19/8/26

Το Τάνγκο του Μπόρχες.


Υπάρχουν μουσικοί ρυθμοί που ακούγονται και μουσικοί ρυθμοί που θυμούνται. Το τάνγκο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν μοιάζει να γεννήθηκε για να διασκεδάσει τον άνθρωπο, αλλά για να του θυμίσει κάτι που έχει χάσει. Μια γυναίκα, μια γειτονιά, μια εποχή, μια νεότητα, ίσως ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτό το τάνγκο αναζητά ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στο βιβλίο του «Το Τάνγκο», που γεννήθηκε μέσα από τέσσερις διαλέξεις τις οποίες έδωσε στο Μπουένος Άιρες τον Οκτώβριο του 1965. Ο Μπόρχες δεν αντιμετωπίζει το τάνγκο ως έναν απλό χορό. Το βλέπει ως ένα βαθύ πολιτισμικό και ψυχολογικό φαινόμενο, ως ένα κομμάτι της ιστορίας του Μπουένος Άιρες και, τελικά, ως έναν τρόπο με τον οποίο ένας λαός αφηγείται τον εαυτό του.

Το τάνγκο γεννήθηκε στις παρυφές της πόλης, μακριά από την αστική ευπρέπεια. Στις φτωχές συνοικίες, στα πορνεία, στις μιλόνγκες, στους δρόμους όπου συναντιούνταν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής και διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Ήταν ένας χορός της νύχτας και του περιθωρίου.

Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο εμφανίζεται ο κομπαντρίτο, ο μάγκας του παλιού Μπουένος Άιρες. Περήφανος, σκληρός, προκλητικός, έτοιμος να υπερασπιστεί την τιμή του. Το μαχαίρι, η μονομαχία, η ανδρική περηφάνια και η σιωπή γίνονται μέρος της μυθολογίας του τάνγκο.

Γι' αυτό και το τάνγκο του Μπόρχες έχει κάτι από μονομαχία.

Οι δύο χορευτές δεν αγκαλιάζονται απλώς. Αναμετρώνται. Πλησιάζουν, απομακρύνονται, δοκιμάζουν ο ένας τον άλλον. Κάθε βήμα έχει τη δική του ένταση. Το σώμα γίνεται γλώσσα και η γλώσσα γίνεται μοίρα.

Ίσως γι' αυτό το τάνγκο δεν χρειάζεται πολλά λόγια.

Ένα βλέμμα αρκεί.

Ένα βήμα.

Μια στροφή.

Και ξαφνικά ολόκληρη η ιστορία δύο ανθρώπων βρίσκεται μέσα στη μουσική.

Ο Μπόρχες ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την παλιά μορφή του τάνγκο, πριν γίνει το παγκόσμιο σύμβολο του μελαγχολικού ερωτισμού. Το πρώτο τάνγκο είχε περισσότερο θάρρος παρά θλίψη, περισσότερη πρόκληση παρά νοσταλγία. Ήταν ένας χορός ζωής, δύναμης και περηφάνιας.

Αργότερα όμως κάτι αλλάζει.

Το τάνγκο αποκτά στίχους. Και μαζί με τους στίχους αποκτά μνήμη.

Ο έρωτας που τελείωσε, η γυναίκα που έφυγε, η παλιά γειτονιά, η χαμένη νιότη, το σπίτι που δεν υπάρχει πια, γίνονται πλέον μέρος της μουσικής. Με τον Κάρλος Γαρδέλ, το τάνγκο αποκτά την οριστική του φωνή. Δεν είναι πλέον μόνο χορός. Είναι εξομολόγηση.

Και τότε το τάνγκο ανακαλύπτει τη νοσταλγία.

Αυτό είναι ίσως το μεγάλο παράδοξό του: γεννήθηκε από την κίνηση και κατέληξε να μιλά για την απώλεια.

Όταν το τάνγκο φτάνει στο Παρίσι και γίνεται αποδεκτό από την ευρωπαϊκή αστική κοινωνία, επιστρέφει θριαμβευτικά στην Αργεντινή. Η κοινωνία που κάποτε το θεωρούσε χορό του περιθωρίου αρχίζει να το αναγνωρίζει ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας.

Έτσι συμβαίνει συχνά με την τέχνη. Αυτό που αρχικά θεωρείται ταπεινό, επικίνδυνο ή ανεπιθύμητο μπορεί κάποτε να γίνει σύμβολο ενός ολόκληρου πολιτισμού.

Ο Μπόρχες όμως δεν κοιτάζει μόνο την ιστορία του τάνγκο. Κοιτάζει μέσα από αυτήν την ιστορία τον ίδιο τον άνθρωπο.

Γιατί το τάνγκο είναι ένας χορός που γνωρίζει κάτι για τη ζωή.

Γνωρίζει ότι η προσέγγιση και η απομάκρυνση είναι μέρος του ίδιου κινήματος. Ότι ο έρωτας περιέχει ήδη την απώλεια. Ότι κάθε αγκαλιά μπορεί να είναι προσωρινή. Ότι κάθε χορός κάποτε τελειώνει.

Ίσως γι' αυτό το τάνγκο μοιάζει τόσο μπορχεσιανό.

Ο Μπόρχες έζησε μέσα σε έναν κόσμο από λαβύρινθους, καθρέφτες, μνήμες και χαμένες εποχές. Το τάνγκο είναι κι αυτό ένας λαβύρινθος. Οι δύο χορευτές κινούνται μέσα του χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς πού θα τους οδηγήσει το επόμενο βήμα.

Και υπάρχει ακόμη μια βαθύτερη συγγένεια.

Ο Μπόρχες αγαπούσε τη μνήμη, αλλά γνώριζε ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ ακριβώς το παρελθόν. Είναι η δική μας κατασκευή του παρελθόντος. Έτσι και το τάνγκο: δεν αναπαριστά απλώς το παλιό Μπουένος Άιρες. Το δημιουργεί ξανά κάθε φορά που ακούγεται.

Μια πόλη που χάθηκε επιστρέφει μέσα από μια μελωδία.

Ένας άνδρας που πέθανε ξανασηκώνεται για λίγο μέσα από ένα βήμα.

Μια γυναίκα που έφυγε εξακολουθεί να υπάρχει στο άρωμα μιας ανάμνησης.

Και ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος εχθρός του Μπόρχες, μοιάζει για λίγα λεπτά να σταματά.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγάλο μυστικό του τάνγκο.

Δεν χορεύουμε επειδή έχουμε βρει τον δρόμο.

Χορεύουμε επειδή τον έχουμε χάσει.

Και μέσα στον ρυθμό προσπαθούμε να τον ξαναβρούμε.

Ο Μπόρχες κατάλαβε ότι το τάνγκο δεν είναι απλώς μουσική της Αργεντινής. Είναι μια μικρή φιλοσοφία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένας διάλογος ανάμεσα στην επιθυμία και την απώλεια, ανάμεσα στην περηφάνια και την ευαλωτότητα, ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει.

Κάθε τάνγκο είναι μια μικρή μονομαχία με τον χρόνο.

Και κάθε φορά που η μουσική αρχίζει, ο άνθρωπος μπαίνει ξανά στην πίστα.

Ξέρει πως η μουσική θα τελειώσει.

Ξέρει πως κάποιος θα φύγει.

Ξέρει πως καμία αγκαλιά δεν είναι αιώνια.

Κι όμως χορεύει.

Ίσως γιατί αυτό είναι το τάνγκο.

Να γνωρίζεις πως όλα τελειώνουν και, παρ' όλα αυτά, να κάνεις ακόμη ένα βήμα.




Δεν υπάρχουν σχόλια: