12/9/26

Μήπως τ’ αύριο ξυπνήσει το σήμερα.


"Κατεβάστε, επιτέλους, ταχύτητα

εξηγήστε μου, ποια τα ανεξήγητα;

Μου ζητάτε καρδιά και σας δίνω καρδιά

και μετά την πετάτε στα αζήτητα.


Ανεβάστε τα γέλια στα story σας

δακρυσμένοι από το σαλόνι σας.

Μου ζητάτε ζωή και σας δίνω ζωή

μεγαλύτερη κι από το μπόι σας.


Πόση μοναξιά χωράει σε μια οθόνη

κι ας μαζεύεστε να φαίνεστε πολλοί;

Δυστυχώς η μπαταρία μας τελειώνει,

όσο οι άνθρωποι δεν έχουν επαφή…


Πόσοι ακολουθούνε πια τα όνειρά σας

και ποια όνειρα εσείς ακολουθείτε;

Πόσα “σ’ αγαπώ” χωρούν στα κινητά σας

κι έτσι ακίνητα αγαπάτε ό,τι βρείτε;


Πόση μοναξιά χωράει σε μια οθόνη

κι ας μαζεύεστε να φαίνεστε πολλοί;


Κατεβάστε, επιτέλους, ταχύτητα.

Η αγκαλιά έχει άλλη βαρύτητα.

Μου ζητάτε καρδιά και σας δίνω καρδιά,

μήπως δείτε μια λάμψη στο τίποτα.


Ανεβάστε τα μάτια απ’ το μήνυμα

και κοιτάξτε το ηλιοβασίλεμα.

Μου ζητάτε σιωπή και σας δίνω κραυγή,

μήπως τ’ αύριο ξυπνήσει το σήμερα."



🎶 Στέλιος Ρόκκος, "Πόση Μοναξιά."
Στίχοι: Θάνος Παπανικολάου.
Μουσική: Στέλιος Ρόκκος.


Περηφάνια και προκατάληψη.

 


Η περηφάνια αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη να αποδείξεις ποιος είσαι. Η προκατάληψη αρχίζει σχεδόν αντίστροφα: όταν αποφασίζεις ποιος είναι ο άλλος πριν προλάβεις να τον γνωρίσεις.

Ίσως γι’ αυτό οι δύο λέξεις να συναντιούνται τόσο εύκολα. Η μία κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και η άλλη κοιτάζει τον κόσμο μέσα από έναν καθρέφτη που έχει ήδη ραγίσει.

Κρίνουμε πριν ακούσουμε, ονομάζουμε πριν γνωρίσουμε, ταξινομούμε για να μη χρειαστεί να συναντήσουμε. Ο άνθρωπος γίνεται κατηγορία, η κατηγορία γίνεται απόσταση και η απόσταση, με τον καιρό, μοιάζει φυσική. Έτσι γεννιούνται οι βεβαιότητες: όχι από όσα γνωρίζουμε, αλλά από όσα δεν μπήκαμε ποτέ στον κόπο να μάθουμε.

Κι όμως, η περηφάνια που αξίζει δεν χρειάζεται βάθρο. Δεν λέει «είμαι καλύτερος». Λέει μόνο «δεν θα γίνω μικρότερος για να με αποδεχτούν». Είναι μια σιωπηλή στάση απέναντι στον κόσμο, όχι ένα μέτρο για τους άλλους.

Η προκατάληψη, αντίθετα, χρειάζεται μέτρο. Μετρά τον άνθρωπο από το πρόσωπο, το ρούχο, την καταγωγή, το χρήμα, τη θέση, τη φήμη. Και ύστερα τον βάζει σε ένα συρτάρι για να μη χρειαστεί να τον κοιτάξει ξανά.

Ίσως τελικά η διαφορά να βρίσκεται στο βλέμμα.

Η περηφάνια κρατά το βλέμμα όρθιο. Η προκατάληψη το κλείνει.

Και η πιο μεγάλη περηφάνια ίσως είναι να αφήσεις το βλέμμα σου να αλλάξει γνώμη.

Η αξία του περήφανου και αξιοπρεπούς βλέμματος.



Υπάρχουν πράγματα που έχουν τιμή και πράγματα που έχουν αξία. Η διαφορά τους φαίνεται συνήθως αργά, όταν έρχεται η στιγμή να πληρώσεις για όσα απέκτησες και ανακαλύπτεις πως μερικά από αυτά τα έχεις ήδη πληρώσει με τον εαυτό σου.




Έτσι αρχίζουν οι μικρές εκπτώσεις. Ένα βλέμμα που χαμηλώνει, μια κουβέντα που καταπίνεται, ένα «ναι» εκεί που μέσα σου υπάρχει ένα καθαρό «όχι». Τίποτε σπουδαίο, θα πεις. Μια δουλειά, μια ανάγκη, ένας λογαριασμός, μια θέση, η επιθυμία να μη μείνεις μόνος. Η ζωή έχει τις τιμές της και ο άνθρωπος μαθαίνει να τις πληρώνει. Μόνο που κάποτε, ανάμεσα στις αποδείξεις και τα ρέστα, μπορεί να έχει χαθεί κάτι που δεν αγοράζεται ξανά.



Ίσως γι’ αυτό η αξιοπρέπεια να μην είναι τόσο μια αρετή όσο ένα όριο. Εκείνη η αόρατη γραμμή όπου σταματά η ανάγκη να αρέσεις και αρχίζει η ανάγκη να μη ντρέπεσαι τον εαυτό σου. Και τότε η υπερηφάνεια δεν χρειάζεται ούτε θόρυβο ούτε επίδειξη. Είναι απλώς η πλάτη που μένει όρθια όταν όλα γύρω έχουν μάθει να σκύβουν.



Αλλά ακόμη κι αυτό φαίνεται πρώτα στο βλέμμα. Γιατί το σώμα μπορεί να υπακούσει, το στόμα μπορεί να συμφωνήσει, τα χέρια μπορεί να υπογράψουν· το βλέμμα όμως προδίδει πάντα το τίμημα. Υπάρχουν βλέμματα που ζητούν, που φοβούνται, που υπολογίζουν, που αγοράζουν. Και υπάρχουν εκείνα που δεν χρειάζονται τίποτε. Συναντούν έναν άνθρωπο και, για μια στιγμή, δεν βλέπουν τη θέση του, τα χρήματά του, τη χρησιμότητά του, το σώμα του, την εικόνα του. Βλέπουν μόνο έναν άνθρωπο.



Ίσως εκεί να βρίσκεται και η πιο δύσκολη μορφή ελευθερίας: να μπορείς να κοιτάζεις χωρίς να θέλεις να αποκτήσεις και να μπορείς να σε κοιτούν χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις την αξία σου.

Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνει την αξία του όταν φτωχαίνει, όταν αποτυγχάνει ή όταν κανείς δεν τον χειροκροτεί. Τη χάνει λίγο λίγο όταν συνηθίζει να μετρά τον εαυτό του με το μέτρο των άλλων.



Και ίσως η αξιοπρέπεια να είναι τελικά αυτό: να μπορείς, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου έχουν μια τιμή, να κρατάς το βλέμμα σου εκεί όπου δεν υπάρχει ταμπέλα.









Η αξία της αξιοπρέπειας.


Η αξιοπρέπεια είναι ίσως το μόνο πράγμα που δεν έχει τιμή, κι ακριβώς γι’ αυτό η αγορά δυσκολεύεται να την καταλάβει. Δεν μετριέται σε χρήματα, σε αξιώματα, σε χειροκροτήματα ούτε σε αριθμούς. Δεν βρίσκεται σε μια βιτρίνα, αν και ολόκληρη η ζωή μοιάζει όλο και περισσότερο με βιτρίνα όπου ο άνθρωπος καλείται να παρουσιάσει τον εαυτό του ως προϊόν.

Κάποτε πουλά κανείς τη δουλειά του και παίρνει μισθό. Πουλά τον χρόνο του και παίρνει χρήματα. Εκεί η συναλλαγή είναι καθαρή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν, μαζί με τον χρόνο, αρχίζει να παραδίδει και τον εαυτό του. Όταν μαθαίνει να χαμογελά εκεί που θα ήθελε να φωνάξει, να σιωπά εκεί που πρέπει να μιλήσει, να σκύβει εκεί που θα μπορούσε να σταθεί όρθιος. Τότε η τιμή δεν γράφεται πια σε ένα συμβόλαιο. Γράφεται πάνω στο σώμα.

Η αξιοπρέπεια δεν είναι υπερηφάνεια. Δεν είναι η ανάγκη να φανούμε ανώτεροι από τους άλλους. Είναι το ελάχιστο δικαίωμα να μη χρειάζεται να μικρύνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στη ζωή που μας προσφέρουν.

Και ίσως γι’ αυτό η αξιοπρέπεια είναι τόσο ακριβή. Γιατί δεν αγοράζεται· μόνο παραχωρείται. Κι όταν παραχωρείται λίγο λίγο, σχεδόν ανεπαίσθητα, κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε πως έχουμε κρατήσει όλα όσα αποκτήσαμε και έχουμε χάσει εκείνο που δεν μπορεί να αντικατασταθεί.

Ίσως τότε καταλαβαίνουμε πως η μεγαλύτερη αξία ενός ανθρώπου δεν είναι όσα μπορεί να πουλήσει, αλλά όσα αρνείται να πουλήσει.

Και ανάμεσα σε όλα τα πράγματα που έχουν την τιμή τους, υπάρχει ακόμη κάτι που επιμένει να μην έχει τιμή.

Η αξία των πραγμάτων.



Η αξία των πραγμάτων δεν βρίσκεται πάντοτε πάνω τους. Δεν είναι χαραγμένη στην ετικέτα, ούτε μετριέται αποκλειστικά από το ποσό που ζητά η αγορά για να τα παραδώσει. Ένα πράγμα μπορεί να κοστίζει λίγο και να αξίζει μια ζωή· μπορεί να κοστίζει μια περιουσία και να μην αξίζει ούτε μια ανάμνηση.

Η αγορά, όμως, έχει τον δικό της τρόπο να τακτοποιεί τον κόσμο. Βάζει αριθμούς εκεί όπου κάποτε υπήρχαν αισθήματα, ανάγκες, χρόνος, κόπος. Μετατρέπει το σπάνιο σε ακριβό, το χρήσιμο σε προϊόν, ακόμη και το ανθρώπινο σώμα σε επιφάνεια προς κατανάλωση. Κι έτσι μαθαίνουμε σιγά σιγά να ρωτάμε όχι «τι σημαίνει;», αλλά «πόσο κάνει;».

Ίσως γι’ αυτό τα πιο πολύτιμα πράγματα να είναι εκείνα που αντιστέκονται στην τιμή. Ένα βλέμμα, ένα τραγούδι, ένα απόγευμα χωρίς σκοπό, ένα χέρι που μένει όταν όλα τα άλλα φεύγουν. Δεν έχουν χρηματιστηριακή αξία. Κι όμως, όταν χαθούν, κανένα νόμισμα δεν μπορεί να τα αγοράσει πίσω.

Κάπου ανάμεσα στην τιμή και στην αξία βρίσκεται ο άνθρωπος. Και ίσως εκεί αρχίζει το πραγματικό παζάρι: τη στιγμή που κάποιος προσπαθεί να μας πείσει πως ό,τι μπορεί να πουληθεί αξίζει περισσότερο από ό,τι δεν μπορεί να αγοραστεί.

Η ακρίβεια της αγοράς.

 


Η ακρίβεια δεν μπαίνει στο σπίτι με θόρυβο. Έρχεται λίγο λίγο, κρυμμένη μέσα στις αποδείξεις, στις μικρότερες συσκευασίες, στις λέξεις «προσφορά» και «νέα τιμή». Δεν είναι μόνο ότι πληρώνεις περισσότερο. Είναι ότι αρχίζεις να αγοράζεις λιγότερη ζωή με τα ίδια χρήματα.

Στην αγορά όλα έχουν μια τιμή, ακόμη κι εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητα. Το ψωμί, ο καφές, το ρεύμα, η μετακίνηση, ο χρόνος. Και κάπου ανάμεσα στις ετικέτες των προϊόντων, η ανάγκη συναντά την τιμή και η ανάγκη, συνήθως, υποχωρεί.

Η ακρίβεια δεν είναι απλώς ένας αριθμός που ανεβαίνει. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να κάνει λογαριασμό πριν από κάθε επιθυμία. Να σκέφτεται αν μπορεί να αντέξει αυτό που μέχρι χθες θεωρούσε καθημερινό. Κι όταν η αγορά ακριβαίνει περισσότερο από τη ζωή, τότε δεν ακριβαίνουν μόνο τα πράγματα.

Φτηναίνει ο άνθρωπος.

Η αξία ενός ποιήματος.

 


Η αξία ενός ποιήματος δεν βρίσκεται στις λέξεις του, αλλά σε εκείνο που οι λέξεις κατορθώνουν να αφήσουν πίσω τους. Ένα ποίημα μπορεί να είναι μικρό σαν ανάσα και να χωράει μέσα του μια ολόκληρη ζωή. Μπορεί να μιλά για ένα δέντρο, έναν άνθρωπο, ένα παράθυρο, κι όμως να μιλά για τον χρόνο που περνά και για όσα δεν προλάβαμε να πούμε.

Δεν μετριέται με το πόσοι το διάβασαν ούτε με το πόσοι το κατάλαβαν. Ίσως μάλιστα ένα ποίημα να αρχίζει να αποκτά την πραγματική του αξία ακριβώς εκεί όπου παύει να εξηγείται. Όταν μια λέξη μένει μέσα σου και επιστρέφει χρόνια αργότερα, σε μια άσχετη στιγμή, σαν κάτι που είχες ξεχάσει αλλά εκείνο δεν σε είχε ξεχάσει.

Γιατί το ποίημα δεν είναι μόνο αυτό που γράφτηκε. Είναι κι αυτό που γεννιέται μέσα στον αναγνώστη. Η ίδια φράση μπορεί για έναν να είναι ανάμνηση, για άλλον απώλεια, για κάποιον έρωτας και για κάποιον άλλο μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ.

Κι ίσως τελικά η αξία ενός ποιήματος να είναι αυτή: να μη σου δίνει μια απάντηση, αλλά να σου αλλάζει για λίγο το βάρος της ερώτησης.

Η αξία του γεύματος.

 


Υπάρχουν γεύματα που τελειώνουν όταν αδειάσει το πιάτο και άλλα που συνεχίζονται για χρόνια, κάπου μέσα στη μνήμη, με τη μυρωδιά ενός φαγητού, έναν ήχο από πιρούνια, μια καρέκλα που τραβήχτηκε λίγο πιο κοντά στο τραπέζι. Ίσως γιατί το γεύμα δεν αρχίζει πραγματικά με την πρώτη μπουκιά. Αρχίζει νωρίτερα, όταν κάποιος λέει «έλα να φάμε» και μέσα σε αυτή τη μικρή φράση χωράει, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μια πρόσκληση στη συντροφικότητα.

Το φαγητό έχει αυτή την παράξενη ιδιότητα να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Ίσως επειδή μπροστά στην πείνα όλοι θυμόμαστε κάτι πολύ παλιό. Το σώμα ζητά, ο άνθρωπος κάθεται, το ψωμί κόβεται, το κρασί γεμίζει τα ποτήρια και ξαφνικά η καθημερινότητα αποκτά ένα κέντρο. Δεν είναι πια ο καθένας μόνος του μέσα στις σκέψεις του. Υπάρχει ένα τραπέζι ανάμεσα στους ανθρώπους, κι αυτό το τραπέζι, αντί να τους χωρίζει, τους ενώνει.

Από εκεί ξεκινούν οι κουβέντες. Από ένα «βάλε μου λίγο ακόμη» μπορεί να φτάσεις στα παιδικά χρόνια, από μια ερώτηση για το αλάτι σε μια εξομολόγηση που περίμενε χρόνια να ειπωθεί. Οι μεγάλες αλήθειες σπάνια ανακοινώνονται επίσημα. Συνήθως ξεφεύγουν ανάμεσα σε δυο μπουκιές, όταν κανείς δεν τις περιμένει. Κι ύστερα έρχεται η σιωπή. Όχι η αμήχανη σιωπή, αλλά εκείνη που μπορεί να μοιραστεί ένα τραπέζι χωρίς να χρειάζεται να γεμίσει.

Ίσως γι’ αυτό θυμόμαστε τόσο έντονα ορισμένα γεύματα. Όχι για το τι φάγαμε, αλλά για το ποιοι κάθονταν μαζί μας. Το φαγητό χάνεται μέσα στο σώμα, όπως χάνονται τόσα πράγματα μέσα στον χρόνο. Αυτό όμως που συνέβη γύρω από το πιάτο μένει. Μια φωνή, ένα γέλιο, ένα χέρι που έκοψε το ψωμί στη μέση για να δώσει το μισό στον άλλον.

Και τότε καταλαβαίνεις πως η αξία του γεύματος δεν βρίσκεται στην αφθονία του τραπεζιού. Μπορεί να είναι ένα απλό φαγητό, σχεδόν φτωχό, κι όμως να περισσεύει κάτι που δεν αγοράζεται: η παρουσία. Γιατί άλλο είναι να τρως και άλλο να τρως μαζί με κάποιον. Το πρώτο χορταίνει το σώμα. Το δεύτερο θυμίζει στον άνθρωπο πως δεν φτιάχτηκε μόνο για να επιβιώνει.

Ίσως τελικά το τραπέζι να είναι ένας από τους τελευταίους τόπους όπου η ζωή δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Καθόμαστε, τρώμε, μιλάμε, σωπαίνουμε. Κι όταν κάποτε σηκωθούμε, τα πιάτα θα μείνουν άδεια. 

Αυτό που μοιράστηκε όμως δεν θα βρίσκεται πάνω στο τραπέζι.

Θα έχει ήδη περάσει στους ανθρώπους.

Πότε πουλιέται ο άνθρωπος;


Πότε πουλιέται ο άνθρωπος;

Ίσως το ερώτημα να είναι λάθος. Γιατί ο άνθρωπος σπάνια πουλιέται σε μια στιγμή. Πουλιέται λίγο λίγο, κάθε φορά που παραχωρεί κάτι από εκείνο που τον κάνει άνθρωπο.

Πουλά τη σιωπή του για να κρατήσει τη θέση του, την αλήθεια του για να κερδίσει την αποδοχή, την ελευθερία του για να αισθανθεί ασφαλής. Και κάθε φορά η συναλλαγή μοιάζει μικρή. Τόσο μικρή, ώστε να μην αντιλαμβάνεται πως δεν χάνει απλώς ένα κομμάτι του εαυτού του· παραχωρεί σιγά σιγά το δικαίωμα να αποφασίζει ο ίδιος για την αξία του.

Ώσπου η αγορά παύει να βρίσκεται απέναντί του και μετακομίζει μέσα του. Εκεί αρχίζει να ζυγίζει τα πάντα: τι αξίζει, τι συμφέρει, τι κοστίζει η αντίσταση. Ακόμη και η συνείδηση μπαίνει στη ζυγαριά, ακόμη και η αξιοπρέπεια αποκτά διαπραγματεύσιμη αξία. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να διατάζει· αρκεί να κάνει την ανάγκη όρο της ελευθερίας.

Κι έτσι το «πότε» γίνεται πιο δύσκολο από το «πόσο». Γιατί το πόσο μπορεί να μετρηθεί. Το πότε όχι. Δεν υπάρχει ταμείο για την ελευθερία ούτε απόδειξη για την αξιοπρέπεια. Υπάρχει μόνο εκείνη η αδιόρατη στιγμή που ο άνθρωπος συνηθίζει να παραχωρεί και παύει να αισθάνεται ότι παραχωρεί.

Ίσως λοιπόν ο άνθρωπος να πουλιέται όχι όταν αποκτά τιμή, αλλά όταν η ανάγκη του αποκτά τιμή και η αξιοπρέπειά του κόστος.

Και τότε η τελευταία πράξη της συναλλαγής δεν γίνεται στο ταμείο. Γίνεται μέσα του: όταν ξεχνά πως υπάρχουν πράγματα που δεν αγοράζονται, επειδή ακριβώς από αυτά αρχίζει η ελευθερία.

Το θηρίο μέσα μας.

 


Έχει άραγε νόημα να τιθασεύεις τα συναισθήματά σου; Η ίδια η λέξη μοιάζει να προδίδει μια παλιά αντίληψη για τον άνθρωπο: πως μέσα του κατοικεί ένα θηρίο που πρέπει να δεθεί, να υπακούσει, να μπει σε κλουβί. Κι όμως, ίσως το θηρίο αυτό να μην είναι ο εχθρός μας. Ίσως να είναι εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που θυμάται όσα εμείς προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

Ο φόβος, ο θυμός, η ζήλια, η επιθυμία, η θλίψη δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Είναι ίχνη. Σαν πατημασιές πάνω στο χιόνι, δείχνουν ότι κάτι πέρασε από μέσα μας. Κι όταν τις σβήνουμε βιαστικά, δεν εξαφανίζουμε αυτό που τις άφησε. Απλώς χάνουμε τον δρόμο που θα μπορούσε να μας οδηγήσει πίσω στην πηγή τους.

Ο άνθρωπος έφτιαξε πολιτισμούς δαμάζοντας τη φύση και, κάποτε, στράφηκε στην ίδια του την εσωτερική φύση με την ίδια λογική. Έβαλε φράχτες στη θάλασσα, χαλινάρια στη φωτιά, κανόνες στην επιθυμία. Μα ό,τι κλείνεται δεν παύει να υπάρχει. Η θάλασσα συνεχίζει να πιέζει τα τείχη της, η φωτιά ψάχνει μια χαραμάδα, και το συναίσθημα περιμένει.

Γι’ αυτό ίσως η αυτοκυριαρχία να μην είναι φυλακή αλλά σχέση. Να μπορείς να στέκεσαι απέναντι στον θυμό σου χωρίς να του παραδίδεις το σώμα σου. Να αφήνεις τον φόβο να μιλήσει χωρίς να του παραδίδεις τον δρόμο. Να ακούς την επιθυμία χωρίς να της παραχωρείς το τιμόνι. Όχι να σκοτώνεις το θηρίο, αλλά να μαθαίνεις τη γλώσσα του.

Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στο «δεν αισθάνομαι» και στο «αισθάνομαι, αλλά επιλέγω». Στο πρώτο υπάρχει καταστολή. Στο δεύτερο υπάρχει ελευθερία.

Ίσως, τελικά, ο ώριμος άνθρωπος να μην είναι εκείνος που έχει εξημερώσει τα μέσα του, αλλά εκείνος που μπορεί να περπατά μαζί τους χωρίς να τα φοβάται. Να γνωρίζει πως μέσα του υπάρχουν άνεμοι που δεν ελέγχονται, θάλασσες που δεν ησυχάζουν κατ’ εντολή και φωτιές που δεν ζητούν άδεια για να ανάψουν.

Δεν χρειάζεται να κλείσουμε το θηρίο σε κλουβί.

Χρειάζεται μόνο να μη γίνουμε εμείς το κλουβί του.

«Μια καφέ και μια ζάχαρη...»

 


«Μια καφέ και μια ζάχαρη».

Έτσι αρχίζει το πρωί. Με μια μικρή παραγγελία που μοιάζει ασήμαντη, αλλά κρύβει μέσα της ολόκληρη τη διαπραγμάτευση του ανθρώπου με τη ζωή.

Ο καφές είναι η πίκρα της πραγματικότητας. Η ζάχαρη, η επιμονή μας να μην την πιούμε ακριβώς όπως μας προσφέρεται.

Κάθε πρωί ξυπνάμε και ο κόσμος είναι πάλι εκεί, πριν ακόμη προλάβουμε να τον κρίνουμε. Οι ίδιες εκκρεμότητες, οι ίδιες απουσίες, οι ίδιες μικρές χαρές που επιμένουν παράλογα να υπάρχουν. Κι εμείς, ανάμεσα στη νύχτα που τελείωσε και στη μέρα που ανοίγει, ρίχνουμε μια κουταλιά ζάχαρη μέσα στην πίκρα και ανακατεύουμε.

Ίσως αυτό να είναι το πρωινό: όχι μια καινούργια αρχή, αλλά μια δεύτερη ευκαιρία να συμφιλιωθούμε με όσα ήδη γνωρίζουμε.

Το κουταλάκι γυρίζει στο φλιτζάνι και για λίγο όλα αναμειγνύονται. Το πικρό με το γλυκό, το χθες με το σήμερα, η απώλεια με την προσδοκία. Δεν εξαφανίζεται τίποτα. Απλώς αλλάζει η αναλογία.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ανθρώπινη ελευθερία: όχι στο να διαλέγουμε πάντα τι θα μας συμβεί, αλλά στο να αποφασίζουμε τι θα προσθέσουμε σε αυτό που μας δόθηκε.

Το πρωί, λοιπόν, δεν ζητάμε έναν καφέ για να ξυπνήσουμε.

Ζητάμε "μια καφέ και μια ζάχαρη" για να μπορέσουμε να ξαναρχίσουμε.

Και καθώς η πρώτη γουλιά περνά από τα χείλη, η μέρα αρχίζει να παίρνει τη γεύση της.

Όχι επειδή έγινε πιο γλυκιά.

Αλλά επειδή την ανακατέψαμε λίγο εμείς.




Ώρες μικρές στα σκοτεινά.

 


Από παιδιά, ίσως, μαθαίνουμε να φεύγουμε. Μερικοί φεύγουν με το σώμα, άλλοι με τη σκέψη, άλλοι μένουν ακίνητοι και αφήνουν μόνο την ψυχή τους να ταξιδεύει. Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν ρίζα στον αέρα· δεν ανήκουν πουθενά ολόκληροι, γιατί μέσα τους κάτι αναζητά πάντοτε έναν τόπο που δεν πρόλαβε να υπάρξει.

Κι ύστερα έρχεται ο έρωτας και κάνει αυτή την αδυναμία βαθύτερη. Γιατί ο άλλος μπορεί να φύγει, αλλά δεν φεύγει πάντοτε από μέσα μας. Μένει εκεί όπου κάποτε κατοίκησε. Όχι σαν ανάμνηση μόνο, αλλά σαν μια ανοιχτή δυνατότητα. Σαν πόρτα που κανείς δεν έκλεισε επειδή κανείς δεν κατάφερε να πει με βεβαιότητα πως τελείωσε.

Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο στον έρωτα: όχι η απώλεια, αλλά η εκκρεμότητα. Το τελειωμένο πονά, όμως κάποτε καταλαγιάζει. Το ανοιχτό τραύμα, αντίθετα, συνεχίζει να ζητά απάντηση. Κάθε νύχτα επιστρέφει με άλλη μορφή. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, ένα γνώριμο φως σε ένα άδειο δωμάτιο αρκούν για να ξαναρχίσει η αναζήτηση.

Και τότε έρχονται οι μικρές ώρες.

Όχι οι μεγάλες νύχτες των δραμάτων, αλλά εκείνες οι παράξενες ώρες λίγο πριν ξημερώσει, όταν η πόλη έχει σωπάσει και ο άνθρωπος μένει μόνος με όσα δεν κατάφερε να ξεχάσει. Εκεί ο πόνος αποκτά σχεδόν τη δική του συχνότητα. Δεν χρειάζεται να φωνάξει. Αρκεί που υπάρχει.

Η επιθυμία, τότε, δεν είναι πια μόνο επιθυμία για το σώμα του άλλου. Είναι επιθυμία να επιστρέψει ο χρόνος σε ένα σημείο όπου κάτι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. Να ειπωθεί μια λέξη που δεν ειπώθηκε. Να μείνει κάποιος που έφυγε. Να μη γίνει η απόσταση οριστική.

Μα ο χρόνος δεν γυρίζει. Κι έτσι ο άνθρωπος αρχίζει να κατοικεί στις αναμνήσεις του, όπως το κερί κατοικεί μέσα στη φλόγα του: φωτίζεται και ταυτόχρονα χάνεται. Όσο περισσότερο θυμάται, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει πως η μνήμη δεν είναι επιστροφή. Είναι ένας τρόπος να συνεχίζει η απουσία να υπάρχει.

Κάποτε θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε. Τον άλλον, τον εαυτό μας, τις περιστάσεις, εκείνη την παλιά εκδοχή της ζωής που δεν άντεξε. Όμως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για τη συγχώρεση. Κάποιοι κρατούν μέσα τους το κεντρί. Όχι επειδή αγαπούν τον πόνο, αλλά επειδή φοβούνται πως αν τον αφήσουν να φύγει, θα φύγει μαζί του και ο τελευταίος δεσμός με εκείνον που έχασαν.

Έτσι ο έρωτας γίνεται παράξενο είδος μνήμης. Δεν θυμόμαστε μόνο τον άνθρωπο. Θυμόμαστε ποιοι ήμασταν όταν τον αγαπούσαμε. Και ίσως αυτό να είναι που πραγματικά πονά περισσότερο: πως μαζί με τον άλλον χάθηκε και μια εκδοχή του εαυτού μας που δεν θα ξαναγίνει.

Γι’ αυτό υπάρχουν οι ώρες μικρές στα σκοτεινά.

Για να επιστρέφει, χωρίς να επιστρέφει κανείς.

Για να ανοίγει μέσα μας η πόρτα εκείνη που δεν κλείσαμε ποτέ.

Και κάπου ανάμεσα στη μνήμη και την επιθυμία, ανάμεσα σε αυτόν που έμεινε και σε εκείνον που πήγε πιο πέρα, ο έρωτας εξακολουθεί να αναπνέει αθόρυβα.

Όχι επειδή περιμένει.

Αλλά επειδή κάποια πράγματα, όταν κατοικήσουν μέσα μας, δεν χρειάζονται πια την παρουσία του άλλου για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Ώρες Μικρές...



"Από παιδί

Είμαι ένα σώμα που 'χει ρίζα στον αέρα

Σώμα φυγής

Μα εγώ παρέμεινα κι εσύ πήγες πιο πέρα

Μάταια σ' αναζητώ

Ό, τι και να θέλησα, άγρια μέλισσα

Και μου 'χει μείνει το κεντρί, στο χέρι βέρα

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Το ξέρω πως

Το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι

Λάμπω σαν φως

Μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει

Αν με δεις, να θυμηθείς

Ότι με κατοίκησες κι ότι με νίκησες

Δίχτυ πως μ' έπιασε ο καημός απόψε πάλι

Ώρες μικρές στα σκοτεινά

Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά

Στη ταραγμένη μου ψυχή

Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι

Που λείπεις, μου 'πεσε βαρύ

Με αναμνήσεις σιγοκαίγομαι και λιώνω σαν κερί

Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι

Να καίγεσαι, όπως καίγομαι."



"Ώρες Μικρές."- Μαζωνάκης Γιώργος.

Μουσική/Στίχοι: Σαμπάνης Γιώργος/Γιαννατσούλια Ελένη.

11/9/26

Βραδιάζει πάλι σήμερα...

 


Βραδιάζει πάλι σήμερα. Όχι μόνο έξω, στον ουρανό που χαμηλώνει και μαζεύει σιγά σιγά το φως, αλλά και μέσα μας. Η μέρα αποσύρεται χωρίς να ζητήσει την άδειά μας, όπως αποσύρονται κάποτε οι άνθρωποι, οι εποχές, οι βεβαιότητες. Κι εμείς μένουμε για λίγο στο μεταίχμιο, εκεί όπου δεν είναι ακόμη νύχτα αλλά έχει ήδη χαθεί η ημέρα.

Ίσως γι’ αυτό η νύχτα έχει μια παράξενη οικειότητα. Δεν απαιτεί εξηγήσεις. Δεν ζητά να δείχνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε. Στο σκοτάδι τα πράγματα χάνουν τις λεπτομέρειές τους και κρατούν μόνο το περίγραμμα. Κι έτσι, όταν βραδιάζει, θυμόμαστε όσα την ημέρα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

Το «πάλι» είναι η πιο βαριά λέξη. Γιατί κάθε βράδυ μοιάζει με το προηγούμενο, αλλά κανένα δεν είναι το ίδιο. Ο χρόνος κάνει κύκλους μόνο από μακριά. Από κοντά είναι μια ευθεία που προχωρά και παίρνει μαζί της κάτι που δεν επιστρέφει.

Κι όμως, κάθε βράδυ τραγουδάμε σαν να υπάρχει ακόμη χρόνος. Ίσως επειδή το τραγούδι είναι ένας τρόπος να κρατήσεις λίγο ανοιχτό το παράθυρο πριν κλείσει η νύχτα.

Βραδιάζει πάλι σήμερα.

Και κάπου ανάμεσα στο τελευταίο φως και στο πρώτο σκοτάδι, καταλαβαίνουμε πως δεν φοβόμαστε τόσο τη νύχτα όσο εκείνο που προλαβαίνουμε να θυμηθούμε πριν έρθει.




"Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει,
κι έρχεται η ώρα η δικιά μου.
Αυτή που σαν πουκάμισο ταιριάζει,
με τη μελαγχολία στη καρδιά μου, βραδιάζει.
Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί,
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους.
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π' αγαπώ,
με τους παράνομους και τους αδικημένους.
Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει,
και τότε το τραγούδι σιγοπιάνω.
Σαν μάνα το σκοτάδι μ' αγκαλιάζει,
μια τέτοια ώρα θέλω να πεθάνω, βραδιάζει.
Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί,
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους.
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π' αγαπώ,
με τους παράνομους και τους αδικημένους."

🎶 Μαριάννα Παπαμακαρίου: "Βραδιάζει."
Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος. Στίχοι: Σώτιας Τσώτου. Πρώτη Εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης.


Κλειστά παράθυρα.

 


Υπάρχουν παράθυρα που δεν βλέπουν έξω. Βλέπουν προς τα μέσα.

Κλειστά παράθυρα σε σπίτια που κατοικούνται ακόμη, αλλά μοιάζουν να έχουν αποσυρθεί από τον κόσμο. Πίσω από τα τζάμια μένει η ζωή, όχι όμως το βλέμμα. Η πόλη συνεχίζει να περνά, οι άνθρωποι διασχίζουν τους δρόμους, το φως αλλάζει πάνω στις προσόψεις, κι εκείνα παραμένουν κλειστά, σαν μικρές αρνήσεις απέναντι σε ό,τι συμβαίνει έξω.

Ίσως κάθε κλειστό παράθυρο να κρύβει μια ιστορία. Έναν άνθρωπο που κουράστηκε να κοιτάζει. Έναν άλλον που φοβήθηκε όσα μπορούσαν να μπουν από μέσα. Κάποιον που έμαθε να προστατεύεται τόσο καλά, ώστε ξέχασε πως η προστασία μπορεί να γίνει φυλακή.

Υπάρχουν όμως και τα παράθυρα που κλείνουμε μόνοι μας. Όχι με παντζούρια και τζάμια, αλλά με συνήθειες, βεβαιότητες, φόβους. Κλείνουμε λίγο λίγο το άνοιγμα προς τον άλλον, προς το απρόβλεπτο, προς εκείνο που δεν γνωρίζουμε. Και κάποια στιγμή συνηθίζουμε τόσο πολύ το ημίφως, ώστε το φως αρχίζει να μας ενοχλεί.

Το παράξενο είναι πως ένα παράθυρο υπάρχει για να ανοίγει. Το κλειστό παράθυρο είναι μια αντίφαση: κρατά ακόμη τη μορφή της εξόδου, αλλά έχει πάψει να είναι πέρασμα.

Κι ίσως αυτό να συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Δεν είναι πάντα πως δεν έχουν κάτι να πουν. Μερικές φορές έχουν απλώς κλείσει τα παράθυρά τους.

Κι έξω, το φως περιμένει.

Δύο λέξεις.



Υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται ολόκληρες σελίδες για να ειπωθούν. Κι υπάρχουν άλλα που περιμένουν δύο μόνο λέξεις.

Οι εφημερίδες γράφουν κάθε μέρα χιλιάδες λέξεις. Τίτλοι, άρθρα, αναλύσεις, σχόλια, παραπολιτικά, πρωτοσέλιδα. Η πραγματικότητα περνά μέσα από τόνους μελανιού και αμέτρητες προτάσεις, σαν να χρειάζεται έναν ατελείωτο λόγο για να εξηγηθεί. Κι όμως, πολλές φορές ολόκληρη η εφημερίδα μπορεί να χωρέσει σε δύο λέξεις.

«Πόλεμος ξανά».

«Κρίση τελείωσε».

«Άνθρωποι χάθηκαν».

«Όλα αλλάζουν».

Δύο λέξεις στον τίτλο και από κάτω εκατοντάδες ακόμη για να εξηγήσουν αυτό που ήδη ειπώθηκε. Η δημοσιογραφία χρειάζεται την πληροφορία, την αφήγηση, την ανάλυση. Ο άνθρωπος όμως συχνά θυμάται τον τίτλο. Εκεί βρίσκεται η παράξενη δύναμη των λίγων λέξεων: δεν περιγράφουν ολόκληρη την πραγματικότητα· επιλέγουν ποιο κομμάτι της θα μείνει στη μνήμη.

Ίσως επειδή η ζωή, όπως και η εφημερίδα, έχει τους δικούς της τίτλους. Μια ολόκληρη σχέση μπορεί κάποτε να συμπυκνωθεί σε ένα «σε αγαπώ». Μια διαδρομή χρόνων σε ένα «σε συγχωρώ». Ένας φόβος να υποχωρήσει μπροστά σε ένα «μη φοβάσαι». Κι ένας άνθρωπος που στεκόταν απέναντί μας να χρειάζεται μόνο το «είμαι εδώ».

Τόσο λίγες λέξεις, κι όμως πίσω τους μπορεί να βρίσκεται μια ολόκληρη ιστορία.

Κάποιες φορές, μάλιστα, οι πολλές λέξεις υπάρχουν ακριβώς για να αποφύγουν τις δύο που έχουν σημασία. Πίσω από ένα πολιτικό άρθρο μπορεί να κρύβεται το «δεν θέλουμε». Πίσω από μια οικονομική ανάλυση το «κάποιοι κέρδισαν». Πίσω από μια τραγωδία το «το γνωρίζαμε». Η πολυλογία δεν είναι πάντα προσπάθεια να φωτιστεί η αλήθεια. Μερικές φορές είναι ένας τρόπος να καθυστερήσει η στιγμή που θα ειπωθεί.

Ίσως γι’ αυτό η δύναμη της γλώσσας να μη βρίσκεται στην ποσότητα αλλά στην πυκνότητα. Οι πολλές λέξεις περιγράφουν. Οι σωστές δύο αποκαλύπτουν. Δεν εξηγούν τον κόσμο· τον μετακινούν ελάχιστα, όσο χρειάζεται για να τον δούμε διαφορετικά.

Και υπάρχουν εκείνες οι δύο λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ίσως αυτές να είναι οι βαρύτερες. Μένουν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους σαν μια αόρατη πρόταση που δεν τελείωσε. Γυρίζουν χρόνια αργότερα, όταν πια δεν υπάρχει κανείς για να τις ακούσει.

Ο άνθρωπος περνά τη ζωή του μαθαίνοντας χιλιάδες λέξεις, για να ανακαλύψει κάποτε πως εκείνες που πραγματικά τον ακολουθούν είναι οι πιο απλές. Εκείνες που δεν χρειάζονται εξήγηση. Εκείνες που, όταν ειπωθούν, αφήνουν πίσω τους μια σιωπή μεγαλύτερη από τον ίδιο τον λόγο.

Δύο λέξεις.

Και ανάμεσά τους, ολόκληρη η ζωή.

Οι νόμοι της φύσης.

 


Δεν είναι όλοι οι νόμοι γραμμένοι σε χαρτί. Μερικοί είναι γραμμένοι στην ύλη.

Η πέτρα πέφτει, το νερό αναζητά τον χαμηλότερο δρόμο, η φωτιά καταναλώνει αυτό που μπορεί να κάψει, τα σώματα έλκονται, οι οργανισμοί γεννιούνται, μεγαλώνουν, φθείρονται και πεθαίνουν. Η φύση δεν χρειάζεται δικαστή για να επιβάλει τους νόμους της. Δεν τιμωρεί την παραβίασή τους· απλώς δεν την επιτρέπει.

Ο άνθρωπος όμως έχει μια παράξενη συνήθεια: αφού ανακάλυψε τους νόμους της φύσης, προσπάθησε να τους διαπραγματευτεί.



Έμαθε τη βαρύτητα και πέταξε. Έμαθε τις ιδιότητες του νερού και έφτιαξε δρόμους πάνω του. Έμαθε την ενέργεια και την έκανε μηχανή. Δεν κατάργησε κανέναν φυσικό νόμο. Έμαθε να κινείται μέσα του.

Ίσως αυτή να είναι η πραγματική διαφορά ανάμεσα στη γνώση και στην αλαζονεία. Η γνώση δεν λέει στη φύση «θα κάνεις αυτό που θέλω». Ρωτά πρώτα: «Πώς λειτουργείς;»



Κι όμως, υπάρχει ένας άλλος νόμος που συχνά ξεχνάμε. Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει το περιβάλλον του, όχι όμως να απαλλαγεί από το ότι και ο ίδιος είναι μέρος του.

Μπορεί να υψώσει τείχη απέναντι στη θάλασσα, αλλά όχι απέναντι στον χρόνο. Μπορεί να φωτίσει τη νύχτα, αλλά όχι να καταργήσει το σκοτάδι. Μπορεί να παρατείνει τη ζωή, αλλά όχι να ακυρώσει τη φθορά. Μπορεί να μετακινήσει βουνά, αλλά όχι να μετακινήσει τη θέση του μέσα στη φύση.




Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα των νόμων της φύσης να βρίσκεται ακριβώς εκεί: δεν μας ζητούν να τους υπακούσουμε σαν υπήκοοι, αλλά να τους κατανοήσουμε σαν μέρος τους.




Γιατί η φύση δεν βρίσκεται απέναντί μας.

Είναι αυτό που συνεχίζει να συμβαίνει μέσα μας, ακόμη κι όταν έχουμε ξεχάσει ότι γεννηθήκαμε από αυτήν.




Από την φύση.



Υπάρχουν λέξεις που μοιάζουν μικρές επειδή χωρούν σε λίγα γράμματα, ενώ από πίσω τους κρύβεται ένας ολόκληρος τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Το "natu" είναι μία από αυτές. Στα λατινικά, η αφαιρετική του natus, συνδεδεμένη με τη γέννηση, και μπορεί να σημαίνει «εκ γενετής», «από τη φύση», «ως προς την ηλικία». Μια λέξη που μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε δύο σημεία: εκεί όπου αρχίζουμε και εκεί όπου γινόμαστε.

Ίσως τελικά η φύση να είναι ακριβώς αυτό: ό,τι υπάρχει πριν από εμάς.

Πριν από το όνομα, πριν από την εκπαίδευση, πριν από τους κανόνες, πριν ακόμη μάθουμε να ξεχωρίζουμε το «εγώ» από τον κόσμο. Γεννιόμαστε μέσα σε κάτι που δεν επιλέξαμε. Ένα σώμα, μια εποχή, μια γλώσσα, έναν τόπο, μια ιστορία. Κι ύστερα περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να ξεχωρίσουμε ποιο από όλα αυτά είμαστε πραγματικά εμείς και ποιο μας φόρεσαν.



Η γέννηση, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αρχή της ζωής. Είναι και η πρώτη μας συνθήκη. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Κανείς δεν γεννιέται λευκή σελίδα. Κουβαλάμε κάτι από πριν: όχι απαραίτητα ένα προκαθορισμένο πεπρωμένο, αλλά μια αφετηρία. Η φύση δεν μας γράφει ολόκληρο το βιβλίο· μας δίνει όμως το πρώτο χαρτί.

Κι ύστερα έρχεται ο άνθρωπος και προσπαθεί να διορθώσει τη φύση.

Την ονομάζει, την ταξινομεί, την κατακτά, την καλλιεργεί, την εμπορεύεται. Κάνει το ίδιο και με τον εαυτό του. Προσπαθεί να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που γεννήθηκε να είναι. Κάποτε αυτό είναι ελευθερία. Κάποτε είναι φυλακή. Γιατί άλλο είναι να υπερβαίνεις αυτό που σου δόθηκε κι άλλο να το αρνείσαι επειδή έμαθες πως οτιδήποτε φυσικό πρέπει να διορθωθεί.



Ίσως γι’ αυτό η έννοια της ηλικίας κρύβεται στην ίδια λέξη. Η γέννηση δεν τελειώνει τη στιγμή που γεννιόμαστε. Συνεχίζεται όσο περνά ο χρόνος. Κάθε ηλικία είναι μια καινούργια γέννηση του ίδιου ανθρώπου. Αυτό που ήμασταν απομακρύνεται λίγο λίγο και αφήνει πίσω του κάτι που δεν είναι ακόμη παρελθόν, αλλά ούτε πια παρόν. Γερνάμε όχι μόνο επειδή περνούν τα χρόνια, αλλά επειδή διαρκώς αποχωριζόμαστε εκείνον που υπήρξαμε.




Και τότε η natu αποκτά μια παράξενη ειρωνεία.

Αυτό που είμαστε «εκ φύσεως» δεν είναι απαραίτητα αυτό που παραμένουμε. Η φύση μάς γεννά, αλλά ο χρόνος μάς μεταμορφώνει. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η ζωή.

Ίσως τελικά ο άνθρωπος να μην είναι ούτε μόνο αυτό που γεννήθηκε ούτε μόνο αυτό που έγινε. Είναι η απόσταση ανάμεσα στα δύο. Εκεί βρίσκεται η ελευθερία του, αλλά και η αγωνία του.

Γιατί η φύση μάς δίνει την αρχή.

Τα υπόλοιπα τα αφήνει ανοιχτά.

Κι έτσι, κάπου ανάμεσα στο «από τη γέννηση» και στο «από τη φύση», μένει όλη η ανθρώπινη ιστορία: η προσπάθεια να καταλάβουμε τι μας δόθηκε και τι καταφέραμε, τελικά, να γίνουμε.




Η γνώση.


Η γνώση δεν είναι όσα μάθαμε. Είναι όσα έμειναν μέσα μας αφού ξεχάσαμε τα περισσότερα.

Στην αρχή μοιάζει με συσσώρευση: βιβλία, λέξεις, ημερομηνίες, θεωρίες, απαντήσεις. Ο άνθρωπος γεμίζει το μυαλό του σαν βιβλιοθήκη, πιστεύοντας πως όσο περισσότερα γνωρίζει τόσο λιγότερο θα φοβάται το άγνωστο. Κι όμως, κάποτε ανακαλύπτει πως η γνώση δεν μικραίνει το άγνωστο· μεγαλώνει τα όριά του.

Γιατί κάθε απάντηση γεννά μια καινούργια ερώτηση. Κάθε βεβαιότητα ανοίγει μια χαραμάδα αμφιβολίας. Και ίσως εκεί αρχίζει η πραγματική γνώση: όχι όταν μπορούμε να πούμε «ξέρω», αλλά όταν αποκτούμε το θάρρος να πούμε «δεν ξέρω ακόμη».

Η άγνοια θέλει βεβαιότητα. Η γνώση αντέχει την αμφιβολία.

Γι’ αυτό ο πραγματικά μορφωμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που έχει απάντηση για όλα, αλλά εκείνος που ξέρει πότε μια απάντηση είναι μικρότερη από το ερώτημα.

Και ίσως στο τέλος η γνώση να μην είναι ένας τρόπος να κατακτήσουμε τον κόσμο, αλλά ένας τρόπος να στεκόμαστε απέναντί του χωρίς την ανάγκη να τον κατακτήσουμε.

Ας μη πέφτουμε από τα σύννεφα.


Ίσως χρειαζόταν ένας κοσμοναύτης για να καταλάβουμε τη Γη και τον πολιτισμό μας.

Ένας άνθρωπος που θα επέστρεφε από το διάστημα και θα στεκόταν ανάμεσά μας χωρίς να γνωρίζει τις συνήθειές μας,  τις δικαιολογίες μας, τις μικρές μας συνενοχές. Θα κοιτούσε τις πόλεις, τα νοσοκομεία, τις αγορές, τις οθόνες, τους δρόμους και θα αναρωτιόταν γιατί οι άνθρωποι που γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν κάποτε επιμένουν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν άπειρο χρόνο.

Θα έβλεπε έναν κόσμο γεμάτο γνώση και ταυτόχρονα γεμάτο άγνοια. Τεχνολογία που μπορεί να φτάσει στην άλλη άκρη του πλανήτη, αλλά όχι πάντα στον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας. Μηχανές που γίνονται ολοένα πιο έξυπνες και άνθρωποι που συχνά παραιτούνται από το δικαίωμα να σκέφτονται.

Και ίσως το πιο παράξενο θα του φαινόταν αυτό: ότι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ το παράλογο, ώστε το θεωρούμε φυσιολογικό.

Χρειάζεται να συμβεί μια τραγωδία για να ρωτήσουμε αν υπήρχε κίνδυνος. Ένα σκάνδαλο για να αναρωτηθούμε ποιος έλεγχε. Μια καταστροφή για να θυμηθούμε ότι οι κανόνες υπάρχουν πριν από το δυστύχημα και όχι μετά.

Ο κοσμοναύτης θα δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί πέφτουμε συνεχώς από τα σύννεφα.

Από εκεί ψηλά, άλλωστε, τα σύννεφα δεν είναι τόπος για να πέσει κανείς. Είναι απλώς ένα λεπτό στρώμα νερού πάνω από έναν μικρό πλανήτη που ταξιδεύει στο σκοτάδι.

Ίσως αυτό είναι το πρόβλημά μας.

Ξεχάσαμε πόσο μικρή είναι η Γη και πόσο εύθραυστη η ζωή πάνω της. Φτιάξαμε γύρω μας έναν τεράστιο κόσμο από θεσμούς, χρήματα, τίτλους, εικόνες και βεβαιότητες και ύστερα αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι η πραγματικότητα.

Ο κοσμοναύτης, όμως, θα ήξερε κάτι που εμείς ξεχνάμε καθημερινά:

ότι από μακριά δεν υπάρχουν σύνορα, επώνυμοι και ανώνυμοι, σημαντικοί και ασήμαντοι. Υπάρχει μόνο ένας μικρός πλανήτης μέσα στο άπειρο.

Και ίσως, αν τον αφήναμε για λίγο να μας κοιτάξει, να ντρεπόμασταν όχι για όσα δεν γνωρίζουμε, αλλά για όσα έχουμε μάθει να μη ρωτάμε.

Γιατί μπορεί τελικά να μη χρειαζόμαστε έναν κοσμοναύτη για να μας δείξει τη Γη.

Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο που να μπορεί ακόμη να τη βλέπει σαν να μην την έχει συνηθίσει.