Το «Δίχτυ» σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και στίχους Νίκου Γκάτσου είναι ένα τραγούδι που ξεπερνά την ιστορία της ταινίας «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη. Είναι μια μικρή φιλοσοφική παραβολή για την ανθρώπινη μοίρα.
Το δίχτυ δεν είναι μόνο η παγίδα. Είναι όλα εκείνα τα αόρατα νήματα που τυλίγουν τον άνθρωπο: οι επιλογές του, οι έρωτες, οι απώλειες, οι φόβοι, οι επιθυμίες. Ο Γκάτσος, με τη σοφία του ποιητή, δεν παρουσιάζει τη ζωή ως έναν δρόμο ελεύθερο από εμπόδια· μας προειδοποιεί πως μπροστά σε κάθε βήμα υπάρχει ένα δίχτυ που δεν φαίνεται.
Κι όμως, μέσα στην απαισιοδοξία υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη ελπίδα: «μονάχος βρες την άκρη της κλωστής». Ο άνθρωπος δεν σώζεται από κάποιον εξωτερικό σωτήρα· πρέπει να αναζητήσει μόνος του το νήμα που οδηγεί έξω από την παγίδα.
Ίσως αυτό είναι και το μεγαλείο του τραγουδιού: πως το ίδιο δίχτυ μπορεί να είναι και θάνατος και άνοιξη. Μπορεί να είναι η μοίρα που φυλακίζει, αλλά και η αγάπη που δένει δύο ανθρώπους. Ένα αόρατο ύφασμα όπου η ζωή υφαίνει μαζί πόνο και ομορφιά.
Σαν να μας λέει ο Γκάτσος πως ο άνθρωπος δεν περπατά ποτέ σε άδειο δρόμο· περπατά ανάμεσα σε νήματα που τον κρατούν, τον δοκιμάζουν και τελικά τον αποκαλύπτουν.
"Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι·
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ.
Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς,
κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει·
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι.
Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σε επτασφράγιστο κιτάπι·
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη."















































































































