Στο παραμύθι, ο βάτραχος περιμένει ένα φιλί για να γίνει πρίγκιπας. Κανείς όμως δεν τον ρώτησε αν ήθελε πραγματικά να αλλάξει.
Ίσως είχε κουραστεί από τους ανθρώπους που έβλεπαν πάνω του μόνο αυτό που δεν ήταν. Ίσως προτιμούσε τη λίμνη του, τη λάσπη, τη νύχτα και το παράξενο τραγούδι του. Δεν ονειρευόταν παλάτια. Ονειρευόταν ελευθερία.
Κι έτσι, όταν κάποια μέρα πλησίασε το πολυπόθητο φιλί, εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω.
«Όχι», είπε. «Δεν θέλω να γίνω αυτό που περιμένεις από μένα.»
Και έμεινε βάτραχος.
Όχι από αδυναμία να μεταμορφωθεί, αλλά από δύναμη να παραμείνει ο εαυτός του.
Γιατί καμιά μεταμόρφωση δεν είναι λύτρωση όταν γίνεται για να αρέσουμε στους άλλους. Κι ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να γίνει πρίγκιπας για να αξίζει. Μερικές φορές η πιο γενναία πράξη είναι να αρνηθείς το παραμύθι που σου έγραψαν και να επιστρέψεις στη δική σου λίμνη.
Εκεί όπου δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.
Εκεί όπου, επιτέλους, μπορείς να είσαι αυτό που είσαι.
Οι σκάλες είναι ένας τρόπος να μετρά ο άνθρωπος το ύψος και το βάθος. Κάθε σκαλοπάτι είναι μια μικρή απόφαση: να ανέβεις ή να κατέβεις, να πλησιάσεις τον ουρανό ή να βυθιστείς στη γη.
Υπάρχουν σκάλες που οδηγούν κάπου και άλλες που μοιάζουν να οδηγούν μόνο μέσα μας. Στις πρώτες μετράς τα βήματα· στις δεύτερες, όσα αφήνεις πίσω.
Κι ίσως γι’ αυτό οι σκάλες να είναι η πιο απλή εικόνα της ζωής: ποτέ δεν μένεις ακριβώς στο ίδιο ύψος. Κάθε βήμα σε αλλάζει.
Ο ορίζοντας μοιάζει να είναι μια γραμμή, μα στην πραγματικότητα είναι ένα βάθος. Όσο τον πλησιάζεις, τόσο απομακρύνεται, κρατώντας πάντα κάτι άγνωστο πέρα από το βλέμμα.
Στη θάλασσα ο ορίζοντας δεν χωρίζει τον ουρανό από το νερό· ενώνει το ορατό με εκείνο που δεν έχει ακόμη φανεί. Είναι ένα όριο που δεν κλείνει τον κόσμο, αλλά τον ανοίγει.
Ίσως αυτό να είναι το βάθος του ορίζοντα: όχι όσα βλέπουμε, αλλά όσα μας κάνει να φανταζόμαστε πέρα από αυτά.
Το ύψος δεν μετριέται πάντα με μέτρα. Υπάρχει το ύψος του σώματος, μα υπάρχει και το ύψος της σκέψης, της ψυχής, της στάσης απέναντι στη ζωή.
Άλλοι ψηλώνουν επειδή ανεβαίνουν. Άλλοι επειδή δεν σκύβουν. Κι υπάρχουν εκείνοι που, ακόμη κι όταν βρίσκονται χαμηλά, κρατούν μέσα τους έναν ολόκληρο ουρανό.
Ίσως τελικά ύψος να είναι αυτό: να μπορείς να κοιτάζεις ψηλά χωρίς να ξεχνάς το βάθος απ’ όπου ξεκίνησες.
Η άποψη είναι κάτι περισσότερο από αυτό που βλέπουμε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι σε αυτό που βλέπουμε.
Κάθε άποψη έχει και το δικό της ύψος και το δικό της βάθος. Από ψηλά βλέπεις το σύνολο· από χαμηλά, τη λεπτομέρεια. Κι ίσως η αλήθεια να μη βρίσκεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, αλλά στην ικανότητα να αλλάζεις θέση χωρίς να χάνεις το βλέμμα σου.
Η παλιά σκάλα φόρτωσης έχει μείνει εγκαταλελειμμένη στην άκρη του λιμανιού. Σκουριασμένη, ακίνητη, κοιτάζει ακόμη τη θάλασσα. Κάποτε οδηγούσε από τη στεριά στο πλοίο. Τώρα οδηγεί μόνο στη μνήμη.
Κάτω της ανοίγεται το βάθος του νερού. Πάνω της απλώνεται το ύψος του ουρανού. Κι εκείνη, ανάμεσα στα δύο, μοιάζει να κρατά ακόμη τη θέση μιας διαδρομής που δεν υπάρχει πια. Μιας ιστορίας που έσβησε εδώ και πολλά χρόνια.
Ίσως έτσι να μένουν τα πράγματα που τελείωσαν: ανάμεσα σε ένα βάθος που τα πήρε, ένα ύψος που τα θυμάται κι έναν ορίζοντα που τα εξιστορεί...
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ να ζουν στη μέση. Είναι άνθρωποι «ή του ύψους ή του βάθους»· τη μια στιγμή αγγίζουν τον ουρανό και την άλλη βυθίζονται μέσα τους.
Το ύψος τους δίνει προοπτική· το βάθος, επίγνωση. Στα ψηλά βλέπουν μακριά, στα χαμηλά βλέπουν βαθιά. Και ίσως τελικά κανένα από τα δύο να μην είναι ακραίο, όταν αποτελεί μέρος της ίδιας διαδρομής.
Γιατί η ζωή δεν είναι μια ευθεία γραμμή· είναι ανάβαση και κατάβαση, πτώση και επιστροφή. Κι εκείνος που γνώρισε το βάθος ίσως είναι ο μόνος που ξέρει πραγματικά τι σημαίνει ύψος.
Το ύψος των περιστάσεων έχει κάτι από το ύψος του ανθρώπινου σώματος. Δεν το διαλέγεις, δεν το διαπραγματεύεσαι· το κουβαλάς. Κάποιοι γεννιούνται ψηλοί, κάποιοι κοντοί. Κι όμως, το ύψος που τελικά μένει δεν είναι αυτό που μετριέται με τον πήχη.
Υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται ψηλά και παραμένουν μικροί. Κι άλλοι, χαμηλότεροι στο ανάστημα, που όταν σταθούν μπροστά σου μοιάζουν να γεμίζουν ολόκληρο τον ορίζοντα.
Ίσως γι’ αυτό λέμε «στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων». Γιατί η περίσταση είναι σαν ένας αόρατος πήχης. Κάθε δύσκολη στιγμή τον σηκώνει λίγο ψηλότερα και περιμένει να δει αν θα τον περάσεις ή αν θα σκύψεις από κάτω.
Το ύψος, λοιπόν, δεν βρίσκεται στα εκατοστά του σώματος, αλλά στη δυνατότητα του ανθρώπου να μεγαλώνει όταν το απαιτεί η στιγμή. Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: ο άνθρωπος δεν ψηλώνει στο σώμα· ψηλώνει μέσα στη στιγμή.
Το αεροπλάνο πετά χαμηλά πάνω από την θάλασσα, όχι σαν να βιάζεται να φύγει, αλλά σαν να θέλει να την δει για τελευταία φορά από κοντά. Τα φτερά του περνούν πάνω από τα νησιά, πάνω από μικρούς όρμους και λευκά σπίτια. Η σκιά του ταξιδεύει για λίγο πάνω στο νερό και ύστερα διαλύεται μέσα στο φως και στα λίγα σύννεφα. Αναχωρεί.
Υπάρχουν αναχωρήσεις που δεν χρειάζονται αποχαιρετισμό. Ένα αεροπλάνο, ένας ανοιχτός ορίζοντας, μια θάλασσα από κάτω -κι εκείνη η παράξενη αίσθηση πως ό,τι αφήνεται πίσω δεν χάνεται πραγματικά. Μένει στη μνήμη όπως μένει ένα χαμηλό πέταγμα πάνω από τη θάλασσα: για λίγο πολύ κοντά για να είναι όνειρο, και πολύ μακριά για να μπορείς να το κρατήσεις.
Υπάρχει ένας τρόπος που πετούν οι γλάροι όταν ο καιρός αλλάζει κι η θάλασσα βαραίνει. Δεν ανεβαίνουν ψηλά στον ουρανό· κατεβαίνουν κοντά στο νερό, σχεδόν το αγγίζουν, σαν να διαβάζουν στην επιφάνειά του κάτι που ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει.
Το χαμηλό πέταγμα των γλάρων είναι ένα από τα πιο αθόρυβα σημάδια της θάλασσας. Τα φτερά τους περνούν ξυστά πάνω από τα κύματα και, για μια στιγμή, μοιάζει σαν ο ουρανός να σκύβει για να ακούσει τη θάλασσα. Ίσως γνωρίζουν τον καιρό πριν από εμάς. Ίσως απλώς εμπιστεύονται περισσότερο από εμάς εκείνο το αόρατο ένστικτο που οδηγεί τα πλάσματα όταν αλλάζει ο άνεμος.
Ο άνθρωπος, αντίθετα, κοιτάζει τον ορίζοντα και προσπαθεί να προβλέψει. Ο γλάρος πετά.
Και όταν πετά χαμηλά, δεν σημαίνει πως φοβάται τον ουρανό. Σημαίνει πως γνωρίζει πόσο κοντά πρέπει να βρίσκεται στη γη, στο νερό, στην πραγματικότητα. Υπάρχουν στιγμές που η σοφία δεν βρίσκεται στο ύψος που μπορείς να φτάσεις, αλλά στην απόσταση που επιλέγεις να κρατήσεις από την επιφάνεια.
Ίσως γι’ αυτό το χαμηλό πέταγμα των γλάρων έχει κάτι από ανθρώπινη μοίρα. Κάποτε πετάμε ψηλά, όταν όλα μοιάζουν δυνατά και καθαρά. Κάποτε χαμηλώνουμε, όταν ο καιρός αλλάζει και πρέπει να αφουγκραστούμε τα σημάδια. Δεν είναι κάθε χαμήλωμα πτώση. Μερικές φορές είναι γνώση.
Κι έτσι, πάνω από μια θάλασσα που σκοτεινιάζει, οι γλάροι συνεχίζουν να πετούν χαμηλά. Όχι για να εγκαταλείψουν τον ουρανό, αλλά για να μείνουν κοντά σε εκείνο που ξέρουν να διαβάζουν καλύτερα απ’ όλους: το κύμα, τον άνεμο, την αλλαγή.
Υπάρχουν μουσικοί ρυθμοί που ακούγονται και μουσικοί ρυθμοί που θυμούνται. Το τάνγκο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν μοιάζει να γεννήθηκε για να διασκεδάσει τον άνθρωπο, αλλά για να του θυμίσει κάτι που έχει χάσει. Μια γυναίκα, μια γειτονιά, μια εποχή, μια νεότητα, ίσως ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτό το τάνγκο αναζητά ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στο βιβλίο του «Το Τάνγκο», που γεννήθηκε μέσα από τέσσερις διαλέξεις τις οποίες έδωσε στο Μπουένος Άιρες τον Οκτώβριο του 1965. Ο Μπόρχες δεν αντιμετωπίζει το τάνγκο ως έναν απλό χορό. Το βλέπει ως ένα βαθύ πολιτισμικό και ψυχολογικό φαινόμενο, ως ένα κομμάτι της ιστορίας του Μπουένος Άιρες και, τελικά, ως έναν τρόπο με τον οποίο ένας λαός αφηγείται τον εαυτό του.
Το τάνγκο γεννήθηκε στις παρυφές της πόλης, μακριά από την αστική ευπρέπεια. Στις φτωχές συνοικίες, στα πορνεία, στις μιλόνγκες, στους δρόμους όπου συναντιούνταν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής και διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Ήταν ένας χορός της νύχτας και του περιθωρίου.
Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο εμφανίζεται ο κομπαντρίτο, ο μάγκας του παλιού Μπουένος Άιρες. Περήφανος, σκληρός, προκλητικός, έτοιμος να υπερασπιστεί την τιμή του. Το μαχαίρι, η μονομαχία, η ανδρική περηφάνια και η σιωπή γίνονται μέρος της μυθολογίας του τάνγκο.
Γι' αυτό και το τάνγκο του Μπόρχες έχει κάτι από μονομαχία.
Οι δύο χορευτές δεν αγκαλιάζονται απλώς. Αναμετρώνται. Πλησιάζουν, απομακρύνονται, δοκιμάζουν ο ένας τον άλλον. Κάθε βήμα έχει τη δική του ένταση. Το σώμα γίνεται γλώσσα και η γλώσσα γίνεται μοίρα.
Ίσως γι' αυτό το τάνγκο δεν χρειάζεται πολλά λόγια.
Ένα βλέμμα αρκεί.
Ένα βήμα.
Μια στροφή.
Και ξαφνικά ολόκληρη η ιστορία δύο ανθρώπων βρίσκεται μέσα στη μουσική.
Ο Μπόρχες ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την παλιά μορφή του τάνγκο, πριν γίνει το παγκόσμιο σύμβολο του μελαγχολικού ερωτισμού. Το πρώτο τάνγκο είχε περισσότερο θάρρος παρά θλίψη, περισσότερη πρόκληση παρά νοσταλγία. Ήταν ένας χορός ζωής, δύναμης και περηφάνιας.
Αργότερα όμως κάτι αλλάζει.
Το τάνγκο αποκτά στίχους. Και μαζί με τους στίχους αποκτά μνήμη.
Ο έρωτας που τελείωσε, η γυναίκα που έφυγε, η παλιά γειτονιά, η χαμένη νιότη, το σπίτι που δεν υπάρχει πια, γίνονται πλέον μέρος της μουσικής. Με τον Κάρλος Γαρδέλ, το τάνγκο αποκτά την οριστική του φωνή. Δεν είναι πλέον μόνο χορός. Είναι εξομολόγηση.
Και τότε το τάνγκο ανακαλύπτει τη νοσταλγία.
Αυτό είναι ίσως το μεγάλο παράδοξό του: γεννήθηκε από την κίνηση και κατέληξε να μιλά για την απώλεια.
Όταν το τάνγκο φτάνει στο Παρίσι και γίνεται αποδεκτό από την ευρωπαϊκή αστική κοινωνία, επιστρέφει θριαμβευτικά στην Αργεντινή. Η κοινωνία που κάποτε το θεωρούσε χορό του περιθωρίου αρχίζει να το αναγνωρίζει ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας.
Έτσι συμβαίνει συχνά με την τέχνη. Αυτό που αρχικά θεωρείται ταπεινό, επικίνδυνο ή ανεπιθύμητο μπορεί κάποτε να γίνει σύμβολο ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Ο Μπόρχες όμως δεν κοιτάζει μόνο την ιστορία του τάνγκο. Κοιτάζει μέσα από αυτήν την ιστορία τον ίδιο τον άνθρωπο.
Γιατί το τάνγκο είναι ένας χορός που γνωρίζει κάτι για τη ζωή.
Γνωρίζει ότι η προσέγγιση και η απομάκρυνση είναι μέρος του ίδιου κινήματος. Ότι ο έρωτας περιέχει ήδη την απώλεια. Ότι κάθε αγκαλιά μπορεί να είναι προσωρινή. Ότι κάθε χορός κάποτε τελειώνει.
Ίσως γι' αυτό το τάνγκο μοιάζει τόσο μπορχεσιανό.
Ο Μπόρχες έζησε μέσα σε έναν κόσμο από λαβύρινθους, καθρέφτες, μνήμες και χαμένες εποχές. Το τάνγκο είναι κι αυτό ένας λαβύρινθος. Οι δύο χορευτές κινούνται μέσα του χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς πού θα τους οδηγήσει το επόμενο βήμα.
Και υπάρχει ακόμη μια βαθύτερη συγγένεια.
Ο Μπόρχες αγαπούσε τη μνήμη, αλλά γνώριζε ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ ακριβώς το παρελθόν. Είναι η δική μας κατασκευή του παρελθόντος. Έτσι και το τάνγκο: δεν αναπαριστά απλώς το παλιό Μπουένος Άιρες. Το δημιουργεί ξανά κάθε φορά που ακούγεται.
Μια πόλη που χάθηκε επιστρέφει μέσα από μια μελωδία.
Ένας άνδρας που πέθανε ξανασηκώνεται για λίγο μέσα από ένα βήμα.
Μια γυναίκα που έφυγε εξακολουθεί να υπάρχει στο άρωμα μιας ανάμνησης.
Και ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος εχθρός του Μπόρχες, μοιάζει για λίγα λεπτά να σταματά.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγάλο μυστικό του τάνγκο.
Δεν χορεύουμε επειδή έχουμε βρει τον δρόμο.
Χορεύουμε επειδή τον έχουμε χάσει.
Και μέσα στον ρυθμό προσπαθούμε να τον ξαναβρούμε.
Ο Μπόρχες κατάλαβε ότι το τάνγκο δεν είναι απλώς μουσική της Αργεντινής. Είναι μια μικρή φιλοσοφία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένας διάλογος ανάμεσα στην επιθυμία και την απώλεια, ανάμεσα στην περηφάνια και την ευαλωτότητα, ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει.
Κάθε τάνγκο είναι μια μικρή μονομαχία με τον χρόνο.
Και κάθε φορά που η μουσική αρχίζει, ο άνθρωπος μπαίνει ξανά στην πίστα.
Ξέρει πως η μουσική θα τελειώσει.
Ξέρει πως κάποιος θα φύγει.
Ξέρει πως καμία αγκαλιά δεν είναι αιώνια.
Κι όμως χορεύει.
Ίσως γιατί αυτό είναι το τάνγκο.
Να γνωρίζεις πως όλα τελειώνουν και, παρ' όλα αυτά, να κάνεις ακόμη ένα βήμα.
Άρωμα Γυναίκας: Το τανγκό της ζωής και η αξιοπρέπεια της δεύτερης ευκαιρίας.
Υπάρχουν ταινίες που τις παρακολουθείς για δύο ώρες και ύστερα τις αφήνεις πίσω σου. Και υπάρχουν εκείνες που, όταν τελειώσουν, συνεχίζουν να ζουν μέσα σου. Το «Άρωμα Γυναίκας» (Scent of a Woman, 1992) του Μάρτιν Μπρεστ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι απλώς μια ταινία για έναν τυφλό άνδρα και έναν νεαρό φοιτητή. Είναι μια ταινία για την αξιοπρέπεια, την απελπισία, τη φιλία, την επιλογή και, κυρίως, για τη δυνατότητα του ανθρώπου να επιστρέψει στη ζωή ακόμη κι όταν πιστεύει πως όλα έχουν τελειώσει.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο άνθρωποι που, φαινομενικά, δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο Τσάρλι Σιμς είναι ένας νεαρός μαθητής, προερχόμενος από έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον των πλούσιων συμμαθητών του. Βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο ηθικό δίλημμα: να προστατεύσει την αλήθεια και να πληρώσει πιθανότατα ακριβά το τίμημα ή να συμβιβαστεί και να προστατεύσει το μέλλον του.
Απέναντί του βρίσκεται ο αντισυνταγματάρχης Φρανκ Σλέιντ, ένας άνθρωπος που έχει χάσει την όρασή του, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο έχει χάσει την επιθυμία του να βλέπει τη ζωή. Τυφλός, οργισμένος, αλκοολικός, γεμάτος περηφάνια και πληγές, έχει αποφασίσει να κάνει ένα τελευταίο ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Και, όπως σύντομα αποκαλύπτεται, αυτό το ταξίδι δεν προορίζεται να είναι μια απλή απόδραση. Είναι ο προθάλαμος ενός τέλους που ο ίδιος έχει αποφασίσει για τον εαυτό του.
Μόνο που η ζωή έχει συχνά ένα παράξενο χιούμορ.Εκείνος που πιστεύει ότι δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει συναντά κάποιον που δεν έχει ακόμη αποφασίσει τι αξίζει να κρατήσει.
Ο Τσάρλι αναλαμβάνει να τον συνοδεύσει. Και οι δυο τους ξεκινούν ένα ταξίδι που μοιάζει αρχικά με περιπέτεια, αλλά καταλήγει σε μια βαθιά συνάντηση δύο μοναξιών.
Ο Φρανκ δεν βλέπει τον κόσμο με τα μάτια του. Τον «βλέπει» με τις αισθήσεις του. Αναγνωρίζει ανθρώπους από τη φωνή τους, γυναίκες από το άρωμά τους, χώρους από τους ήχους και τις μυρωδιές τους. Η τύφλωσή του, επομένως, δεν γίνεται απλώς μια σωματική ιδιότητα του χαρακτήρα. Γίνεται ένα μεγάλο παράδοξο της ταινίας: ο άνθρωπος που δεν μπορεί να δει είναι εκείνος που πολλές φορές καταλαβαίνει καλύτερα τι συμβαίνει στους άλλους.
Και τότε έρχεται το περίφημο τανγκό.
Ο Φρανκ χορεύει με την Ντόνα το «Por una Cabeza». Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να τη δει, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να κινηθεί με μια εκπληκτική αυτοπεποίθηση. Η σκηνή είναι ερωτική, κομψή και ταυτόχρονα βαθιά μελαγχολική. Ένας άνθρωπος που έχει χάσει σχεδόν τα πάντα χορεύει σαν να του ανήκει ακόμη ολόκληρος ο κόσμος.
Και τότε ακούγεται η φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη την ταινία: "στο τανγκό δεν υπάρχουν λάθη· αν μπερδευτείς, συνεχίζεις να χορεύεις."
Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο σημαντική φιλοσοφία του «Άρωμα Γυναίκας».
Γιατί έτσι είναι και η ζωή.
Δεν υπάρχει χορογραφία που να εκτελείται τέλεια. Οι άνθρωποι σκοντάφτουν, χάνουν τον ρυθμό, κάνουν λάθος βήματα, πληγώνονται, προδίδονται, αποτυγχάνουν. Κάποιοι όμως συνεχίζουν. Και ίσως η διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που σώζεται και σε εκείνον που παραδίνεται να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο αν, μετά το λάθος βήμα, θα συνεχίσει να χορεύει.
Ο Al Pacino βρίσκεται εδώ σε μία από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του. Ο Φρανκ Σλέιντ θα μπορούσε εύκολα να γίνει καρικατούρα ενός σκληρού, κυνικού και αυτοκαταστροφικού άνδρα. Ο Pacino όμως του δίνει κάτι πολύ περισσότερο: μια βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία που κρύβεται κάτω από την επιθετικότητα.
Ο θυμός του δεν είναι απλώς θυμός. Είναι ο πόνος ενός ανθρώπου που δεν αντέχει να αισθάνεται αδύναμος.
Και η περηφάνια του δεν είναι απλώς εγωισμός. Είναι η τελευταία του άμυνα απέναντι στην ήττα.
Δίπλα του, ο Chris O'Donnell λειτουργεί ως αντίβαρο. Ο Τσάρλι δεν έχει την ένταση του Φρανκ. Έχει όμως κάτι που ο Φρανκ έχει σχεδόν χάσει: την πίστη ότι υπάρχει ακόμη μέλλον. Η σχέση τους γίνεται έτσι μια αμοιβαία διάσωση.
Ο Φρανκ μαθαίνει στον Τσάρλι να μη φοβάται τη ζωή.
Ο Τσάρλι θυμίζει στον Φρανκ γιατί αξίζει να συνεχίσει να ζει.
Και κάπου εκεί η ταινία ξεπερνά τα όρια μιας ιστορίας φιλίας. Γίνεται μια ιστορία για τις δεύτερες ευκαιρίες.
Η μεγάλη κορύφωση έρχεται στο σχολικό πειθαρχικό συμβούλιο. Ο Τσάρλι έχει μπροστά του το ενδεχόμενο να πληρώσει για την επιλογή του να μη συμμετάσχει στην αδικία. Και τότε ο Φρανκ εμφανίζεται μπροστά στους ανθρώπους που ετοιμάζονται να κρίνουν τον νεαρό.
Ο λόγος του δεν είναι απλώς υπεράσπιση του Τσάρλι. Είναι μια κραυγή εναντίον ενός κόσμου που συχνά επιβραβεύει την ευκολία και τιμωρεί την ηθική.
Ο Φρανκ, ένας άνθρωπος που βρίσκεται ο ίδιος στο χείλος της αυτοκαταστροφής, υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια ενός άλλου ανθρώπου. Και μέσα από αυτή την πράξη ανακαλύπτει ξανά τη δική του.
Αυτό είναι ίσως το μεγάλο θαύμα της ταινίας.
Ο Φρανκ πηγαίνει στη Νέα Υόρκη πιστεύοντας ότι θα κάνει ένα τελευταίο ταξίδι.
Τελικά, κάνει ένα ταξίδι επιστροφής.
Επιστρέφει στη ζωή.
Το «Άρωμα Γυναίκας» δεν μας λέει ότι η ζωή είναι εύκολη. Δεν μας υπόσχεται ότι οι πληγές εξαφανίζονται. Δεν παρουσιάζει τη λύτρωση ως κάτι απλό. Μας λέει κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο αληθινό: ότι ακόμη και όταν η ζωή μοιάζει να έχει τελειώσει, μπορεί να υπάρχει ένα τελευταίο βήμα που δεν έχουμε ακόμη χορέψει.
Ίσως γι’ αυτό η ταινία παραμένει τόσο δυνατή τόσα χρόνια μετά.
Γιατί όλοι, κάποια στιγμή, βρίσκονται στη θέση του Φρανκ.
Και όλοι, κάποια στιγμή, χρειάζονται έναν Τσάρλι.
Έναν άνθρωπο που θα σταθεί δίπλα τους όταν οι ίδιοι δεν μπορούν πλέον να σταθούν μόνοι.
Γιατί τελικά η δεύτερη ευκαιρία δεν έρχεται πάντοτε ως θαύμα. Μπορεί να έρθει ως ένας άνθρωπος. Μια συνάντηση. Μια πράξη αξιοπρέπειας. Ένα τανγκό.
Και τότε, ακόμη κι αν έχεις χάσει τον ρυθμό, συνεχίζεις να χορεύεις.
Δεν υπάρχει ανήφορος ούτε κατήφορος όπως στη στεριά. Υπάρχει μόνο ένας ορίζοντας, μια γραμμή που μοιάζει ακίνητη ενώ διαρκώς απομακρύνεται. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, η θάλασσα γνωρίζει την ίδια παλιά αλήθεια: ο ίδιος δρόμος μπορεί να είναι ανήφορος και κατήφορος.
Ένα καράβι στο λιμάνι με την πρώτη ματιά δεν ξέρουμε αν απομακρύνεται ή αν επιστρέφει. Εξαρτάται από το πού κοιτάζει ο άνθρωπος. Για εκείνον που μένει πίσω, το πλοίο χάνεται. Για εκείνον που ταξιδεύει, το ίδιο πλοίο πλησιάζει έναν άλλο τόπο.
Η θάλασσα δεν αλλάζει. Αλλάζει η κατεύθυνση. Ίσως έτσι να είναι και η ζωή.
Υπάρχουν ταξίδια που στην αρχή μοιάζουν με απομάκρυνση και στο τέλος αποδεικνύονται επιστροφές. Υπάρχουν αναχωρήσεις που χρειάστηκαν για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει λιμάνι. Υπάρχουν άνθρωποι που έπρεπε να φύγουν για να μπορέσουν κάποτε να επιστρέψουν διαφορετικοί.
Και υπάρχουν καταιγίδες.
Το ίδιο κύμα που φοβίζει ένα μικρό καΐκι μπορεί να γίνει δύναμη για ένα ιστιοφόρο. Ο ίδιος άνεμος μπορεί να σε απομακρύνει από εκεί που θέλεις να πας και, αν αλλάξεις πανί και πορεία, να σε οδηγήσει ακριβώς εκεί.
Η θάλασσα δεν υπόσχεται ευθείες.
Μόνο κατευθύνσεις.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγάλο της μάθημα. Ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική πορεία. Ο άνθρωπος μπορεί να χάσει τον δρόμο του χωρίς να έχει χαθεί. Μπορεί να απομακρύνεται από μια ακτή και ταυτόχρονα να πλησιάζει μια άλλη.
Το ίδιο ταξίδι μπορεί να είναι φυγή για κάποιον και επιστροφή για κάποιον άλλον.
Γι’ αυτό η θάλασσα δεν χωρίζει μόνο τόπους. Ενώνει και χρόνους. Το λιμάνι της αναχώρησης μπορεί κάποτε να γίνει λιμάνι επιστροφής. Η ίδια γραμμή του ορίζοντα που σήμερα μοιάζει να κλείνει έναν δρόμο μπορεί αύριο να ανοίξει έναν καινούργιο.
Στη θάλασσα δεν υπάρχει μόνιμος ανήφορος.
Ούτε μόνιμος κατήφορος.
Υπάρχει ο κυματισμός.
Ανεβαίνεις με το κύμα και κατεβαίνεις με το ίδιο κύμα. Κι όμως το ταξίδι συνεχίζεται.
Ίσως λοιπόν η σοφία να μην είναι να ψάχνεις έναν δρόμο χωρίς κατηφόρες. Να μαθαίνεις να ταξιδεύεις και στις δύο κατευθύνσεις.
Να ξέρεις πότε να ανοίγεις πανιά και πότε να τα μαζεύεις.
Πότε να φεύγεις.
Και πότε να επιστρέφεις.
Γιατί στη θάλασσα, όπως και στη ζωή, ο δρόμος δεν αλλάζει επειδή αλλάζει η πορεία. Εμείς αλλάζουμε τη σημασία του δρόμου με την κατεύθυνση που παίρνουμε.
Η Καλντέρα δεν είναι απλώς ένα τοπίο. Είναι ένα τραύμα της γης που αρνήθηκε να κρυφτεί.
Στη Σαντορίνη, η θάλασσα δεν συναντά τη στεριά όπως αλλού. Στέκεται απέναντί της σαν μνήμη. Κάτω από τους απόκρημνους βράχους, μέσα στο βαθύ μπλε, κοιμάται ένας κόσμος που κάποτε ανατινάχτηκε από τα σπλάχνα της γης. Κι εκεί όπου η καταστροφή θα μπορούσε να αφήσει μόνο ερείπια, γεννήθηκε ένα από τα πιο παράξενα και συγκλονιστικά τοπία του κόσμου.
Η Καλντέρα είναι η ομορφιά μετά την έκρηξη.
Οι άνθρωποι κοιτούν τους λευκούς οικισμούς, τα σπίτια που κρέμονται πάνω από τον γκρεμό, τα καμπαναριά, τα μικρά παράθυρα που ανοίγουν προς το Αιγαίο. Μα η αληθινή ιστορία βρίσκεται βαθύτερα. Βρίσκεται στα στρώματα της μαύρης και κόκκινης γης, στις πέτρες που κουβαλούν τη μνήμη της φωτιάς, στα βράχια που θυμούνται κάτι που κανένας άνθρωπος δεν είδε.
Γιατί η Καλντέρα είναι ένα τοπίο μνήμης.
Κάθε ηλιοβασίλεμα πάνω της μοιάζει σχεδόν με τελετουργία. Ο ήλιος κατεβαίνει αργά προς τη θάλασσα και για λίγα λεπτά ο ουρανός γίνεται χρυσός, πορτοκαλής, πορφυρός. Κι εκείνη τη στιγμή η Καλντέρα μοιάζει να ξαναφλέγεται. Σαν να μην έσβησε ποτέ το ηφαίστειο· σαν η φωτιά να μεταμορφώθηκε απλώς σε φως.
Ίσως γι’ αυτό η Σαντορίνη δεν είναι μόνο ένας τόπος για να κοιτάξεις. Είναι ένας τόπος για να σταθείς απέναντι στον χρόνο.
Εδώ ο άνθρωπος καταλαβαίνει πόσο μικρός είναι. Ένα σπίτι, μια ζωή, ένας έρωτας, μια πόλη, ένας πολιτισμός -όλα μοιάζουν στιγμές μπροστά στη γεωλογική αιωνιότητα. Η γη δεν μετρά τον χρόνο με ημερολόγια. Τον μετρά με εκρήξεις, σεισμούς, λάβα και θάλασσα.
Και όμως, πάνω σε αυτή τη γη που κάποτε καταστράφηκε, ο άνθρωπος έχτισε ξανά.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μάθημα της Καλντέρας.
Δεν είναι η καταστροφή που την κάνει συγκλονιστική. Είναι η επιστροφή.
Η ζωή που επιμένει εκεί όπου όλα κάποτε τελείωσαν.
Ένα αμπέλι ριζώνει μέσα στην ηφαιστειακή στάχτη. Ένα λουλούδι ανθίζει ανάμεσα στις πέτρες. Ένα σπίτι ασπρίζει πάνω από τον γκρεμό. Ένα καράβι περνά αργά μέσα από τα νερά της. Και ένας άνθρωπος στέκεται στην άκρη, κοιτάζει το απέραντο και για λίγο ξεχνά όλα όσα νόμιζε πως ήταν σημαντικά.
Η Καλντέρα δεν υπόσχεται ασφάλεια.
Υπόσχεται αλήθεια.
Μας θυμίζει πως ό,τι αγαπάμε μπορεί να γεννήθηκε από μια παλιά καταστροφή. Πως οι ρωγμές δεν είναι πάντοτε αδυναμίες. Μερικές φορές είναι οι δρόμοι από τους οποίους μπαίνει το φως.
Και ίσως αυτό να είναι το μυστικό της.
Η Καλντέρα δεν κρύβει την πληγή της.
Την κάνει ορίζοντα.
Κι έτσι, κάθε φορά που ο ήλιος βυθίζεται πίσω από το ηφαίστειο, η θάλασσα μοιάζει να παίρνει μαζί της λίγη από τη φωτιά που βρίσκεται ακόμη μέσα στη γη. Το σκοτάδι έρχεται αργά. Τα φώτα ανάβουν στους γκρεμούς. Τα καράβια συνεχίζουν τον δρόμο τους.
Και η Καλντέρα μένει εκεί.
Σιωπηλή.
Σαν μια τεράστια ανοιχτή σελίδα της γης, που γράφει εδώ και χιλιάδες χρόνια την ίδια λέξη: Μετά.
Τα πλοία που φεύγουν δεν παίρνουν μαζί τους μόνο ανθρώπους. Παίρνουν μικρές ζωές, ανομολόγητες σκέψεις, βλέμματα που δεν πρόλαβαν να συναντηθούν, αποχαιρετισμούς που έμειναν μισοί.
Το λιμάνι μένει πίσω, ακίνητο.
Το πλοίο όμως ανοίγει δρόμο μέσα στη θάλασσα, αφήνοντας πίσω του μια λευκή γραμμή αφρού, σαν υπογραφή πάνω στο νερό.
Ίσως γι’ αυτό κάθε αναχώρηση να μοιάζει λίγο με θάνατο και λίγο με ελπίδα. Γιατί ό,τι φεύγει δεν χάνεται πάντοτε. Μερικές φορές απλώς αλλάζει ορίζοντα.
Και εκείνος που μένει στην προβλήτα μαθαίνει πως η θάλασσα δεν κρατά κανέναν.