρκετά για τον εαυτό του, αρνείται να αφήσει τον διπλανό του να πεινάσει.
Και από αυτόν τον άνθρωπο αρχίζει η πολιτική.

























