Από παιδιά, ίσως, μαθαίνουμε να φεύγουμε. Μερικοί φεύγουν με το σώμα, άλλοι με τη σκέψη, άλλοι μένουν ακίνητοι και αφήνουν μόνο την ψυχή τους να ταξιδεύει. Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν ρίζα στον αέρα· δεν ανήκουν πουθενά ολόκληροι, γιατί μέσα τους κάτι αναζητά πάντοτε έναν τόπο που δεν πρόλαβε να υπάρξει.
Κι ύστερα έρχεται ο έρωτας και κάνει αυτή την αδυναμία βαθύτερη. Γιατί ο άλλος μπορεί να φύγει, αλλά δεν φεύγει πάντοτε από μέσα μας. Μένει εκεί όπου κάποτε κατοίκησε. Όχι σαν ανάμνηση μόνο, αλλά σαν μια ανοιχτή δυνατότητα. Σαν πόρτα που κανείς δεν έκλεισε επειδή κανείς δεν κατάφερε να πει με βεβαιότητα πως τελείωσε.
Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο στον έρωτα: όχι η απώλεια, αλλά η εκκρεμότητα. Το τελειωμένο πονά, όμως κάποτε καταλαγιάζει. Το ανοιχτό τραύμα, αντίθετα, συνεχίζει να ζητά απάντηση. Κάθε νύχτα επιστρέφει με άλλη μορφή. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, ένα γνώριμο φως σε ένα άδειο δωμάτιο αρκούν για να ξαναρχίσει η αναζήτηση.
Και τότε έρχονται οι μικρές ώρες.
Όχι οι μεγάλες νύχτες των δραμάτων, αλλά εκείνες οι παράξενες ώρες λίγο πριν ξημερώσει, όταν η πόλη έχει σωπάσει και ο άνθρωπος μένει μόνος με όσα δεν κατάφερε να ξεχάσει. Εκεί ο πόνος αποκτά σχεδόν τη δική του συχνότητα. Δεν χρειάζεται να φωνάξει. Αρκεί που υπάρχει.
Η επιθυμία, τότε, δεν είναι πια μόνο επιθυμία για το σώμα του άλλου. Είναι επιθυμία να επιστρέψει ο χρόνος σε ένα σημείο όπου κάτι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. Να ειπωθεί μια λέξη που δεν ειπώθηκε. Να μείνει κάποιος που έφυγε. Να μη γίνει η απόσταση οριστική.
Μα ο χρόνος δεν γυρίζει. Κι έτσι ο άνθρωπος αρχίζει να κατοικεί στις αναμνήσεις του, όπως το κερί κατοικεί μέσα στη φλόγα του: φωτίζεται και ταυτόχρονα χάνεται. Όσο περισσότερο θυμάται, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει πως η μνήμη δεν είναι επιστροφή. Είναι ένας τρόπος να συνεχίζει η απουσία να υπάρχει.
Κάποτε θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε. Τον άλλον, τον εαυτό μας, τις περιστάσεις, εκείνη την παλιά εκδοχή της ζωής που δεν άντεξε. Όμως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για τη συγχώρεση. Κάποιοι κρατούν μέσα τους το κεντρί. Όχι επειδή αγαπούν τον πόνο, αλλά επειδή φοβούνται πως αν τον αφήσουν να φύγει, θα φύγει μαζί του και ο τελευταίος δεσμός με εκείνον που έχασαν.
Έτσι ο έρωτας γίνεται παράξενο είδος μνήμης. Δεν θυμόμαστε μόνο τον άνθρωπο. Θυμόμαστε ποιοι ήμασταν όταν τον αγαπούσαμε. Και ίσως αυτό να είναι που πραγματικά πονά περισσότερο: πως μαζί με τον άλλον χάθηκε και μια εκδοχή του εαυτού μας που δεν θα ξαναγίνει.
Γι’ αυτό υπάρχουν οι ώρες μικρές στα σκοτεινά.
Για να επιστρέφει, χωρίς να επιστρέφει κανείς.
Για να ανοίγει μέσα μας η πόρτα εκείνη που δεν κλείσαμε ποτέ.
Και κάπου ανάμεσα στη μνήμη και την επιθυμία, ανάμεσα σε αυτόν που έμεινε και σε εκείνον που πήγε πιο πέρα, ο έρωτας εξακολουθεί να αναπνέει αθόρυβα.
Όχι επειδή περιμένει.
Αλλά επειδή κάποια πράγματα, όταν κατοικήσουν μέσα μας, δεν χρειάζονται πια την παρουσία του άλλου για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου