17/8/26

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

 














Το Μπλόκο της Κοκκινιάς: Η μέρα που μια γειτονιά έγινε τόπος μαρτυρίου.

Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ανήκουν μόνο στο ημερολόγιο. Ανήκουν στη μνήμη. Μία από αυτές είναι η 17η Αυγούστου 1944, η ημέρα του Μπλόκου της Κοκκινιάς. Μια ημέρα κατά την οποία μια ολόκληρη προσφυγική συνοικία περικυκλώθηκε από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις και τους Έλληνες συνεργάτες τους και μετατράπηκε σε τόπο συλλήψεων, εκτελέσεων, βασανισμών και τρόμου.

Η Κοκκινιά δεν ήταν τυχαία επιλογή. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αττικής και ταυτόχρονα περιοχή με έντονη αντιστασιακή δράση. Η εργατική της σύνθεση, οι προσφυγικές οικογένειες και η ισχυρή παρουσία του ΕΑΜ και της Αντίστασης είχαν καταστήσει την περιοχή έναν από τους σημαντικούς πυρήνες αντίστασης στην Κατοχή.

Ήδη από τον Μάρτιο του 1944 η Κοκκινιά είχε γνωρίσει τη σκληρότητα της κατοχικής καταστολής. Η Μάχη της Κοκκινιάς, τον ίδιο μήνα, αποτέλεσε μια σημαντική σύγκρουση ανάμεσα στις αντιστασιακές δυνάμεις και τους Γερμανούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν τότε να επιβάλουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Πέντε μήνες αργότερα επέστρεψαν με διαφορετικό σχέδιο: όχι μόνο με στρατιωτική δύναμη, αλλά με μια οργανωμένη επιχείρηση μαζικής τρομοκράτησης του πληθυσμού.

Τα ξημερώματα της 17ης Αυγούστου, η Κοκκινιά περικυκλώθηκε. Γερμανικές δυνάμεις, μαζί με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και κουκουλοφόρους καταδότες, απέκλεισαν την περιοχή. Με ντουντούκες διατάχθηκε ο ανδρικός πληθυσμός να συγκεντρωθεί στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Η διαταγή αφορούσε άνδρες ηλικίας περίπου από 14 έως 60 ετών.

Η εικόνα εκείνης της πλατείας πρέπει να ήταν από τις πιο εφιαλτικές που γνώρισε η κατεχόμενη Αθήνα. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι, οικογένειες χωρισμένες, γυναίκες και παιδιά να παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ ανάμεσα στο πλήθος κινούνταν άνθρωποι που γνώριζαν πρόσωπα και ονόματα και υπέδειχναν στους κατακτητές ποιοι θεωρούνταν μέλη ή υποστηρικτές της Αντίστασης. 

Οι καταδότες, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, λειτουργούσαν ως μηχανισμός επιλογής των θυμάτων. Άνθρωποι ξεχωρίζονταν από το πλήθος. Κάποιοι οδηγούνταν προς τη σύλληψη, άλλοι προς τα στρατόπεδα και άλλοι προς τον θάνατο. Η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές κατοχικές αρχές αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Κατοχής, γιατί δείχνει πως η καταπίεση δεν στηριζόταν μόνο στη δύναμη του ξένου κατακτητή, αλλά μπορούσε να βρει και ελληνικά χέρια πρόθυμα να την υπηρετήσουν.

Από την πλατεία της Οσίας Ξένης, πολλοί οδηγήθηκαν στη Μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή. Εκεί γράφτηκε η πιο αιματηρή σελίδα του Μπλόκου. Οι κατοχικές δυνάμεις εκτέλεσαν δεκάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους αγωνιστές και αγωνίστριες της Αντίστασης. Το Αρχείο της ΕΡΤ καταγράφει 75 εκτελεσμένους στο πλαίσιο του Μπλόκου, ενώ οι πηγές και οι καταγραφές που αφορούν τον χώρο της Μάντρας παρουσιάζουν διαφορετικές επιμέρους καταμετρήσεις.

Η Μάντρα δεν ήταν απλώς ένας τόπος εκτέλεσης. Έγινε τόπος μνήμης.

Οι τοίχοι της κουβαλούν την ιστορία ανθρώπων που μέχρι λίγες ώρες πριν είχαν οικογένειες, δουλειές, σπίτια, όνειρα. Δεν ήταν απρόσωποι αριθμοί. Ήταν γιοι, πατέρες, αδέλφια, σύζυγοι, νέοι άνθρωποι. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και πολύ νέες ηλικίες· χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Στέλιου Αντωνόπουλου, ο οποίος εκτελέστηκε μόλις στα 16 του χρόνια.

Όμως το Μπλόκο δεν περιορίστηκε στις εκτελέσεις. Συνοδεύτηκε από συλλήψεις, λεηλασίες και καταστροφές. Κάποιοι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι και από εκεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Οι γυναίκες της Κοκκινιάς προσπάθησαν μέσα στον πανικό να βοηθήσουν τους εγκλωβισμένους και τους αιχμαλώτους. Η κατοχή δεν ήταν μια αφηρημένη ιστορική έννοια· ήταν η καθημερινότητα μιας κοινωνίας που έβλεπε μπροστά στα μάτια της ανθρώπους να χάνονται.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την κόλαση, υπάρχει και κάτι που δεν κατάφεραν να εξοντώσουν οι κατακτητές: η συλλογική αξιοπρέπεια.

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς είχε ως στόχο να χτυπήσει την Αντίσταση, να αποδυναμώσει τους οργανωμένους πυρήνες της και να τρομοκρατήσει τον πληθυσμό. Τα μπλόκα αποτελούσαν ευρύτερη μέθοδο καταστολής και εκφοβισμού, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η Αντίσταση είχε ισχυρή κοινωνική βάση.

Η Κοκκινιά, όμως, δεν έγινε σύμβολο επειδή νίκησε στρατιωτικά εκείνη την ημέρα. Έγινε σύμβολο επειδή άντεξε στη μνήμη.

Κάθε κατοχή προσπαθεί να επιβληθεί δύο φορές: πρώτα πάνω στους ανθρώπους και ύστερα πάνω στη μνήμη τους. Η πρώτη επιβολή γίνεται με τα όπλα. Η δεύτερη με τη λήθη. Γι' αυτό και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν είναι μια τυπική τελετουργία. Είναι πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.

Σήμερα η Μάντρα του Μπλόκου παραμένει ένας χώρος όπου τα ονόματα και οι φωτογραφίες των θυμάτων θυμίζουν ότι πίσω από τις μεγάλες λέξεις της Ιστορίας -«Κατοχή», «Αντίσταση», «εκτέλεση», «αντίποινα»- υπήρχαν άνθρωποι.

Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα της 17ης Αυγούστου.

Ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους στρατηγούς και τις κυβερνήσεις. Γράφεται και στις πλατείες των συνοικιών, στα σπίτια των φτωχών, στα εργοστάσια, στις προσφυγικές γειτονιές. Γράφεται από ανθρώπους που κάποτε βρέθηκαν μπροστά στην επιλογή ανάμεσα στον φόβο και την αξιοπρέπεια.

Η Κοκκινιά πλήρωσε βαρύ τίμημα. Αλλά δεν ξεχάστηκε.

Και όσο τα ονόματα των νεκρών παραμένουν ζωντανά, όσο η Μάντρα στέκει ως τόπος μνήμης και όσο η 17η Αυγούστου εξακολουθεί να θυμίζει τι σημαίνει κατοχή, προδοσία, αντίσταση και θυσία, το Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν ανήκει μόνο στο 1944.

Ανήκει σε κάθε γενιά που καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει όταν η Ιστορία ξαναφέρει μπροστά της τον φόβο.

Γιατί οι νεκροί του Μπλόκου δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν να μην ξεχαστούν. Και η μνήμη είναι ο τρόπος των ζωντανών να τους κρατούν ακόμη ανάμεσά τους.

Η εξυπνάδα έχει όρια, η βλακεία όχι...

 

Η εξυπνάδα έχει όρια. Όχι επειδή ο έξυπνος άνθρωπος γνωρίζει τα πάντα, αλλά ακριβώς επειδή γνωρίζει πως δεν μπορεί να τα γνωρίζει όλα. Κάποια στιγμή θα συναντήσει τα όρια της γνώσης του, θα αμφιβάλει, θα αναρωτηθεί, θα πει «δεν ξέρω». Εκεί, παράξενα, αρχίζει η πραγματική εξυπνάδα.

Η βλακεία, αντίθετα, δεν έχει τέτοιο πρόβλημα. Δεν χρειάζεται αποδείξεις, δεν ζητά επιχειρήματα και σπάνια βασανίζεται από αμφιβολίες. Είναι αυτάρκης. Έχει απαντήσεις πριν ακόμη ακούσει την ερώτηση και βεβαιότητες πριν γνωρίσει τα γεγονότα. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της είναι πως δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της.

Ο έξυπνος άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος. Και όταν το αντιληφθεί, έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει, να διορθώσει, να μάθει. Η βλακεία όμως έχει μια ιδιαίτερη αντοχή στην πραγματικότητα: ακόμη κι όταν τα γεγονότα την διαψεύδουν, βρίσκει έναν καινούργιο τρόπο να δικαιολογήσει τον εαυτό της. Δεν υποχωρεί μπροστά στην αλήθεια· αλλάζει την ερμηνεία της αλήθειας.

Γι’ αυτό πολλές φορές η βλακεία μοιάζει πιο δυνατή από την εξυπνάδα. Η εξυπνάδα σκέφτεται, ενώ η βλακεία αποφασίζει. Η εξυπνάδα εξετάζει τις αποχρώσεις, ενώ η βλακεία λατρεύει τα απόλυτα. Η εξυπνάδα λέει «ίσως». Η βλακεία λέει «σίγουρα». Η μία αφήνει χώρο για τον άλλον· η άλλη χρειάζεται να έχει πάντα δίκιο.

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: η βλακεία όταν αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Γιατί τότε δεν παραμένει απλώς προσωπικό χαρακτηριστικό. Γίνεται συμπεριφορά, γίνεται επιβολή, γίνεται μόδα, γίνεται πλήθος. Όταν πολλοί άνθρωποι πάψουν να αμφιβάλλουν, η ανοησία μπορεί να αποκτήσει την ψευδαίσθηση της πλειοψηφίας. Και τότε δεν χρειάζεται να είναι σωστή. Αρκεί να είναι δυνατή.

Η εξυπνάδα, όμως, δεν είναι μόνο η ικανότητα να καταλαβαίνεις. Είναι και η ικανότητα να σωπαίνεις όταν δεν έχεις κάτι να πεις, να ακούς όταν ο άλλος γνωρίζει περισσότερα και να αλλάζεις γνώμη όταν τα δεδομένα αλλάζουν. Είναι, πάνω απ’ όλα, μια μορφή πνευματικής ταπεινότητας.

Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στην εξυπνάδα και στη βλακεία να βρίσκεται στην αυτογνωσία. Ο έξυπνος ξέρει ότι μπορεί να κάνει λάθος. Ο βλάκας είναι βέβαιος ότι κάνουν λάθος όλοι οι άλλοι.

Και κάπως έτσι εξηγείται η παλιά, πικρή διαπίστωση:

Η εξυπνάδα έχει όρια.

Η βλακεία όχι.

Γιατί η πρώτη γνωρίζει πού τελειώνει, ενώ η δεύτερη δεν γνωρίζει καν ότι υπάρχει όριο.

Platoon -Η ζούγκλα μέσα στην ψυχή.

Platoon: Όταν ο πόλεμος αρχίζει μέσα στον άνθρωπο.

Υπάρχουν ταινίες που μιλούν για τον πόλεμο και υπάρχουν ταινίες που σε κάνουν να αισθανθείς τι σημαίνει πόλεμος. Το «Platoon», η εμβληματική αντιπολεμική ταινία του Όλιβερ Στόουν, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει τον πόλεμο ως ηρωική περιπέτεια, ως παρέλαση ανδρείας ή ως καθαρή σύγκρουση ανάμεσα σε καλούς και κακούς. Τον παρουσιάζει όπως είναι: βρώμικο, εξαντλητικό, παράλογο και τελικά καταστροφικό για τον άνθρωπο.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Βιετνάμ, το 1967. Ο νεαρός Chris Taylor, (που υποδύεται εκπληκτικά ο Charlie Sheen) ένας φοιτητής που εγκαταλείπει τις σπουδές του και κατατάσσεται στον αμερικανικό στρατό, φτάνει στη ζούγκλα πιστεύοντας ότι ξέρει περίπου τι σημαίνει πόλεμος. Πολύ σύντομα καταλαβαίνει ότι δεν ξέρει τίποτα.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική από εκείνη που μπορεί να φαντάζεται ένας άνθρωπος που βρίσκεται μακριά από το πεδίο της μάχης. Η ζούγκλα, η υγρασία, η αϋπνία, η πείνα, η αγωνία και ο συνεχής φόβος του θανάτου γίνονται η καθημερινότητα των στρατιωτών. Ο εχθρός μπορεί να βρίσκεται παντού και πουθενά. Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να μετατρέψει έναν ζωντανό άνθρωπο σε νεκρό.

Όμως ο πραγματικός εχθρός του Chris δεν βρίσκεται μόνο απέναντί του.

Βρίσκεται και μέσα στη δική του διμοιρία.

Εκεί συναντά δύο άνδρες που μοιάζουν να αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές εκδοχές του ανθρώπου μέσα στον πόλεμο: τον Elias και τον Barnes.

Ο Elias (Willem Dafoe) είναι σκληραγωγημένος στρατιώτης, αλλά προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό κάτι από την ανθρώπινη συνείδηση. Ο Barnes (Tom Berenger) αντίθετα, έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στη λογική της βίας. Για εκείνον, η επιβίωση δικαιολογεί σχεδόν τα πάντα. Ο φόβος γίνεται δύναμη, η βία γίνεται εργαλείο και η ηθική μετατρέπεται σε πολυτέλεια.

Ο Chris βρίσκεται ανάμεσά τους.

Και αυτή ακριβώς η θέση του είναι που κάνει την ιστορία τόσο σημαντική. Δεν παρακολουθούμε μόνο έναν στρατιώτη να προσπαθεί να επιβιώσει από τις σφαίρες. Παρακολουθούμε έναν νέο άνθρωπο να ανακαλύπτει, μέσα από τον πόλεμο, ποιος μπορεί να γίνει ο ίδιος.

Η μεγάλη σύγκρουση της ταινίας δεν είναι επομένως μόνο Αμερικανοί εναντίον Βιετκόνγκ. Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση.

Ο Elias πιστεύει ότι ακόμη και μέσα στην κόλαση υπάρχει ένα όριο που δεν πρέπει να ξεπεραστεί.

Ο Barnes πιστεύει ότι στον πόλεμο τα όρια υπάρχουν μόνο για εκείνους που δεν θέλουν να επιβιώσουν.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Chris, ο οποίος αναγκάζεται να αποφασίσει όχι μόνο πώς θα επιβιώσει, αλλά τι άνθρωπος θέλει να παραμείνει.

Η ταινία γίνεται ακόμη πιο σκοτεινή όταν η διμοιρία έρχεται αντιμέτωπη με αμάχους. Εκεί καταρρέει και η τελευταία εύκολη αντίληψη ότι ο πόλεμος είναι μια καθαρή μάχη ανάμεσα σε δύο πλευρές. Η βία δεν γνωρίζει σύνορα. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει θύτης και θύμα μέσα στην ίδια ημέρα, ακόμη και μέσα στην ίδια στιγμή.

Και τότε το «Platoon» θέτει το πιο δύσκολο ερώτημα:

Τι μένει από την ανθρωπιά όταν η επιβίωση γίνεται σημαντικότερη από την ηθική;

Η σύγκρουση ανάμεσα στον Elias και τον Barnes κορυφώνεται όταν ο Barnes πυροβολεί τον Elias και τον αφήνει να πεθάνει στη ζούγκλα. Ο Chris γίνεται μάρτυρας αυτής της πράξης και από εκείνη τη στιγμή η σύγκρουση παύει να είναι μόνο ιδεολογική. Γίνεται προσωπική.

Στην τελική μάχη, μέσα στο χάος και την καταστροφή, ο Chris έρχεται αντιμέτωπος με τον Barnes. Η αντιπαράθεσή τους συμβολίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από την προσωπική τους έχθρα. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνο που ο άνθρωπος ήταν και σε εκείνο που μπορεί να γίνει όταν παραδοθεί ολοκληρωτικά στη βία.

Ο Chris επιβιώνει.

Όμως το σημαντικότερο είναι ότι δεν επιβιώνει αλώβητος.

Ο πόλεμος έχει τελειώσει γι' αυτόν, αλλά δεν τελειώνει μέσα του. Ο άνθρωπος που επέστρεψε δεν είναι ο ίδιος με εκείνον που μπήκε στη ζούγκλα. Έχασε την αθωότητά του και μαζί της την ψευδαίσθηση ότι ο πόλεμος μπορεί να είναι κάτι καθαρό, ένδοξο ή ηρωικό.

Αυτό είναι και το βαθύτερο μήνυμα της ταινίας.

Το Platoon δεν λέει απλώς ότι ο πόλεμος σκοτώνει. Αυτό είναι το προφανές. Λέει κάτι πολύ πιο τρομακτικό:

Ο πόλεμος μπορεί να αφήσει έναν άνθρωπο ζωντανό, αλλά να έχει σκοτώσει μέσα του ένα κομμάτι της ανθρωπιάς του.

Οι σφαίρες σκοτώνουν το σώμα. Η βία, ο φόβος και η απανθρωπιά μπορούν να σκοτώσουν τη συνείδηση.

Γι' αυτό ο Elias και ο Barnes δεν είναι απλώς δύο χαρακτήρες. Είναι δύο δρόμοι. Ο ένας προσπαθεί να κρατήσει τον άνθρωπο ζωντανό μέσα στον στρατιώτη. Ο άλλος αφήνει τον στρατιώτη να καταπιεί τον άνθρωπο.

Και ο Chris βρίσκεται ανάμεσά τους, όπως βρίσκεται κάθε άνθρωπος μπροστά σε μια ακραία δοκιμασία: ανάμεσα σε αυτό που πρέπει να κάνει για να επιβιώσει και σε αυτό που δεν πρέπει να κάνει για να συνεχίσει να θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο.

Ίσως λοιπόν το πιο δυνατό μήνυμα του Platoon να συνοψίζεται σε μία φράση: Στον πόλεμο μπορεί να επιβιώσεις από τις σφαίρες και να χάσεις τον εαυτό σου. Και όταν τελειώσει ο πόλεμος, η πιο δύσκολη μάχη μπορεί να είναι εκείνη που αρχίζει τότε: η προσπάθεια να ξαναβρείς τον άνθρωπο που ήσουν πριν γίνεις στρατιώτης.

Η αμερικανική παρέμβαση στον Ελληνικό Εμφύλιο.

 

Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος δεν ήταν μόνο μια ελληνική τραγωδία. Ήταν και ένα από τα πρώτα πεδία όπου ο επερχόμενος Ψυχρός Πόλεμος πήρε πραγματική, ένοπλη μορφή. Από το 1947 και μετά, η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής στρατηγικής, καθώς η Ουάσιγκτον αποφάσισε να στηρίξει αποφασιστικά την ελληνική κυβέρνηση απέναντι στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.

Μετά την Απελευθέρωση, η χώρα ήταν ήδη βαθιά διχασμένη. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς και του κρατικού μηχανισμού είχε πάρει μορφή ανοιχτής ένοπλης σύγκρουσης. Η Βρετανία, που μέχρι τότε αποτελούσε την κυριότερη ξένη δύναμη στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης, αντιμετώπιζε πλέον σοβαρή οικονομική και πολιτική εξάντληση. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι ο φόβος της κυριαρχίας της Αριστεράς στην Ελλάδα φάνταζε υπαρκτός- ξανά- για πρώτη φορά μετά το 1944.

Τον Φεβρουάριο του 1947 το Λονδίνο ενημέρωσε την Ουάσιγκτον ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει στον ίδιο βαθμό την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα.

Η αμερικανική απάντηση υπήρξε ιστορικά καταλυτική.

Στις 12 Μαρτίου 1947 ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν ανακοίνωσε στο Κογκρέσο το περίφημο "Δόγμα Τρούμαν", ζητώντας βοήθεια για την Ελλάδα και την Τουρκία. Για την Ελλάδα εγκρίθηκε αρχικά ένα τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής πρόγραμμα οικονομικής και στρατιωτικής ενίσχυσης.

Από εκείνη τη στιγμή ο Ελληνικός Εμφύλιος δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εσωτερική ελληνική υπόθεση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέλαβαν ουσιαστικά τον ρόλο που μέχρι τότε είχε η Βρετανία. Όπλα, πυρομαχικά, οχήματα, αεροσκάφη και οικονομική βοήθεια άρχισαν να φθάνουν στην Ελλάδα. Παράλληλα, Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι συμμετείχαν στην αναδιοργάνωση, την εκπαίδευση και τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων του κυβερνητικού στρατού. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η αμερικανική στρατιωτική αποστολή AMAG (American Mission for Aid to Greece) και στη συνέχεια η JUSMAG-G, μέσω των οποίων η αμερικανική επιρροή στην οργάνωση και στη λειτουργία του κυβερνητικού στρατού έγινε πολύ βαθιά.

Η αμερικανική παρουσία δεν σήμαινε ότι οι Αμερικανοί πολέμησαν ως ένας μεγάλος εκστρατευτικός στρατός στην Ελλάδα. Η κύρια δύναμη που πολεμούσε ήταν ο Ελληνικός Στρατός. Όμως η αμερικανική βοήθεια άλλαξε δραστικά τις δυνατότητές του. Χωρίς την αμερικανική οικονομική, στρατιωτική και τεχνική βοήθεια, η ισορροπία των δυνάμεων το 1947–1949 θα ήταν διαφορετική.

Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η αεροπορική ισχύς.

Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας είχε σημαντικό πλεονέκτημα στην αξιοποίηση του ορεινού και δύσβατου ελληνικού χώρου. Η αμερικανική υποστήριξη όμως επέτρεψε στον κυβερνητικό στρατό να χρησιμοποιήσει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα αεροσκάφη, πυροβολικό, ασύρματες επικοινωνίες και σύγχρονο πολεμικό υλικό. Η σύγκρουση είχε πλέον αλλάξει χαρακτήρα. Και η πλάστιγγα έγειρε αλλού.

Τα βουνά της Ελλάδας έγιναν ένα από τα πρώτα εργαστήρια του Ψυχρού Πολέμου.

Και όμως, η αμερικανική παρέμβαση δεν μπορεί να αποκοπεί από την ίδια την ελληνική πραγματικότητα. Ο Εμφύλιος δεν δημιουργήθηκε στην Ουάσιγκτον. Οι ρίζες του βρίσκονταν στην Κατοχή, στην Αντίσταση, στην εμπλοκή των Άγγλων, στα Δεκεμβριανά, στη βαθιά πολιτική πόλωση και στη βίαιη αντιπαράθεση που ακολούθησε την Απελευθέρωση. Η διεθνής διάσταση ήρθε να ενισχύσει και να μετασχηματίσει μια ήδη υπάρχουσα ελληνική σύγκρουση. Η Ελλάδα είχε για την Ουάσιγκτον πολύ μεγαλύτερη σημασία από το μέγεθός της. Βρισκόταν σε στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, κοντά στα Βαλκάνια και στην Τουρκία, ενώ η αμερικανική ηγεσία φοβόταν ότι μια επικράτηση του ΚΚΕ θα ενίσχυε τη σοβιετική επιρροή στην περιοχή. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η σοβιετική στάση απέναντι στην Ελλάδα δεν υπήρξε αντίστοιχη της αμερικανικής. Ο Στάλιν δεν επιδίωξε να μετατρέψει την Ελλάδα σε άμεσο πεδίο αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σημαντικότερη εξωτερική υποστήριξη προς τον Δημοκρατικό Στρατό προερχόταν κυρίως από τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και, σε διαφορετικό βαθμό, από τις γειτονικές κομμουνιστικές χώρες. Η ρήξη Τίτο–Στάλιν το 1948 θα αποδειχθεί καταστροφική για τον ΔΣΕ. Η Γιουγκοσλαβία, που αποτελούσε βασικό δίαυλο υποστήριξης, άλλαξε τελικά στάση και τα σύνορα έκλεισαν.

Έτσι, το 1949 ο κυβερνητικός στρατός διέθετε πλέον ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε υλικό, αεροπορική ισχύ, οργάνωση και ανεφοδιασμό. Οι τελικές επιχειρήσεις στον Γράμμο και στο Βίτσι οδήγησαν στη στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ και στο τέλος του Εμφυλίου.

Έτσι η αμερικανική παρέμβαση υπήρξε αποφασιστική για την έκβαση της σύγκρουσης. Δεν ήταν όμως η μοναδική αιτία της.

Ο Ελληνικός Εμφύλιος ήταν ταυτόχρονα ελληνικός και διεθνής. Ήταν προϊόν μιας κοινωνίας που βγήκε από έναν πόλεμο και μια κατοχή βαθιά τραυματισμένη και διχασμένη, αλλά ταυτόχρονα έγινε μέρος της μεγάλης αντιπαράθεσης που διαμόρφωνε ήδη τον μεταπολεμικό κόσμο.

Η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες όπου το νέο αμερικανικό δόγμα της «ανάσχεσης» του κομμουνισμού εφαρμόστηκε στην πράξη. Το "Δόγμα Τρούμαν" δεν ήταν απλώς μια αμερικανική διακήρυξη. Στην Ελλάδα μεταφράστηκε σε όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους, αεροσκάφη και μια νέα σχέση εξάρτησης και επιρροής που θα χαρακτήριζε την ελληνική πολιτική ζωή για πολλές δεκαετίες.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο βαριά κληρονομιά εκείνης της εποχής.

Ο Εμφύλιος τελείωσε το 1949, αλλά ο διχασμός δεν τελείωσε μαζί του. Οι νεκροί έμειναν στα βουνά, οι πρόσφυγες έμειναν μακριά από την πατρίδα τους, οι φυλακές και οι εξορίες γέμισαν ανθρώπους, και η ελληνική κοινωνία χρειάστηκε δεκαετίες για να αρχίσει να συμφιλιώνεται με τη μνήμη της.

Η Αμερική απέκτησε ένα στρατηγικό προτεκτοράτο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, όμως, πλήρωσε το τίμημα ενός πολέμου που, από εμφύλια σύγκρουση, μετατράπηκε γρήγορα σε ένα από τα πρώτα θερμά μέτωπα του Ψυχρού Πολέμου. Και στα ελληνικά βουνά, πριν ακόμη χαράξει η νέα εποχή, είχε ήδη αρχίσει να γράφεται η ιστορία του κόσμου που θα ακολουθούσε.

Το ρόδι -η κόκκινη καρδιά της γης.

 

Το ρόδι δεν είναι απλώς ένας καρπός. Είναι ένας μικρός κόσμος κλεισμένος μέσα σε σκληρό περίβλημα· μια κόκκινη καρδιά της γης που χρειάζεται να σπάσει για να φανερώσει τον πλούτο της.

Η ροδιά στέκει στον κήπο με μια παράξενη αξιοπρέπεια. Την άνοιξη γεμίζει με τα πορφυρά της άνθη και το καλοκαίρι οι καρποί της αρχίζουν να βαραίνουν τα κλαδιά. Στην αρχή είναι πράσινοι, ύστερα κιτρινίζουν, κοκκινίζουν και ωριμάζουν αργά, σαν να περιμένουν τον κατάλληλο χρόνο για να αποκαλύψουν όσα έκρυβαν μέσα τους.

Και όταν ανοίξεις ένα ώριμο ρόδι, δεν βρίσκεις έναν απλό καρπό. Βρίσκεις εκατοντάδες μικρούς κόκκινους σπόρους, τακτοποιημένους σαν πολύτιμες ψηφίδες. Ο καθένας κρατά μέσα του λίγο χυμό, λίγο φως, λίγη ζωή. Είναι ίσως αυτό που μας γοητεύει περισσότερο στο ρόδι: η αφθονία του δεν φαίνεται απ' έξω. Το σκληρό του περίβλημα κρύβει έναν ολόκληρο θησαυρό.

Γι' αυτό και από τα αρχαία χρόνια το ρόδι συνδέθηκε με τη ζωή, τη γονιμότητα, την αφθονία και τον θάνατο. Στην ελληνική μυθολογία έγινε σύμβολο της επιστροφής και της αναγέννησης μέσα από τον μύθο της Περσεφόνης. Οι λίγοι σπόροι που έφαγε στον Άδη ήταν αρκετοί για να συνδέσουν για πάντα το ρόδι με τον κύκλο της φύσης: την απουσία και την επιστροφή, τον χειμώνα και την άνοιξη, τον θάνατο και τη ζωή.

Κι ύστερα ήρθαν τα έθιμα. Το ρόδι που σπάμε την Πρωτοχρονιά δεν είναι απλώς μια παλιά συνήθεια. Είναι μια ευχή σε μορφή καρπού. Όσο περισσότεροι σπόροι σκορπίσουν, τόσο μεγαλύτερη η προσδοκία για αφθονία, υγεία και καλοτυχία. Έτσι ο άνθρωπος παίρνει έναν καρπό της φύσης και τον μετατρέπει σε σύμβολο ελπίδας.

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.

Το ρόδι μάς θυμίζει πως η ουσία δεν βρίσκεται πάντοτε στην επιφάνεια. Χρειάζεται να σπάσεις το περίβλημα για να γνωρίσεις το περιεχόμενο. Κάπως έτσι είναι και οι άνθρωποι. Άλλοι φορούν σκληρό κέλυφος και κρύβουν μέσα τους έναν ολόκληρο κόσμο. Άλλοι μοιάζουν απλοί και ασήμαντοι, μέχρι να τους πλησιάσεις και να ανακαλύψεις τον πλούτο που κουβαλούν.

Το ρόδι είναι λοιπόν ένας καρπός της φύσης, αλλά και ένας μικρός δάσκαλος της ζωής.

Μας λέει πως η αφθονία μπορεί να κρύβεται μέσα στη σιωπή. Πως η ομορφιά δεν χρειάζεται πάντοτε να φαίνεται από την πρώτη ματιά. Και πως μερικές φορές πρέπει να σπάσει κάτι για να φανερωθεί το πολύτιμο που έκρυβε μέσα του.

Ίσως γι' αυτό το ρόδι παραμένει μέχρι σήμερα τόσο αγαπημένο. Γιατί όταν ανοίγει, δεν σκορπά απλώς τους σπόρους του. Σκορπά την υπόσχεση πως η ζωή, ακόμη κι όταν κρύβεται πίσω από ένα σκληρό περίβλημα, βρίσκει πάντα έναν τρόπο να ξαναγεννηθεί.




Και οι Βασιλιάδες πεθαίνουν.

 

Στις 16 Αυγούστου 1977, ο Έλβις Πρίσλεϊ πέθανε στο Μέμφις. Ο άνθρωπος που είχε γίνει «Βασιλιάς» μιας ολόκληρης εποχής, που είχε αλλάξει τη μουσική, την εικόνα και τη σχέση μιας γενιάς με το τραγούδι, έφυγε όπως φεύγουν όλοι οι άνθρωποι: μόνος απέναντι στο αναπόφευκτο.

Και τότε ίσως αποκαλύπτεται η μεγαλύτερη ειρωνεία της ανθρώπινης δόξας.

Και οι βασιλιάδες πεθαίνουν.

Πεθαίνουν οι αυτοκράτορες, οι πρόεδροι, οι σταρ, οι πλούσιοι, οι διάσημοι, εκείνοι που κάποτε έμοιαζαν μεγαλύτεροι από τη ζωή. Πεθαίνουν κι εκείνοι που τα ονόματά τους φωτίζουν πλατείες, στάδια, οθόνες και βιβλία. Ο χρόνος, αδιάφορος απέναντι στη φήμη, δεν αναγνωρίζει τίτλους.

Ο Έλβις υπήρξε για εκατομμύρια ανθρώπους κάτι περισσότερο από τραγουδιστής. Ήταν σύμβολο. Η φωνή μιας εποχής που ήθελε να σπάσει τα καλούπια της προηγούμενης. Η κίνηση του σώματός του έγινε σκάνδαλο, η εμφάνισή του πρόκληση, η μουσική του επανάσταση. Κι όμως, πίσω από τον μύθο υπήρχε ένας άνθρωπος.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό.

Όσο ψηλά κι αν ανέβει κάποιος, στο τέλος επιστρέφει στην ίδια ανθρώπινη μοίρα. Η σκηνή σβήνει. Τα φώτα κλείνουν. Το χειροκρότημα κάποτε σταματά.

Μένει μόνο ό,τι κατάφερε να αφήσει μέσα στους άλλους.

Ο Έλβις πέθανε, αλλά το τραγούδι του δεν πέθανε μαζί του. Η φωνή του εξακολουθεί να ταξιδεύει από γενιά σε γενιά. Κι έτσι ο άνθρωπος χάνει τη ζωή του, αλλά μπορεί να κερδίσει κάτι παράξενο απέναντι στον χρόνο: τη μνήμη.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η μόνη αθανασία που μας επιτρέπεται.

Όχι να μη πεθάνουμε.

Αλλά να υπάρξει κάποιος, κάποτε, που θα ακούσει τη φωνή μας μέσα στη σιωπή των χρόνων και θα πει:

«Κάποτε υπήρξε αυτός ο άνθρωπος.»

Γιατί και οι βασιλιάδες πεθαίνουν.

Μόνο που μερικοί αφήνουν πίσω τους ένα τραγούδι που αρνείται να πεθάνει.

Swinger.


Swinger: Όταν η ανταλλαγή συντρόφων γίνεται ο καθρέφτης της υπαρξιακής κρίσης.

Τι συμβαίνει όταν η απόλυτη σεξουαλική ελευθερία μετατρέπεται σε άλλη μια βαρετή, καθημερινή ρουτίνα; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτει η δανέζικη ταινία «Swinger» (2016), σε σκηνοθεσία και σενάριο του ανατρεπτικού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Mikkel Munch-Fals. Πρόκειται για μια αιχμηρή, μαύρη κωμωδία που χρησιμοποιεί ένα φαινομενικά προκλητικό θέμα για να μιλήσει για κάτι πολύ πιο βαθύ: την κρίση της μέσης ηλικίας και την ανθρώπινη ανάγκη για ουσιαστική σύνδεση.

Η πλοκή: ένας «παγωμένος» γάμος σε αναζήτηση σπίθας.

Ο Άνταμ (Martin Buch) είναι ένας μεσήλικας που, σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα, τα έχει όλα. Μια επιτυχημένη καριέρα, μια πανέμορφη βίλα, μια σταθερή σύζυγο, την Ίρις (Mille Dinesen), και έναν έφηβο γιο. Παρά την τέλεια βιτρίνα, ο Άνταμ νιώθει συναισθηματικά νεκρός. Έχει χάσει κάθε ίχνος νεανικού ενθουσιασμού και αυθορμητισμού.

Για να σώσουν τον γάμο τους από την πλήξη, ο Άνταμ και η Ίρις επισκέπτονται τακτικά ένα πολυτελές κτήμα στην εξοχή, το οποίο λειτουργεί ως κλειστό κλαμπ για swingers (ανταλλαγή συντρόφων). Εκεί συναντούν μια σταθερή παρέα άλλων μεσήλικων ζευγαριών. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η σεξουαλική «απελευθέρωση» έχει μετατραπεί με τα χρόνια σε μια βαρετή, σχεδόν τυπική ρουτίνα, με τους ίδιους ανθρώπους, τους ίδιους κανόνες και τις ίδιες αμήχανες συζητήσεις.

Όλα αλλάζουν όταν στο θέρετρο καταφθάνει ένα πολύ νεότερο ζευγάρι. Η πανέμορφη και αυθόρμητη Πατρίσια και ο νεαρός μουσικός σύντροφός της, ο Πάτρικ. Η παρουσία τους φέρνει μια έκρηξη φρεσκάδας, αλλά παράλληλα ξυπνάει τις ανασφάλειες των μεγαλύτερων ζευγαριών για τα νιάτα που χάνονται και το σώμα που γερνάει.

Κατά τη διάρκεια αυτού του Σαββατοκύριακου, ο Άνταμ έρχεται κοντά με την Πατρίσια. Αντί όμως για μια απλή, εφήμερη σεξουαλική επαφή -όπως ορίζει ο κώδικας των swingers- ο Άνταμ παραβιάζει τον απόλυτο κανόνα της κοινότητας: ερωτεύεται παράφορα την Πατρίσια. Βλέπει σε αυτήν την ευκαιρία να ξανανιώσει ζωντανός, να ξεφύγει από το «τέλμα» της ζωής του και να ανακτήσει τον χαμένο του ενθουσιασμό. Αυτό το ξαφνικό, αληθινό συναίσθημα λειτουργεί σαν ντόμινο. Μέσα σε ένα περιβάλλον όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά και όλα υποτίθεται ότι γίνονται «μόνο για τη διασκέδαση», ο έρωτας του Άνταμ φέρνει στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα, κρυφές ανασφάλειες και πολλές αποκαλύψεις. Έντονη ζήλια και κτητικότητα. Ξέσπασμα κρυμμένων προβλημάτων στους γάμους όλων των υπόλοιπων ζευγαριών. Κωμικοτραγικές καταστάσεις, καθώς ο Άνταμ προσπαθεί απεγνωσμένα να διεκδικήσει μια γυναίκα που ανήκει σε μια εντελώς διαφορετική γενιά. Η ταινία κορυφώνεται με τους χαρακτήρες να απογυμνώνονται όχι μόνο από τα ρούχα τους, αλλά κυρίως από τις αυταπάτες τους, αναγκαζόμενοι να αντιμετωπίσουν την αλήθεια για τη μοναξιά τους και το τι πραγματικά ζητούν από τη ζωή και τους συντρόφους τους.

Ο Άνταμ, έχοντας πιστέψει ότι ο έρωτάς του για τη νεαρή Πατρίσια είναι αμοιβαίος και ότι βρήκε τη «σανίδα σωτηρίας» που θα τον βγάλει από το τέλμα της ζωής του, αποφασίζει να ρισκάρει τα πάντα. Είναι έτοιμος να διαλύσει τον γάμο του με την Ίρις και να αφήσει πίσω του την τακτοποιημένη αστική του ζωή. Ωστόσο, έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα. Για την Πατρίσια, όλο αυτό ήταν απλώς μια εφήμερη περιπέτεια του Σαββατοκύριακου. Η νεαρή κοπέλα δεν έχει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει τη δική της ζωή ή τον σύντροφό της για χάρη ενός μεσήλικα άνδρα που περνάει κρίση ηλικίας. Η απόρριψη αυτή πληγώνει βαθιά τον Άνταμ και τον αναγκάζει να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να «αγοράσει» ή να κλέψει τα χαμένα του νιάτα. Η σύζυγός του, η Ίρις, αν και πληγωμένη από τη συναισθηματική προδοσία του Άνταμ, δεν αντιδρά με υστερία. Αντίθετα, αντιμετωπίζει την κατάσταση με μια σχεδόν κυνική αλλά και ρεαλιστική ωριμότητα. Καταλαβαίνει ότι η "φυγή" του Άνταμ προς την Πατρίσια δεν αφορούσε την ίδια την κοπέλα, αλλά την εσωτερική του ανάγκη να νιώσει ξανά ζωντανός. Η ταινία κλείνει με το Σαββατοκύριακο να φτάνει στο τέλος του και τα ζευγάρια να επιστρέφουν στις κανονικές τους ζωές. Ο Άνταμ και η Ίρις μπαίνουν στο αυτοκίνητο για το ταξίδι της επιστροφής. Το φινάλε δεν προσφέρει ένα εύκολο ή απόλυτα χαρούμενο happy end, αλλά μια ρεαλιστική και γλυκόπικρη αποδοχή. Ο Άνταμ επιστρέφει στη βάση του αλλαγμένος. Έχει αποδεχτεί το πέρασμα του χρόνου, τη φθορά και το γεγονός ότι οι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Υπάρχει όμως μια λεπτή αλλαγή στη δυναμική του ζευγαριού. Έχοντας αγγίξει τον πάτο και έχοντας «ξεγυμνωθεί» συναισθηματικά, ο Άνταμ και η Ίρις ξεκινούν να επικοινωνούν ξανά με μια ειλικρίνεια που είχε χαθεί εδώ και χρόνια.

Πίσω από το Σεξ: μια σπουδή στην αστική μοναξιά. 

Ο Munch-Fals αποφεύγει με μαεστρία τις παγίδες μιας φτηνής, πρόχειρης κωμωδίας. Το «Swinger» δεν είναι μια ταινία για το σεξ, αλλά μια βαθιά κοινωνική σάτιρα. Το θέρετρο των swingers λειτουργεί ως μια μικρογραφία της σύγχρονης κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι προσπαθούν απεγνωσμένα να καταναλώσουν εμπειρίες για να γεμίσουν το εσωτερικό τους κενό. Το χιούμορ της ταινίας είναι μαύρο και άβολο, προκαλώντας τον θεατή να γελάσει με τις δικές του ανασφάλειες, τον φόβο των γηρατειών και την τρομακτική διαπίστωση ότι ο χρόνος κυλάει ανεπιστρεπτί.

Ο πρωταγωνιστής Martin Buch δίνει μια εξαιρετική, πολυεπίπεδη ερμηνεία ως Άνταμ (η οποία του χάρισε και υποψηφιότητα Α' Ανδρικού Ρόλου στα βραβεία), ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμική αμηχανία και τη δραματική απόγνωση.

Το σενάριο βασίζεται σε έξυπνους διαλόγους που αποδομούν τις σύγχρονες σχέσεις χωρίς να γίνονται διδακτικοί.

Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα που είναι ταυτόχρονα ζεστή αλλά και ειρωνική, αποδεικνύοντας γιατί θεωρείται ένας από τους πιο ενδιαφέροντες δημιουργούς του σύγχρονου δανέζικου σινεμά.

Το «Swinger» είναι μια αναζωογονητική πρόταση για όσους έχουν κουραστεί από τις προβλέψιμες χολιγουντιανές κομεντί. Είναι μια ταινία που θα κάνει τον θεατή να γελάσει, να νιώσει άβολα, αλλά κυρίως να σκεφτεί τη δική του ζωή και το τι σημαίνει τελικά να είσαι ευτυχισμένος σε μια σχέση.

Γραμματείς και Φαρισαίοι.


Οι άνθρωποι έχουν μια παράξενη συνήθεια: αγαπούν να κρίνουν τις σχέσεις των άλλων.

Ιδίως όταν δύο άνθρωποι προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους. Όταν δεν ταιριάζουν, σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα, τα επαγγέλματα, οι κοινωνικές τάξεις, η ηλικία, η οικονομική κατάσταση, η μόρφωση ή ο τρόπος ζωής.

Θεατρίνες και πολιτικοί.

Γιατροί και τραγουδίστριες.

Δικηγορίνες και φυλακισμένοι.

Καθηγήτριες και μαθητές.

Δημοσιογραφίνες και επιχειρηματίες.

Μηχανικοί και χορεύτριες.

Και κάθε φορά κάποιος θα βρεθεί να ρωτήσει: «Μα τι κοινό μπορεί να έχουν αυτοί οι δύο;»

Ίσως τίποτα από όσα εμείς θεωρούμε σημαντικά. Και ίσως τα πάντα από όσα πραγματικά έχουν σημασία.

Γιατί οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται τα επαγγέλματά τους. Δεν ερωτεύονται τα πτυχία τους, τις θέσεις τους, τις περιουσίες τους, τους τίτλους τους ή την κοινωνική τους εικόνα.

Ερωτεύονται έναν άνθρωπο.

Έναν τρόπο να τους κοιτάζει.

Μια φωνή.

Μια παρουσία.

Μια ασφάλεια.

Ένα χαμόγελο.

Μια κατανόηση.

Μια σιωπή που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.

Ο γιατρός, όταν επιστρέφει στο σπίτι, παύει να είναι «ο γιατρός». Ο πολιτικός μπορεί να αφήσει την εξουσία έξω από την πόρτα. Η ηθοποιός βγάζει το κοστούμι του ρόλου της. Ο τραγουδιστής αφήνει το μικρόφωνο. Ο καθηγητής κλείνει τα βιβλία. Ο δικηγόρος αφήνει τη δικογραφία στο γραφείο. Ο αγρότης γυρίζει από το χωράφι. Ο ναυτικός επιστρέφει από τη θάλασσα.

Και τότε μένει ο άνθρωπος.

Αυτόν όμως δεν τον γνωρίζουν οι τρίτοι.

Οι τρίτοι βλέπουν μόνο την εικόνα.

Βλέπουν το επάγγελμα, το χρήμα, τη δημοσιότητα, το κοινωνικό κύρος. Βλέπουν αυτό που φαίνεται. Και πάνω σε αυτό χτίζουν ολόκληρες ιστορίες.

Δεν ξέρουν όμως τι συμβαίνει όταν κλείσουν τα φώτα.

Δεν ξέρουν ποιος ήταν εκεί όταν ήρθε η δύσκολη ώρα.

Δεν ξέρουν ποιος στάθηκε δίπλα στον άλλον όταν χάθηκε η σιγουριά.

Δεν ξέρουν ποιος άκουσε χωρίς να διακόψει.

Δεν ξέρουν ποιος έμεινε.

Κι όμως, κρίνουν.

Ίσως επειδή είναι ευκολότερο να κρίνεις μια ξένη σχέση παρά να κοιτάξεις τη δική σου.

Είναι ευκολότερο να σχολιάζεις γιατί ένας καλλιτέχνης είναι με έναν επιστήμονα, γιατί ένας επιχειρηματίας αγαπά μια εκπαιδευτικό ή γιατί ένας άνθρωπος με μεγάλη κοινωνική θέση επέλεξε κάποιον που «δεν του ταιριάζει», παρά να αναρωτηθείς αν εσύ έχεις αγαπήσει ποτέ χωρίς να βάζεις όρους.

Γιατί ποιος αποφασίζει ποιος ταιριάζει με ποιον;

Ποιο κοινωνικό συμβούλιο εκδίδει τις άδειες του έρωτα;

Ποιο πτυχίο πιστοποιεί την καταλληλότητα μιας αγκαλιάς;

Ποια οικονομική κατάσταση εγγυάται την ευτυχία;

Και ποιο επάγγελμα μπορεί να προβλέψει αν δύο άνθρωποι θα αντέξουν ο ένας τον άλλον στις δύσκολες μέρες;

Η αλήθεια είναι πως ο έρωτας δεν διαβάζει βιογραφικά.

Δεν κοιτάζει τίτλους.

Δεν μετρά πτυχία.

Δεν συγκρίνει εισοδήματα.

Δεν ρωτά κοινωνική τάξη.

Μπορεί να βάλει στο ίδιο τραπέζι ανθρώπους που κανείς δεν θα φανταζόταν μαζί.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ομορφιά του: στην ανατροπή όλων όσων εμείς θεωρούμε «ταιριαστά».

Γι’ αυτό ας αφήσουμε τους ανθρώπους να ερωτευτούν και να αγαπήσουν. Ας αφήσουμε τη ζωή τους να είναι δική τους.

Ας σταματήσουμε να ψάχνουμε το «γιατί» στις σχέσεις των άλλων και ας ψάξουμε λίγο περισσότερο το «γιατί» στις δικές μας.

Γιατί στο τέλος δεν έχει σημασία αν είναι θεατρίνα και πολιτικός, γιατρός και τραγουδίστρια, δικηγόρος και ζωγράφος, αγρότης και αρχιτέκτονας, εργάτης και πανεπιστημιακός.

Σημασία έχει αν ο ένας άνθρωπος βρίσκει στον άλλον έναν τόπο να ακουμπήσει.

Και όσοι στέκονται απ’ έξω, κουτσομπολεύουν, καταδικάζουν και αποφασίζουν ποιος πρέπει να αγαπά ποιον, ας θυμηθούν κάτι παλιό:  «Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί».

Όχι για εκείνους που αγαπούν.

Για εκείνους που κρίνουν την αγάπη των άλλων.

Γιατί η σχέση δύο ανθρώπων δεν είναι δημόσια υπόθεση. Και η αγάπη κι ο έρωτας δεν ζητά την άδεια κανενός.

Στριπτίζ.

«Στριπτίζ» του Ζωρζ Σιμενόν: Η ψυχολογική ανατομία μιας αναπόφευκτης καταστροφής.

Όταν ακούμε το όνομα του Ζωρζ Σιμενόν, ο νους μας πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στον θρυλικό επιθεωρητή Μαιγκρέ. Ωστόσο, η πραγματική λογοτεχνική ιδιοφυΐα του Βέλγου συγγραφέα συχνά ξεδιπλώνεται στα λεγόμενα «σκληρά βιβλία» του (romans durs). Πρόκειται για αυτοτελή, σκοτεινά ψυχολογικά μυθιστορήματα, όπου δεν υπάρχει κανένας ντετέκτιβ για να αποδώσει δικαιοσύνη. Ανάμεσα σε αυτά, το «Στριπτίζ» (Striptease, 1959) ξεχωρίζει ως μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στην ανθρώπινη απόγνωση, τη ζήλια και την ανάγκη για επιβίωση.

Η υπόθεση: ένας ψυχολογικός πόλεμος κάτω από τα "φώτα της νύχτας".

Η ιστορία μας μεταφέρει στον παρακμιακό μικρόκοσμο του «Μονικό», ενός τρίτης κατηγορίας καμπαρέ στις Κάννες. Εκεί, η Σελίτα, μια έμπειρη 32χρονη στριπτιζέζ, δίνει μια αθόρυβη μάχη με τον χρόνο. Είναι επί χρόνια ερωμένη του ιδιοκτήτη, του κυρίου Λεόν, και το μεγάλο της όνειρο είναι να εκτοπίσει την άρρωστη σύζυγό του, να γίνει η νόμιμη «αφεντικίνα» και να κάτσει επιτέλους στο ασφαλές ταμείο του μαγαζιού, ξεφεύγοντας από τη σκηνή.

Όλες οι ισορροπίες όμως ανατρέπονται με την εμφάνιση της Μωντ, μιας 19χρονης κοπέλας από την επαρχία. Η Μωντ πλασάρεται ως ντροπαλή, αθώα και απροστάτευτη. Πολύ γρήγορα όμως, αποδεικνύεται εξαιρετικά φιλόδοξη και χειριστική. Χρησιμοποιώντας το προφίλ του «θύματος», μαγνητίζει το ενδιαφέρον του Λεόν, γίνεται το νέο αστέρι του στριπτίζ και απειλεί να γκρεμίσει όλα όσα η Σελίτα έχτιζε για χρόνια.

Η πλοκή και η κλιμάκωση της εμμονής.

Ο Σιμενόν χτίζει μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα όπου η ένταση κορυφώνεται αργά αλλά σταθερά. Η Σελίτα, κυριευμένη από νοσηρή ζήλια και βλέποντας τα όνειρά της για κοινωνική αποκατάσταση να εξανεμίζονται, χάνει τον έλεγχο. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εξοντώσει την αντίπαλό της, στήνει μια παγίδα, πείθει έναν πλούσιο πελάτη να προσφέρει ένα τεράστιο ποσό στη Μωντ για μια ιδιωτική παράσταση ολοκληρωτικού στριπτίζ, χωρίς κανένα ταμπού (ή περιορισμό), ελπίζοντας ότι ο Λεόν θα εξοργιστεί μαζί της. Το σχέδιο όμως γυρίζει μπούμερανγκ. Ο Λεόν καταλαβαίνει την πλεκτάνη, εξοργίζεται με τη Σελίτα και τη διώχνει κακείν κακώς από τη ζωή του και το καμπαρέ.

Το τραγικό φινάλε.

Παγιδευμένη στο απόλυτο αδιέξοδο, χωρίς μέλλον και αξιοπρέπεια, η Σελίτα επιστρέφει κρυφά τη νύχτα και επιτίθεται άγρια στη Μωντ με ένα ξυράφι, παραμορφώνοντας το πρόσωπό της -το μοναδικό όπλο της νεαρής κοπέλας. Το βιβλίο κλείνει με τη Σελίτα κλεισμένη σε ψυχιατρικό άσυλο. Σε μια τραγική ειρωνεία, μέσα στις παραισθήσεις της, νιώθει επιτέλους γαλήνη, πιστεύοντας ότι πέτυχε τον στόχο της και κάθεται στο ταμείο του μαγαζιού.

Τα βαθύτερα μηνύματα του έργου.

Το «Στριπτίζ» δεν είναι μια απλή ιστορία αντεκδίκησης. Ο Σιμενόν κάνει ένα μεταφορικό «στριπτίζ» στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή και την κοινωνία, αφήνοντας πίσω του δυνατά μηνύματα.

Η ψευδαίσθηση της αθωότητας: Ο συγγραφέας ανατρέπει το κλασικό στερεότυπο της προκλητικής "femme fatale". Δείχνει πώς η υποτιθέμενη αδυναμία και η «αθωότητα» μπορούν να γίνουν τα πιο σκληρά χειριστικά όπλα για την κατάκτηση της εξουσίας. Η Μωντ εμφανίζεται ως ένα ντροπαλό, απροστάτευτο κορίτσι από την επαρχία που βρέθηκε στη νύχτα από ανάγκη. Δεν προκαλεί ανοιχτά, δεν ντύνεται εξεζητημένα και δείχνει να έχει ανάγκη από προστασία. Αυτή ακριβώς η «αθωότητα» είναι που μαγνητίζει τον ιδιοκτήτη του καμπαρέ, τον Λεόν, ο οποίος έχει βαρεθεί τις προκλητικές και έμπειρες γυναίκες της νύχτας, όπως η Σελίτα. Πίσω όμως από αυτό το γλυκό και εύθραυστο προφίλ κρύβεται μια άκρως υπολογιστική, φιλόδοξη και χειριστική προσωπικότητα. Η Μωντ χρησιμοποιεί την υποτιθέμενη αθωότητά της ως μάσκα για να πετύχει τους σκοπούς της, να εκτοπίσει τη Σελίτα και να γίνει το πρώτο όνομα στο καμπαρέ.

Ο αδυσώπητος χρόνος και η γυναικεία φθορά: Σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως αναλώσιμο προϊόν με ημερομηνία λήξης, η ηλικιακή φθορά της 32χρονης Σελίτας ισοδυναμεί με οικονομικό και κοινωνικό θάνατο.

Η λαχτάρα για ασφάλεια: Η Σελίτα δεν κινείται από τυφλό πάθος για τον Λεόν, αλλά από μια απεγνωσμένη ανάγκη για «νοικοκυρεμένη» ζωή. Το ταμείο του καμπαρέ είναι η δική της λύτρωση από το περιθώριο.

Η απογύμνωση της Ριβιέρας: Ο Σιμενόν ξεσκίζει τη λαμπερή βιτρίνα των Καννών. Πίσω από το γκλάμουρ της γαλλικής Ριβιέρας, αποκαλύπτει τη μιζέρια, την ανέχεια και την εκμετάλλευση των ανθρώπων της νύχτας. Ο Σιμενόν κάνει ένα μεταφορικό «στριπτίζ » στην ίδια την κοινωνία. 

Η αυτοκαταστροφική φύση του μίσους: Η εμμονή θολώνει τη λογική. Στην προσπάθησή της να καταστρέψει τη Μωντ, η Σελίτα εκμηδενίζει πρώτα απ' όλα τον ίδιο της τον εαυτό.

Γιατί αξίζει να το διαβάσει κανείς σήμερα;

Το «Στριπτίζ» είναι ένα κορυφαίο δείγμα ψυχολογικού νουάρ. Ο Σιμενόν, με τη λιτή, κοφτή και γεμάτη ακρίβεια γραφή του, δεν κρίνει τους ήρωές του· τους παρατηρεί με μια σχεδόν κλινική, αλλά βαθιά ανθρώπινη ματιά. Αν κανείς ψάχνει ένα βιβλίο που θα τον κρατήσει σε ένταση, όχι μέσα από κυνηγητά, αλλά μέσα από τα σκοτεινά μονοπάτια του ανθρώπινου μυαλού, το «Στριπτίζ» πρέπει σίγουρα να μπει στη λίστα του.

16/8/26

Η κωλοφωτιά -το μικρό θαύμα που ανάβει μέσα στη καλοκαιρινή νύχτα.

 

Υπάρχουν πλάσματα τόσο μικρά, που θα μπορούσαν εύκολα να περάσουν απαρατήρητα. Κι όμως, μερικά από αυτά κουβαλούν μέσα τους ένα θαύμα μεγαλύτερο από το μέγεθός τους. Η πυγολαμπίδα, η κωλοφωτιά όπως τη γνωρίζει η λαϊκή μας γλώσσα, είναι ένα από αυτά. Ένα μικρό νυχτόβιο έντομο της οικογένειας των Λαμπυρίδων (Lampyridae), της τάξης των κολεοπτέρων, δηλαδή των σκαθαριών, που κάθε καλοκαιρινή νύχτα μοιάζει να κρατά ένα μικρό αστέρι χαμηλά, ανάμεσα στα χόρτα.

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά της είναι η ικανότητά της να παράγει και να εκπέμπει φως από το κάτω μέρος της κοιλιάς της. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται βιοφωταύγεια. Δεν πρόκειται για φωτιά, ούτε για φως που παράγεται από θερμότητα. Είναι ένα πραγματικό «κρύο φως», αποτέλεσμα μιας χημικής αντίδρασης με εξαιρετικά υψηλή ενεργειακή απόδοση. Η φύση έχει βρει έναν σχεδόν τέλειο τρόπο να μετατρέπει χημική ενέργεια σε φως, με ελάχιστη απώλεια ως θερμότητα.

Στην καρδιά αυτού του μικρού θαύματος βρίσκονται η λουσιφερίνη και το ένζυμο λουσιφεράση. Με την παρουσία οξυγόνου, μαγνησίου και του ενεργειακού μορίου ATP, η αντίδραση παράγει τη φωτεινή αναλαμπή. Έτσι, μέσα σε ένα σώμα λίγων χιλιοστών, η φύση έχει κρύψει ένα ολόκληρο εργαστήριο βιοχημείας, όπου η ενέργεια μεταμορφώνεται σε φως.

Κι όμως, όταν η πυγολαμπίδα ανάβει, τίποτε από αυτή την πολυπλοκότητα δεν φαίνεται. Βλέπουμε μόνο μια μικρή φωτεινή κουκκίδα να εμφανίζεται μέσα στο σκοτάδι.

Συνήθως το φως της είναι πρασινοκίτρινο, αλλά ανάλογα με το είδος μπορεί να είναι κίτρινο, πράσινο ή ακόμη και αχνά κόκκινο. Σαν να έχει η νύχτα τη δική της παλέτα και οι πυγολαμπίδες να ζωγραφίζουν πάνω της με μικρές φωτεινές πινελιές.

Αλλά γιατί ανάβουν;

Η πρώτη απάντηση είναι ο έρωτας.

Για τις πυγολαμπίδες, το φως είναι η γλώσσα της αναπαραγωγής. Τα αρσενικά πετούν χαμηλά πάνω από τη βλάστηση και εκπέμπουν χαρακτηριστικά φωτεινά σήματα, συγκεκριμένες αναλαμπές και ρυθμούς. Τα θηλυκά, που σε αρκετά είδη δεν έχουν φτερά και παραμένουν πάνω στο έδαφος ή στα φυτά, απαντούν με το δικό τους φωτεινό σήμα.

Και τότε, μέσα στη σιωπή της νύχτας, αρχίζει ένας διάλογος χωρίς φωνή.

Μια αναλαμπή από εδώ.

Μια απάντηση από εκεί.

Ένα μικρό φως που λέει: «Είμαι εδώ».

Και ένα άλλο που απαντά: «Σε βλέπω».

Εμείς βλέπουμε ποίηση. Εκείνες ανταλλάσσουν μηνύματα.

Το φως όμως δεν χρησιμεύει μόνο στην αναπαραγωγή. Σε αρκετά είδη λειτουργεί και ως προειδοποίηση προς τους θηρευτές. Οι πυγολαμπίδες περιέχουν αμυντικές ουσίες και ορισμένες έχουν δυσάρεστη γεύση. Η φωτεινή τους παρουσία μπορεί επομένως να λειτουργεί σαν ένα προειδοποιητικό σήμα προς πουλιά, βατράχια και άλλους εχθρούς: «Μείνε μακριά».

Η φύση, για ακόμη μία φορά, χρησιμοποιεί το ίδιο εργαλείο για περισσότερους από έναν σκοπούς.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ορισμένα είδη πυγολαμπίδων χρησιμοποιούν το φως τους ακόμη και για να προσελκύσουν τη λεία τους. Το φως μπορεί να γίνει κάλεσμα, προειδοποίηση, επικοινωνία -ακόμη και παγίδα.

Στον παράξενο κόσμο των Λαμπυρίδων υπάρχει και η εξαπάτηση. Οι θηλυκές πυγολαμπίδες του γένους Photuris, έχουν αναπτύξει μια από τις πιο εντυπωσιακές στρατηγικές θήρευσης στον κόσμο των εντόμων. Μιμούνται τα φωτεινά σήματα των θηλυκών άλλων ειδών. Ένα αρσενικό, πετώντας μέσα στη νύχτα, βλέπει την αναλαμπή που περιμένει. Πιστεύει ότι είναι το σήμα ενός θηλυκού του δικού του είδους και πλησιάζει. Μόνο που το μήνυμα είναι ψεύτικο.

Δεν τον περιμένει σύντροφος. Τον περιμένει ένας θηρευτής.

Η θηλυκή Photuris επιτίθεται στο αρσενικό και τρέφεται με αυτό. Ακόμη πιο παράξενο είναι το γεγονός ότι, μέσα από αυτή τη διατροφή, αποκτά αμυντικές ουσίες -τις λουσιμπουφαγίνες- που δεν μπορεί να συνθέσει η ίδια επαρκώς. Οι ουσίες αυτές μπορούν να τη βοηθήσουν να προστατευθεί από θηρευτές και να προσφέρει χημική προστασία και στους απογόνους της.

Έτσι, το φως που για μια άλλη πυγολαμπίδα σημαίνει «έλα κοντά» μπορεί για μια Photuris να σημαίνει «έλα πιο κοντά για να σε φάω».

Η φύση δεν είναι μόνο τρυφερότητα. Είναι και στρατηγική.

Δεν είναι μόνο αναπαραγωγή. Είναι και επιβίωση.

Και το ίδιο φως που εμείς κοιτάζουμε με θαυμασμό μπορεί να είναι, για ένα άλλο πλάσμα, παγίδα.

Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει στις ενήλικες πυγολαμπίδες. Ακόμη και οι προνύμφες τους, πριν αποκτήσουν φτερά και γίνουν οι φωτεινές υπάρξεις που γνωρίζουμε, μπορούν να παράγουν φως. Είναι οι μικρές «σκουληκόμορφες» μορφές της πυγολαμπίδας, που ζουν για μεγάλο μέρος της ζωής τους μέσα στο έδαφος, στα υγρά φύλλα, κάτω από κορμούς και σε άλλες προστατευμένες θέσεις.

Σε ορισμένα είδη, οι προνύμφες χρησιμοποιούν το φως τους ως ζωντανό δόλωμα. Μια σταθερή, αχνή λάμψη μέσα σε σπηλιές ή πυκνά, σκοτεινά περιβάλλοντα μπορεί να προσελκύσει μικρά έντομα, τα οποία στη συνέχεια γίνονται τροφή.

Και τότε το μικρό φως αποκτά ακόμη μία σημασία.

Δεν είναι μόνο ερωτικό κάλεσμα.

Δεν είναι μόνο προειδοποίηση.

Δεν είναι μόνο μήνυμα.

Μπορεί να γίνει και δόλωμα.

Αυτό είναι ίσως το πιο συναρπαστικό μάθημα της πυγολαμπίδας: στη φύση τίποτε δεν είναι μονοσήμαντο. Το ίδιο φως μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα ανάλογα με το ποιος το εκπέμπει, ποιος το βλέπει και ποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά της αναλαμπής.

Για εμάς η πυγολαμπίδα είναι ποίηση.

Για εκείνη, το φως είναι ζωή.

Και μέσα στη ζωή χωρούν όλα: η αναζήτηση, ο έρωτας, η άμυνα, η πείνα, η εξαπάτηση και η επιβίωση.

Η ζωή της πυγολαμπίδας, όμως, δεν περιορίζεται σε εκείνες τις λίγες φωτεινές αναλαμπές που βλέπουμε τις καλοκαιρινές νύχτες. Ο κύκλος της ζωής της είναι πολύ μεγαλύτερος και πιο κρυφός.

Περνά από πλήρη μεταμόρφωση: αυγό, προνύμφη, νύμφη και ενήλικο έντομο. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της μπορεί να το περάσει ως προνύμφη, συχνά για ένα ή περισσότερα χρόνια, μέσα στο έδαφος ή σε υγρά φυσικά περιβάλλοντα. Εκεί δεν είναι καθόλου το εύθραυστο φωτεινό πλάσμα που έχουμε στο μυαλό μας. Είναι κυνηγός. Τρέφεται με μικρά ασπόνδυλα, όπως σαλιγκάρια, σκουλήκια, ακόμα και γυμνοσάλιαγκες.

Όταν ενηλικιωθεί, ο χρόνος της μικραίνει. Σε αρκετά είδη η ενήλικη ζωή διαρκεί μόλις λίγες εβδομάδες. Είναι η στιγμή της αναπαραγωγής, της αναζήτησης συντρόφου, της συνέχισης της ζωής. Και σε ορισμένα είδη τα ενήλικα άτομα τρέφονται ελάχιστα ή καθόλου.

Έτσι, η φωτεινή της αναλαμπή αποκτά μια βαθύτερη σημασία.

Δεν είναι απλώς ένα όμορφο φως.

Είναι το φως μιας ολόκληρης ζωής που προσπαθεί να συνεχιστεί.

Για να μπορέσει όμως να συνεχιστεί, χρειάζεται έναν συγκεκριμένο κόσμο. Χρειάζεται βλάστηση, υγρασία, φυσικά εδάφη, καταφύγια και -κυρίως -νύχτα.

Κι εδώ αρχίζει η δική μας ευθύνη.

Η φωτορύπανση αποτελεί σημαντική απειλή για τις πυγολαμπίδες. Τα τεχνητά φώτα μπορούν να παρεμβαίνουν στα φωτεινά σήματα που χρησιμοποιούν για την επικοινωνία και την αναζήτηση συντρόφου. Εκεί όπου η φύση είχε φτιάξει ένα σκοτεινό σκηνικό για έναν φωτεινό διάλογο, ο άνθρωπος έβαλε προβολείς.

Φωτίσαμε δρόμους, πλατείες, κτίρια, κήπους και άλλοτε σκοτεινές φυσικές περιοχές. Κάναμε τη νύχτα να μοιάζει όλο και περισσότερο με ημέρα.

Και χωρίς να το καταλάβουμε, μπορεί να σβήσαμε τα μικρά φώτα που υπήρχαν μέσα της.

Στην απειλή προστίθενται η χρήση φυτοφαρμάκων και η καταστροφή των φυσικών βιοτόπων. Η αποξήρανση υγροτόπων, η καταστροφή της φυσικής βλάστησης, η αλλοίωση των όχθων των ρεμάτων και η γενικότερη υποβάθμιση των φυσικών οικοσυστημάτων στερούν από τις πυγολαμπίδες τον χώρο όπου ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής τους.

Και τότε αντιλαμβανόμαστε κάτι σημαντικό: για να προστατεύσουμε την πυγολαμπίδα, δεν αρκεί να προστατεύσουμε ένα έντομο. Πρέπει να προστατεύσουμε τον κόσμο που την κάνει δυνατή.

Το υγρό λιβάδι.

Το φυσικό ρέμα.

Την άκρη του δάσους.

Τα χόρτα που αφήνουμε να μεγαλώσουν.

Τη σκοτεινή νύχτα.

Γιατί η φύση δεν αποτελείται από απομονωμένα κομμάτια. Η πυγολαμπίδα συνδέεται με το έδαφος, το νερό, τη βλάστηση, τα μικρά ζώα που αποτελούν τη λεία της, τους θηρευτές της και ολόκληρο τον οικολογικό κύκλο.

Ίσως γι' αυτό η κωλοφωτιά να είναι ένα από τα πιο όμορφα σύμβολα της φύσης.

Είναι μικρή, αλλά δεν είναι ασήμαντη.

Είναι εύθραυστη, αλλά μέσα της κρύβει μια εκπληκτική χημεία.

Δεν έχει φωνή, αλλά συνομιλεί με φως.

Δεν έχει φλόγα, αλλά φωτίζει.

Δεν προσπαθεί να νικήσει το σκοτάδι. Ζει μέσα του.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο μάθημά της για τον άνθρωπο. Έχουμε μάθει να θεωρούμε το σκοτάδι κάτι που πρέπει να εξαφανίσουμε. Ανάβουμε ολοένα περισσότερα φώτα, φωτίζουμε ολοένα περισσότερα σημεία, κάνουμε τη νύχτα όλο και πιο φωτεινή.

Όμως η πυγολαμπίδα μάς θυμίζει ότι το σκοτάδι είναι κι αυτό μέρος της φύσης.

Χωρίς το σκοτάδι, το φως της δεν θα φαινόταν.

Χωρίς τη σιωπή, η αναλαμπή της δεν θα είχε την ίδια σημασία.

Χωρίς το φυσικό περιβάλλον, το μικρό της θαύμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Κάποτε, τις καλοκαιρινές νύχτες, οι κωλοφωτιές ήταν πιο συνηθισμένες. Ανάμεσα στα χόρτα, κοντά στα ρέματα και στις άκρες των χωραφιών, μικρές πράσινες και κιτρινωπές αναλαμπές έκαναν τη νύχτα να μοιάζει ζωντανή.

Ίσως αυτό που θυμόμαστε από εκείνα τα βράδια να μην είναι μόνο οι πυγολαμπίδες.

Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που υπήρχε μαζί τους.

Ένας κόσμος λιγότερο φωτισμένος, λιγότερο θορυβώδης, λιγότερο κατακτημένος από τον άνθρωπο.

Και ίσως η κωλοφωτιά να μας ζητά σήμερα κάτι πολύ απλό: να αφήσουμε κάποιες γωνιές της γης όπως είναι. Να αφήσουμε τα χόρτα να μεγαλώσουν. Τα νερά να κυλήσουν. Τα χώματα να μείνουν ζωντανά. Και τη νύχτα να παραμείνει νύχτα.

Γιατί όταν μια κωλοφωτιά ανάβει μέσα στο σκοτάδι, δεν φωτίζει μόνο τον εαυτό της.

Φωτίζει και την ευθύνη μας απέναντι σε έναν κόσμο που κινδυνεύουμε να κάνουμε τόσο φωτεινό, ώστε να πάψουμε να βλέπουμε τα πραγματικά του φώτα.




Πριν γίνει το δάσος στάχτη.

Υπάρχουν φωτιές που ξεκινούν από φυσικά αίτια όπως πχ. από έναν κεραυνό. Υπάρχουν όμως και φωτιές- οι περισσότερες- που ξεκινούν από τον άνθρωπο - έμμεσα ή άμεσα,  ηθελημένα ή αθέλητα, με δόλο ή χωρίς.

Από ένα αποτσίγαρο που πετάχτηκε στον δρόμο. Από μια ανεξέλεγκτη καύση καλαμιών. Από έναν σπινθήρα μηχανήματος κοπής. Από το μη συντηρημένο ηλεκτρικό δίκτυο. Από μια απερισκεψία κάποιου. Από σκουπίδια που εγκαταλείφθηκαν μέσα στη φύση. Από γυαλιά και άλλα αντικείμενα που δεν είχαν καμία θέση εκεί όπου βρέθηκαν. Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από μια πράξη εμπρησμού που έγινε με πρόθεση να καταστρέψει το φυσικό περιβάλλον.

Απέναντι σε όλα αυτά, δεν αρκεί να περιμένουμε το καλοκαίρι για να μετρήσουμε πυροσβεστικά αεροπλάνα, ελικόπτερα και καμένες εκτάσεις. Η πυρκαγιά δεν αντιμετωπίζεται μόνο όταν ξεσπάσει. Αντιμετωπίζεται πριν ανάψει.

Η πρόληψη δεν είναι ένα άλοθι για τις κυβερνητικές ανακοινώσεις μετά την καταστροφή. Είναι πολιτική επιλογή. Είναι καθημερινός έλεγχος. Είναι καθαρισμός και επιτήρηση. Είναι αυστηρός έλεγχος κάθε δραστηριότητας που μπορεί να αποτελέσει πηγή ανάφλεξης. Είναι προστασία των δασικών εκτάσεων από την ανθρώπινη αμέλεια και από την αυθαιρεσία.

Και είναι, πάνω απ’ όλα, ευθύνη.

Το δάσος δεν είναι σκουπιδαριό!

Πόσες φορές βλέπουμε μέσα ή δίπλα σε δασικές εκτάσεις πλαστικά μπουκάλια, γυάλινα αντικείμενα, κουτιά, αποτσίγαρα, σκουπίδια κάθε είδους;

Το δάσος δεν είναι χωματερή!

Τα σκουπίδια που αφήνονται στην ύπαιθρο δεν αποτελούν μόνο προσβολή στο τοπίο και στο οικοσύστημα. Σε συνθήκες ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών μπορούν να ενταχθούν σε ένα επικίνδυνο περιβάλλον όπου μια πηγή ανάφλεξης μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή.

Τα θραύσματα γυαλιού χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες ένα γυάλινο αντικείμενο μπορεί να συγκεντρώσει την ηλιακή ακτινοβολία και να συμβάλει στην ανάφλεξη ξηρής βλάστησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε φωτιά είναι από σπασμένο γυαλί· η αιτία μιας πυρκαγιάς πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται από την αρμόδια διερεύνηση.

Το αυτονόητο, ωστόσο, δεν χρειάζεται πόρισμα: κανένα σκουπίδι δεν έχει θέση στο δάσος.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες δεν μπορούν να είναι ανεξέλεγκτες στα δάση και στα βουνά.

Δρόμοι, ηλεκτρικά δίκτυα, μηχανήματα, γεωργικές εργασίες, τεχνικά έργα, εργοτάξια και κάθε είδους εγκατάσταση μέσα ή κοντά σε δασικές περιοχές δημιουργούν ένα πλέγμα ανθρώπινης παρουσίας. Δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια δραστηριότητα προκαλεί πυρκαγιά. Σημαίνει όμως ότι κάθε δραστηριότητα που μπορεί να αποτελέσει πηγή κινδύνου πρέπει να υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες, ελέγχους και πραγματική εποπτεία.

Δεν μπορεί η πολιτεία να εμφανίζεται μετά τη φωτιά για να αναζητήσει τις ευθύνες, ενώ πριν από τη φωτιά απουσιάζει ο έλεγχος.

Η πρόληψη είναι ευθύνη πριν από την καταστροφή, όχι απολογία μετά από αυτήν.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό.

Όταν σβήσουν οι φλόγες, όταν απομακρυνθούν τα συνεργεία πυρόσβεσης και όταν οι τηλεοπτικές κάμερες φύγουν από τον τόπο της καταστροφής, αρχίζει η μάχη για το τι θα γίνει η καμένη γη.

Εδώ πρέπει να είμαστε απόλυτοι:

Ό,τι είναι δάσος πρέπει να παραμείνει δάσος.

Η φωτιά δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο αλλαγής χρήσης γης. Η καταστροφή ενός δάσους δεν μπορεί να δημιουργεί ένα παράθυρο για οικοπεδοποίηση, αιολικές εγκαταστάσεις, δρόμους ή οποιαδήποτε άλλη "αξιοποίηση" που δεν θα ήταν δυνατή πριν από την πυρκαγιά.

Αν επιτρέψουμε να συμβεί αυτό, τότε ο εμπρησμός -όπου υπάρχει- δεν θα έχει καταστρέψει μόνο δέντρα. Θα έχει καταστρέψει και τον ίδιο τον κανόνα προστασίας της γης.

Δεν μας λείπει η γνώση. Μας λείπει η πρόληψη.

Ξέρουμε τι μπορεί να προκαλέσει μια πυρκαγιά. Ξέρουμε ποιες ημέρες είναι επικίνδυνες. Ξέρουμε ότι η ξερή βλάστηση, ο άνεμος και οι υψηλές θερμοκρασίες μετατρέπουν μια μικρή εστία σε ανεξέλεγκτη καταστροφή.

Ξέρουμε επίσης ότι πολλές πυρκαγιές δεν έχουν φυσική προέλευση.

Αυτό που δεν μπορούμε να δεχτούμε είναι να αντιμετωπίζουμε κάθε χρόνο την ίδια τραγωδία σαν να είναι κάτι απρόβλεπτο.

Δεν είναι.


Η φωτιά μπορεί να ξεκινήσει από έναν άνθρωπο, από μια πράξη αμέλειας, από μια τεχνική αστοχία ή από μια εγκληματική ενέργεια. Η έκταση όμως της καταστροφής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το πόσο καλά έχουμε προστατεύσει το δάσος πριν από τη φωτιά.

Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να αλλάξει.

Λιγότερη επικοινωνιακή διαχείριση μετά την καταστροφή και περισσότερη ουσιαστική πρόληψη πριν από αυτήν.

Περισσότερος έλεγχος εκεί όπου υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα.

Καμία ανοχή στην εγκατάλειψη σκουπιδιών.

Αυστηρή διερεύνηση κάθε πυρκαγιάς που δεν προέρχεται από φυσικό αίτιο.

Πραγματική προστασία των καμένων εκτάσεων.

Επαναδραστηριοποίηση της δασικής υπηρεσίας.

Απαγόρευση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας σε καμένες εκτάσεις σε χρονικό ορίζοντα δεκαετίας.

Ο χαρακτηρισμός δάσος να παραμένει ως νομοθετικό περιεχόμενο ακόμα κι αν το δάσος έχει καεί, ώστε να εξασφαλιστεί η μη αλλαγή χρήσεων γης.  

Η προστασία του δάσους δεν μπορεί να τελειώνει όταν σβήνει η τελευταία φλόγα. Αντίθετα, τότε αρχίζει η πιο κρίσιμη περίοδος για το μέλλον του.



Χρειάζεται επαναδραστηριοποίηση και ουσιαστική ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας, με προσωπικό, μέσα, αρμοδιότητες και πραγματική παρουσία στο πεδίο. Η προστασία των δασών δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση της πυρόσβεσης. Η Δασική Υπηρεσία πρέπει να έχει κεντρικό ρόλο στην πρόληψη, στην επιτήρηση, στη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων και κυρίως στην προστασία των καμένων εκτάσεων.

Παράλληλα, χρειάζεται ένα αυστηρό θεσμικό καθεστώς προστασίας των καμένων εκτάσεων. Για μια μακρά μεταβατική περίοδο -ενδεικτικά μιας δεκαετίας- θα πρέπει να απαγορεύεται κάθε νέα ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να οδηγήσει σε αλλοίωση του χαρακτήρα και της χρήσης της έκτασης, με τις απολύτως αναγκαίες εξαιρέσεις για έργα προστασίας, αποκατάστασης και δημόσιας ασφάλειας- αλλά πάντα υπό τον έλεγχο της δασικής υπηρεσίας.

Γιατί ακριβώς μετά τη φωτιά το δάσος είναι περισσότερο ευάλωτο από ποτέ.

Και υπάρχει ένας θεμελιώδης κανόνας που πρέπει να κατοχυρωθεί χωρίς αμφισημίες: ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δάσους δεν πρέπει να χάνεται επειδή το δάσος κάηκε.

Η φωτιά δεν μπορεί να αποτελεί τρόπο μεταβολής του νομικού χαρακτήρα της γης.

Το δάσος που κάηκε δεν παύει να είναι δασική έκταση επειδή καταστράφηκε η βλάστησή του. Αν συνέβαινε αυτό, θα δημιουργούσαμε έναν επικίνδυνο παραλογισμό: όσο περισσότερο καταστρέφεται ένα δάσος, τόσο ευκολότερα θα μπορούσε να αλλάξει η χρήση της γης του.

Αυτό ακριβώς πρέπει να αποκλειστεί.

Η καταστροφή δεν μπορεί να παράγει δικαίωμα αξιοποίησης και εκμετάλλευσης. Ρητά και κατηγορηματικά.

Η νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζει ότι ο δασικός χαρακτήρας παραμένει ως σταθερό νομικό περιεχόμενο και μετά την πυρκαγιά, ώστε η καμένη έκταση να προστατεύεται από βόσκηση, οικοπεδοποίηση, αυθαίρετη δόμηση και κάθε άλλη αλλαγή χρήσης που θα μετέτρεπε την καταστροφή σε ευκαιρία "επενδυτών".

Το μήνυμα πρέπει να είναι απόλυτο:

Φωτιά δεν σημαίνει αλλαγή χρήσης.

Καμένη έκταση δεν σημαίνει ελεύθερη έκταση.

Το δάσος που κάηκε παραμένει δάσος.

Και αν θέλουμε πραγματικά να χτυπήσουμε τις πυρκαγιές στη ρίζα τους, δεν αρκεί να αναζητούμε ποιος έβαλε τη φωτιά. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι η φωτιά δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει εργαλείο για να αλλάξει το μέλλον της γης.

Η πραγματική πολιτική προστασίας του δάσους αρχίζει πριν από την πυρκαγιά.

Αλλά κρίνεται οριστικά μετά την πυρκαγιά.

Και πάνω απ’ όλα, ένας καθαρός κανόνας: το δάσος δεν είναι αναλώσιμο.

Δεν είναι οικόπεδο που περιμένει την κατάλληλη στιγμή.

Δεν είναι εμπόδιο στην «ανάπτυξη».

Δεν είναι χώρος για σκουπίδια.

Δεν είναι χώρος για αδιαφορία.

Και σίγουρα δεν είναι κάτι που έχουμε το δικαίωμα να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές ως στάχτη.

Γιατί κάθε δέντρο που καίγεται δεν είναι μόνο ένα δέντρο που χάνεται.

Είναι ένα κομμάτι από το μέλλον μας που καίγεται μαζί του.

Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος.

 

Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος δεν έρχεται πάντοτε με έναν θόρυβο. Μερικές φορές αρχίζει αθόρυβα, με μια αλλαγή που παρουσιάζεται ως ανάπτυξη, με έναν δρόμο που ανοίγει εκεί όπου πριν υπήρχε δάσος, με μια αιολική εγκατάσταση που καταλαμβάνει μια κορυφογραμμή. Και άλλοτε έρχεται βίαια, μέσα σε μια πύρινη νύχτα, όταν το δάσος γίνεται στάχτη και το βουνό μένει γυμνό. Και πλέον όλο και πιο συχνά τα δύο αυτά συνδυάζονται...

Οι φωτιές στα βουνά είναι από τις πιο οδυνηρές μορφές αυτής της καταστροφής. Δεν καίγονται μόνο δέντρα. Καίγεται ένας ολόκληρος κόσμος: η βλάστηση, οι φωλιές, τα ζώα, το έδαφος, οι πηγές, η φυσική ισορροπία που χρειάστηκε δεκαετίες ή και αιώνες για να δημιουργηθεί. Και όταν η φωτιά περάσει, η απώλεια δεν τελειώνει. Το βουνό συνεχίζει να πληρώνει για χρόνια.

Την ίδια στιγμή, σε πολλές ορεινές περιοχές, οι κορυφογραμμές αποκτούν έναν νέο ρόλο: γίνονται χώροι εγκατάστασης ανεμογεννητριών. Η αιολική ενέργεια χαρακτηρίζεται ως σημαντικό εργαλείο για την ενεργειακή μετάβαση, όμως η προστασία του κλίματος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένα από την προστασία της φύσης. Η επιλογή θέσης, η διάνοιξη δρόμων, οι εκσκαφές και η συνολική επέμβαση στο τοπίο πρέπει να κρίνονται με αυστηρά οικολογικά κριτήρια.

Η εγκατάσταση μεγάλων ενεργειακών δραστηριοτήτων στα βουνά δεν είναι μόνο ζήτημα αισθητικής αλλοίωσης του τοπίου. Είναι και ζήτημα περιβαλλοντικού κινδύνου.

Για να φτάσουν οι εγκαταστάσεις στις κορυφογραμμές, ανοίγονται δρόμοι εκεί όπου για αιώνες υπήρχαν μόνο μονοπάτια. Διανοίγονται νέες προσβάσεις, γίνονται εκσκαφές, μετακινούνται τεράστιες ποσότητες χώματος και δημιουργούνται δίκτυα υποδομών που πριν δεν υπήρχαν. Μαζί τους έρχονται ηλεκτροφόρα καλώδια, υποσταθμοί και ένας πολλαπλασιασμός της ανθρώπινης παρουσίας σε περιοχές ιδιαίτερα ευαίσθητες και συχνά δύσκολα προσβάσιμες.

Κάθε νέα υποδομή στο βουνό σημαίνει και μια νέα παράμετρο κινδύνου που δυστυχώς δεν αξιολογείται αυστηρά. Ένα ηλεκτρικό δίκτυο, μια τεχνική εγκατάσταση, ένα όχημα, μια εργασία συντήρησης μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και σε συνδυασμό με υψηλές θερμοκρασίες και ισχυρούς ανέμους, να αποτελέσουν πιθανή πηγή ανάφλεξης. Και δυστυχώς αυτό το είδαμε να γίνεται.

Το βουνό δεν είναι ένας άδειος χώρος πάνω στον οποίο μπορούμε να τοποθετούμε ό,τι θέλει και όπως θέλει ο καθένας. Είναι οικοσύστημα. Είναι νερό, δάσος, έδαφος, άγρια ζωή, μικροκλίμα και μνήμη. Είναι η φυσική υποδομή που στηρίζει και τη ζωή των ανθρώπων στις πεδιάδες.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε καθαρή ενέργεια. Το ερώτημα είναι πού και με ποιο περιβαλλοντικό κόστος. Δεν μπορεί η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής να οδηγεί σε νέες, αλόγιστες πιέσεις στα οικοσυστήματα που προσπαθούμε να προστατεύσουμε.

Και πάνω απ’ όλα υπάρχει ο κίνδυνος της φωτιάς. Εκεί χρειάζεται πρόληψη, φύλαξη, διαχείριση της βλάστησης, προστασία των δασικών δρόμων και των ορεινών κοινοτήτων, άμεση αντιμετώπιση των εστιών και αυστηρή διερεύνηση κάθε αιτίας πυρκαγιάς.

Το βουνό δεν ζητά να μείνει ανέγγιχτο από τον άνθρωπο. Ζητά να αντιμετωπίζεται με σεβασμό.

Γιατί όταν καίγεται ένα δάσος και όταν πληγώνεται ένα βουνό, δεν χάνεται απλώς ένα κομμάτι τοπίου. Χάνεται ένα κομμάτι από το μέλλον μας.

Ό,τι είναι δάσος, να παραμείνει δάσος.

Ό,τι είναι βουνό, να μη γίνει χώρος εκμετάλλευσης.

Η ανάπτυξη δεν έχει αξία όταν για να υπάρξει πρέπει πρώτα να καταστρέψει τη φύση.




Αν δεν χαθείς στη φύση, τότε είσαι χαμένος και δεν το έχεις συνειδητοποίησε.

 

Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται να χαθούν. Κρατούν έναν χάρτη, κοιτούν την πυξίδα, ακολουθούν πιστά το μονοπάτι και αγωνιούν μήπως ξεφύγουν έστω και λίγο από τον δρόμο. Κι όμως, ίσως το μεγαλύτερο χάσιμο δεν είναι να χάσεις τον δρόμο· είναι να μην τολμήσεις ποτέ να τον εγκαταλείψεις.

Αν δεν χαθείς στη φύση, τότε είσαι χαμένος.

Γιατί η φύση δεν είναι μόνο ένας τόπος. Είναι ένας άλλος τρόπος να υπάρχεις. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα, στις πέτρες, στα νερά και στους ανέμους, ο άνθρωπος παύει για λίγο να είναι αυτό που έφτιαξε η καθημερινότητά του. Αφήνει πίσω του το ρολόι, το τηλέφωνο, τις υποχρεώσεις, τις βεβαιότητες. Και όταν δεν ξέρει πια ακριβώς πού βρίσκεται, αρχίζει να καταλαβαίνει ποιος είναι.

Στο δάσος μπορεί να χαθείς πραγματικά. Να πάρεις ένα μονοπάτι που δεν οδηγεί εκεί που νόμιζες. Να γυρίσεις γύρω από τον ίδιο βράχο. Να ακούσεις το νερό και να μην ξέρεις από πού έρχεται. Να σταθείς μπροστά σε ένα ξέφωτο και να αναρωτηθείς ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρεις.

Κι εκεί συμβαίνει κάτι παράξενο.

Αναγκάζεσαι να ακούσεις.

Όχι τον θόρυβο του κόσμου, αλλά το θρόισμα των φύλλων. Το νερό που κατεβαίνει ανάμεσα στις πέτρες. Το πουλί που φωνάζει από μακριά. Τον άνεμο που περνά από τις κορυφές. Και, κυρίως, τη δική σου σιωπή.

Η φύση δεν σου δίνει αμέσως απαντήσεις. Σου αφαιρεί όμως τις εύκολες ερωτήσεις.

Σε μαθαίνει ότι δεν χρειάζεται πάντοτε να ξέρεις πού πηγαίνεις. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να περπατάς. Να εμπιστεύεσαι τα πόδια σου, τα μάτια σου, την όσφρησή σου, εκείνη την αρχέγονη αίσθηση προσανατολισμού που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει σχεδόν ξεχάσει.

Ένα δέντρο δεν βιάζεται να μεγαλώσει. Ένα ποτάμι δεν αγωνιά για το πότε θα φτάσει στη θάλασσα. Ένα αγριολούλουδο δεν ζητά την άδεια κανενός για να ανθίσει.

Μόνο εμείς βιαζόμαστε.

Βιαζόμαστε να φτάσουμε, να προλάβουμε, να αποκτήσουμε, να αποδείξουμε. Και κάποτε, χωρίς να το καταλάβουμε, φτάνουμε παντού εκτός από τον εαυτό μας.

Γι’ αυτό χρειάζεται να χαθούμε.

Να χαθούμε σε ένα μονοπάτι, σε μια πλαγιά, σε ένα δάσος, σε ένα βουνίσιο ρέμα. Να νιώσουμε για λίγο μικροί απέναντι στο μεγάλο και αρχαίο σώμα της Γης. Να θυμηθούμε πως πριν από τους δρόμους υπήρχαν τα μονοπάτια και πριν από τα μονοπάτια υπήρχε η ανάγκη του ανθρώπου να ακολουθεί το νερό, τον ήλιο, τα άστρα.

Το πραγματικό χάσιμο, τελικά, δεν είναι να μην ξέρεις πού βρίσκεσαι.

Είναι να ξέρεις ακριβώς πού βρίσκεσαι και να μην αισθάνεσαι τίποτα.

Να περνάς δίπλα από ένα δάσος και να μην ακούς το δάσος. Να βλέπεις ένα ποτάμι και να μην βλέπεις τον χρόνο που κυλά μέσα του. Να κοιτάζεις ένα βουνό και να μη νιώθεις τίποτε από το βάρος και την αιωνιότητά του.

Ίσως λοιπόν πρέπει κάποτε να αφήσουμε τον δρόμο.

Να περπατήσουμε χωρίς προορισμό. Να ακολουθήσουμε ένα μονοπάτι που δεν γνωρίζουμε. Να χαθούμε ανάμεσα στα δέντρα, όχι για να βρούμε μια έξοδο, αλλά για να βρούμε μια είσοδο- προς έναν εαυτό που η καθημερινότητα έχει σκεπάσει.

Γιατί στη φύση δεν χάνεσαι πραγματικά.

Χάνεσαι από τον κόσμο για να ξαναβρείς τον εαυτό σου. Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο είδος χαμένου ανθρώπου. Εκείνου που, όταν τελικά βρει τον δρόμο της επιστροφής, δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε.