Για την πρώτη γουλιά ρετσίνας δεν ανοίγει το μπουκάλι· ανοίγει μια πόρτα. Όχι μια πόρτα από ξύλο ή σίδερο, αλλά εκείνη που χωρίζει το παρόν από τις αναμνήσεις. Το άρωμα του πεύκου- το ρετσίνι- γίνεται το κλειδί, και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια αυλή που ίσως δεν υπήρξε ποτέ, σε ένα καφενείο όπου οι απόντες εξακολουθούν να γελούν, σε ένα τραπέζι όπου οι παλιοί έρωτες κρατούν ακόμη γεμάτα τα ποτήρια τους.
Η ρετσίνα δεν μεθά τόσο το σώμα όσο τη μνήμη. Κάθε ποτήρι της είναι ένα πέρασμα προς συνομιλίες που έμειναν ημιτελείς, προς έρωτες που δεν χρειάστηκαν εξηγήσεις και προς καλοκαίρια που επιμένουν να υπάρχουν, ακόμη κι όταν ο χειμώνας έχει εγκατασταθεί μέσα μας.
Ίσως γι' αυτό κανείς δεν πίνει πραγματικά μόνος μια ρετσίνα. Απέναντί του κάθεται πάντοτε κάποιος αόρατος: ένας παλιός φίλος, ένας χαμένος συγγενής, μια νεανική εκδοχή του εαυτού του. Η ρετσίνα γνωρίζει ότι οι πιο σημαντικές πόρτες δεν οδηγούν σε άλλους τόπους, αλλά σε άλλους χρόνους.
Και όταν το ποτήρι αδειάσει, η πόρτα δεν κλείνει. Μένει μισάνοιχτη, για να μας θυμίζει ότι υπάρχουν γεύσεις που δεν φτιάχτηκαν για να ξεδιψούν, αλλά για να επιστρέφουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου